Home
  By Author [ A  B  C  D  E  F  G  H  I  J  K  L  M  N  O  P  Q  R  S  T  U  V  W  X  Y  Z |  Other Symbols ]
  By Title [ A  B  C  D  E  F  G  H  I  J  K  L  M  N  O  P  Q  R  S  T  U  V  W  X  Y  Z |  Other Symbols ]
  By Language
all Classics books content using ISYS

Download this book: [ ASCII | HTML | PDF ]

Look for this book on Amazon


We have new books nearly every day.
If you would like a news letter once a week or once a month
fill out this form and we will give you a summary of the books for that week or month by email.

Title: Ο Βίος του Χριστού
Author: Farrar, F. W. (Frederic William), 1831-1903
Language: Greek
As this book started as an ASCII text book there are no pictures available.
Copyright Status: Not copyrighted in the United States. If you live elsewhere check the laws of your country before downloading this ebook. See comments about copyright issues at end of book.

*** Start of this Doctrine Publishing Corporation Digital Book "Ο Βίος του Χριστού" ***

This book is indexed by ISYS Web Indexing system to allow the reader find any word or number within the document.



Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
bold characters are included in &. Square brackets [] indicate
corrections to the original.  Corrections of obvious mistakes (e.g.
Έκρασιν-> έκφρασιν. εργοστήριον->εργαστήριον. βασιτεία ->βασιλεία) have
been performed without such indications.  Footnotes have been placed
at the end of the book.  Pages 407-410 are missing.  To fill in the
text, I have translated (in dimotiki) the relevant passages from the
english original.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.
Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι αγκύλες []
υποδεικύουν διορθώσεις στο πρωτότυπο. Διορθώσεις εμφανών λαθών (π.χ.
Έκρασιν-> έκφρασιν, εργοστήριον->εργαστήριον, βασιτεία ->βασιλεία)
έχουν γίνει χωρίς αγκύλες.  Οι υποσημειώσεις του βιβλίου έχουν τεθεί
στο τέλος του. Οι σελίδες 407-410 λείπουν. Προς συμπλήρωση του κειμένου,
μετέφρασα (στην δημοτική) τις σχετικές παραγράφους του Αγγλικού
πρωτοτύπου.



Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΥΠΟ
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ Γ. ΦΑΡΡΑΡ

ΠΡΩΗΝ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΕΝ ΚΑΝΤΑΒΡΙΓΙΑ. ΑΡΧΙΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ Γ.
ΚΑΝΤΕΡΒΟΥΡΙΑΣ

«Ασάλευτος η πίστης μενέτο»


ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΩΝ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ ΤΟΤ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΥΠΟ
ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ «ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ»

1898


Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΥΠΟ
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΦΑΡΡΑΡ
ΠΡΩΗΝ ΜΕΛΟΥΣ ΤΟΥ ΕΝ ΚΑΝΤΑΒΡΙΓΙΑ ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
Η Γέννησις



Οι αγραυλούντες ποιμένες. — Ένα Χάνι ανατολικόν. — Το σπήλαιον της
Βηθλεέμ. — Η απογραφή. — Ο Ιωσήφ και η Μαρία. — «Ουχ ην αυτοίς τόπος
εν τω καταλύματι». — Η φάτνη και το παλάτιον. — Η γέννησις. —
Προσκύνησις των ποιμένων. — Φαντασία και πραγματικότης. — Αντίθεσις
των Ευαγγελίων προς τα Απόκρυφα.

Εις απόστασιν ενός μιλίου από την Βηθλεέμ, υπάρχει μικρά τις πεδιάς
και εν αυτή δάσος ελαιών, όπου κείται η απέριττος και παραμελημένη
εκκλησία η γνωστή υπό το όνομα «Ο Άγγελος εις τους Ποιμένας». Η
εκκλησία αυτή ορθούται εν τω μέσω του καθαγιασμένου εκείνου τόπου,
όπου, κατά την ωραίαν γλώσσαν του ευαγγελιστού Λουκά, την
μελωδικωτέραν ειδυλλίου διά παν χριστιανικόν ους, — «ήσαν ποιμένες
αγραυλούντες και φυλάσσοντες φυλακάς της νυκτός επί την ποίμνην
αυτών· και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς και δόξα Κυρίου
περιέλαμψεν αυτούς» — και εις τα μακάρια ώτα των απήχησε το χαρωπόν
άγγελμα, ότι την ημέραν εκείνην ετέχθη εν τη πόλει Δαυίδ εις Σωτήρ, ο
Χριστός ο Κύριος.

Παν ό,τι συνδέεται με την γέννησιν του Χριστού είναι ταπεινόν, και
αυτό δε το μέρος όπου είδε το φως της ημέρας ανακαλεί αναμνήσεις
πενίας και μόχθων. Εκείνην την νύκτα, εφαίνετο αληθώς, ότι οι ουρανοί
έμελλον να ραγώσιν, όπως αποκαλύψωσιν όλην την θείαν αρμονίαν των,
όλην την ακτινοβόλον χαράν των. Αλλ' από τους ολίγους κατανυκτικούς
στίχους του Λουκά, διά των οποίων περιγράφεται η γέννησις, δεν
πληροφορούμεθα αν το μήνυμα του αγγέλου ήκουσαν και άλλοι εκτός των
αγραυλούντων ποιμένων ενός πτωχικού χωρίου.

«Και εξαίφνης», προσθέτει ο μόνος Ευαγγελιστής, όστις αφηγείται τα
περιστατικά της αξιομνημονεύτου εκείνης νυκτός καθ' ην εγεννήθη ο
Χριστός, εν τω μέσω της αδιαφορίας ενός κόσμου μη υποπτεύοντος τον
λυτρωτήν του. «Εγένετο συν τω αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου,
αινούντων τον Θεόν και λεγόντων, «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης
ειρήνη· εν ανθρώποις ευδοκία».

Ηδύνατο να ελπίζη τις, ότι η ευσέβεια η χριστιανική θα εξωράιζε
σήμερον το μέρος της γεννήσεως του Σωτήρος με υπέρλαμπρα μνημεία, και
θα επλαισίου το άξεστον σπήλαιον των ποιμένων με τα πάλλευκα μάρμαρα
και με τα περίκομψα μωσαϊκά μεγαλοπρεπούς τινος ναού. Αντί τούτου, η
Εκκλησία του Αγγέλου, του ευαγγελισθέντος εις τους ποιμένας την χαράν
την μεγάλην, είναι μία απλή κρύπτη πενιχρά· και ενώ ο προσκυνητής
κατέρχεται τας ολίγας βαθμίδας τας τεθραυσμένας, αίτινες φέρουν από
το δάσος των ελαιών κάτω εις το σπήλαιον, μετά κόπου πολλού
κατορθόνει να πείση εαυτόν ότι ευρίσκεται εις ιερόν χώρον. Ίσως όμως
να συνετέλεσεν εις την ατημελησίαν και εις την απλότητα της διασκευής
η συναίσθησις, ότι η πενιχρότης του ναΐσκου αδελφόνεται αρμονικώς με
το ταπεινόν επάγγελμα των ποιμένων, εις τα θαμβωμένα όμματα των
οποίων επεφάνη το αστράπτον όραμα.

«Διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ, και ίδωμεν το ρήμα τούτο το γεγονός, ό ο
Κύριος εγνώρισεν ημίν», είπον οι ποιμένες, όταν οι αίνοι των αγγέλων
έπαυσαν να ταράσσουν την σιγήν των άστρων. Και ανήλθον τον ομαλόν
λόφον τον απέναντι, και διασχίσαντες τους σεληνόφωτους κήπους της
Βηθλεέμ, έφθασαν εις την κορυφήν της φαιάς λοφοσειράς, επί της οποίας
είνε κτισμένη η πόλις. Επί της κορυφής εκείνης ευρίσκετο το
πανδοχείον του χωρίου. Την εποχήν εκείνην, το χάνι ενός χωρίου της
Συρίας ήτο πιθανώς όμοιον, και ως προς την εξωτερικήν άποψιν και ως
προς την εσωτερικήν διάταξιν, με τα υπάρχοντα και σήμερον εις την
σύγχρονον Παλαιστίνην. Το χάνι είνε χαμηλή οικοδομή λιθόκτιστος, με
έν μόνον πάτωμα συνήθως. Περιλαμβάνει δε ως επί το πλείστον μίαν
τετράγωνον αυλήν περίφρακτον, εντός της οποίας προσδένονται τα ζώα
και φυλάσσονται την νύκτα ασφαλώς, και έν χαμηλόν ισόγειον προς
διαμονην των οδοιπόρων. Το λ ε β ά ν, ήτοι το σανιδόστρωτον έδαφος
του ισογείου, είνε ανυψωμένον ένα πόδα υπέρ την επιφάνειαν της αυλής.
Έν μεγάλον και ευρύχωρον χάνι δύναται να περιλαμβάνη πολλά τοιαύτα
ισόγεια, τα οποία πράγματι ουδέν άλλο είνε ειμή χαμηλά δωμάτια άνευ
τοίχου προς το μέρος της αυλής. Το χάνι συνεπώς είνε μέρος δημόσιον·
παν ό,τι γίνεται εντός αυτού, περιπίπτει εις την αντίληψιν πάντων των
ξενιζομένων. Εκτός τούτου στερείται εντελώς επίπλων. Ο οδοιπόρος
δύναται να φέρη το στρώμα του αν θέλη, ημπορεί να καθήση σταυροπόδι
να φάγη, και να κοιμηθή κατόπιν επ' αυτού. Κατά κανόνα, πρέπει να
φέρη μαζύ του και την τροφήν του, να περιποιήται μόνος τα ζώα του, να
τα ποτίζη μόνος του. Δεν ελπίζει, αλλ' ούτε και απαιτεί να τον
υπηρετούν, και αντί ελαχίστης δαπάνης ευρίσκει ασφάλειαν, στέγην και
χώρον να κοιμηθή.

Εν Παλαιστίνη συμβαίνει κάποτε ολόκληρον το χάνι, ή τουλάχιστον η
αυλή η προωρισμένη διά τα ζώα, να είνε έν από τα απειράριθμα εκείνα
σπήλαια, τα οποία αφθονούν εις τας πλευράς των αργιλλωδών λόφων της.
Τοιούτο φαίνεται να ήτο και το χάνι της Βηθλεέμ, του μικρού χωρίου
του περιλαμβανομένου εν τη περιοχή της φυλής του Ιούδα. Ο Ιουστίνος ο
απολογητής, όστις εγνώριζε κάλλιστα την Παλαιστίνην, και όστις έζησεν
ένα σχεδόν αιώνα μετά την εποχήν του Χριστού, τοποθετεί την σκηνήν
της γεννήσεως εντός σπηλαίου. Και τοιαύτη πράγματι είνε η αρχαία και
αναλλοίωτος παράδοσις της τε Ανατολικές και Δυτικές Εκκλησίας, είνε
δε η μόνη εκ των ολίγων, εις τας οποίας, καίτοι σιωπά περί αυτών η
ιστορία των Ευαγγελίων, δυνάμεθα να προσδώσωμεν λογικήν τινα
πιθανότητα. Υπέρ το σπήλαιον τούτο ηγέρθη η Εκκλησία και η Μονή της
Γεννήσεως, και εντός άλλου τινός σπηλαίου, παραπλεύρως τούτου,
κατηνάλωσε τριάκοντα έτη του βίου του εις μελέτας και εις νηστείας
και εις προσευχάς είς από τους μάλλον πεπαιδευμένους και τους μάλλον
ευφυείς Πατέρας της Εκκλησίας, ο μέγας Άγιος Ιερώνυμος, εις τον
οποίον οφείλεται η κοινώς παραδεδεγμένη μετάφρασις της Βίβλου εις την
λατινικήν.

Από την βορεινήν κατοικίαν του εν Ναζαρέτ, ο Ιωσήφ, ο ξυλουργός του
χωρίου, παρέλαβε την Μαρίαν, την μνηστήν του την έγκυον, και
εξεκίνησε μαζύ της διά μέσου των αμπελοφύτων δρόμων προς το χωρίον,
όπου είχε ζήσει ο μέγας πρόγονός των ο Δαυίδ, όταν ήτο ακόμη μικρός
ποιμήν βόσκων τα πρόβατά του επί των λόφων. Σκοπός της κουραστικής
ταύτης οδοιπορίας, ήτις δεν ηδύνατο παρά να είνε ενοχλητική διά τας
καθιστικάς έξεις τας ηρέμους του ανατολικού βίου, ήτο να καταγράψουν
τα ονόματά των, ως μελών της φυλής του Δαυίδ, εις μίαν απογραφήν
διαταχθείσαν υπό του αυτοκράτορος Αυγούστου. Εν τη πολιτική υπεροχή
του Ρωμαϊκού Κράτους, του οποίου απετέλει τότε μέρος και η Ιουδαία,
μία μόνον λέξις του Αυτοκράτορος ήρκει, όπως εξασφαλίση την εκτέλεσιν
των διαταγών του και εις αυτάς τας απωτέρας γωνίας του πεπολιτισμένου
κόσμου. Όσον μεγάλαι και αν είνε αι ιστορικαί δυσκολίαι, αίτινες
παρεντίθενται εις την ακριβή εξακρίβωσιν της απογραφής ταύτης,
φαίνεται όμως, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύωμεν, ότι διετάχθη
αρχικώς υπό του Σεντίου Σατουρνίνου, ότι εγένετο έναρξις αυτής υπό
του Ποπλίου Σουλπικίου Κυρηνίου, όταν διετέλεσε κατά πρώτην φοράν
ύπατος της Συρίας, και ότι συνεπληρώθη κατά την δευτέραν περίοδον της
υπατείας του. Εκ σεβασμού προς τας Ιουδαϊκάς προλήψεις, πάσα
παράβασις των οποίων ηδύνατο να δώση αφορμήν εις σφοδράς ταραχάς και
εις ανταρσίαν, η απογραφή αυτή δεν εξετελείτο κατά την συνήθη
ρωμαϊκήν μέθοδον, δήλα δή εις τον τόπον της διαμονής εκάστου
προσώπου, αλλά συμφώνως προς τα Εβραϊκά έθιμα, ήτοι εις την πόλιν,
από την οποίαν αρχικώς κατήγετο πάσα οικογένεια. Οι Ιουδαίοι ήσαν
ακόμη αφωσιωμένοι εις τας γενεαλογίας των και εις την ανάμνησιν των
φυλετικών σχέσεων, των εκλειψασών προ πολλού· και μολονότι η
οδοιπορία ήτο επίπονος και ενοχλητική, ο Ιωσήφ όμως ανεκουφίζετο από
την ανάμνησιν της ηρωικής καταγωγής του, ήτις έμελλε μετ' ολίγον να
του αναγνωρισθή επισήμως και αδιαμφισβήτητως, και από την λάμψιν των
Μεσσιακών ελπίδων, με τας οποίας θα έβλεπε το φως της ημέρας το
βρέφος το θείον, το περικλειόμενον τώρα εις τα σπλάγχνα της μνηστής
του.

Η οδοιπορία εις την Ανατολήν είνε πάντοτε νωθρά και βραδεία, και θα
ήτο βεβαίως περισσότερον τότε, αν, όπως είνε πιθανώτατον, η χώρα
εταράσσετο κατ' εκείνην την εποχήν από πολιτικάς εχθροπαθείας. Ίσως η
Ιερουσαλήμ, ήτις απέχει της Βηθλεέμ μόνον έξ μίλια, να υπήρξεν ο
τελευταίος σταθμός του Ιωσήφ και της Μαρίας, προτού φθάσουν εις το
τέρμα του ταξειδίου των. Αλλά της μητρός — παρθένου την πορείαν θα
επεβράδυνον βεβαίως κατ' ανάγκην η βαρεία σωματική χαύνωσις, η
προερχομένη εκ της εγκυμοσύνης, και αι αρχίζουσαι ίσως τώρα ωδίναι
του τοκετού. Άλλοι οδοιπόροι, ταξειδεύοντες προς τον αυτόν σκοπόν, θα
τους άφισαν πολύ οπίσω εις τον δρόμον τον ανωφερή, τον διερχόμενον
από το φρέαρ του Δαυίδ, και άγοντα επάνω εις την κορυφήν της
λοφοσειράς, όπου ήτο εκτισμένον το χάνι. Πιθανώς τούτο να έκειτο επί
της τοποθεσίας του κατηρειπωμένου ήδη φρουρίου το οποίον είχε κτίσει
ο Δαυίδ· και αν τούτο είνε αληθές, εκάλυπτε βεβαίως τον χώρον όπου
έκειτο προ χιλίων ετών η κληρονομική οικία του Ωβήδ, του Ιεσσαί και
του Δαυίδ. Κατά την άφιξίν των όλα τα χαμηλά ισόγεια δωμάτια ήσαν
κατειλημμένα. Η απογραφή είχε προσελκύσει τόσους ξένους εις την
πόλιν, ώστε «ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι». Εντός του κρυερού
σπηλαίου του αργιλλώδους λόφου, το οποίον εχρησίμευεν ως σταύλος εις
το πανδοχείον, εν τω μέσω του χόρτου και των αχύρων με τα οποία είχε
στρωθή το έδαφος διά να τρώγουν τα ζώα, εν τη από της μακράς
οδοιπορίας εξαντλήσει μακράν από το σπήτι των, εν τω μέσω ξένων, εν
τη παγετώδει χειμερινή νυκτί, — υπό περιστάσεις καθ' ας έλειπε πάσα
άνεσις και πάσα περιποίησις μέχρι τοιούτου βαθμού, ώστε είνε αδύνατον
να φαντασθή τις ταπεινοτέραν γέννηση — ετέχθη ο Υιός του ανθρώπου!

Εις απόστασιν ολίγων μιλίων επί της ομαλής και επιπέδου κορυφής του
δυσβάτου και απομεμονωμένου λόφου, όστις καλείται σήμερον εις την
διάλεκτον των Συρίων «Το όρος του μικρού Παραδείσου», έκειτο το
παλάτιον του Ηρώδου του Μεγάλου. Τα μέγαρα τα μεγαλοπρεπή των φίλων
του και των αυλικών του περιεστοίχιζον το ανάκτορον πανταχόθεν,
κτισμένα ολοτρόγυρα εις τους πρόποδας του υψώματος. Οι ταπεινοί
οδοιπόροι, διερχόμενοι εκείθεν, ήκουον την ηδυπαθή μουσικήν και τα
οργιώδη άσματα, με τα οποία εωρτάζοντο τα συμπόσια του Ηρώδου, ή τας
βραχνάς φωνάς των αγροίκων μισθωτών, των οποίων τα όπλα επέβαλλον την
υποταγήν εις τον δεσποτικόν αυθέντην. Αλλ' ο αληθής Βασιλεύς των
Ιουδαίων, — ο γνήσιος Αυθέντης του Σύμπαντος, — δεν κατώκει εις
παλάτιον κ' εις φρούριον. Οι σταύλοι του πενιχρού πανδοχείου ήσαν
πολύ καταλληλότερον μέρος διά να γεννηθή Εκείνος, όστις ήλθε ν'
αποκαλύψη εις τον κόσμον ότι η ψυχή του μεγαλειτέρου μονάρχου δεν
είνε ούτε προσφιλεστέρα ούτε μεγαλειτέρα εις τα όμματα του Θεού από
την ψυχήν του ταπεινοτέρου δούλου του. Εκείνος, όστις δεν είχε πού
την κεφαλήν κλίνη. Εκείνος, όστις από του ξύλου της ατιμίας έμελλε να
βασιλεύση του κόσμου.

Οδηγούμενοι από το φως της λυχνίας, ήτις συνήθως κρέμαται διά
σχοινίου εν τω μέσω της εισόδου του πανδοχείου, οι ποιμένες εισήλθον
εις το χάνι της Βηθλεέμ, και εύρον την Μαρίαν και τον Ιωσήφ, και το
νεογέννητον κατακείμενον εν τη φάτνη των αλόγων. Η φαντασία των
ποιητών και των ζωγράφων ενετρύφησεν αείποτε εις ποικίλας φανταστικάς
αναπαραστάσεις της υπερόχου ταύτης σκηνής. Έψαλαν τους αιγλήεντας,
τους ουρανίους αγγέλους, οίτινες επτερύγιζον περί την φάτνην, και τα
άστρα τα επιβραδύναντα την περιστροφικήν κίνησίν των, διά να χύσουν
το φέγγος των εις το μειδιών εκείνο βρέφος. Εζωγράφισαν την
ακτινοβολίαν του φωτός το οποίον εξέπεμπεν η φάτνη, καταυγάζουσα τα
πέριξ, του φωτός του εκθαμβωτικού, όπερ ηνάγκαζε τους παρισταμένους
ν' αποστρέφουν τους οφθαλμούς από την ουρανίαν εκείνην λάμψιν. Όλα
όμως αυτά απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Τα έκπαγλα εκείνα
θεάματα, άτινα παριστάνουν ως ιδόντας τους μάγους, τα είδε μόνον ο
οφθαλμός της πίστεως· και ό,τι εκείνοι είδον πραγματικώς, ήτο είς
απλούς χωρικός από την Γαλιλαίαν, μεσήλιξ ήδη, ο Ιωσήφ, και μία νεαρά
μήτηρ η Μαρία, η παρθένος σύζυγος η τεκούσα το θείον τέκνον και
σπαργανώσασα αυτό διά των ιδίων χειρών της και «ανακλίνασα αυτό εν τη
φάτνη», αφού ουδείς άλλος παρίστατο εις εκείνην την κατανυκτικήν
σκηνήν του τοκετού διά να την βοηθήση. Το φως το αυγάζον εν τω σκότει
δεν ήτο φυσικόν, ήτο ακτίς πνευματική· και δεν εχαμογέλασαν οι
ουρανοί εις όλον το ανθρώπινον γένος, αλλά μόνον εις ολίγας πιστάς
και ταπεινάς καρδίας.

Τα Ευαγγέλια, πάντοτε φιλαλήθη, με την θέλγουσαν εκείνην απλότητά
των, ήτις είνε η σφραγίς της ειλικρινούς και απροσποίητου αφηγήσεως,
αναφέρουν το γεγονός τούτο άνευ σχολίων. Δεν υπάρχει εις αυτά η
υπερβολή του απιστεύτου και του μυστηριώδους και του θαύματος, ήτις
παρατηρείται εις τας Ιουδαϊκάς φαντασιοκοπίας διά τον ερχόμενον
Μεσσίαν, και εις τας αποκρύφους αφηγήσεις τας σχετιζομένας με το
θείον τέκνον. Η τρανωτέρα απόδειξις της αξιοπιστίας των ευαγγελιστών
είνε η άκρα αντίθεσις της εργασίας των προς τα ψευδοευαγγέλια των
πρώτων αιώνων και προς όλας τας άλλας φανταστικάς παραδόσεις. Αν τα
Ευαγγέλιά μας δεν ήσαν αυθεντικά, θα έβριθον και αυτά από τας
υπερβολάς αίτινες χαρακτηρίζουν πάσαν παράδοσιν των πρώτων χρόνων,
αναφερομένην εις τον βίον του Σωτήρος. Διά τους αμαθείς και δι' όσων
το πνεύμα δεν αυγάζει το φως της αληθείας, φαίνεται απίστευτον το να
συντελεσθή το καταπληκτικώτερον γεγονός εν τη ιστορία του κόσμου άνευ
αναστατώσεων και άνευ καταστροφών. Εις το Ευαγγέλιον του Αγίου
Ιακώβου, το κοινώς γνωστόν υπό τον τίτλον «Πρωτευαγγέλιον», υπάρχει
έν αλλόκοτον πραγματικώς κεφάλαιον εξιστορούν το πώς κατά την
τρομεράν στιγμήν της γεννήσεως ο άξων του ουρανού εσταμάτησεν
ακίνητος, και εσίγησαν τα πτηνά, και τα ποίμνια εσκορπίσθησαν καθ'
όλας τας διευθύνσεις και εστάθησαν απολιθωμένα, και ανύψωσε την χείρα
του ο ποιμήν διά να κτυπήση και η χειρ έμεινεν ανυψωμένη και αδρανής.
Αλλά διά την πάνδημον αυτήν και εξαφνικήν σιγήν της επτοημένης και
περιτρόμου φύσεως, διά τας μυστηριώδεις φωταυγείας, αίτινες
περιέλουσαν επί στιγμήν όλα τα μέρη του κόσμου, και διά τον βουν και
διά τον όνον που εγονάτισαν εις άφωνον λατρείαν προ της φάτνης
Εκείνου, και διά την φωνήν του νεογνού, την εξαγγείλασαν αμέσως μετά
την γέννησίν του εις την Μαρίαν ότι ήτο ο Υιός του Θεού, και διά τόσα
άλλα θαύματα τα οποία ερριζώθησαν εις τας αρχαιοτέρας παραδόσεις, δεν
υπάρχει το παραμικρόν ίχνος εν τη Νέα Διαθήκη.

Πόσον χρόνον η Παρθένος Μήτηρ και το άγιον τέκνον της έμειναν εις
εκείνο το σπήλαιον; δεν δυνάμεθα να εξακριβώσωμεν. Το πιθανώτερον
όμως είνε ότι η διαμονή δεν υπήρξε μακρά. Η λέξις «φάτνη», την οποίαν
αναφέρει ο Λουκάς, δεν έχει ωρισμένην σημασίαν, και εκείνο το οποίον
δυνάμεθα να εξακριβώσωμεν περί αυτής, είνε ότι χρησιμεύει ως μέρος
όπου τρώγουν τα ζώα. Πιθανώς τα πλήθη τα συρρεύσαντα εις το χάνι να
έμειναν ολίγας μόνον ώρας· και η κοινή φιλανθρωπία απήτει να
μεταφερθή η μήτηρ και το τέκνον της εις καταλληλότερον μέρος προς
ανάπαυσιν. Οι Μάγοι, όπως βλέπομεν εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον,
επεσκέφθησαν την Μαρίαν «εις την οικίαν». Αλλά τα Ευαγγέλια δεν
χρονοτριβούν και δεν επιμένουν εις τα ασήμαντα αυτά επεισόδια. Ο
Λουκάς δίδει πληρεστέραν περιγραφήν από τους άλλους, και η μοναδική
γλυκύτης της αφηγήσεώς του, και η χάρις του η ειδυλλιακή, και ο
ήρεμος και ο απαλός τόνος, υποδεικνύουν σαφώς ότι ήκουσε την ιστορίαν
της γεννήσεως από το στόμα αυτής της Μαρίας. Και πράγματι είνε
δύσκολον να φαντασθώμεν ότι ηδύνατο να προέλθη η αφήγησις από άλλην
τινά πηγήν, αφού αι μητέρες είνε οι φυσικοί ιστορικοί των πρώτων ετών
των τέκνων των. Εξ άλλου, εις το ύφος του Ευαγγελιστού ευρίσκομεν,
όπως λέγει και ο Λανζ, «όλο εκείνο το χρώμα της απερίττου αφηγήσεως
μιας γυναικός και της αντιλήψεως μιας γυναικός». Διά τον τανύοντα τα
πτέρυγας της φαντασίας του, και το πλέον άσημον γεγονός και το
ελάχιστον, επεισόδιον πνίγονται εις τον χείμαρρον της περιγραφής· διά
την Μαρίαν όμως τα μικρά αυτά επεισόδια εφαίνοντο κοινά και
τετριμμένα και ανάξια λόγου. Επομένως και ο Λουκάς, αντιγράφων πιστώς
τους λόγους της Παρθένου, δεν, προσέθεσε κάτι τι παραπάνω από ό,τι
ήκουσεν.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Η εισαγωγή εις το ιερόν



Τέσσαρα περιστατικά της νηπιακής ηλικίας του Ιησού. — Η τάξις των
γεγονότων. — Η Περιτομή. — Το όνομα Ιησούς. — Η εισαγωγή εις το
ιερόν. — Ο Συμεών. — Η Άννα.

Τέσσαρα μόνον περιστατικά της νηπιακής ηλικίας του Χριστού αφηγούνται
τα Ευαγγέλια, — την Περιτομήν, την εισαγωγήν εις το ιερόν, την
επίσκεψιν των Μάγων και την φυγήν εις την Αίγυπτον. Εκ τούτων τα δύο
πρώτα εξιστορεί μόνον ο Λουκάς, τα δε άλλα δύο ο Ματθαίος. Εν τούτοις
ουδεμία υπάρχει λεπτομέρεια εις την οποίαν ν' αντιφάσκουν αι δύο
αφηγήσεις. Αν επί άλλων ζητημάτων έχομεν βασίμους λόγους να
παραδεχόμεθα την αξιοπιστίαν των Ευαγγελιστών και τας μαρτυρίας των
ως ειλικρινείς και αδιαμφισβητήτους, έχομεν όμως πάντα λόγον να
πιστεύωμεν ότι εις οιασδήποτε αφορμάς και αν οφείλεται το
αποσπασματικόν, το μη συνεχές δήλα δή των αφηγήσεών των, αι
αφηγήσεις όμως αύται δύνανται κάλλιστα να θεωρηθούν ως συμπληρούσαι
αλλήλας. Ο αμερόληπτος και ειλικρινής κριτής δεν δύναται να
υποστηρίξη ότι υπάρχουν εις τα Ευαγγέλια ασυμβίβαστοι αντιφάσεις,
ούτε όμως ημπορεί να παραδεχθή ότι παρατηρείται εις αυτά τελεία
αρμονία. Η ακριβής και λεπτομερής βιογραφική αφήγησις από των πρώτων
ημερών του βίου ενός ανθρώπου ήτο πράγμα άγνωστον εις τους Ιουδαίους,
και ασυμβίβαστον προς το ύφος των και την κράσιν των. Ανέκδοτα της
νηπιακής ηλικίας, επεισόδια του παιδικού βίου, είνε σπάνιον
φαινόμενον εις την αρχαίαν φιλολογίαν. Μόνον από του Χριστιανισμού
και εντεύθεν η παιδική ηλικία περιεβλήθη την αίγλην μυθιστορήματος.

Η ακριβής τάξις των γεγονότων, τα οποία διεδραματίσθησαν προ της
επανόδου εις Ναζαρέτ, μόνον κατά συμπερασμόν δύναται να υπολογισθή. Η
Περιτομή εγένετο την ογδόην ημέραν από της γεννήσεως· ο Καθαρισμός
τριάκοντα τρεις ημέρας μετά την Περιτομήν. Η Επίσκεψις των Μάγων ήτο
«όταν ο Ιησούς εγεννήθη εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας», κατά τον Ματθαίον,
και η Φυγή εις Αίγυπτον επηκολούθησεν αμέσως την αναχώρησιν εκείνων.
Η υπόθεσις ότι η εξ Αιγύπτου επάνοδος εγένετο προ της Εισαγωγής εις
το ιερόν, αν και ουχί απολύτως αδύνατος, φαίνεται λίαν απίθανος.
Εκτός του ότι μία τοιαύτη αναβολή θ' απετέλει παράβασιν του λευιτικού
νόμου, πρέπει να συμπεράνωμεν είτε ότι ο Καθαρισμός ανεβλήθη επί
πολύν χρόνον, πράγμα το οποίον αντιφάσκει προς την διττήν
διαβεβαίωσιν του Λουκά (2, 22, 39)» είτε ότι το χρονικόν διάστημα των
τεσσαράκοντα ημερών ήρκεσεν αφ' ενός μεν διά το «εξ ανατολών»
ταξείδιον των Μάγων, εξ άλλου δε διά την εις Αίγυπτον φυγήν και διά
την εκείθεν επιστροφήν. Εκτός τούτου είνε λίαν απίθανος η εικασία ότι
η οικογένεια του Ιωσήφ επανέκαμψεν εις Ιεροσόλυμα, — πόλιν μόνον έξ
μίλια απέχουσαν της Βηθλεέμ, — ολίγας ημέρας ύστερον από ένα γεγονός
τόσω τρομερόν όσον ήτον η Σφαγή των Νηπίων. Μολονότι ουδεμία υπόθεσις
είνε απηλλαγμένη των αντιρρήσεων, αίτινες προκύπτουν κατ' ανάγκην εκ
της αγνοίας των περιστατικών εις την οποίαν διατελούμεν, φαίνεται εν
τούτοις βέβαιον, ότι η φυγή εις Αίγυπτον δεν έγινε προ της Υπαπαντής.
Επί τεσσαράκοντα λοιπόν ημέρας η Ιερά Οικογένεια παρέμεινεν αφανής
και ήσυχος εις την ταπεινήν πόλιν Δαυίδ, «την καλουμένην Βηθλεέμ»,
όπου τόσαι παραδόσεις ιερότητος πτερυγίζουν τώρα και όπου τόσαι
σκηναί ενδιαφέρουσαι διεδραματίσθησαν.

Εις τα Απόκρυφα Ευαγγέλια δεν γίνεται μνεία της Περιτομής, και μόνον
το Αραβικόν Ευαγγέλιον της Νηπιακής Ηλικίας περιέχει σχετικήν τινα
νύξιν καταπληκτικώς αποτροπαίαν. Η περιτομή δεν ήτο γεγονός το
οποίον ηδύνατο να ενδιαφέρη τους θέλοντας να παραχώσουν τας
δογματικάς φαντασιοπληξίας των εις την ιεράν ταύτην ιστορίαν, και
τοιούτοι φαντασιοκόποι ήσαν οι συγγραφείς των αποκρύφων, των οποίων
τα έργα βρίθουν υπερβολών και ανακριβειών. Διά τους Χριστιανούς όμως
έχει ιδιάζουσαν σημασίαν, — σημασίαν πάνδημον. Αποδεικνύει ότι ο
Χριστός δεν ήλθε να καταστρέψη τον Νόμον, αλλά να τον εκτελέση.
Έλαχεν εις αυτόν ο κλήρος «να πληρώση πάσαν δικαιοσύνην». Και υπέστη
τον μαρτυρικόν θάνατον προς σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους, και
εβασανίσθη χάριν ημών, και ηθέλησε να μας διδάξη την πνευματικήν
περιτομήν, — την περιτομήν της καρδίας, — την περιτομήν πάσης
αισθήσεως της σαρκός. Όπως η Ανατολή αντανακλά κατά την δύσιν του
ηλίου τα χρώματα της Δύσεως, ούτω και η Βηθλεέμ είνε το προοίμιον του
Γολγοθά, και του θείου Βρέφους μάλιστα το λίκνον βάφεται με μίαν
ερυθράν ανταύγειαν από τον Σταυρόν του Σωτήρος. Κατά την ημέραν
εκείνην ωσαύτως, — την ημέραν της Περιτομής, — ο Χριστός έλαβε
δημοσία το όνομα Ιησούς, όπερ είχε προαναγγείλει ήδη ο αρχάγγελλος
Γαβριήλ. Την εποχήν εκείνην ήτο όνομα κοινότατον μεταξύ των Ιουδαίων.
Ήτο προσφιλές εις αυτούς διότι ήτο άλλοτε το όνομα του μεγάλου
στρατηγού, όστις τους ωδήγησεν εις την νικηφόρον κατάληψιν της Γης
της Επαγγελίας, και του Μεγάλου Αρχιερέως, όστις ηγήθη των εξορίστων
των από Βαβυλώνος επαναστρεψάντων· από τούδε όμως, όχι μόνον διά τους
Ιουδαίους, αλλά δι' όλον τον κόσμον, ήτο προωρισμένον ν' αποκτήση
σημασίαν απείρως ιερωτέραν ως ονομασία παρ' ανθρώποις του Υιού του
Θεού. Το εβραϊκόν «Μεσσίας» και το Ελληνικόν «Χριστός» ήσαν ονόματα
αντιπροσωπεύοντα την θείαν αποστολήν του ως Κεχρισμένου Προφήτου,
Ιερέως και Βασιλέως· αλλά το όνομα «Ιησούς» ήτο το όνομά του το
προσωπικόν, όπερ έφερεν ως απλούς άνθρωπος, αλλ' αναμάρτητος αυτός
μεταξύ των αμαρτωλών.

Την τεσσαρακοστήν ημέραν από της γεννήσεως — μέχρι συμπληρώσεως της
οποίας δεν ηδύνατο να εξέλθη από την οικίαν, — η Παρθένος, φέρουσα
εις τας αγκάλας της το βρέφος, παρουσιάσθη εις το εν Ιερουσαλήμ ιερόν
χάριν του «καθαρισμού αυτής». «Και ούτω τότε, λέγει είς δυτικός
άγιος, ήγαγον τον Κύριον του Ναού εις τον Ναόν του Κυρίου». Τα
εθιζόμενα εις τοιαύτας περιστάσεις αναθήματα ήσαν είς αμνός ενός
έτους, προσκομιζόμενος επί σκοπώ θυσίας, και είς νεοσσός περιστερών ή
μία τρυγών, προσφερόμενα εις ένδειξιν μετανοίας· με την ωραίαν όμως
εκείνην τρυφερότητα, ήτις τόσον ζωηρώς χαρακτηρίζει την μωσαϊκήν
νομοθεσίαν, επετρέπετο εις όλους τους πτωχούς, τους μη δυναμένους να
προσφέρουν τόσον πολυέξοδα αναθήματα, να φέρουν αντί όλων τούτων έν
μόνον ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών. Με το ταπεινόν τούτο
ανάθημα η Μαρία παρουσιάσθη εις τον ιερέα. Ταυτοχρόνως ο Ιησούς,
επειδή ήτο πρωτότοκος, παρέστη κατά τον νόμον του Μωυσέως προ του
Θεού και απηλλάγη της νενομισμένης υπηρεσίας εν τω Ναώ, αντί της
καταβολής πέντε σεκέλ, ήτοι 20 περίπου φράγκων. Διά τον καθαρισμόν
και διά την παρουσίασιν δεν δίδονται εις ημάς πλειότεραι
λεπτομέρειαι, αλλ' η επίσκεψις αύτη εις τον Ναόν απηθανατίσθη διά
τινος κατανυκτικού επεισοδίου, — της αναγνωρίσεως του θείου τέκνου
υπό του Συμεώνος και της Άννης.

Περί του Συμεώνος γνωρίζομεν απλώς ότι ήτο δίκαιος και ευλαβής ανήρ,
πεπροικισμένος με το δώρον της προφητείας, και ότι «ην αυτώ
κεχρηματισμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν ή
ίδη τον Χριστόν Κυρίου». Ωθούμενος λοιπόν υπό ισχυράς ακαταγωνίστου
εμπνεύσεως, εισήλθεν εις το ιερόν, και αναγνωρίσας το θείον τέκνον,
«εδέξατο αυτό εις τας αγκάλας αυτού και ηυλόγησε τον Θεόν» και
ανέτεινε τους βραχίονας και έψαλεν από βάθους καρδίας το
θριαμβευτικόν εκείνο «Νυν απολύεις», όπερ καθηδύνει από δέκα οκτώ
αιώνων τα χριστιανικά ώτα. Η προφητεία ότι το βρέφος θα ήτο «φως εις
αποκάλυψιν εθνών», καθώς και όλη η περίεργος εκείνη σκηνή,
επροξένησαν βεβαίως βαθείαν κατάπληξιν εις τους γονείς, από τους
οποίους ο γέρων προφήτης δεν απέκρυψε τας ιδίας αυτών θλίψεις τας
μελλούσας, προλέγων ιδίως εις την Παρθένον Μητέρα την αμείλικτον
καταδίωξιν, ήτις ανέμενε το θείον Παιδίον και τους εθνικούς
κινδύνους, οίτινες επεφυλάσσοντο διά το μέλλον.

Αι παραδόσεις ενησχολήθησαν πολύ με το όνομα του Συμεώνος. Εις το
Αραβικόν Ευαγγέλιον της Νηπιακής Ηλικίας, ο γέρων αναγνωρίζει τον
Ιησούν διότι τον βλέπει απαστράπτοντα ως στήλη φωτός εις τας αγκάλας
της μητρός του. Ο Νικηφόρος μας λέγει, ότι η ανάγνωσις των γραφών του
ενέβαλε την ιδέαν, ότι δεν θ' απέθνησκε προτού να ίδη τον Μεσσίαν.
Πάσα απόπειρα προς απόδειξιν ότι άλλος Συμεών ήτο και ουχί αυτός,
απέτυχεν. Αν ήτο Αρχιερεύς, όπως τον θέλει το Ευαγγέλιον του Ιακώβου,
ο Λουκάς δεν θα μας τον παρίστα τόσον απλώς ως «άνθρωπον εν
Ιερουσαλήμ, ω όνομα Συμεών». Η πληροφορία εν το Ευαγγελίω της
Γεννήσεως της Μαρίας, ότι ήγεν ηλικίαν 113 ετών είνε εντελώς
αυθαίρετος· τοιαύτη δε είνε και η εικασία ότι η σιωπή του Ταλμούδ εν
σχέσει προς αυτόν οφείλεται εις τας Χριστιανικάς ροπάς του. Δεν
ηδύνατο να είναι ο Ραββάν Συμεών, ο υιός του Ιλέλ και πατήρ του
Γαμαλιήλ, όστις δεν θα ήτο τόσον γηραιός κατά την εποχήν εκείνην.
Κατά πολύ ισχυρότερον λόγον δεν ήτο ούτε ο Συμεών ο Δίκαιος, όστις
επιστεύετο ότι είχε προφητεύσει την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ και ο
οποίος ήτο ο τελευταίος επιζών εκ του μεγάλου Συνεδρίου. Το περίεργον
είνε, ότι οι Ευαγγελισταί δεν λέγουν τίποτε περί αυτού, ενώ διά την
Άνναν την προφήτιδα μας δίδονται λίαν ενδιαφέρουσαι λεπτομέρειαι, και
μεταξύ άλλων, ότι ήτον εκ της φυλής του Ασήρ, — απόδειξις τρανωτάτη
ότι αι φυλετικαί σχέσεις παρέμενον ακόμη ζωνταναί εις την μνήμην του
λαού.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'
Η επίσκεψις των Μάγων



Η σημασία των Επιφανείων. — Ηρώδης ο Μέγας. — Οι «Μάγοι». —
Παραδόσεις. — Αφορμαί του ταξειδίου των. — Γενική προσδοκία του
κόσμου. — Ο αστήρ εν τη Ανατολή. — Αστρονομικαί εικασίαι του Κεπλέρου
κλπ. — Δώρα των Μάγων.

Η σύντομος αφήγησις της επισκέψεως των Μάγων, η εμπεριεχομένη εις το
δεύτερον κεφάλαιον του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, ενέχει μέγα
ενδιαφέρον διά την ιστορίαν της Χριστιανοσύνης. Η επίσκεψις αύτη είνε
εν πρώτοις τα Θεοφάνεια, ή φανέρωσις του Χριστού εις τους Εθνικούς.
Φέρει τα γεγονότα του Ευαγγελίου εις στενήν συνάφειαν με την
ιουδαϊκήν πίστιν, με τας αρχαίας προφητείας, με την επ' αιώνων
ιστορίαν, με την νεωτέραν επιστήμην. Και παρέχει τοιουτοτρόπως εις
ημάς νέα τεκμήρια της βασιμότητας της πίστεώς μας, εξαγόμενα από τας
μάλλον αυθεντικάς, αλλά και από τας μάλλον απροσδοκήτους πηγάς.

Ηρώδης ο Μέγας, όστις ύστερον από μίαν ζωήν οργίων και εγκληματικών
επιτυχιών, είχε περιπέσει ήδη εις βαθύ γήρας, — γήρας πλήρες
ζηλοτυπιών και αγριότητος, — διέμενεν εν τω νέω ανακτόρω του εν
Σιώνι. Και όπως ήτο τώρα φρενιασμένος από τα εγκλήματά του τα
περασμένα, κατελήφθη από νέους παροξυσμούς τρόμου και αγωνίας εις
μίαν επίσκεψιν μερικών Μάγων από την Ανατολήν, οι οποίοι του έφεραν
το αλλόκοτον μήνυμα, ότι είχον ίδει εν τη ανατολή τον αστέρα
νεογεννήτου τινός βασιλέως των Ιουδαίων και ήλθον να τον
προσκυνήσουν. Ο Ηρώδης, ο άρπαξ ο Ιδαμαίος, ο αποστάτης, ο βδελυρός
τύραννος αδυνάτου λαού, ο βέβηλος τυμβωρύχος του τάφου του Δαυίδ,
ήκουσε την είδησιν με τρόμον και με οργήν την οποίαν δυσκόλως ηδύνατο
ν' αποκρύψη. Έβλεπε σαλευόμενον τον θρόνον του, τον θρόνον εκείνον
τον ιστορικόν, εις τον οποίον είχεν ανέλθει αναξίως και τον οποίον
ώφειλεν εις τας τυχοδιωκτικάς επιτυχίας του. Δόλιος δε όσον και ωμός,
και βλέπων, ότι όλη η Ιερουσαλήμ εταράχθη μετ' αυτού, συνήγαγεν εν τω
ανακτόρω του πάντας τους Αρχιερείς και τους γραμματείς των Ιουδαίων,
— τα λείψανα ίσως του Συνεδρίου εκείνου το οποίον είχεν εκμηδενίσει
προ πολλού, — και ηρώτα αυτούς πού ο Μεσσίας γεννάται. Έλαβε δε την
πρόθυμον και εμπιστευτικήν
απάντησιν, ότι η Βηθλεέμ ήτο η πόλις η υπό
της γραφής ενδειχθείσα διά τοιαύτην τιμήν. Και αποκρύπτων τον δόλιον
και άσπλαγχνον σκοπόν του, απέστειλε τους Μάγους εις Βηθλεέμ με την
διαταγήν να εξετάσουν ακριβώς περί του παιδίου και όταν εύρουν αυτό
να τον ειδοποιήσουν, όπως μεταβή και αυτός να το προσκυνήση.

Προτού εξακολουθήσωμεν την αφήγησίν μας, ας σταματήσωμεν επί στιγμήν
να εξετάσωμεν τίνες ήσαν οι οδοιπόροι εκείνοι της Ανατολής, και τι
δύναται να εξακριβώση η ιστορία σχετικώς προς την μυστηριώδη
αποστολήν των.

Η λέξις «Μάγοι», διά της οποίας χαρακτηρίζονται εν τω κατά Ματθαίον
Ευαγγελίω, είνε εντελώς αόριστος. Αρχικώς εσήμαινε μίαν τάξιν σοφών
της Περσίας και της Μηδίας· κατόπιν εδόθη η ονομασία αύτη εις τους
αστρολόγους και τους ψευδοπροφήτας (Πρ. Απ. 13,6). Οι τοιούτοι ήσαν
γνωστότατοι εις την αρχαιότητα υπό το όνομα Χαλδαίοι, και αι
επισκέψεις των μάλιστα εξετείνοντο και μέχρις αυτών των δυτικών
εθνών. Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει έν επεισόδιον εκ του
Αριστοτέλους, κατά το οποίον μάγος τις εκ Συρίας επροφήτευσεν εις τον
Σωκράτην ότι θα απέθνησκεν εκ βιαίου θανάτου· και ο Σενέκας μας
πληροφορεί ότι οι μάγοι «οίτινες παρεγένοντο τυχαίως εν Αθήναις»,
επεσκέφθησαν τον τάφον του Πλάτωνος και έκαυσαν επ' αυτού θυμίαμα ως
προς θείον ον. Όλαι όμως αύται αι πληροφορίαι είνε συγκεχυμέναι και
αντιφατικαί παραδόσεις, αίτινες δεν ρίπτουν φως και εις άλλα μάλλον
ενδιαφέροντα ζητήματα, όπως είνε το της κοινωνικής τάξεως των μάγων
τούτων, της πατρίδος των, του αριθμού των, των ονομάτων των. Η
παράδοσις ήτις μας τους παριστά ως βασιλείς στηρίζεται πιθανώς επί
της προφητείας του Ησαΐα, ότι τα έθνη θα προσέλθουν εις το φως του
μέλλοντος Χριστού και οι βασιλείς θα τον προσκυνήσουν. Επίσης και η
άλλη γνώμη, ότι ήσαν Άραβες, ενδεχόμενον να προέκυψεν από το γεγονός,
ότι ο λίβανος και η σμύρνα είνε προϊόντα της Αραβίας, και από χωρίον
τι του ογδοηκοστού δευτέρου ψαλμού, κατά το οποίον οι βασιλείς των
νήσων και της Αραβίας και του Σαβά θα προσφέρουν δώρα.

Περί του αριθμού των επισκεφθέντων τον Ιησούν Μάγων, ήτο μία διπλή
παράδοσις. Ο Αυγουστίνος και ο Χρυσόστομος λέγουν ότι ήσαν δώδεκα,
αλλ' η κοινή πεποίθησις, η προκύπτουσα πιθανώς εκ του τριπλού δώρου,
είνε ότι ήσαν τρεις μόνον. Ο Βεδ μάλιστα, άγγλος μοναχός και
ιστορικός, ακμάσας κατά τον 7ον αιώνα μ. Χ., μας δίδει λεπτομερείας
διά τα ονόματά των, την πατρίδα των, το πρόσωπόν των. Ωνομάζοντο
Μελχίωρ, Γάσπαρος και Βαλθάσαρ. Ο πρώτος ήτο γέρων, με πάλλευκον
κόμην και με μακρόν πώγωνα· ο Γάσπαρος ένας σφριγών και αγένειος
νεανίας. Ο Βαλθάσαρ μελαχροινός και εις το άνθος της ηλικίας του. Η
παράδοσις ωσαύτως μας πληροφορεί ότι ο Μελχίωρ ήτο απόγονος του Σημ,
ο Γάσπαρος του Χαμ, και ο Βαλθάσαρ του Ιάφεθ. Κατέστησαν ούτω
αντιπρόσωποι των τριών περιόδων της ζωής και των τριών διαιρέσεων της
υδρογείου· όσον δε και αν είνε τα τοιαύτα μυθεύματα εστερημένα πάσης
αξίας προκειμένου περί καθαρώς επιστημονικής εργασίας, κατεστάθησαν
όμως ενδιαφέροντα διά την μεγάλην επίδρασιν, την οποίαν ήσκησαν επί
των ωραιότερων προϊόντων της θρησκευτικής τέχνης, όπως λόγου χάριν
επί των ζωγραφικών έργων του Βελλίνι, του Βερονέζ κλπ. Τα κρανία των
τριών τούτων βασιλέων, ευρεθέντα, ως λέγεται, υπό του Επισκόπου
Ραϊνάλδου κατά την δωδεκάτην εκατονταετηρίδα, φυλάσσονται επιμελώς
μεταξύ άλλων αγίων λειψάνων εν τη Μητροπόλει της Κολωνίας,
περιβεβλημένα ακόμη τους στεφάνους των τους ολοχρύσους και
αδαμαντοκολλήτους.

Δι' ημάς εν τούτοις είνε μάλλον σύμφωνον προς τον σκοπόν του έργου να
εξετάσωμεν τας αφορμάς του αξιομνημονεύτου ταξειδίου των εις Βηθλεέμ.

Πληροφορούμεθα από τον Τάκιον, τον Σουετώνιον και τον Ιώσηπον, ότι
καθ' όλην την Ανατολήν επεκράτει εις εκείνους τους χρόνους μία
ακλόνητος πεποίθησις, εκπηγάσασα εκ τον αρχαίων προφητειών, κατά την
οποίαν έμελλεν όσον ούπω ν' αναφανή εν Ιουδαία κραταιός τις μονάρχης
και να κυριαρχήση του κόσμου. Υπήρξαν είνε αληθές, και πολλοί εκ των
συγχρόνων οίτινες συνεπέραναν, ότι οι ανωτέρω δύο Ρωμαίοι ιστορικοί
απηχούσιν απλώς μίαν διάδοσιν, η αυθεντία της οποίας στηρίζεται εις
μόνον τον Ιώσηπον. Αλλά και αν παραδεχθώμεν την αβάσιμον ταύτην
υπόθεσιν, υπάρχουν όμως τραναί αποδείξεις εις τας Ιουδαϊκάς και τας
πανθεϊστικάς συγγραφάς της εποχής εκείνης, ότι ο τότε κόσμος, ο
κατηρειπωμένος και ένοχος, ανέμενεν αγωνιωδώς την έλευσιν του
Λυτρωτού του. «Η δρόσος της ευλογίας δεν πίπτει εφ' ημάς και οι
καρποί ημών είνε άνευ χυμού», εκραύγαζεν ο Ραββάν Συμεών, ο υιός του
Γαμαλιήλ· και αι κραυγαί του συνοψίζουν τρόπον τινά ολόκληρον την
φιλολογίαν μιας εποχής, ήτις, όπως λέγει και ο Νίεμπουρ, είχε
«στειρεύσει από την δίψαν του εγκλήματος».

Ουδέν λοιπόν το έκτακτον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι Μάγοι εκείνοι
της Ανατολής ώδευσαν προς την Ιερουσαλήμ, και μάλιστα αν εις την
ανατολήν υπήρχον αφορμαί να πιστεύεται τότε ότι η προφητεία, η
τοσάκις εξαγγελθείσα, προσήγγιζεν ήδη να εκπληρωθή. Αν ήσαν μαθηταί
του Ζωροάστρου, θα έβλεπον εις το θείον Βρέφος τον μέλλοντα
κατακτητήν του Αριμάνην τον θεόθεν προωρισμένον κυρίαρχον του κόσμου.
Η ιστορία του ταξειδίου των εξητάσθη αληθώς με αφελή περιφρόνησιν, ως
απλούς μύθος ποιητικός· αλλά μολονότι αι μόναι εγγυήσεις του
ιστορικώς πιστευτού του ταξειδίου τούτου είναι η μαρτυρία του
ευαγγελιστού Ματθαίου, υπάρχουν πολλά περιστατικά τα οποία μας
δικαιολογούν να πιστεύωμεν ότι εις τας γενικάς γραμμάς του δεν
παρουσιάζει τίποτε το αδύνατον ή το απίθανον.

Ο Ματθαίος μας πληροφορεί ότι η αφορμή του ταξειδίου των ήτο ν'
ανακαλύψουν τον νέον Μεσσίαν, του οποίου είχον ίδει τον αστέρα εις
την ανατολήν.

Το να εκληφθή έν ουράνιον φαινόμενον ως σημείον της ελεύσεως νέου
Βασιλέως, ήτο συνεπέστατον προς τας πεποιθήσεις της εποχής εκείνης.
Μία τοιαύτη έννοια προέκυψε πιθανώς εκ της προφητείας του Βαλαάμ,
ήτις, διά την δύναμιν του ρυθμού της και διά το εξόχως ευφάνταστον
αυτής, διεδόθη ευρύτατα ανά τας ανατολικάς χώρας. Μετά ένα σχεδόν
αιώνα, επί της βασιλείας του Αδριανού, ο ψευδής Μεσσίας επωνομάσθη
υπό του πεφημισμένου Ραβδί Ακίβα «Υιός Αστέρος», και ετύπωσε την
εικόνα άστρου επί του νομίσματος το οποίον εξέδωκε. Μετά έξ
εκατονταετηρίδας, ο Μωάμεθ παρέστησεν ως σύμβολον των αξιώσεών του
ένα κομήτην επιφανέντα επί της εποχής του. Και αυτοί μάλιστα οι
Έλληνες και οι Ρωμαίοι εφρόνουν πάντοτε ότι αι γεννήσεις και οι
θάνατοι των μεγάλων ανδρών συμβολίζονται διά της εμφανίσεως και
εξαφανίσεως ουρανίων σωμάτων, μία δε τοιαύτη παράδοσις διεσώθη και
μέχρι νεωτέρων σχετικώς χρόνων. Το εφήμερον άστρον, το οποίον επεφάνη
επί της εποχής του Σουηδού αστρονόμου Τύχωνος Βράχε και όπερ ούτος
ανεκάλυψεν εις το στερέωμα την 11 Νοεμβρίου του 1752, επιστεύθη από
τους τότε ανθρώπους ότι υπεδήλου το βραχύ, αλλ' έκλαμπρον στάδιον
πολεμιστού τινος από βορρά προερχομένου, και εθεωρήθη ως προφητικόν
της τύχης του Γουσταύου Αδόλφου. Και εις την προκειμένην λοιπόν
περίπτωσιν, μολονότι το αληθές έτος της γεννήσεως του Χριστού δεν
εξάγεται μετά θετικότητος εκ της μελέτης των Γραφών, εν τούτοις
επεφάνη αναμφιβόλως κατά την εποχήν εκείνην εις τους ουρανούς
φαινόμενόν τι αστρονομικόν, το οποίον δεν ηδύνατο να διαλάθη την
προσοχήν ενός αστρολογούντος λαού.

Την 17 Δεκεμβρίου 1603, έγινε σύνοδος των δύο μεγαλειτέρων πλανητών
του Κρόνου και του Διός εν τω Ζωδίω των Ιχθύων εις το υδάτινον
τρίγωνον (1). Την ακόλουθον άνοιξιν, οι δύο πλανήται συνηντήθησαν
μετά του Άρεως εις το τρίγωνον του πυρός και τον Σεπτέμβριον του 1604
επεφάνη νέον τι άστρον παρά τους πόδας του Οφιούχου και μεταξύ Άρεως
και Κρόνου, το οποίον αφού έλαμψεν επί έν ολόκληρον έτος, ήρχισεν από
τον Μάρτιον του 1606 να σμικρύνεται βαθμηδόν, έως ου εξηφανίσθη
εντελώς. Ο Βρουνόβσκι, ο μαθητής του Κεπρέλου, όστις ανεκάλυψε πρώτος
το άστρον εκείνο, λέγει ότι έλαμπεν εναλλάσον χρώματα ως αδάμας, και
ότι δεν ήτο καθόλου νεφελώδες και δεν παρουσίαζε καμμίαν ομοιότητα με
κομήτην. Τα αξιοσημείωτα ταύτα ουράνια φαινόμενα είλκυσαν την
προσοχήν του μεγάλου Κεπλέρου, όστις, γνώστης τέλειος της
αστρολογίας, ήξευρε την μεγάλην σημασίαν, την οποίαν μία τοιαύτη
σύνοδος θα είχεν εις τους οφθαλμούς των μάγων και προσεπάθησε ν'
ανακαλύψη αν εγένετο τοιαύτη τις και κατά τους χρόνους της γεννήσεως
του Χριστού.

Του Διός και του Κρόνου γίνεται σύνοδος εν τω αυτώ τριγώνω ανά πάσαν
εικοσαετίαν, ενώ κάθε διακόσια έτη οι δύο πλανήται μεταβαίνουν εις
άλλο τρίγωνον, και αφού διέλθωσιν ολόκληρον τον ζωδιακόν κύκλον,
συνέρχονται εις το αυτό τρίγωνον μετά 794 έτη, τεσσάρας μήνας, και
δώδεκα ημέρας. Υπολογίζων αναδρομικώς, ο Κέπλερος ανεκάλυψεν ότι η
αυτή συρροή του Διός και του Κρόνου συνέβη ουχί ολιγώτερον από τρεις
φοράς κατά το έτος 747 από κτίσεως Ρώμης, και ότι ο πλανήτης Άρης
είχε συναντηθή μετ' αυτών κατά την άνοιξιν του 748· το δε γεγονός ότι
εγένετο η τοιαύτη συνάντηση κατά την χρονικήν εκείνην περίοδον
εξηκριβώθη και υπό πολλών άλλων επιστημόνων και ουδεμίαν επιδέχεται
αμφισβήτησιν.

Μία τοιαύτη σύμπτωσις δεν ηδύνατο βεβαίως να εξηγηθή από τους
Χαλδαίους αστρολόγους παρά ως σημαίνουσα την προσέγγισιν
αξιοσημειώτου τινός γεγονότος. Και αφού εγένετο εις τον αστερισμόν
των Ιχθύων, τον οποίον οι αστρολόγοι υπέθετον αμέσως συνδεόμενον προς
τας τύχας της Ιουδαίας, αι σκέψεις των φυσικώς τοιαύτην θα ελάμβανον
τροπήν. Άλλως τε η εξήγησις της σημασίας του επιφανέντος αστέρος
οφείλεται αφ' ενός μεν εις τας αστρολογικάς γνώμας των Ιουδαίων, κατά
τας οποίας η εν λόγω σύνοδος θα υπεσήμαινε την έλευσιν του Μεσσία, εξ
άλλου δε εις την προσδοκίαν όλου του τότε κόσμου, αναμένοντος
αγωνιωδώς τον Λυτρωτήν του.

Η εμφάνισις και εξαφάνισις νέων άστρων δεν είνε τόσον σπάνιον
φαινόμενον, ώστε να διεγείρη σπουδαίαν τινά αμφιβολίαν. Το γεγονός
ότι ο Ευαγγελιστής Ματθαίος ομιλεί περί τοιούτου άστρου δύο ή τρία
έτη ύστερον από την αξιοσημείωτον εκείνην πλανητικήν σύνοδον, και ότι
το άστρον τούτο επεφάνη και πάλιν εν τω ουρανώ μετά 1600 έτη, οπότε
δηλαδή και νέα σύνοδος εγένετο, δύναται μόνον να θεωρηθή ως περίεργος
σύμπτωσις. Και θα είχομεν μίαν ισχυροτάτην και μίαν περίεργον
επιβεβαίωσιν του γεγονότος τούτου, όπερ αναφέρει ο Ματθαίος, αν
ηδυνάμεθα να έχωμεν εμπιστοσύνην εις τον ισχυρισμόν του Βιεσέλερ, ότι
εις τους αστρονομικούς πίνακας των Χαλδαίων διεσώθη μία σημείωσις
καθ' ην άστρον τι επεφάνη εις τους ουρανούς κατά την εποχήν εκείνην.
Είνε όμως τολμηρόν να βασισθώμεν επί διαβεβαιώσεως, της οποίας είνε
τόσον δύσκολος η εξακρίβωσις και ήτις περικαλύπτεται από τόσον σκότος
και τόσον μυστήριον.

Και αγόμεθα συνεπώς εις το συμπέρασμα ότι αι αστρονομικαί έρευναι,
διά των οποίων απεδείχθη η αλήθεια της αξιοσημειώτου εκείνης
πλανητικής συνόδου, έχουν την αξίαν των μόνον εφ' όσον αποδεικνύουν
ότι δυνατόν η σύνοδος αυτή να προδιέθεσε τους μάγους να ελπίζουν μέγα
τι γεγονός. Και η προσδοκία αυτή τους έκαμε βεβαίως να οδεύσουν προς
την Παλαιστίνην, όταν και άλλο παροδικόν άστρον μεταγενέστερον
έλαμψεν εις το στερέωμα, ούτινος η εμφάνισις δεν είναι μεν πρωτοφανές
γεγονός εν τη αστρονομία, αλλ' εις την προκειμένην περίπτωσιν
βασίζεται επί της μαρτυρίας ενός ευαγγελιστού.

Οι Μάγοι ήλθον εις Βηθλεέμ και προσήνεγκον εις το θείον Βρέφος εν τη
ταπεινή και πτωχική «οικία του» φόρον λατρείας, με την οποίαν δεν
έκρινον καλόν να τιμήσουν τον Ηρώδην εν τω μαρμαίροντι ανακτόρω του,
τον Ιδουμαίον άρπαγα. «Και ανοίξαντες τους θησαυρούς αυτών,
προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν». Η φαντασία
των πρώτων Χριστιανών εύρεν εις έκαστον δώρον ιδιαιτέραν σημασίαν· η
σμύρνα είναι διά την φύσιν την ανθρωπίνην, ο χρυσός εδόθη προς τον
Βασιλέα και ο λίβανος προς την θεότητα· ή και άλλως, ο χρυσός διά την
φυλήν του Σημ, η σμύρνα διά την φυλήν του Χαμ, και ο λίβανος διά την
του Ιάφεθ, — αθώαι φαντασιοπληξίαι, φωτειναί και θέλγουσαι, άξιαι
μνείας μόνον και μόνον διότι απεκρυσταλλώθησαν εις αιωνίας
παραδόσεις, από τας οποίας ήντλησαν υπερόχους εμπνεύσεις η ποίησις
και η τέχνη η χριστιανική.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Η φυγή εις Αίγυπτον και η σφαγή των νηπίων



Αναχώρησις των Μάγων. — Παραδόσεις περί της φυγής εις Αίγυπτον. —
Σφαγή των νηπίων. — Η ιστορική αξιοπιστία της. — Χαρακτήρ Ηρώδου του
Μεγάλου. — Σιωπή του Ιωσήπου. — Θάνατος και ταφή Ηρώδου του Μεγάλου.
— Ανάρρησις του Αρχελάου.

Αφού οι Μάγοι προσήνεγκον τα δώρα των και προσεκύνησαν τον Χριστόν
εσκέπτοντο βεβαίως να επιστρέψωσι προς τον Ηρώδην, «χρηματισθέντες
όμως κατ' όναρ» υπό του Θεού, ανεχώρησαν δι' άλλης οδού εις την ιδίαν
αυτών χώραν. Και δεν ευρίσκομεν πλέον τα ίχνη αυτών και δεν
μανθάνομεν τι απέγιναν κατόπιν, ούτε από την Γραφήν, ούτε από την
αυθεντικήν ιστορίαν, ούτε εξ αυτών των αποκρύφων παραδόσεων· η
επίσκεψίς των όμως έδωκεν αφορμήν εις αξιομνημόνευτα και σοβαρώτατα
γεγονότα.

Το όνειρον όπερ ανήγγειλεν εις αυτούς τον κίνδυνον, συνέπιπτε πιθανώς
με τας υπονοίας εις τας οποίας τους ενέβαλεν ο ωμός και δόλιος
τύραννος, όστις είχεν εκφράσει υποκριτικήν επιθυμίαν να σπεύση και
αυτός να προσκυνήση το θείον Τέκνον· και επειδή ευλόγως δυνάμεθα να
υποθέσωμεν ότι εγνωστοποίησαν τους φόβους των και εις τον Ιωσήφ,
ούτος ευρέθη προπαρεσκευασμένος διά την καθ' ύπνους ειδοποίησιν του
αγγέλου και την εξαγγελίαν του κινδύνου και την προσταγήν να φύγη εις
Αίγυπτον, όπως σώση το Βρέφος από την ζηλοτυπίαν του Ηρώδου.

Η Αίγυπτος υπήρξε καθ' όλους τους αιώνας το φυσικόν καταφύγιον όλων
των από Παλαιστίνης φευγόντων ένεκα διωγμών ή οικονομικής στενοχωρίας
ή δυσαρεσκείας. Περί της φυγής και της διαρκείας της, η Γραφή δεν
δίδει περισσοτέρας λεπτομερείας. Πληροφορούμεθα μόνον, ότι η Ιερά
Οικογένεια έφυγε διά νυκτός εκ Βηθλεέμ, και επανέκαμψεν όταν ο Ιωσήφ
εβεβαιώθη και πάλιν κατ’ όναρ υπό του αγγέλου ότι τώρα θα ήτο πλέον
ασφαλής η επάνοδος του Σωτήρος εις τον τόπον της γεννήσεώς του, αφού
απέθανον οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου. Και αι απόκρυφοι
παραδόσεις, αι απαθανατισθείσαι υπό της μεγαλοφυούς τέχνης των Ιταλών
καλλιτεχνών, μας πληροφορούν και πάλιν ότι οι δράκοντες ήλθον προς
τον Χριστόν και προσεκύνησκν αυτόν, και οι λέοντες και αι
λεοπαρδάλεις τον ελάτρευσαν, και τα άνθη της Ιεριχούς ήνοιγαν τα
πέταλά των οπουδήποτε επάτει, και οι φοίνικες εις την προσταγήν του
εχαμήλωναν τους κλώνας των διά να δώσουν καρπούς, και οι λησταί οι
πλανόδιοι κατεπτοήθησαν από το μεγαλείον του και ο χρόνος του
ταξειδίου εσυντομεύθη καταπληκτικώς. Μας λέγουν επίσης πως άμα τη
αφίξει του εις την χώραν, όλα τα είδωλα της γης Αιγύπτου ανετράπησαν
εκ των βάθρων των με εξαφνικόν πάταγον και εσκορπίσθησαν εις το
έδαφος και κατέκειντο με θρυμματισμένας τας μορφάς, και πως πλείσται
όσαι θαυμασταί θεραπείαι λέπρας και δαιμονικής καταλήψεως
συνετελέσθησαν με μίαν μόνην λέξιν του. Όλος αυτός ο πλούτος και η
σπατάλη των περιττών, των ασκόπων, των άνευ εννοίας τινός θαυμάτων, —
όστις προκύπτει κυρίως εξ απλής δίψης του υπερφυσικού και εν μέρει εκ
φανταστικής εφαρμογής των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης, —
παρουσιάζει ζωηράν αντίθεσιν προς την απλοϊκήν φιλαλήθειαν της
αφηγήσεως του Ευαγγελίου. Ο Ματθαίος δεν μας πληροφορεί ούτε πού
κατέλυσεν η Ιερά Οικογένεια εν Αιγύπτω, ούτε πόσον χρόνον διήρκεσεν η
εξορία της· αι αρχαίαι όμως παραδόσεις ισχυρίζονται ότι απουσίασε δύο
μήνας εκ Παλαιστίνης, και ότι διέμενε κατά το χρονικόν τούτο διάστημα
εν Ματαρηέχ, πολίχνην κειμένην εις απόστασιν ολίγων μιλίων
βορειοανατολικώς του Καΐρου, όπου επί αιώνας πολλούς μία πηγή
εδεικνύετο της οποίας τα ύδατα είχε καταστήσει δροσερά ο Χριστός, και
μία αρχαία συκομορέα υπό το φύλλωμα της οποίας εκάθισεν η Οικογένεια
ν' αναπαυθή. Ο Ευαγγελιστής υπαινίσσεται μόνον την αφορμήν της φυγής
και της επανόδου, και ευρίσκει εις την επάνοδον την εκπλήρωσιν της
παλαιάς προφητείας του Ησαΐα, «Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον Υιόν μου».

Η φυγή εις Αίγυπτον είχεν συνεπείας τραγικωτάτας. Βλέπων ότι οι Μάγοι
δεν επανήλθον προς αυτόν, ο Ηρώδης κατελήφθη από τρόμον ισχυρότερον
και μίαν ζηλοτυπίαν πλέον μαύρην και πλέον μοχθηράν. Δεν είχε τα μέσα
να εξακριβώση την ταυτότητα του τέκνου του βασιλικού, του τέκνου του
εκ σπέρματος Δαυίδ, και ούτε βεβαίως του επήλθε κατά νουν να το
αναζητήση εις τον σταύλον του πανδοχείου της Βηθλεέμ. Εγνώριζεν όμως
ότι το παιδίον, όπερ η επίσκεψις των Μάγων τον εδίδαξε να θεωρή ως
μέλλοντα αντίπαλον αυτού και του οίκου του, ήτο ακόμη βρέφος θηλάζον·
και επειδή αι μητέραις εν τη Ανατολή θηλάζουν τα τέκνα των επί δύο
έτη, εξέδωκε την αγρίαν και ωμήν διαταγήν να φονευθούν όλοι οι παίδες
της Βηθλεέμ και των περιχώρων «από διετούς και κατωτέρω». Περί του
τρόπου καθ' ον εξετελέσθη η διαταγή δεν γνωρίζομεν τίποτε. Τα παιδία
δυνατόν να εφονεύθησαν κρυφίως, βαθμηδόν και διαφοροτρόπως· πιθανόν
να είνε βάσιμος η άλλη υπόθεσις η γενική, ότι διετάχθη και εξετελέσθη
εν μια μόνον ώρα φρικώδης σφαγή, — υπόθεσις ήτις προέκυψεν από την
ρήσιν του Ευαγγελίου του Ιακώβου, ότι ο Ηρώδης «έπεμψε τους φονευτάς
εις Βηθλεέμ». Διαταγαί τυράννων ως ο Ηρώδης περικαλύπτονται συνήθως
υπό απαίσιου σκότους· βυθίζουν τον κόσμον εις νάρκην, κατά την οποίαν
δεν είνε ασφαλές να ομιλή τις μεγαλοφώνως. Αλλ' ο άγριος θρήνος της
αγωνίας και οι οδυρμοί των μητέρων, από τας αγκάλας των οποίων
ηρπάγησαν τόσον ασπλάγχνως τα τέκνα των, δεν ήτο δυνατόν να σιγήσουν,
και οι ακούσαντες θα εφαντάζοντο ότι η Ραχήλ, η μεγάλη πρόγονος της
φυλής των, της οποίας ο τάφος κείται παρά τον δρόμον τον προς την
Βηθλεέμ, εις απόστασιν ενός μιλίου από της πόλεως, ανεμίγνυε μίαν
ακόμη φοράν, όπως εν τη παθητική εικόνι του προφήτου Ιερεμίου, την
φωνήν της με τους γόους και με τους κοπετούς των γυναικών, αι οποίαι
έκλαιον τόσον απαρηγόρητα τα σφαγέντα μικρά των.

Εις ημάς φαίνεται ακατανόητον ένα έγκλημα τόσον ωμόν· αλλ' αι σκέψεις
μας και τα αισθήματά μας εξημερώθησαν από χριστιανοσύνην δέκα οκτώ
αιώνων, και τοιαύται πράξεις δεν είναι πρωτοφανείς εν τη ιστορία των
ειδολολατρών δεσποτών και του αρχαίου κόσμου. Η παιδοκτονία, και
μάλιστα αγριωτέρα της του Ηρώδου, ήτο έγκλημα αποτροπαίως κοινόν επί
των ημερών της Αυτοκρατορίας, και η σφαγή των Νηπίων, καθώς και τα
αίτια άτινα εξώθησαν εις ταύτην, έχουν εφάμιλλα πολλά άλλα τοιαύτα
δράματα κατά την αυτήν ακριβώς εποχήν. Ο Σουετώνιος, εν τω βίω του
Αυγούστου, ερανίζεται εκ της βιογραφίας του Αυτοκράτορος της
γραφείσης από τον απελεύθερον Ιούλιον Μάραθον, μίαν παράδοσιν κατά
την οποίαν ολίγον προ της γεννήσεώς του επεκράτει η προφητεία, ότι
έμελλεν όσον ούπω να γεννηθή είς Βασιλεύς και να κυριαρχήση του
Ρωμαϊκού λαού. Προς διάσωσιν της Δημοκρατίας εκ του κινδύνου τούτου,
η Σύγκλητος διέταξεν όπως εγκαταλειφθούν ή εκτεθούν όλα τα άρρενα τα
οποία θα εγεννώντο κατ' εκείνο το έτος· αλλ' οι συγκλητικοί των
οποίων αι σύζυγοι ήσαν έγκυοι, έλαβον μέτρα όπως εμποδίσουν την
επικύρωσιν του δόγματος εκείνου, διότι έκαστος ήλπιζεν ότι η
προφητεία ηδύνατο ν' αναφέρεται εις το ίδιον τέκνον. Εξ άλλου, ο
Ευσέβιος εναφέρει μίαν ιστορίαν του Ηγησσίππου, Εβραίου το γένος,
κατά την οποίαν ο Δομιτιανός, έντρομος προ του ολονέν επιτεινομένου
γοήτρου του ονόματος του Χριστού, εξέδωκε διαταγήν όπως εξολοθρευθούν
όλοι οι απόγονοι του οίκου του Δαυίδ. Δύο έγγονοι του Ιούδα — του
«αδελφού του Κυρίου» — έζων τότε ακόμη και ήσαν γνωστοί υπό το όνομα
Δ ε σ π ό σ υ ν ο ι. Επροδόθησαν δε εις τον Αυτοκράτορα από ένα
κάποιον Ιόκατον και άλλους Ναζωραίους αιρετικούς, και ήχθησαν ενώπιον
του· αλλ' όταν ο Δομιτιανός παρετήρησεν ότι ήσαν απλοί χωρικοί, και
ότι αι χείρες των έφερον τα ίχνη βαναύσου εργασίας, τους αφήκε σώους
και υγιείς με αίσθημα οίκτου και περιφρονήσεως.

Μολονότι η Σφαγή των ακάκων βρεφών διήγειρε την δυσπιστίαν, συμφωνεί
όμως πληρέστατα με τας πληροφορίας τας οποίας έχομεν περί του
χαρακτήρος του Ηρώδου. Τα δεσπόζοντα πάθη του επιτηδείου και μοχθηρού
εκείνου ηγεμόνος ήσαν αχαλίνωτος φιλοδοξία και υπέρμετρος ζηλοτυπία,
φθάνουσα μέχρι θηριωδίας. Η ζωή του όλη είχε βαφή με το αίμα φόνων.
Είχε σφάξει ιερείς και ευγενείς· είχεν αποδεκατίσει το Συνέδριον·
είχεν αναγκάσει τον Αρχιερέα, τον γαμβρόν του, τον νεαρόν και ευγενή
Αριστόβουλον, να πνιγή κατά τινα δήθεν παιδιάν προ των ομμάτων του·
είχε διατάξει τον στραγγαλισμόν της ευνοουμένης συζύγου του, της
ωραίας ηγεμονίδος Μαριάννης της Μακκαβαίας, αν και αύτη φαίνεται να
υπήρξε το μόνον πλάσμα το οποίον εμμανώς ηγάπησεν. Οι υιοί του
Αλέξανδρος, Αριστόβουλος και Αντίπατρος, ο θείος του Ιωσήφ, ο
Αντίγονος και ο Αλέξανδρος, θείος και πατήρ της συζύγου του, η
πενθερά του Αλεξάνδρα, ο συγγενής του Κοτσόβαρος, οι φίλοι του
Δοσίθεος και Γαδίας, ήσαν ολίγοι εκ των πολλών, οίτινες έπεσαν θύματα
της θυριωδίας του, της φιλυποψίας του και τον ενόχων φόβων του. Ο
αδελφός του Φερόρας και ο υιός του Αρχέλαος μόλις διέφυγαν τον
θάνατον, τον υπ' εκείνου διαταχθέντα. Ούτε η ανθούσα νεότης του
Αριστοβούλου, ούτε αι λευκαί τρίχες του βασιλέως Υρκανού,
επροστάτευσαν αυτούς από την ύπουλον και την προδοτικήν μανίαν του.
Θάνατοι διά στραγγαλισμού, θάνατοι διά του πυρός, θάνατοι διά
καθείρξεως και απομονώσεως εντός απαισίων δεσμωτηρίων, θάνατοι διά
κρυφίων δολοφονιών, ανεκλαλήτως ωμά και απάνθρωπα βασανιστήρια,
στολίζουν τα χρονικά μιας βασιλείας, ήτις, υπήρξε τόσον σκληρά, ώστε
κατά την έντονον γλώσσαν τον εβραίων πρεσβευτών προς τον Αυτοκράτορα
Αύγουστον, οι επιζόντες ήσαν περισσότερον άθλιοι από τους παθόντας
και βασανισθέντας. Και όπως συνέβη εις τον Ερρίκον Η', παν σκοτεινόν
και άγριον ένστικτον εφαίνετο ωσάν να απέκτα νέαν δύναμιν
δροσερωτέραν καθόσον προσήγγιζεν εις το τέρμα του βίου του.
Κατατρυχόμενος αεννάως από τα φάσματα της δολοφονηθείσης συζύγου του
και των θανατωθέντων υιών του, με την αγρίαν πάλην ήτις
διεδραματίζετο μέσα του, πάλην μεταξύ συνειδήσεως και αίματος, το
ανοικτίρμον τέρας, όπως αποκαλεί αυτόν ο Ιώσηπος, κατελήφθη εις τας
τελευταίας ημέρας του βίου του από μαύρην αγριότητα μεγαλειτέρας
εντάσεως, ήτις εξέσπασε καθόλων εκείνων με τους οποίους ήρχετο εις
συνάφειαν. Ουδεμία ευνόητος δυσκολία υπάρχει να υποθέσωμεν ότι
τοιούτος άνθρωπος — είς άγριος βάρβαρος με ζωηράν φλέβα διαφθοράς, με
ένα λεπτόν επίχρισμα πολιτισμού, — προσηνέχθη ακριβώς καθ' ον τρόπον
περιγράφει ο Ματθαίος· και η επί το γεγονός πεποίθησις ενισχύεται και
από διαφόρους άλλας πηγάς αξιοπίστους. «Όταν ο Αύγουστος
επληροφορήθη», λέγει ο Μακρόβιος, «ότι μεταξύ των παιδίων των από
διετούς και κατωτέρω, άτινα διέταξε να σφαγούν ο Ηρώδης ο Μέγας εν
Συρία, συνεθανατώθη και ο ίδιος αυτού υιός είπεν, ότι «κάλλιον είνε
τινα υν Ηρώδου ή υιόν». Μολονότι ο Μακρόβιος είνε μεταγενέστερος
συγγραφεύς και περιέπεσεν εις το σφάλμα να υποθέτη, ότι ο υιός του
Ηρώδου Αντίπατρος, όστις εθανατώθη κατά την εποχήν της Σφαγής των
Ακάκων, είχε συμπεριληφθή και αυτός εις την σφαγήν ταύτην, είνε όμως
βέβαιον ότι η παρατιθεμένη ευφυολογία του Αυγούστου υπαινίσσεται
ζοφεράν τινα ανάμνησίν της σφαγής ταύτης.

Αλλά διατί λοιπόν, ερωτώσι μερικοί, δεν μνημονεύει ο Ιώσηπος μίαν
τόσον άτιμον ωμότητα; Ίσως διότι εξετελέσθη τόσον μυστικώς και
κρυφίως, ώστε ούτε καν να την μάθη ηδυνήθη. Ίσως διότι εις τας
τρομεράς εκείνας ημέρας, ο θάνατος εικοσάδος παιδίων, εξ αφορμής μιας
απλής υπονοίας εθεωρείτο εντελώς ασήμαντος εις τον κατάλογον των
σφαγών του Ηρώδου. (2) Ίσως διότι το γεγονός παρεσιωπήθη από τον
Νικολάον τον Δαμασκηνόν, όστις γράφων συμφώνως προς το πνεύμα των
ελληνιζόντων εκείνων αυλικών, οίτινες προσεπάθουν πάντοτε να
παριστάνουν ως πολιτικούς Μεσσίας τυράννους διεφθαρμένους και
αιμοσταγείς, εμεγαλοποίησε τας αρετάς του αυθέντου αυτού και
απέκρυψεν ή εμετρίασε το μέγεθος των εγκλημάτων του. Αλλ' ο
πιθανώτερος λόγος είνε ότι ο Ιώσηπος, τον οποίον παρ' όλας τας
φιλολογικάς προς αυτόν υποχρεώσεις μας, δυνάμεθα να θεωρώμεν ως
αρνησίθρησκον και συκοφάντην, δεν έκρινε καλόν να υπαινιχθή γεγονότα
τα οποία μάλιστα δεν συνεδέοντο στενώς με τον βίον του Χριστού. Το
μόνον χωρίον, εις το οποίον ο Ιώσηπος κάμνει λόγον περί του Χριστού,
βρίθει προσθηκών από τους αντιγραφείς, αν δεν είναι εντελώς
υποβολιμαίον, και ουδεμία αμφιβολία ότι η σιωπή του εις το ζήτημα του
χριστιανισμού είνε όσον εσκεμμένη τόσον και απαίσχυντος.

Αλλά μολονότι ο Ιώσηπος δεν κάμνει σαφή μνείαν του γεγονότος, πάσα
όμως λεπτομέρεια, την οποίαν μας χορηγεί διά την περίοδον ταύτην του
βίου του Ηρώδου, υποστηρίζει το πιθανόν αυτού. Κατ' εκείνους ακριβώς
τους χρόνους, δύο ευφράδεις Ιουδαίοι διδάσκαλοι, ο Ιούδας και ο
Ματθαίος, είχον παρορμήσει τους μαθητάς των να καταρρίψουν τον μέγαν
χρυσούν αετόν, τον οποίον ο Ηρώδης είχε τοποθετήσει υπεράνω της
μεγάλης πύλης του Ναού.

Ο Ιώσηπος συνδέει την τολμηράν ταύτην απόπειραν με προώρους τινάς
θρύλους περί του θανάτου του Ηρώδου· η εικασία όμως του Λάρδνερ ότι η
απόπειρα εκείνη ενεθαρρύνθη από τας περί του νέου Μεσσίου ελπίδας τας
νεωστί αναζωπυρηθείσας υπό των Μάγων, φαίνεται απαράδεκτος. Η
απόπειρα εν τούτοις απέτυχε, και ο Ιούδας και ο Ματθαίος, μετά
τεσσαράκοντα μαθητών, εκάησαν ζώντες. Τοιαύτα εγκλήματα έχων υπ' όψει
του, ο Ιώσηπος πιθανώς να ηγνόει την μυστικήν δολοφονίαν ολίγων
θηλαζόντων έτι Νηπίων εις μικρόν τι χωρίον. Το αίμα των ήτο μία μικρά
σταγών εις εκείνον τον ερυθρούν ποταμόν εις τον οποίον ο Ηρώδης είχε
βουτηχθή μέχρι του λαιμού.

Ο Ηρώδης απέθανεν ολίγον χρόνον μετά την βρεφοκτονίαν. Πέντε ημέρας
προ του θανάτου του προέβη εις παράφορον απόπειραν αυτοκτονίας, και
διέταξε την αποκεφάλισιν του πρεσβυτέρου υιού του Αντιπάτρου. Το
τέλος του υπήρξε φρικαλέως τραγικόν, βεβαιούται δε ότι απέθανεν εξ
αηδεστάτου νοσήματος, εκ φθειριάσεως, ήτις σπανίως μνημονεύεται εν τη
ιστορία, εκτός όταν πρόκειται περί ανθρώπων οίτινες διεκρίθησαν διά
την ωμότητα και τους διωγμούς αυτών, όπως ο Αντίοχος ο Επιφανής,
Σύλλας, ο Μαξιμιανός, ο Διοκλητιανός, ο Ηρώδης Αγρίππας κλπ. Εις την
επιθανάτιον κλίνην του, μίαν κλίνην αφορήτου αγωνίας, εν τω
μεγαλοπρεπεί και πλουσίω ανακτόρω του, όπερ είχε κτίσει υπό τους
φοίνικας της Ιεριχούς, οιδαλέος εκ της νόσου και φλογιζόμενος υπό της
δίψης, με τας σάρκας περιτρωγομένας από έλκη αηδώς πυορροούντα,
περιστοιχιζόμενος υπό συνομωτούντων υιών και κλεπτών υπηρετών, τους
πάντας βδελυσσόμενος και υφ' όλων μισούμενος, καλών τον θάνατον ως
την υστάτην παρηγορίαν και την υστάτην ανακούφισιν από του δεινού
άλγους του σωματικού, και όμως φοβούμενος αυτόν ως απαρχήν
μεγαλειτέρων βασάνων, κατατρυχόμενος υπό τύψεων, αλλά και διψών ακόμη
φόνους και αίμα και κακουργίας, — βδέλυγμα εις όλους τους περί αυτόν,
αλλ' εν τη ενόχω συνειδήσει του χειρότερος τρόμος δι' εαυτόν, —
φθίνων εκ προώρου σωματικής αποσυνθέσεως, κατατρωγόμενος από
σκώληκας, ως να τον είχε πλήξει καταφανώς η οργή του Θεού ύστερον από
εβδομήκοντα ετών επιτυχείς κακουργίας, — ο άθλιος γέρων, τον οποίον
οι άνθρωποι είχον ονομάσει Μέγαν, κατέκειτο εις μίαν αγρίαν
αλλοφροσύνην αναμένων την τελευταίαν ώραν του. Και επειδή εγνώριζεν
ότι ουδείς θα έχυνεν έστω και έν δάκρυ χάριν αυτού, απεφάσισε να τους
κάμη να κλαύσουν δι' εαυτούς και διέταξε να προσέλθουν αμέσως εις
Ιεριχώ επί ποινή θανάτου αι μεγαλείτεραι οικογένειαι του βασιλείου
και οι αρχηγοί των φυλών. Όταν δε εκείνοι ήλθον, τους ενέκλεισε
πάντας εις το ιπποδρόμιον και διέταξε κρυφίως την αδελφήν του Σαλώμην
να σφαγώσιν ανηλεώς κατά την στιγμήν του θανάτου του. Και ούτω,
πνιγμένη όπως ήτο εις το αίμα, και σφαγάς επιτάσσουσα εις το ύστατον
αυτής παραλήρημα, η ψυχή του Ηρώδου απήλθεν εις το σκότος.

Εν πορφύραις εγκεκαρδυλημένος, με το στέμμα και με το σκήπτρον το
βασιλικόν, καταγλαϊζόμενος εξ' αδαμάντων, ο νεκρός ετέθη εις
μεγαλοπρεπές φέρετρον και προεπέμφθη εν στρατιωτική πομπή, μέσω νεφών
θυμιάματος, μέχρι του εν Ηρωδείω τάφου του, όχι μακράν του μέρους
όπου ο Χριστός εγεννήθη. Αλλ' η γοητεία της Ηρωδείου δεσποτείας είχε
λυθή, και ο λαός είδε πόσον ψευδής ήτο η απαστράπτουσα επιφάνειά της.
Η ημέρα του θανάτου του τυράννου εθεωρήθη ως εορτή, όπως και αυτός
είχε προΐδει. Αι τελευταίαι θελήσεις του ημφισβητήθησαν, η βασιλεία
του κατηρειπώθη, η ύστατη διαταγή του δεν εξετελέσθη· οι πλείστοι των
υιών του απέθανον αθλίως εν εξορία· η κατάρα του Θεού είχε πέσει επί
τον οίκον του, και μολονότι είχεν αποκτήσει από τας δέκα συζύγους του
και τας πολλάς παλλακίδας του, εννέα υιούς και πέντε θυγατέρας, εντός
εκατόν ετών η γενεά του Ιεροδούλου της Ασκάλωνος εξέλιπε μέχρις ενός,
και ουδείς διεσώθη απόγονος, όπως διαιωνίση το όνομά του.

Αν η είδησις του θανάτου του Ηρώδου εγνώσθη ταχέως εις τον Ιωσήφ, η
εν Αιγύπτω διαμονή θα υπήρξε βεβαίως πολύ βραχεία και ουδόλως θα
επέδρασεν εις την ανάπτυξιν του Κυρίου ημών ως ανθρώπου. Τούτο ίσως
είνε και ο λόγος διά τον οποίον ο Λουκάς αντιπαρέρχεται εν σιγή τα
της διαμονής ταύτης.

Κατ' αρχάς φαίνεται ότι ο Ιωσήφ εσκόπευε να εγκατασταθή εν Βηθλεέμ.
Ήτο η πόλις των προγόνων του, μία πόλις ιερά, πλήρης ωραίων και
ηρωικών αναμνήσεων, θα ηδύνατο ευκόλως να εξοικονομή τα προς το ζην,
εξασκών το επάγγελμά του. Είνε αληθές ότι ο Ανατολίτης σπανίως
εγκαταλείπει την εστίαν του, αλλ' όταν αναγκασθή υπό των περιστάσεων
να πράξη τούτο, εγκαθίσταται ευκόλως οπουδήποτε αλλού. Διαταχθείς να
επιστρέψη εις Βηθλεέμ, ο Ιωσήφ θα μετέβαινεν εκεί τόσω μάλλον
προθύμως, όσον η μικρά πόλις εγειτνίαζε με την Ιερουσαλήμ. Αλλά καθ'
οδόν ήκουσεν ότι εβασίλευε της Ιουδαίας ο Αρχέλαος αντί του πατρός
αυτού Ηρώδου. Ο λαός μετά μεγάλης αγαλλιάσεως θα έβλεπεν
εξολοθρευομένην ολόκληρον την φυλήν των Ιδουμαίων· εν πάση περιπτώσει
θα επροτίμα τον Αντίπαν από τον Αρχέλαον. Αλλ' ο Αύγουστος έκλινεν
απροσδοκήτως υπέρ του Αρχελάου, όστις καίτοι νεώτερος του Αντίπα, ήτο
ο κληρονόμος ο ενδειχθείς διά τελευταίας βουλήσεως του πατρός του·
και ως να επεθύμει τρόπον τινά να δείξη ότι ήτο αληθής υιός του
γεννήτορος, ο Αρχέλαος, προτού ακόμη η ανάρρησις επικυρωθή υπό του
Αυτοκράτορος, έδωκε κατά τον Ιώσηπον, εις τους υπηκόους του δείγμα
των αρετών του, διατάξας μίαν σφαγήν 3,000 συμπολιτών του εν τω Ναώ.
Ήτο φανερόν ότι υπό τοιαύτην κυβέρνησιν δεν ηδύνατο να υπάρξη ούτε
ελπίς ούτε σωτηρία· και ο Ιωσήφ, υπακούων εις νέαν προσταγήν του
Θεού, ανεχώρησεν εις τα μέρη της Γαλιλαίας, όπου αφανής,
προστατευομένη από την πενίαν της και από την ασημότητά της, η Ιερά
Οικογένεια ηδύνατο να ζήση ασφαλώς υπό το σκήπτρον ενός άλλου υιού
του Ηρώδου, του εξ ίσου ασυνειδήτου, αλλά πλέον ανεξικάκου και μάλλον
αδιαφόρου Αντίπα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Η παιδική ηλικία του Ιησού



Γεωγραφία της Παλαιστίνης. — Γαλιλαία. — Ναζαρέτ. — Η φιλαλήθεια των
Ευαγγελίων εν αντιθέσει προς τας Αποκρύφους Παραδόσεις. — Η ζωή των
χωρικών της Γαλιλαίας. — Φαντασία και πράγματα. — «Ότι Ναζωραίος
κληθήσεται».

Η φυσική γεωγραφία της Παλαιστίνης είνε ίσως ευκρινέστερον ωρισμένη
πάσης άλλης χώρας του κόσμου. Κατά μήκος της ακτής της Μεσογείου,
διήκει η παραθαλασσία πεδιάς, διακοπτωμένη μόνον υπό του όρους
Καρμήλου· παράλληλος προς τούτο είνε μία μακρά σειρά λόφων,
στρογγυλών και αμόρφων ως προς τα χαρακτηριστικά των· οι λόφοι ούτοι
προς ανατολάς βυθίζονται εντός της κοιλάδος του Ιορδάνου· και άνωθεν
ταύτης διήκει η ευθυτενής, η αδιάκοπος, η πορφυρόχρους γραμμή των
ορέων Μωάβ και Γαλαάδ. Η όλη επομένως χώρα από βορρά προς νότον
διαιρείται εις τέσσαρας τρόπον τινά μεγάλας ταινίας, — την ακτήν, την
ορεινήν χώραν, την κοιλάδα του Ιορδάνου, και την βουνοσειράν την
πέραν του Ιορδάνου.

Η ορεινή, ήτις καταλαμβάνει όλον τον χώρον τον μεταξύ της παραλίας
και της βαθείας κοιλάδος του Ιορδάνου, τέμνεται εις δύο μεγάλα μέρη
υπό του αγρού της Ιεσράελ. Το μεσημβρινόν μέρος ήτο άλλοτε η Ιουδαία,
το βόρειον η Γαλιλαία.

Η λέξις Γαλίλ εβραϊστί σημαίνει «κύκλον», και η ονομασία αυτή εδίδετο
αρχικώς εις την περιφέρειαν του Κηδές-Νεφθαλείμ, την οποίαν ο Σολομών
εχάρισεν εις τον Χειράμ, βασιλέα της Τύρου, διότι τον εβοήθησεν εις
την ανέγερσιν του ναού με ξύλα κέδρου και με ξύλα πεύκης και με
χρυσίον, και ην ούτος απεκάλεσε περιφρονητικώς «Γην Καβούλ». Ούτω
φαίνεται ότι ήτο πάντοτε μοιραίον να περιφρονήται η Γαλιλαία· και η
περιφρόνησις αυτή υπετρέφετο εις τα πνεύματα των Ιουδαίων εκ του
γεγονότος, ότι το διαμέρισμα εκείνο είχε καταστή από παλαιοτέρων
χρόνων το κέντρον αναμίκτου πληθυσμού και εχαρακτηρίζετο διά της
ονομασίας «Γαλιλαία των Εθνών.» Όχι μόνον υπήρχον πολλοί Φοίνικες και
Άραβες εις τας πόλεις της Γαλιλαίας, αλλ' επί της εποχής του Ιησού
ήσαν ωσαύτως και πολλοί Έλληνες, και η Ελληνική γλώσσα ωμιλείτο και
εννοείτο ευχερώς.

Οι λόφοι οι αποτελούντες το βορεινόν όριον της πεδιάδος Ιεσραέλ,
διήκουν από της κοιλάδος του Ιορδάνου μέχρι της Μεσογείου και αι
μεσημβριναί κλιτύες των περιελαμβάνοντο εις την κληροδοσίαν της φυλής
Ζαβουλών.

Σχεδόν εν τω κέντρω της λοφοσειρής ταύτας υπάρχει έν αλλόκοτον ρήγμα
ή μάλλον χαράδρα τις βαθεία από άνω έως κάτω, αποτελούσα είσοδον εις
μακράν τινα κοιλάδα. Ο οδοιπόρος εγκαταλείπων την πεδιάδα, ανέρχεται
διά στενής και αποτόμου ατραπού, χλοοφύτου και ανθοστολίστου, και
έχει προ αυτού άποψιν, ήτις δεν είνε επιβάλλουσα και μεγαλοπρεπής,
αλλ' απείρως ωραία και γραφική. Κάτωθεν αυτού, προς τα αριστερά, η
κοιλάς ευρύνεται βαθμηδόν αποκτώσα ένα πλάτος ημίσεως περίπου μιλίου.
Η λεκάνη της κοιλάδος κατατέμνεται από φράκτας υψηλούς κάκτων εις
μικρούς αγρούς, και εις κήπους, οίτινες κατά την εποχήν των εαρινών
βροχών, παρουσιάζουν μίαν όψιν απεριγράπτου γαλήνης, με το θάλλος των
το πράσινον και την ζωηράν σπαργήν των. Πλησίον της στενής ατραπού,
εις μικράν απόστασιν αλλήλων, υπάρχουν δύο φρέατα, και αι γυναίκες αι
ιδρευόμεναι εκείθεν είνε πολύ ωραιότεραι, και οι ροδοκόκκινοι και
ζωηρόφθαλμοι μικροί βοσκοί, οι οποίοι κάθηνται ή παίζουν πλησίον των
φρεάτων, με τας ανοικτοχρόμους ανατολικάς ενδυμασίας των, αποτελούν
μίαν φυλήν, ευτυχεστέραν και ζωηροτέραν της οποίας ουδαμού αλλού της
γης βλέπει ο περιηγητής.

Βαθμηδόν η κοιλάς διευρυνομένη σχηματίζει μικρόν φυσικόν αμφιθέατρον
εκ λόφων, το οποίον υποθέτουν τινές ότι είνε ο κρατήρ εσβεσμένου
ηφαιστείου· επί του αμφιθεάτρου τούτου απλούνται αι οικίαι και αι
στεναί οδοί μικράς τινος ανατολικής πόλεως. Υπάρχει μία μικρά
εκκλησία· η ογκώδης οικοδομή ενός μοναστηρίου· ο υψηλός μιναρές ενός
τζαμιού· μία διαυγής, άφθονος πηγή· λευκαί οικίαι λιθόκτιστοι, και
κήποι χλοεροί μεταξύ αυτών, σκιαζόμενοι από συκάς και ελαίας, ένα
αιώνιον χαμόγελον λευκών και ερυθρών ανθέων πορτοκαλλεών και ροιών.
Την άνοιξιν τουλάχιστον τα πάντα έχουν μίαν απερίγραπτον απαλότητα,
ένα άρρητον θέλγητρον· αι περιστεραί τρύζουν εις τα δένδρα· αι
μέλισσαι πτερυγίζουν εις ακαταπόνητον δραστηριότητα· ο λαμπρός
κυανόχρους κολοιάτης, το κοινότερον και ερασμιώτερον πτηνόν της
Παλαιστίνης περιίπταται ως ζωντανός σάπφειρος υπέρ τους αγρούς τους
απείρως διηνθισμένους. Και η μικρά αύτη πόλις είνε η Ναζαρέτ, όπου ο
Υιός του Θεού, ο Σωτήρ του ανθρωπίνου Γένους, κατηνάλωσε τριάκοντα
περίπου έτη του θνητού βίου του. Ήτο πραγματικώς το χωρίον, οπού
διέμεινε καθ' όλην την ζωήν του, εκτός τριών ή τεσσάρων ετών· το
χωρίον, ούτινος το επονείδιστον τότε όνομα περιελήφθη εις την
επιγραφήν, την επί του σταυρού του χαραχθείσαν· το χωρίον το οποίον
δεν απηξίωσε να μνημονεύση, όταν οραματικώς ωμίλησεν εις τον διώκοντα
Σαούλ (Πρ. Απ. 22, 8). Και κατά μήκος της στενής ατραπού του βουνού,
την οποίαν περιέγραψα, οι πόδες Του πολλάκις θα επάτησαν, διότι είνε
το μόνον μέρος, δι' ου επιστρέφων προς βορράν από Ιερουσαλήμ, ηδύνατο
να φθάση εις τον τόπον της νηπιακής, της νεανικής και της ωρίμου
ηλικίας του.

Ποίος ήτο ο τρόπος του βίου του, καθ' όλην εκείνη την τριακονταετίαν;

Εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών, ο Ιωάννης, ο επιστήθιος μαθητής και ο
Μάρκος, ο φίλος και «υιός» του Πέτρου, αντιπαρέρχονται τα τριάκοντα
ταύτα έτη εις απόλυτον, εις άλυτον σιγήν. Ο Ματθαίος αφιεροί έν
ολόκληρον κεφάλαιον εις την επίσκεψιν των Μάγων και εις την φυγήν εις
Αίγυπτον και είτα προχωρεί εις το κήρυγμα του Βαπτιστού. Μόνον ο
Λουκάς, εκτός της περιγραφής των επεισοδίων της εισαγωγής εις το
Ιερόν, διασώζει και έν ανεκτίμητον ανέκδοτον της παιδικής ηλικίας του
Σωτήρος και ένα πολύτιμον εδάφιον περιγραφικόν της αυξήσεως αυτού
μέχρι της συμπληρώσεως του δωδεκάτου έτους της ηλικίας. Και ο στίχος
ούτος δεν εμπεριέχει τι ικανοποιούν την περιέργειάν μας· δεν μας
χορηγεί πληροφορίαν τινά περί της ζωής του, δεν αποκαλύπτει
περιπετειώδες τι ανέκδοτον· μας λέγει μόνον πως εις την γλυκείαν και
ιεράν παιδικότητά του «ηύξανε το παιδίον, και εκραταιούτο πνεύματι,
πληρούμενον σοφίας· και χάρις Θεού ην επ' αυτό». Εις την περίοδον
ταύτην του βίου του δυνάμεθα να εφαρμόσωμεν και το επόμενον εδάφιον:
«Και Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία, και χάριτι παρά Θεώ και
ανθρώποις». Η ανάπτυξίς του ήτο καθαρώς ανθρωπίνη ανάπτυξις. Δεν
ήλθεν εις τον κόσμον πεπροικισμένος με απειρίαν γνώσεων, αλλ' ως μας
λέγει ο Λουκάς προέκοπτε βαθμηδόν σοφία. Δεν ήτο θωρακισμένος διά
σιδηράς δυνάμεως, ησθάνετο όλους τους πειρασμούς της αδυναμίας και
της ατελείας της ανθρωπινής φύσεως. Ηύξησεν όπως και οι άλλοι
άνθρωποι, και η παιδική του ηλικία είχεν ένα ακηλίδωτον και
αναμάρτητον κάλλος, όπως την άνοιξιν τα άνθη των ρόδων και όπως τα
κρίνα παρά τα ύδατα.

Τα Ευαγγέλια όθεν τηρούσι βαθυτάτην σιωπήν διά την περίοδον ταύτην
του βίου του Ιησού· αλλ' οία ευγλωττία εν τη σιωπή ταυτή! Εν πρώτοις
δυνάμεθα να την ερμηνεύσωμεν ως δείγμα και ως επιβεβαίωσιν της
αξιοπιστίας των. Βλέπομεν εκ της σιωπής ταύτης ότι οι Ευαγγελισταί
ήθελον να είπουν την απλήν και καθαράν αλήθειαν, και όχι να
χαλκεύσουν απιθάνους ή ευλογοφανείς μύθους. Ότι ο Χριστός διήλθε
τριάκοντα έτη του βραχυτάτου βίου του τού επιγείου εις έν άσημον
χωρίον· ότι ηύξησε και ηνδρώθη όχι μόνον εις μίαν κατακτηθείσαν
χώραν, αλλά και εις την μάλλον περιφρονημένην επαρχίαν της· ότι καθ'
όλον το μακρόν χρονικόν διάστημα ουδέν εγένετο θαύμα αλλόκοτον και
υπερφυσικόν, όπως αναγγείλη και αποκαλύψη και δοξάση τον ερχόμενον
Βασιλέα, είνε πράγματα, τα οποία, ουδείς ηδύνατο να περιμένη και τα
οποία ουδείς ηδύνατο να φαντασθή ή να εφεύρη.

Και όμως ούτω συνέβησαν και οι Ευαγγελισταί συνεπώς αφηγούνται αυτά
όπως συνέβησαν· και το γεγονός ότι αντιφάσκουν προς παν ό,τι
ηδυνάμεθα ημείς να φαντασθώμεν είνε μία επιπρόσθετος απόδειξίς της
αληθείας των. Επιπρόσθετος απόδειξις, διότι οι Ευαγγελισταί ήσαν
προδιατεθειμένοι να πιστεύουν όπως και ημείς το υπερφυσικόν και το
απίθανον. Αν συνέβαινε τι θαυμαστόν και παράδοξον κατά την παιδικήν
ηλικίαν του Κυρίου ημών δεν θα εδίσταζον φυσικώς να το αναγράψουν ως
έντιμοι και ειλικρινείς μάρτυρες· αν ήσαν ψευδόλογοι και αναξιόπιστοι
θα εφεύρισκον υπερβολάς και θαύματα, αν δεν συνέβαινον τοιαύτα.

Δεν έχομεν παρά να στραφώμεν εις τα Απόκρυφα Ευαγγέλια διά να ίδωμεν
πόσον ριζικώς διαφέρει το ψευδές ανθρώπινον ιδεώδες από τα αληθή
γεγονότα. Βλέπομεν εκ τούτων πως οι μυθολόγοι του χριστιανισμού,
αιρετικοί εκ συστήματος, ακολουθούντες τας φυσικάς ροπάς των, τας
ήκιστα πνευματικάς περιβάλλουν την παιδικήν ηλικίαν του Χριστού με
θάμβος θαυμάτων και μας την παριστάνουν ως παντοδύναμον, τρομακτικήν,
υπερφυσικήν. Απόδειξις του ότι οι Ευαγγελισταί εμφορούνται υπό του
πνεύματος του θείου, αφηγούμενοι τον βίον Εκείνου, παρ' ω ο Θεός
απεκαλύφθη εις άνθρωπον, είνε ότι όσον παρέρχεται ο χρόνος, τόσον
ανακαλύπτομεν ότι τας γενικάς εκείνας γραμμάς της ιεράς αφηγήσεως δεν
δύναται να τας θίξη μια βέβηλος και ασεβής χειρ, χωρίς να τας μολύνη
και να τας διαστρεβλώση. Εάν οι συγγραφείς των αποκρύφων εσκόπευον να
επιβάλουν εις τους μεταγενεστέρους τας παραδόσεις των ως αληθή
ιστορίαν ή ως μυθολογίαν, είνε τουλάχιστον βέβαιον, ότι ως επί το
πλείστον ήθελον να περιβάλουν το μέτωπον του Χριστού με φωτοστέφανον
τιμής. Πόσον εν τούτοις αι ιστορίαι των τον σμικρύνουν και τον
ατιμάζουν και τον παρανοούν! Πόσον είνε η ευγενής απλότης της
ευαγγελικής εκείνης σιωπής απείρως ανωτέρα όλων των περί της παιδικής
παντοδυναμίας του Χριστού μυθευμάτων, εκ των οποίων βρίθουν το
Πρωτευάγγελον και ο ψευδο-Ματθαίος και το Αραβικόν Ευαγγέλιον της
Νηπιακής Ηλικίας! Ήθελον να δοξάσουν τον Χριστόν αλλ' ουδείς μύθος
δύναται να τον δοξάση· ο περί αυτού άλλα εκτός της αληθείας
φανταζόμενος τον ταπεινόνει· ο Ιησούς αντιπροσωπεύει την ασθενή, την
ατελή, την υπό πειρασμών κατατρυχομένην φύσιν του ανθρώπου μαζύ με
την θείαν και άψογον υπόστασιν. Ο παιδικός Χριστός των Ευαγγελίων
είνε απλοϊκός και γλυκύς, ευπειθής και ταπεινός· υπακούει εις τους
Γονείς Του. Επιδίδεται εις τας ενασχολήσεις Του τας οικογενειακάς και
εις τας ενασχολήσεις της ηλικίας Του· αγαπά όλους τους ανθρώπους, και
όλοι οι άνθρωποι αγαπούν το αγνόν, το χαριτωμένον και ευγενές
Παιδίον. Γνωρίζει ήδη ότι ο Θεός είνε ο Πατήρ Του, και του Θεού η
χάρις καταλούει Αυτόν ηδέως ως το φως της ημέρας, ή ως η δρόσος του
ουρανού, και καταλάμπει ως αδιόρατος φωτοστέφανος περί το παιδικόν
και άγιον μέτωπόν του. Αόρατον με τας πτέρυγάς του τας αργυράς και με
τα χρυσά πτερά του, το Πνεύμα το Άγιον κατήλθεν εν είδει περιστεράς
και ανέλαβεν υπό την προστασίαν του το θείον Τέκνον. Πόσον όμως
διαφορετικός είνε ο παιδικός Χριστός των Αποκρύφων Ευαγγελίων! Είνε
κακοποιός, προπετής, οιηματίας, μνησίκακος, εκδικητικός. Μερικά εκ
των θαυμάτων των αποδιδομένων εις αυτόν είνε άσκοπα και παιδαριώδη, —
όπως όταν κομίζη το χυθέν ύδωρ εντός της εσθήτος του· ή μακραίνει την
κοντήν σανίδα εις το απαιτούμενον μήκος· ή πλάσσει στρουθία με πηλόν
και εμφυσά εις αυτά ζωήν και τα κάμνει να πετούν, ή ρίπτει όλα τα
ενδύματα εντός της σκάφης του βαφέως και τα εξάγει κατόπιν έκαστον
βαμμένον με το απαιτούμενον χρώμα. Μερικά όμως εξ άλλου είνε απλώς
παράλογα και αηδή, ως όταν κακίζει και καταισχύνει και επιβάλλει
σιωπήν εις τους θέλοντας να τον διδάξουν· ή επιπλήττει τον Ιωσήφ· ή
μεταμορφόνει τους παιδικούς συντρόφους του εις ερίφια. Άλλα είνε
πάλιν σκληρά και βλάσφημα, όπως όταν με μίαν μόνην κατάραν θανατόνει
τα παιδία, τα οποία τον υβρίζουν ή τρέχουν κατόπιν του, μέχρις ότου,
εγείρεται τέλος θύελλα λαϊκής αγανακτήσεως και η Μαρία φοβείται να
τον αφήση να εξέλθη από την οικίαν. Εις μίαν επιμελή έρευναν και
εξέτασιν όλων αυτών των δυσπέπτων, των ακαλαίσθητων και συχνάκις
πονηρών μύθων, ευρίσκω έν μόνον ανέκδοτον εις ο υπάρχει δόσις τις
αληθούς αισθήματος και πιθανότητος αληθείας· και τούτο μόνον
μνημονεύω, διότι είνε οπωσδήποτε αβλαβές και ίσως βασίζεται επί
πατροπαραδότου τινός γεγονότος. Είνε από το Αραβικόν Ευαγγέλιον της
Νηπιακής ηλικίας του Χριστού, του οποίου την θαυμασίαν μετάφρασιν
οφείλομεν εις τον κ. Χάρρις Κόουπερ, και έχει ως εξής:

«Εις το Όρος Αδάρ συνήθροισεν ο Ιησούς τα παιδία ως αν ήτο Βασιλεύς
των· έστρωσαν τα ενδύματά των εις το έδαφος, και εκάθησεν επ' αυτών.
Τότε έθεσαν εις την κεφαλήν του στέμμα εξ ανθέων, και ωσάν ακόλουθοι
ευλαβείς προ Βασιλέως, εστάθησαν εν τάξει προ αυτού δεξιόθεν και
αριστερόθεν. Και τα παιδία συνελάμβανον διά της βίας οιονδήποτε
διερχόμενον εκείθεν και εκραύγαζον προς αυτόν: «Ελθέ και προσκύνησον
τον Βασιλέα, έπειτα εξακολούθησον τον δρόμον σου!»

Δεν είμαι εν τούτοις βέβαιος αν δεν αντιφάσκει προς την σιωπήν των
Ευαγγελίων ακόμη και αυτή η χαριέσσα και απλοϊκή ιστορία· διότι, το
παιδίον Ιησούς προπαρασκευάσθη διά το μέγα επί γης έργον του ησύχως
και αφανώς, εν προσευχή και κατανύξει, εν τω μέσω των ηρέμων
οικογενειακών ασχολιών του, — όπως ο Δαυίδ μεταξύ των ποιμνίων, όπως
ο Ιερεμίας εις το ήσυχον σπήτι του εν Αναθώθ της γης Βενιαμίν, όπως ο
Αμώς εις τα άλση τον συκομορεών της Θεκουέ. Η ζωή του η εξωτερική ήτο
η ζωή όλων εκείνων οι οποίοι ήσαν της αυτής ηλικίας και είχον την
αυτήν κοινωνικήν θέσιν. Έζη όπως έζων και τα άλλα παιδία των χωρικών
εις εκείνην την φιλήσυχον κωμόπολιν. Εκείνος όστις είδε τα παιδία της
Ναζαρέτ με τα ερυθρά των καφτάνια, και τους λαμπρούς χιτόνας των τους
μεταξίνους ή μαλλίνους, ζωσμένα με τας ζώνας των τας πολυχρώμους, και
κάποτε φέροντα και τα πλατέα επανωφόριά των τα κυανά ή λευκά, —
εκείνος όστις παρηκολούθησε τας πολυθορύβους και φαιδράς παιδιάς των
και ήκουσε τους αργυροήχους γέλωτάς των, εκεί όπου πλανώνται ανά τους
λόφους της μικράς γενεθλίου κοιλάδος των, ή παίζουν καθ' ομίλους επί
των κλιτύων παρά την γλυκείαν και άφθονον πηγήν των, — δύναται ίσως
να σχηματίση ιδέαν τινά περί του πώς εφαίνετο και πώς έπαιζεν ο
Ιησούς όταν ήτο και αυτός μικρόν παιδίον. Και ο περιηγητής όστις
ηκολούθησεν όπως εγώ, μερικά εξ εκείνων των παιδίων εις τας απλοϊκάς
οικίας των και είδε την πενιχράν επίπλωσιν, την λιτήν αλλ' υγιεινήν
τροφήν, την ήρεμον και πατριαρχικήν ζωήν, δύναται ν' αναπαραστήση
ζωηρώς κατά νουν τον τρόπον καθ' ον έζη ο Ιησούς. Ουδέν ωραιότερον
εκείνων των οικιών, εις τας λευκάς στέγας τον οποίων λιάζονται αι
περιστεραί και τας οποίας αγκαλιάζουν τα κλήματα. Οι τοίχοι είνε
επεστρωμένοι με τάπητας· τα υποδήματα και τα σανδάλια αφίνονται εις
το κατώφλιον· από το κέντρον κρέμαται μία λυχνία, ήτις αποτελεί το
μόνον κόσμημα της οικίας· εις έν ερμάριον εις τον τοίχον είνε
κλεισμένον το ξύλινον κιβώτιον, το βαμμένον με ζωηρά χρώματα, εντός
του οποίου φυλάσσονται τα βιβλία ή άλλα πολύτιμα κτήματα της
οικογενείας· παρά την θύραν είνε τοποθετημένα τα μεγάλα κοινά δοχεία
τα πήλινα και πλήρη ύδατος, με τα στόμιά των βουλωμένα από πράσινα
φύλλα αρωματικών πολλάκις θάμνων, διά να διατηρήται το νερόν
δροσερόν. Την ώραν του γεύματος ένα ξύλινον σκαμνί τοποθετείται εις
το κέντρον του δωματίου, ένας μέγας δίσκος τίθεται επ' αυτού, και
εντός τούτου το κοινόν πιάτον το πλήρες φαγητού, από το οποίον τρώγει
όλη ανεξαιρέτως η οικογένεια. Προ και μετά το γεύμα, ο υπηρέτης ή το
νεαρώτερον μέλος της οικογενείας, χύνει ύδωρ υπέρ τας χείρας όλων.
Τόσον ήσυχος, τόσον απλή, τόσον ταπεινή ήτο η ζωή της οικογενείας εν
Ναζαρέτ.

Η ευσέβεια και η φαντασία τον ζωγράφων των πρώτων μεσαιωνικών χρόνων
μας αναπαρέστησαν όλως διαφορετικήν εικόνα. Οι πλούσιοι χρωστήρες του
Γιόττο και του Φρα Αντζέλικο εζωγράφησαν την Παρθένον και το Τέκνον
της, καθημένους επί μεγαλοπρεπών θρόνων, υπό ουρανούς χρυσούς· τους
ενέδυσαν με χρώματα πλούσια ωσάν του θέρους και αβρά ως των ανθέων
της ανοίξεως, και εκόσμησαν τα κράσπεδα των εσθήτων με χρυσά
κεντήματα και τους εστεφάνωσαν με ανεκτιμήτους αδάμαντας. Πολύ
διάφορος ήτο η πραγματικότης. Όταν ο Ιωσήφ επέστρεψεν εις την
Ναζαρέτ, εγνώριζε κάλιστα ότι μετέβαινεν εις μέρος περιωρισμένον,
όπου θα έζη ασφαλής, και ότι ολόκληρος η ζωή της Παρθένου και του
θείου Τέκνου θα κατηναλίσκετο όχι εις το πλήρες φως της δόξης και του
πλούτου, αλλ' εν κρυπτώ εν πενία και εν εργασία.

Εν τούτοις η πενία αυτή δεν ήτο και των πάντων η απόλυτος στέρησις·
δεν υπήρχεν εις αυτήν τι το άθλιον και βδελυρόν· ήτο γλυκεία, απλή,
αυτάρκης, ευδαίμων και μάλιστα πλήρης χαράς και πλήρης ευφροσύνης. Η
Μαρία, όπως αι άλλαι γυναίκες της τάξεως της, ύφαινε και εμαγείρευε
και μετέβαινε προς αγοράν καρπών και κάθε εσπέραν επεσκέπτετο την
πηγήν, εις την οποίαν εδόθη και το όνομα «Η πηγή της Παρθένου», με
την στάμναν της επί του ώμου ή επί της κεφαλής. Ο Ιησούς έπαιξε και
υπήκουε, και εβοήθει τους γονείς του εις την καθημερινήν εργασίαν των
και επεσκέπτετο την Συναγωγήν κάθε Σάββατον. «Υπήρχέ ποτε, λέγει ο
Λούθηρος, ευσεβής τις και άγιος Επίσκοπος, όστις ικέτευεν ενθέρμως
τον Θεόν να τω αποκαλύψη τι έπραττεν ο Ιησούς κατά την νεότητά του.
Και ο Επίσκοπος είδε μίαν φοράν όνειρον αποκαλυπτικόν. Του εφαίνετο
ότι έβλεπε καθ' ύπνους ένα ξυλουργόν εργαζόμενον και πλησίον του
μικρόν τι παιδίον, το οποίον συνήθροιζε σχίδακας. Τότε εισήλθεν εις
το εργαστήριον μία παρθένος ενδεδυμένη πράσινα, ήτις τους εκάλεσεν
εις το γεύμα και παρέθηκεν εις αυτούς ζωμόν. Όλην αυτήν την σκηνήν
ενόμιζεν ότι την έβλεπεν ο Επίσκοπος κρυμμένος όπισθεν της θύρας, διά
να μη τον βλέπουν. Τότε ήνοιξε το στόμα του το μικρόν παιδίον και
είπε: «Διατί αυτός ο άνθρωπος στέκεται εκεί; Δεν θα έλθη και αυτός να
φάγη μαζύ μας;» Και τούτο τόσον πολύ ετρόμαξε τον Επίσκοπον, ώστε
αμέσως εξύπνησεν. Είτε αληθής είτε ψευδής είνε η ιστορία αύτη, —
προσθέτει ο Λούθηρος — δεν θα παύσω να πιστεύω ότι ο Χριστός κατά την
παιδικήν ηλικίαν του και την νεότητά του ήτο και έπραττεν, ως παν
άλλο παιδίον, αναμάρτητον όμως και προώρως ανδρικόν.»

Ο Ματθαίος μας πληροφορεί ότι διά της εγκαταστάσεως της Ιεράς
Οικογενείας εν Ναζαρέτ επληρώθη η αρχαία προφητεία «Ναζωραίος
κληθήσεται». Είνε γνωστόν, ότι η ρήσις αύτη δεν απαντά εις ουδεμίαν
εκ των διασωθεισών προφητειών. Αν είνε αληθές, ότι ο τίτλος ούτος
εδίδετο περιφρονητικώς, ως δυνάμεθα να συμπεράνωμεν εκ της
παροιμιώδους φράσεως του Ναθαναήλ, καθ' ην ουδέν αγαθόν δύναται να
προκύψη εκ Ναζαρέτ, ο Ματθαίος τότε φαίνεται ότι συνώψισε διά της
εκφράσεως ταύτης τας διαφόρους προφητείας, τας οποίας τόσον ολίγον
ηννόουν οι ομόφυλοί του και δι' ων υπεδηλούτο ο ελευσόμενος Μεσσίας,
ως άνθρωπος θλίψεων, ως άνθρωπος όστις πολλά θα υπέφερεν. Ακόμη και
μέχρι σήμερον ο «Ναζαρηνός» είνε επωνυμία υβριστική. Οι Ταλμουδισταί
αποκαλούν πάντοτε τον Χριστόν «Χανοζερί.» Λέγεται ότι ο Ιουλιανός
εψήφισε να προσαγορεύωνται οι Χριστιανοί με ένα τίτλον ολιγώτερον
τιμητικόν, «Γαλιλαίοι»· και μέχρι σήμερον ακόμη οι Χριστιανοί της
Παλαιστίνης είνε γνωστοί υπό το όνομα Ν ο υ σ ά ρ α ι. Αλλ' η
ερμηνεία κατά την οποίαν ο Ματθαίος υπαινίσσεται τα χωρία εκείνα των
προφητειών, εις τα οποία ο Ιησούς αποκαλείται «Κλάδος», φαίνεται πολύ
πιθανωτέρα. Το χωρίον δυνατόν ν' απεκλήθη Ναζαρέτ μόνον ένεκα των
αφθόνων φυλλωμάτων του· αλλ' η Παλαιά Διαθήκη είνε πλήρης αποδείξεων,
ότι οι Εβραίοι, — οίτινες προκειμένου περί φιλολογίας ησπάζοντο το
σύστημα των Αναλογιστών, — έδιδον άπειρον και μυστικήν σημασίαν εις
τας ομοιότητας εν τη απηχήσει των λέξεων. Ο Ματθαίος γνήσιος Εβραίος,
έβλεπεν αδιστάκτως προφητικήν σημασίαν εις την διαμονην του Χριστού
εν τη πόλει ταύτη της Γαλιλαίας, διότι το όνομά της υπενθύμιζε τον
τίτλον «Κλάδος» με τον οποίον εχαρακτηρίσθη εν τη προφητεία του
Ησαΐου.

«Μη γαρ εκ της Γαλιλαίας ο Χριστός έρχεται;» ηρώτησεν ο θαυμάζων
λαός. «Ερεύνησον και ιδέ!», είπον οι Φαρισαίοι εις τον Νικόδημον,
«ότι προφήτης εκ της Γαλιλαίας ουκ εγήγερται.» Δεν χρειάζεται πολύς
κόπος ούτε εμβριθής τις αναδίφησις των Γραφών, όπως ανακαλύψωμεν ότι
οι λόγοι ούτοι προήρχοντο εξ αγνοίας των γεγονότων ή ότι ήσαν
ψευδείς· διότι αν μη ο Βαράκ ο ελευθερωτής, και ο κριτής Ελών και η
Άννα η προφήτις, εν τούτοις τρεις, αν όχι τέσσαρες εκ των
μεγαλειτέρων προφητών, ο Ιωνάς, ο Ηλίας, ο Ωσηέ και ο Ναούμ,
εγεννήθησαν ή επροφήτευσαν εν τη περιοχή της Γαλιλαίας. Και παρ' όλην
την περιφρόνησιν με την οποίαν εγίνετο λόγος περί αυτής, η μικρά
Ναζαρέτ, κειμένη εις μίαν υγιεινήν και περίκλειστον κοιλάδα,
συνορεύουσαν με μεγάλα έθνη, και εν τω κέντρω αναμίκτου πληθυσμού,
ήτο καταλληλοτάτη όπως αποβή τόπος διαμονής του Κυρίου ημών και σκηνή
της προκοπής εκείνης «εν σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και
ανθρώποις».



ΚΕΦΑΛΑIOΝ ΣΤ'.



Ό Ιησούς εις ηλικίαν δώδεκα ετών. — Ταξείδιον από Ναζαρέτ εις
Ιερουσαλήμ. — Σκηναί καθ' οδόν. — Ο Ιησούς χάνει την συνοδείαν. — Η
αναζήτησις. — Ο Ραββί εν τω Ναώ. — «Ακούοντα αυτών και επερωτώντα
αυτούς». — «Τι ότι εζητείτε με;». — Υποταγή.

Όπως υπάρχει έν ημισφαίριον της σελήνης, το οποίον εν τη ολότητι
αυτού ουδέποτε είδεν ο οφθαλμός του ανθρώπου, ενώ ταυτοχρόνως αι
κινήσεις του ουρανίου τούτου σώματος μας βοηθούν εις το να
μαντεύσωμεν και να καθορίζωμεν ασφαλώς τον γενικόν χαρακτήρα του και
την αληθή όψιν του, ούτω και εις τον βίον του Χριστού υπάρχει έν μέγα
μέρος περί του οποίου ουδεμία παρέχεται εις ημάς λεπτομέρεια· εν
τούτοις, εκ των όσων ήδη γνωρίζομεν χύνεται φως τόσον ζωηράς
εντάσεως, ώστε είμεθα εις θέσιν να μαντεύωμεν ότι ηγνοούμεν και να
συμπληρώμεν ασφαλώς παν ό,τι είνε κενόν και χασματώδες.

Και πάλιν, όταν η σελήνη είνε εις το πρώτον τέταρτον, ολίγα φωτεινά
σημεία είνε ορατά διά του τηλεσκοπίου επί του μέρους της του
αφωτίστου· τα φωτεινά ταύτα σημεία είνε κορυφαί ορέων, τόσον υψηλαί
ώστε προσπίπτουν επ' αυτών αι ηλιακαί ακτίνες. Έν τοιούτον σημείον
λαμπηδόνος και μεγαλείου αποκαλύπτεται εις ημάς εν τη άλλως
ανεξερευνήτω χώρα της νεότητος του Χριστού, και τόσον φως προχέει και
είνε τόση η δύναμίς του η αποκαλυπτική, ώστε δυνάμεθα να ρίψωμεν
ασφαλές βλέμμα εις ολόκληρον το μέρος τούτο της ζωής του. Και διά να
είμεθα πλέον καταληπτοί, το φωτεινόν τούτο σημείον είνε έν ανέκδοτον
της παιδικής ηλικίας του Σωτήρος. Και είνε το ανέκδοτον τούτο η μόνη
φωτεινή πληροφορία, ήτις χορηγείται εις ημάς περί του Χριστού ως
παιδίου μετά την άφιξίν του εις Ναζαρέτ.

Οι Ιουδαίοι διήρουν την παιδικήν ηλικίαν και την νεανικήν ηλικίαν εις
οκτώ στάδια: του νηπίου (γιελέδ)· του θηλάζοντος (γιονέκ)· του
θηλάζοντος μεν ακόμη, αλλά μεγαλειτέρου την ηλικίαν (ολέλ)· του
απογαλακτισμένου παιδίου. (γκαμούλ)· του παιδίου, όπερ δεν
αποχωρίζεται ακόμη της μητρός του (ταφ)· του παιδίου του μάλλον
ανεπτυγμένου (ουλέμ)· του αυξάνοντος (ναάρ)· του ωρίμου (βραχούρ). Τα
Ευαγγέλια μας χορηγούν πληροφορίας διά τον Ιησούν όταν ήτο νήπιον,
όταν απεγαλακτίσθη και όταν ήτο παιδίον.

Το δωδέκατον έτος της ηλικίας ήτο κρίσιμον διά τα παιδία των Εβραίων.
Ήτο η ηλικία καθ' ην, συμφώνως προς τας Εβραϊκάς παραδόσεις, ο Μωυσής
είχε καταλίπει τον οίκον της θυγατρός του Φαραώ· και ο Σαμουήλ είχεν
ακούσει την φωνήν ήτις εκάλεσεν αυτόν εις το προφητικόν έργον· και ο
Σολομών εξήνεγκε την κρίσιν, διά της οποίας απεκαλύφθη το πρώτον η
σοφία του· και ο Ιωσίας ωνειρεύθη την μεγάλην αναμόρφωσίν του. Εις
την ηλικίαν αυτήν, έν παιδίον οιασδήποτε κοινωνικής τάξεως ηναγκάζετο
τη διαταγή των Ραββί και συμφώνως προς τα έθιμα της χώρας να εκμάθη
έν επάγγελμα προς πορισμόν του ιδίου άρτου. Και μάλιστα τόσον πολύ
εχειραφετείτο από την πατρικήν εξουσίαν, ώστε οι γονείς του δεν
ηδύναντο πλέον να το πωλήσουν ως δούλον. Μετά έν έτος καθίστατο
«μπεν-χατ-τοράχ», ή «Υιός του Νόμου». Μέχρι συμπληρώσεως του δεκάτου
τρίτου έτους εκαλείτο «κατόν», ή «μικρός». Ύστερον εγίνετο «γκατόλ» ή
«ανεπτυγμένος» και εθεωρείτο μάλλον ανήρ· μετά το στάδιον τούτο
ήρχιζε να φέρη «τεφιλλίν» ή «φυλακτήρια» και παρουσιάζετο μίαν ημέραν
του Σαββάτου υπό του πατρός του εις την Συναγωγήν, ήτις ωνομάζετο διά
τούτο «σαββάθ τεφιλλίν». Περιπλέον, κατά τινα ραββανικήν πραγματείαν,
το «Σεφέρ Γιλγουλίμ», το μέχρι της ηλικίας ταύτης παιδίον κατείχε
μόνον το «νεφέχ», τουτέστι την ζωήν του ζώου· αλλ' από τούδε και εις
το εξής ήρχιζε ν' αποκτά το «ρουάχ», ήτοι το πνεύμα, όπερ, αν ήτο
ενάρετος ο βίος του, ανεπτύσσετο κατά το εικοστόν έτος της ηλικίας
εις «νισάμα», ήτοι ψυχήν ορθοφρονούσαν.

Η περίοδος αύτη επίσης, — η συμπλήρωσις του δωδεκάτου έτους, —
εσημείονε μιαν οριστικήν εποχήν εις την ανατροφήν ενός εβραιόπαιδος.
Κατά τον Ιούδαν Βεν Τέμαν, εις ηλικίαν πέντε ετών ώφειλε να μελετήση
τας Γραφάς, εις ηλικίαν δέκα το «Μισνά», ήτοι την συλλογήν των
Ιουδαϊκών νόμων και των αποφάσεων των ραββίνων, και εις ηλικίαν
δεκατριών ετών το Ταλμούδ· κατά το δέκατον όγδοον έτος ώφειλε να
νυμφευθή, κατά το εικοστόν ν' αποκτήση πλούτη, το τριακοστόν δύναμιν
και ρώμην, το τεσσαρακοστόν φρόνησιν και ούτω καθεξής μέχρι θανάτου.
Δεν πρέπει δε να λησμονώμεν σχετικώς προς ταύτα, ότι η εβραϊκή φυλή,
και μάλιστα γενικώς όλοι οι Ανατολίται αναπτύσσονται πρωιμώτερον ημών
και ότι παιδία δωδεκαετή (όπως μας πληροφορεί ο Ιώσηπος) ηδύναντο να
μάχωνται εις τον πόλεμον και εμάχοντο, ότι δε προς μεγάλην βλάβην της
φυλής, η συμπλήρωσις του δωδεκάτου έτους θεωρείται ως ηλικία γάμου
μεταξύ των Εβραίων της Παλαιστίνης και της Μικράς Ασίας.

Οι γονείς του Κυρίου ημών συνείθιζον κατ' έτος να επισκέπτωνται την
Ιερουσαλήμ κατά την εορτήν του Πάσχα. Αι γυναίκες, είνε αληθές, δεν
εμνημονεύοντο εν τω νόμω, όστις απήτει την εν τω ναώ παρουσίαν όλων
των αρρένων κατά τας τρείς μεγάλας ενιαυσίους εορτάς του Πάσχα, της
Πεντηκοστής και της Σκηνοπηγίας· αλλ' η Μαρία, ευλαβώς τηρούσα τον
κανόνα του Χιλλήλ συνώδευε κατ' έτος τον μνήστορά της, και εις την
περίστασιν ταύτην παρελάμβανον μεθ' εαυτών και το παιδίον Ιησούν,
όπερ ήρχιζε τώρα να διατρέχη μίαν ηλικίαν συνεπαγομένην την ευθύνην
του νόμου. Και δυνάμεθα ευκόλως να φαντασθώμεν πόσον ισχυρά ήτο εις
την ανάπτυξίν του την ανθρωπίνην η επίδρασις της παραβάσεως εκείνης
των κανόνων του μοναχικού και καθιστικού βίου· της εισόδου εκείνης
εις τον μέγαν εξωτερικόν κόσμον· εκείνης της οδοιπορίας διά μέσου
μιας χώρας, της οποίας πας λόφος και παν χωρίον ανεκάλει και μίαν
ανάμνησιν εις το πνεύμα· της πρώτης επισκέψεως εις εκείνον τον Ναόν
του Πατρός του, όστις συνεδέετο με τόσα έκτακτα γεγονότα εν τη
ιστορία των βασιλέων προγόνων του και των προδρόμων του προφητών.

Η Ναζαρέτ κείται εις απόστασιν οκτώ περίπου μιλίων από την
Ιερουσαλήμ, και παρ' όλην την σφοδράν και την πλήρη αντιζηλιών
εχθρότητα των Σαμαρειτών, είναι πιθανόν ότι η μεγάλη και πολυάριθμος
συνοδία των Γαλιλαίων προσκυνητών ηκολούθησε τον δρόμον τον ευθύτερον
και ολιγώτερον επικίνδυνον, όστις εξετείνετο διά των χωρών του
Μανασσή και του Εφραΐμ. Καταλιπόντες τους λόφους τους κυκλικώς
περιβάλλοντας την μικράν πόλιν, ωσάν πέταλα ανοίγοντος ρόδου, κατά
την ωραίαν παρομοίωσιν του Ιερεμίου, κατήλθον διά της στενής και υπό
ανθέων περιχειλιζομένης ατραπού, ήτις άγει εις την μεγάλην κοιλάδα
του Ιεσραέλ. Επειδή δε το Πάσχα συμπίπτει κατά τα τέλη Μαρτίου και
εις τας αρχάς Απριλίου, η χώρα ήτο περιβεβλημένη την λαμπροτέραν, την
μάλλον χλοάζουσαν και ερασμιωτέραν όψιν της, και τα άκρα των
σταχυοσπάρτων αγρών εκατέρωθεν του δρόμου, του απλουμένου διά μέσου
της ευρείας κοιλάδος, ήσαν ούτως ειπείν κεντημένα, ως ο χιτών του
Μεγάλου Ιερέως, με κυανά και με πορφυρά και με κόκκινα άνθη
αναρίθμητα. Πέραν του αρχαίου ποταμού Κισόν, ο δρόμος ήγεν εις το Εν-
Γανμέν, όπου παρά τας πηγάς και εν τω μέσω των σκιερών και ωραίων
κήπων, οίτινες στολίζουν ακόμη το μέρος, οι προσκυνηταί εσταμάτησαν
όπως αναπαυθούν την νύκτα. Την ακόλουθον ημέραν ήρχισαν βεβαίως
ανερχόμενοι τα όρη του Μανασσή και διέβησαν τον «Πνιγόμενον Λειμώνα»,
όπως καλείται σήμερον, και διέσχισαν τα πλούσια δάση των συκών και
τους ελαιώνας, οίτινες καλύπτουν εκείνο το διαμέρισμα, και άφησαν
προς τα δεξιά τους λόφους, οίτινες εις το έκπαγλον κάλλος των
αποτελούν το «στέμμα της υπερηφανείας» διά την οποίαν εκαυχάτο η
Σαμάρεια, αλλ' ήτις κατά του προφήτου την πρόρρησιν θα ήτο ως «άνθος
μαραινόμενον». Ο δεύτερος σταθμός των ήτο πιθανώς παρά το φρέαρ του
Ιακώβ, εν τη ωραία και ευφόρω κοιλάδι μεταξύ του Εβάλ και του
Γεριζίμ, και ουχί μακράν της αρχαίας Σηχέμ. Η οδοιπορία της τρίτης
ημέρας τους έφερε πιθανώς πέραν του Σιλόχ, του Βεθήλ και του Βηρόθ·
και μετά βραχύν σταθμόν, και μετ' ολίγον ακόμη δρόμον, ευρέθησαν
απέναντι των πύργων της Ιερουσαλήμ. Το πτέρωμα το βέβηλον του
ρωμαϊκού αετού εσκίαζεν ήδη την Ιεράν Πόλιν· αλλά δεσπόζων των
τειχών της, ήστραπτεν ακόμη ο μέγας Ναός, με τας χρυσάς στέγας του
και τας μαρμαρίνους κιονοστοιχίας του, και ήτο ακόμη η Ιερουσαλήμ
την οποίαν έψαλλεν ο Δαυίδ ο Βασιλεύς, και διά την οποίαν ελαχτάριζαν
με τόσον πόνον οι εξόριστοι, παρά τα ύδατα της Βαβυλώνος, όταν έλαβον
τας άρπας των από τας ιτέας διά να τονίσουν το θρηνώδες άσμα των.
Ποίος δύναται ν' αναμετρήση την άφραστον συγκίνησιν, με την οποίαν
το παιδίον Ιησούς απελάμβανε το αλησμόνητον εκείνο θέαμα;

Οι προσκυνηταί, οι συρρέοντες κατά το Πάσχα εις την Ιερουσαλήμ από
όλας τας χώρας της Ανατολής, ήσαν απειράριθμοι. Η πόλις δεν ηδύνατο
να τους χωρέση ευκόλως· και όπως τώρα, οι οδοιπόροι έφερον και τότε
μεθ' εαυτών τας σκηνάς των και όλα τα σκεύη τα εξυπηρετούντα τας
πρώτας ανάγκας των. Η εορτή διήρκει μίαν εβδομάδα, — μίαν εβδομάδα
πιθανώς αρρήτου ευδαιμονίας και ισχυρών θρησκευτικών συγκινήσεων· και
με τους ημιόνους των και με τους ίππους των και με τους όνους των και
τας καμήλους των, οι ευσεβείς προσκυνηταί εξεκένουν τα καταληφθέντα
μέρη και ανεχώρουν διά τας εστίας των. Ο δρόμος εζωογονείτο από την
φαιδρότητα και ήτο μία ακατάπαυστος μουσική και έν αδιάκοπον άσμα και
μία κατανυκτική ψαλμωδία. Την μονοτονίαν και την οχληρότητα της
πεζοπορίας διεσκέδαζον πολλάκις με τους ήχους τυμπάνων και με άσματα
και με ψαλμούς, και εσταμάτων προς αναψυχήν, δροσιζόμενοι εις τα
φρέατα ή εις τας κρυσταλλώδεις και αφθόνους πηγάς. Αι πεπλοφόροι
γυναίκες και οι μεγαλοπρεπείς γέροντες επέβαινον ως επί το πλείστον
υποζυγίων, ενώ οι υιοί των ή οι αδελφοί των, μακράς ράβδους φέροντες
εις τας χείρας, έσυρον κατά μήκος του δρόμου τα ζώα με τα έμψυχα και
τα άψυχα φορτία των. Τα παιδία πολλάκις εβάδιζον παίζοντα παρά το
πλευρόν των γονέων των, και όταν εκουράζοντο ανήρχοντο επί ίππου ή
ημιόνου. Δεν ευρίσκω ουδέν ίχνος του ισχυρισμού ή της εικασίας του
Βεδ, ότι αι γυναίκες και τα παιδία και οι άνδρες αποτέλουν τρεις
διακεκριμένας τάξεις εν τη συνοδεία, και τοιαύτη βεβαίως συνήθεια δεν
επικρατεί ούτε κατά τους νεωτέρους χρόνους. Αλλ' εν πάση περιπτώσει,
εις ένα τοιούτον ωκεανόν ανθρωπίνων πλασμάτων, πόσον ήτο εύκολον ν'
απολεσθή ή να παραπλανηθή έν μικρόν παιδίον!

Η απόκρυφος παράδοσις λέγει, ότι κατά την εξ Ιερουσαλήμ προς την
Ναζαρέτ οδοιπορίαν το παιδίον Ιησούς αφήκε την συνοδίαν και
επέστρεψεν εις την Ιεράν Πόλιν. Με μεγαλειτέραν ειλικρίνειαν και
απλότητα, ο Λουκάς μας πληροφορεί ότι ο Χριστός, απορροφημένος κατά
πάσαν πιθανότητα υπό νέων και υψηλών συγκινήσεων, «υπέμεινεν εν
Ιερουσαλήμ». Παρήλθε μία ολόκληρος ημέρα προτού ανακαλύψουν οι γονείς
την απώλειαν του παιδίου· τούτο βεβαίως συνέβη την εσπέραν, όταν
εσταμάτησαν ν' αναπαυθούν, και όλην την ημέραν ήσαν απηλλαγμένοι
πάσης ανησυχίας, υποθέτοντες ότι το παιδίον ήτο με άλλον τινά όμιλον
φίλων ή συγγενών εκ της συνοδίας. Αλλ' όταν ήλθεν η νυξ, και
ανεζήτησαν επιμελώς και ουδέν ίχνος εύρον, είδον μετ' απελπισίας ότι
ο Ιησούς είχεν απολεσθή χωρισθείς της συνοδίας. Την ακόλουθον ημέραν,
ανήσυχοι και αγωνιώντες, αισθανόμενοι ίσως τύψεις συνειδήσεως, διότι
δεν κατέβαλον την δέουσαν προσοχήν, υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ,
ζητούντες το παιδίον. Η χώρα ευρίσκετο εις αγρίαν και ανώμαλον
κατάστασιν. Ο εθνάρχης Αρχέλαος, μετά δεκαετή σκληράν και
επονείδιστον βασιλείαν, είχε καθαιρεθή εσχάτως υπό του Αυτοκράτορος,
και εξωρίσθη εις Γαλατίαν. Οι Ρωμαίοι είχον προσαρτήσει εις το κράτος
των την επαρχίαν, εφ' ης εκείνος εβασίλευε, και η υπό του Κοπονίου,
του πρώτου διώκτου, εισαγωγή του ιδίου αυτών φορολογικού συστήματος
εγέννησε την ανταρσίαν, ήτις υπό τον Ιούδαν τον εκ Γαμάλας και τον
Φαρισαίον Σαδέκ περιέβαλεν ολόκληρον την χώραν με μίαν θύελλαν
σιδήρου και πυρός. Η ανώμαλος αυτή κατάστασις του πολιτικού
ορίζοντος, όχι μόνον θα καθίστα δυσκολωτέραν την οδοιπορίαν των, όταν
ήθελον αποχωρισθή της λοιπής συνοδίας, αλλά και επέτεινε τον τρόμον
των μήπως είχε πάθει τι το Τέκνον των εν τω μέσω όλων εκείνων των
αγρίων στοιχείων των συγκρουομένων εθνικοτήτων, άτινα είχον συρρεύσει
περί τα τείχη της Ιερουσαλήμ. Αληθώς δε κατ' εκείνην την ημέραν του
τρόμου και της αγωνίας η ρομφαία, την οποίαν επροφήτευσεν ο Συμεών,
διήλθε την ψυχήν της Παρθένου μητρός!

Οι γονείς δεν εύρον το τέκνον των ούτε εκείνην την ημέραν, ούτε
εκείνην την νύκτα, ούτε κατά το πλείστον μέρος της επομένης, έως ότου
τέλος ανεκάλυψαν αυτό εις το μέρος, όπου τελευταίον εξ όλων
εσκέφθησαν να το ζητήσουν, εν τω Ιερώ «καθεζόμενον εν τω μέσω των
διδασκάλων και ακούοντα αυτών και επερωτώντα αυτούς· εξίσταντο δε
πάντες οι ακούοντες αυτού επί τη συνέσει και ταις αποκρίσεσιν αυτού».

Η τελευταία φράσις καθώς και ολόκληρον το κείμενον και, παν ό,τι
γνωρίζομεν περί του χαρακτήρος του Ιησού και της φύσεως των
γεγονότων, αποδεικνύουν ότι το Παιδίον ήτο εκεί διά να ερωτά και διά
να διδαχή, και όχι ως το Αραβικόν Ευαγγέλιον της Νηπιακής Ηλικίας
ισχυρίζεται, διά να εξετάζη τους διδασκάλους κατ' αντιπαράστασιν «ένα
έκαστον με την σειράν του», — όχι διά να εξηγή τον αριθμόν των
σφαιρών και των ουρανίων σωμάτων, και την φύσιν και τας κινήσεις των,
πολύ δε ολιγώτερον «διά να συζητή ζητήματα φυσικά και μεταφυσικά,
υπερφυσικά και υποφυσικά»(!). Όλα αυτά ουδέν είνε ή μύθοι εφευρημένοι
υπό των προτιμώντων τας φαντασιοσκοπίας των από την απλοϊκήν
ειλικρίνειαν με την οποίαν οι Ευαγγελισταί μας αφίνουν να ίδωμεν ότι
ο Ιησούς, ως παν άλλο παιδίον, προέκοπτεν εις σοφίαν βαθμιαίως και
συμφώνως προς την εξέλιξιν της φυσικής αναπτύξεώς του. Εκαθέζετο εν
τω Ναώ, όπως μας πληροφορεί ο Λουκάς εν πάση ταπεινοφροσύνη, πλήρης
σεβασμού προς τους πρεσβυτέρους του, ως μαθητής φλογιζόμενος υπό της
δίψης της γνώσεως, με ένα ενθουσιασμόν άγιον, όστις εκίνει τους
διδασκάλους εις θαυμασμόν και είλκυε την εκτίμησίν των και την αγάπην
των προς το Παιδίον. Η οίησις και η προπέτεια ήσαν ελαττώματα ξένα
προς τον χαρακτήρα του, όστις από της παιδικής του ηλικίας μέχρι του
θανάτου του, ήτο γλυκύς, εράσμιος, ταπεινόφρων. Ο Σεπ εικάζει ότι
μεταξύ των παρισταμένων εις εκείνην την σκηνήν ήσαν πιθανώς και ο
μέγας Ιλλήλ τον οποίον οι Εβραίοι τιμώσι και σέβονται ως δεύτερον
σχεδόν Μωυσήν, και ο υιός του Ραββάν Συμεών, ο θεωρών την σιγήν ως
την υψίστην των αρετών· και ο εγγονός του, ο ευγενής και χαρίεις και
φιλελεύθερος Γαμαλιήλ· και ο Σαμμαΐ, ο μέγας αντίπαλός του,
διδάσκαλος όστις ηρίθμει μεγαλειτέραν στρατιάν μαθητών και ο Αννάν ή
Ανάς, υιός του Σηθ, του μέλλοντος δικαστού του Σωτήρος· και ο Βοίθος,
ο πενθερός του Ηρώδου· και ο Ραββάν Βεν Βουτάχ, του οποίου τους
οφθαλμούς εξώρυξεν ο Ηρώδης· και ο Νεχανιά Βεν Χισκανά, ο τόσον
δοξασθείς διά τας νικηφόρους προσευχάς του· και ο Ιωχανάν Βεν
Ζακχαίος, όστις προέλεξε την καταστροφήν του Ναού· και ο πλούσιος
Ιωσήφ ο εξ Αριμαθείας· και ο συνεσταλμένος αλλά φλογερός Νικόδημος·
και ο νεανίας Ιωνάθαν Βεν Ουσριήλ ο γράψας κατόπιν την περίφημον
χαλδαϊκήν παράφρασιν, ο απείρως τιμώμενος υπό των ομοφύλων του. Αι
αόριστοι χρονολογίαι των ραββινικών βιογραφιών καθιστώσιν απίθανον αν
τινές εκ των ανωτέρω παρίσταντο εις το Ιερόν· όλα όμως τα πρόσωπα
ταύτα αντιπροσωπεύουν ποικίλους τύπους ιουδαίων διδασκάλων της εποχής
εκείνης. Και μολονότι ουδείς εξ αυτών ηδύνατο να υποθέση τις ο προ
αυτών παριστάμενος, και μολονότι ουδείς εξ αυτών έζησεν όπως πιστεύση
εις Εκείνον, ήσαν όμως όλοι γοητευμένοι και εξίσταντο εις την θέαν
εκείνου του ευγενούς Παιδίου, όπερ ήκμαζεν εις όλον το πρώιμον κάλλος
του βίου του και το οποίον εδείκνυε τόσην σύνεσιν και τόσον βαθείαν
γνώσιν των θείων πραγμάτων, αν και ουδέποτε εφοίτησεν εις τας σχολάς
των Ραββίνων.

Ενταύθα λοιπόν, εν τω ναώ τω μεγαλοπρεπεί και απαστράπτοντι,
καθήμενον εις τους πόδας των διδασκάλων, επί του πολυχρώμου ψηφιδωτού
του καλύπτοντος το έδαφος, ο Ιωσήφ και η Μαρία εύρον το θείον
Παιδίον. Οι δε γονείς, διακατεχόμενοι υπό του πνεύματος εκείνου της
λατρείας και του σεβασμού προς τους μεγάλους ιερείς και τους
θρησκευτικούς διδασκάλους, όπερ εχαρακτήριζε επί των ημερών των τους
απλοϊκούς και ευσεβείς Γαλιλαίους, εξεπλάγησαν ιδόντες αυτό, ήρεμον
και ευτυχές, εν τω μέσω τόσον σεπτού κύκλου. Και πιθανόν να
ησθάνθησαν ότι το παιδίον ήτο σοφώτερον των διδασκάλων και υπερόχως
μεγαλείτερον αλλά μέχρι τούδε το είχον γνωρίσει μόνον ως σιωπηλόν,
γλυκύν, ευπειθή Υιόν, και ίσως η αδιάκοπος συνάφεια του καθημερινού
βίου είχεν εξαλείψει την συναίσθησιν της θείας καταγωγής του. Και
όμως είνε και πάλιν η Μαρία και ουχί ο Ιωσήφ, ήτις τολμά να του
απευθύνη τον λόγον εις μίαν γλώσσαν τρυφεράς μομφής: «Τέκνον, τι
εποίησας ημίν ούτως; Ιδού ο πατήρ σου καγώ οδυνώμενοι εζητούμεν σε».
Και επακολουθεί η απάντησις του παιδός, η τόσον συγκινητική εν τη
απλοϊκή αθωότητι αυτής, η τόσον ανεξερεύνητος εις το βάθος της σοφίας
της, η τόσον απείρως σημαντική, αφού αποτελεί τους πρώτους λόγους
τους οποίους είπεν ο Χριστός:

«Τι ότι εζητείτε με; ουκ ήδειτε ότι εν τοις του πατρός μου δει είναι
με;»

Η απάντησις αύτη, η τόσον θείως φυσική και τόσον υπερόχως ευγενής,
φέρει εν εαυτή την βεβαίαν σφραγίδα της αυθεντίας. Η ελαφρά οργή και
έκπληξις του παιδός, διότι τόσον ολίγον το ηννόησαν οι γονείς του,
και η ευγενής εκείνη αξιοπρέπεια η συνδυαζομένη με τόσον μεγάλην
ταπεινοφροσύνην, δεν είνε δυνατόν να έχουν εφευρεθή, να είνε
αποκυήματα της φαντασίας του Ευαγγελιστού. Και εκτός τούτου η
θαυμαστή απάντησις είνε σύμφωνος προς πάσαν άλλην ρήσίν του, και προς
εκείνην την θαυμασίαν αποστροφήν του προς τον πειρασμόν: «Ουκ επ'
άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι Θεού», και προς
την ήρεμον απάντησίν του εις τους μαθητάς αυτού παρά το φρέαρ της
Σαμάρειας: «Εμόν βρωμά εστιν, ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και
τελειώσω αυτού το έργον». Η Μαρία είπεν αυτώ «ο πατήρ σου», αλλά διά
της απαντήσεώς του δεν αναγνωρίζει άλλον πατέρα εκτός του ουρανίου.
Διά της ερωτήσεως «ουκ ήδειτε;» υπενθυμίζει λεπτώς εις τους γονείς
του παν ό,τι εγνώριζον εν σχέσει προς την εκ Θεού καταγωγήν του, και
διά του «δει είναι με» καθορίζει ευκρινώς τον άγιον νόμον της
αυτοθυσίας, όστις ήγαγεν αυτόν εις τον επί του σταυρού θάνατον.

«Και αυτοί ου συνήκαν το ρήμα ό ελάλησεν αυτοίς». Ακόμη και αυτός ο
γέρων, όστις είχε προστατεύσει το βρέφος, ακόμη και αυτή η μήτηρ η
εγκλείουσα εν τη καρδία της το σεπτόν μυστικόν της γεννήσεώς του, δεν
ηννόησαν τελείως την βαθείαν έννοιαν των ηρέμων εκείνων λόγων. Ήσαν
οι πρώτοι λόγοι του Χριστού, οι αναφερόμενοι υπό του Ευαγγελίου, και
ήσαν λόγοι πενθίμως και αλλοκότως προφητικοί ολοκλήρου της ζωής του:
«Εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι' αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν
ουκ έγνω. Εις τα ίδια ήλθε και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον».

Και εν τούτοις μολονότι η συναίσθησις της θείας καταγωγής του ήτο
σαφής εις το πνεύμά του, αν και μία ακτίς του κρυπτομένου ακόμη
μεγαλείου του είχεν εξαστράψει αιφνιδίως, ευπειθής όμως και απλοϊκός
και ταπεινός «κατέβη μετ' αυτών και ήλθεν εις Ναζαρέτ· και ην
υποτασσόμενος αυτοίς».



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Η Οικογενειακή ζωή εν Ναζαρέτ



Ο «τέκτων». — Η αξιοπρέπεια της πενίας. — Η αξιοπρέπεια της εργασίας.
— Ο κοινός κλήρος. — Η σύνεσις καλλιτέρα της γνώσεως. — Πρωτοτυπία. —
Η γλώσσα την οποίαν ωμίλει ο Ιησούς. — Τα βιβλία του Θεού. — Ο Ιησούς
κατ' οίκον. — Έργον και παράδειγμα των ετών εκείνων. — «Οι αδελφοί
του Κυρίου».

Εάν διά τα δώδεκα πρώτα έτη του επί γης βίου του Ιησού έχομεν το
μόνον τούτο ανέκδοτον, όπερ μας απησχόλησεν εις το προηγούμενον
κεφάλαιον, διά τα επόμενα δέκα οκτώ έτη ουδεμία διεσώθη πληροφορία,
εκτός της περιλαμβανομένης εις μίαν μόνον λέξιν.

Η λέξις αύτη απαντά εν τω κατά Μάρκον Ευαγγελίω, 6, 3: «Ουχ ούτος
εστιν, ο  τ έ κ τ ω ν;»

Πρέπει αληθώς να είμεθα ευχαριστημένοι, διότι η λέξις περιεσώθη,
καθόσον η σημασία της είνε μεγίστη και η επίδρασις αυτής εις τας
τύχας του ανθρωπίνου γένους υπήρξε βαθυτάτη, αγνή, σωτήριος. Συντελεί
εις την παρηγορίαν των πτωχών και των ενδεών, εις τον εξαγιασμόν της
πενίας· εξευγενίζει την εργασίαν· ανυψοί τον προορισμόν του ανθρώπου
και τον μεγαλύνει προ των ομμάτων του Θεού.

Αποδεικνύει λόγου χάριν, ότι όχι μόνον κατά τρία έτη της διδασκαλίας
του, αλλά και εις ολόκληρον την ζωήν του, ο Κύριος ημών ήτο πτωχός.
Εις τας πόλεις οι τέκτονες ήσαν Έλληνες και επιτήδειοι εργάται· ο
τέκτων ενός πτωχικού χωρίου, — και, αν η παράδοσις είνε αληθής, ο
Ιωσήφ «δεν ήτο πολύ ικανός», — έχει ταπεινήν θέσιν και μόλις δύναται
να εξοικονομή τα προς το ζην. Καθ' όλους τους αιώνας υπήρξε πάντοτε
είς φλογερός πόθος προς πλουτισμόν· είς υπέρμετρος θαυμασμός προς
τους κατέχοντας αυτόν· μία ακλόνητος πεποίθησις επί της επιδράσεως
αυτού ως παραγωγού της ευτυχίας του βίου· και ύστερον από τοιαύτας
πλάνας η ζωή του ανθρώπου παρεσύρθη εις ένα χείμαρρον μεριμνών,
αντιζηλιών, ποταποτήτων. Και διά τούτο ο Ιησούς εξέλεξεν εκουσίως την
«ταπεινήν θέσιν του πτωχού», όχι βεβαίως μίαν απορροφητικήν,
ατιμάζουσαν, λιμοκτονούσαν ένδειαν, ήτις είνε πάντοτε σπανία και
πάντοτε σχεδόν ευθεράπευτος, αλλά τον κοινότατον κλήρον της εντίμου
πενίας, ήτις, καίτοι απαιτούσα αυταπάρνησιν, δύναται εν τούτοις να
εξοικονομή ευκόλως όλας τας ανάγκας μιας λιτής και απλοϊκής ζωής. Η
δυναστεία των Ιδουμαίων, ήτις είχεν αρπάσει τον θρόνον του Δαυίδ,
ηδύνατο να αφίεται ελευθέρα εις τα όργια διευθαρμένου Ελληνισμού, και
να επιδεικνύη την μεγαλοπρεπή χλιδήν παρακμάζοντος πολιτισμού· αλλ' ο
ελθών όπως καταστή ο Φίλος και ο Σωτήρ, προσέτι δε, και ο Βασιλεύς
όλων, καθιέρωσε τας αγνοτέρας, τας καλλιτέρας και απλουστέρας
παραδόσεις του έθνους του, και εξέλεξε την κοινωνικήν εκείνην θέσιν,
εις την οποίαν θα εξακολουθή πάντοτε ν' ανήκη η πλειονότης του
ανθρωπίνου γένους.

Και πάλιν, επεκράτησεν ανέκαθεν εις τας αφωτίστους καρδίας μία σφοδρά
επιθυμία προς αεργίαν μία τάσις εις το να θεωρήται αύτη ως δείγμα
αριστοκρατικότητος· μία επιθυμία εις το να επαφίεται πάσα εργασία εις
τους κατωτέρους και τους ασθενεστέρους και να εγκολάπτεται εις αυτήν
το στίγμα της ταπεινώσεως και της περιφρονήσεως. Αλλ' ο Κύριος ημών
ηθέλησε να δείξη ότι η έντιμος εργασία εξευγενίζει τον εργάτην· είνε
το άλας της ζωής, είναι το δείγμα του ανθρωπισμού· σώζει το σώμα από
την χαύνωσιν του εκφυλισμού και την ψυχήν από τας μιαράς σκέψεις. Και
διά τούτο ο Χριστός ειργάζετο διά των ιδίων αυτού χειρών,
κατασκευάζων «άροτρα και ζυγά» διά πάντα δεόμενον τούτων.

Από τον μονότοτον και ταπεινόν αυτόν βίον, τον άνευ επεισοδίων και
άνευ περιπετειών ή άλλου τινός σφοδρού κλονισμού, διδασκόμεθα ότι η
αληθής ημών ύπαρξις, το κατά Θεόν είναι, έγκειται εις τον εσωτερικόν
και όχι εις τον εξωτερικόν βίον. Ο κόσμος μόλις δίδει σημασίαν εις
την ζωήν άλλου τινός εκτός των ηρώων του και των ευεργετών του και
των εμπνευσμένων διδασκάλων του ή των αγερώχων κατακτητών του. Ούτοι
όμως είνε και θα είνε πάντοτε κατ' ανάγκην ολίγοι. Οι περισσότεροι
άνθρωποι πρέπει να θεωρούν τον βίον των ως μίαν σταγόνα εκ των
μυριάδων, αίτινες πίπτουν εις έν έλος, ή εις έν βουνόν, ή εις μίαν
έρημον, ως μίαν νιφάδα εκ των μυριάδων αίτινες πίπτουν και αναλύονται
εντός αχανούς θαλάσσης· Αποθνήσκουν και λησμονούνται αμέσως·
παρέρχονται ολίγα έτη και οι έρποντες λειχήνες εξαλείφουν τα γράμματα
των ονομάτων των από το μνήμα του κοιμητηρίου· αλλά και ανεξάλειπτα
αν ήσαν τα γράμματα ταύτα, ουδεμίαν ανάμνησιν θ' ανεκάλουν εις το
πνεύμα εκείνων οίτινες θα ίσταντο παρά τον τάφον. Και αυτοί ακόμα οι
κοινοί θνητοί ρέπουν εις το να νομίζουν ότι είνε σπουδαίοι· απ'
εναντίας, ούτε αυτός ο μεγαλείτερος άνθρωπος είνε απολύτως αναγκαίος
εις τον κόσμον, και μετά τινα χρόνον ο τάφος και τούτον θα καλύψη.

Επομένως ο κλήρος της μεγάλης πλειονότητος είναι μία σχετική
ασημότης, και πολλοί άνθρωποι ηδύναντο εκ τούτου να καταλήξουν εις το
συμπέρασμα, ότι αφού ο άνθρωπος πληροί τόσον μικρόν χώρον εν τω κόσμω
και είναι ένα μέγα μηδέν απέναντι του σύμπαντος, το καλλίτερον είναι
να τρώγη κανείς, να πίνη και ν' αποθνήσκη. Αλλ' ο Χριστός ήλθεν όπως
μας πείση ότι το σ χ ε τ ι κ ώ ς ασήμαντον δύναται να είναι α π ο λ ύ
τ ω ς σπουδαίον. Ήλθε να μας διδάξη ότι η ακαταπόνητος δραστηριότης,
η υπέροχος δράσις, αι διακεκριμένοι υπηρεσίαι, αι λαμπραί επιτυχίαι
δεν αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της αληθούς κατά Θεόν ζωής, και ότι αι
μυριάδες των λατρευτών του υψίστου ευρίσκονται μεταξύ των ασήμων και
των ταπεινών. Μία ζωή ήρεμος και αφανής είναι πολλάκις ευτυχεστέρα,
και δυνάμεθα ευκόλως να συμπεράνωμεν ότι τα έτη εκείνα της εργασίας
τα διαρρεύσαντα εις την εν Ναζαρέτ οικίαν του τέκτονος, ήσαν πλήρη
ευδαιμονίας εις τον βίον του Σωτήρος. Αργότερα ακόμη, κατά τα
τελευταία έτη του βίου του, αι λέξεις του είναι λέξεις ανθρώπου όστις
υπήρξεν ευδαίμων· είναι λέξεις αίτινες φαίνονται ρέουσαι από τον
υπερεκχειλισμένον ποταμόν μιας ανεξαντλήτου ευτυχίας. Αλλά οπόση άρά
γε να ήτο η ευδαιμονία αυτή κατά τα πρώτα έτη της ζωής του, όταν δεν
είχον ταράξει την γαλήνην της ψυχής του εκείναι αι θύελλαι της
δικαίας οργής, όταν δεν εφλέγετο ακόμη η καρδία του εξ αγανακτήσεως
διά τας αμαρτίας και διά την υποκρισίαν του ανθρώπου.

Και μολονότι τα έτη ταύτα παρήλθον εις διαρκή εργασίαν, έχομεν
ισχυράς αποδείξεις να πιστεύωμεν ότι δεν έμειναν εκμετάλλευτα και
διανοητικώς. Ουδεμία σημασία δύναται ν' αποδοθή εις τας χυδαίας
ιστορίας των Αποκρύφων Ευαγγελίων, είνε όμως πιθανόν ότι οι
διδάσκαλοι της συναγωγής παρείχαν μικράν τινα θρησκευτικήν
εκπαίδευσιν εις τους μικρούς Ναζαρηνούς. Εις τα σχολεία ταύτα, ο
Χριστός, ο κατά πάντα όμοιος προς τους άλλους ανθρώπους, έμαθε τα
πρώτα στοιχεία της ανθρωπίνης γνώσεως. Πιθανώτερόν όμως είνε, ότι ο
Ιησούς εδιδάχθη κατ' οίκον τα πρώτα μαθήματα υπό του πατρός του,
συμφώνως προς τους ορισμούς του νόμου (Ιδέ Δευτ· ΙΑ'. 19.) Εν πάση
περιπτώσει ήκουε κατά την καθημερινήν προσευχήν εν τη Συναγωγή παν
ό,τι οι πρεσβύτεροι ηδύναντο να τον διδάξουν περί των νόμων και των
προφητών. Ότι δεν μετέβη εις Ιερουσαλήμ επί σκοπώ εκπαιδεύσεως και
δεν εφοίτησεν εις τα σχολεία των Ραββίνων, αποδεικνύεται εκ της
ερωτήσεως, της πλήρους οργής των φθονερών εχθρών του: «Πόθεν τούτω
ταύτα; Πώς ούτος γράμματα οίδε μη μεμαθηκώς;» Διά των λέξεων τούτων
διήκει το ραββινικόν πνεύμα της αυθάδους περιφρονήσεως προς πάντα
«αμ-χα-αρέτς», ήτοι αγράμματον χωρικόν. Η στερεοτυπημένη διάνοια του
έθνους, εθισθείσα, αν δύναμαι να μεταχειρισθώ τοιαύτην έκφρασιν, εις
την μουμιοποιηθείσαν εκείνην θρησκείαν την νεκράν, την οποίαν είχε
βαλσαμώσει ο Προφορικός Νόμος, ήτο ανίκανος να εκτιμήση την θείαν
πρωτοτυπίαν μιας σοφίας εκπορευθείσης αμέσως εκ του Θεού. Οι Ραββίνοι
δεν ηδύναντο να ίδουν πέραν της αποφθεγματικής πλάνης του υιού του
Σειράχ, όστις έλεγε, ότι διά να είναι τις σοφός πρέπει να έχη καιρόν
εις την διάθεσίν του να μάθη. Αν ο Ιησούς επροικίζετο με την τεχνικήν
μόρφωσίν των, δεν θα ήτο τόσον ισχυρώς ωπλισμένος, όπως αντιμετωπίση
και καταισχύνη την προπετή αποκλειστικότητα της στενής και
περιωρισμένης σοφίας των.

Η μαρτυρία αυτή των εχθρών του μας χορηγεί την πειστικήν απόδειξιν,
ότι η διδασκαλία του δεν ήτο, ως υποθέτουν πολλοί, απλούν εκλεκτικόν
σύστημα ερανισθέν από διαφόρους διδασκάλους της εποχής του. Είνε
βέβαιον, ότι ουδέποτε κατετάχθη μεταξύ των μαθητών των Γραμματέων
εκείνων, οίτινες ανέλαβον να διδάσκουν τας παραδόσεις των πατέρων.
Μολονότι τα σχολεία εις τας μεγάλας πόλεις είχον ιδρυθή προ
ογδοήκοντα ετών υπό του Σίμωνος Βεν Σατάχ, εις την ταπεινήν όμως και
περιφρονημένην Ναζαρέτ δεν ήτο δυνατόν να υπάρχουν τοιαύτα. Και από
ποίους θα ηρανίζετο ο Ιησούς; Από τους Γυμνοσοφιστάς της Ανατολής ή
τους Έλληνας φιλοσόφους; Ουδείς σήμερον τολμά να εκφράση τοιαύτην
παράλογον εικασίαν. Από τους Φαρισαίους; Τα θεμέλια και αι αρχαί του
συστήματός των και η γενική ιδέα της θρησκείας των αντέκειντο προς
παν ό,τι Εκείνος απεκάλυψεν. Από τους Σαδδουκαίους; Η αμεριμνησία των
η επικούρειος, ο επιπόλαιος ορθολογισμός των και η οκνηρία των,
εκείνουν περισσότερον την απέχθειαν της χριστιανοσύνης παρά του
αληθούς ιουδαϊσμού. Από τους αιρετικούς Ιουδαίους της εποχής των
Μακκαβαίων; Ήσαν μία αποκλειστική, μία ασκητική, μία απομεμονωμένη
κοινότης προς τα αποθαρρυντικά περί γάμου δόγματα, των οποίων και
προς την αδράνειάν των ουδόλως συμπαθούν τα Ευαγγέλια, και τους
οποίους ουδέποτε υπηνίχθη ο Κύριος ημών, εκτός εις τα χωρία εκείνα
όπου κακίζει τους απέχοντας να χρισθώσιν εν καιρώ νηστείας και τους
κρύπτοντας τον λύχνον υπό το μόδιον. Από τον Φίλωνα και τους
Αλεξανδρινούς Ιουδαίους; Ο Φίλων ήτο πράγματι αγαθός ανήρ και μέγας
φιλόσοφος και σύγχρονος του Χριστού· αλλά και αν το όνομά του ηκούσθη
ποτέ, — όπερ λίαν αμφίβολον, — εις μέρος τόσον μακρυνόν όσον η
Γαλιλαία, θα ήτο αδύνατον να εκλέξη ο Χριστός μεταξύ όλων των
φιλοσοφιών του κόσμου ένα σύστημα τόσον ανόμοιον προς το ιδικόν του,
όσον είνε η μυστική θεοσοφία και αι αλληγορικαί υπερβολαί και εκείνη
η θάλασσα των αφηρημένων ιδεών, αίτινες απεκρυσταλλώθησαν εις τα
συγγράμματά του. Από τον Ιλλήλ και Σαμμαΐ; Ελάχιστα περί αυτών
γνωρίζομεν· αλλά καίτοι έν ή δύο χωρία των Ευαγγελίων υπαινίσσονται
τας έριδας και τας διχογνωμίας, αίτινες εσπάρασσον τας σχολάς των,
καθώς και μερικά από τα καλλίτερα σχετικώς αξιώματά των, οι τοιούτοι
υπαινιγμοί ουδέν άλλο αποδεικνύουσιν ή ότι το πνεύμα του Θεού λαλεί
την κοινήν αλήθειαν εις πάντας τους ανθρώπους· εξ άλλου το σύστημα
των δύο τούτων διδασκάλων ήτο η προφορική παράδοσις, το σύνολον των
ανοήτων και νεκρών εκείνων λευιτικών τελετών, τας οποίας τοσάκις
κατήγγειλεν και επολέμησεν ο Ιησούς. Τα σχολεία εις τα οποία
εξεπαιδεύθη ο Ιησούς δεν ήσαν τα σχολεία των Γραμματέων, αλλά το
σχολείον της σεμνής ευπειθείας της γλυκείας αυταρκείας, της
αναλλοιώτου απλότητος, της αγνότητος της ακηλιδώτου, της προθύμου και
ευχαρίστου εργασίας. Η πηγή από την οποίαν ήντλησε τας γνώσεις του
δεν ήτο η σοφία του ραββινισμού, εις την οποίαν διά να εύρωμεν μίαν
σκέψιν δικαιοσύνης ή μίαν σκέψιν ευσεβείας πρέπει να παραπλανηθώμεν
εντός λαβυρίνθων παιδικών φαντασιοπληξιών ή καββαλιστικών ανοησιών,
αλλά τα Βιβλία του Θεού τα εξωτερικά, η Γραφή, η Φύσις και η Ζωή, και
τα Βιβλία του Θεού τα εσωτερικά, τα γραμμένα επί των σαρκικών πινάκων
της καρδίας.

Η εκπαίδευσις ενός εβραιόπαιδος κατωτέρας τάξεως ήτο σχεδόν
αποκλειστικώς γραφική και ηθική· και οι γονείς του ήσαν κατά κανόνα
οι διδάσκαλοι του. Και δεν υπάρχουν λόγοι ν' αμφιβάλλωμεν, ότι ο
Ιησούς εδιδάχθη από τον Ιωσήφ και από την Μαρίαν ν' αναγινώσκη το
Σεμά και το Χαλλήλ και τα απλούστατα μέρη των ιερών εκείνων βιβλίων,
επί των σελίδων των οποίων η θεία σοφία του έμελλε κατόπιν να χύση
τόσα κύματα φωτός.

Αλλ' έτυχε προφανώς μεγαλειτέρας εκπαιδεύσεως.

Η τέχνη του γράφειν δεν είναι κοινώς γνωστή ούτε σήμερον εν Ανατολή·
πολλοί όμως υπαινιγμοί όσον αφορά το σχήμα των αλφαβητικών γραμμάτων
(Ματθ. 5, 18) και η φράσις του Ιωάννου (8, 6) ότι ο Ιησούς έκυπτε και
έγραφεν εις το έδαφος διά του δακτύλου τας αμαρτίας εκάστου,
αποδεικνύουν ότι ο Κύριος ημών ήξευρε να γράφη. Ότι όχι μόνον είχε
μελετήσει εμβριθώς τας αγίας Γραφάς, αλλά και τας εγνώριζε λεπτομερώς
από στήθους, αποδεικνύεται εκ των περικοπών τας οποίας συχνάκις
ανέφερεν εις τους λόγους του και εκ των πολυαρίθμων παραπομπών του
εις τον Νόμον, καθώς και εις τους προφήτας Ησαΐαν, Ιερεμίαν, Δανιήλ
Ιωήλ, Ωσηέ, Μιχαίαν, Ζαχαρίαν, Μαλαχίαν, και υπέρ πάντα άλλον εις το
Βιβλίον των Ψαλμών. Είνε πιθανόν, αν και όχι βέβαιον, ότι εγνώριζεν
όλα τα μη κανονικά βιβλία των Εβραίων. Η βαθεία αύτη γνώσις των
Γραφών δίδει μεγαλειτέραν σημασίαν εις την πλήρη θυμού ερώτησιν, την
τοσάκις επαναλαμβανομένην. «Ουκ ανέγνωτε;» Η γλώσσα την οποίαν ο
Κύριος ημών ωμίλει κοινώς ήτο η Αραμαϊκή. Την εποχήν εκείνην η
εβραϊκή ήτο εντελώς νεκρά γλώσσα, γνωστή μόνον εις τους
πεπαιδευμένους, εκμανθανομένη διά πολλού κόπου. Εν τούτοις είναι
φανερόν ότι ο Ιησούς την εγνώριζε, καθόσον μερικά ρητά από τας Γραφάς
ελήφθησαν παρ' αυτού απ' ευθείας εκ του εβραϊκού πρωτοτύπου. Ήξευρεν
ωσαύτως κατά πάσαν πιθανότητα και την ελληνικήν, καθόσον ωμιλείτο
ευχερώς εις πόλεις εγγυτάτας προς το χωρίον του, όπως η Τιβεριάς και
η Καισαρεία. Ο Μελάαγρος, ο ποιητής της ελληνικής ανθολογίας, εν τω
επιταφίω του εις εαυτόν, ισχυρίζεται ότι τα ελληνικά του θα εννοηθούν
υπό των Συρίων και των Φοινίκων· ομιλεί ωσαύτως περί της γενεθλίου
πόλεως του Γάδαρα, ήτις εκείτο εις μικράν από της Ναζαρέτ απόστασιν,
ως αν ήτο είδος Αθηνών της Συρίας. Από των ημερών Αλεξάνδρου του
Μεγάλου, ως εκ της στενής συναφείας των Ιουδαίων με τους Πτολεμαίους
και τους Σελευκίδας, η ελληνική επίδρασις δεν έπαυσε καθισταμένη
αισθητή εν Παλαιστίνη. Η ελληνική γλώσσα ήτο, πράγματι κοινόν μέσον
συνεννοήσεως, και άνευ αυτής ο Ιησούς δεν θα ηδύνατο να συνδιαλέγεται
με τους ξένους, όπως λόγου χάριν με τον εκατόνταρχον ούτινος
εθεράπευσε τον παίδα, ή με τον Πιλάτον, ή με τους Έλληνας, οίτινες
επεθύμησαν να τον ίδουν κατά τας τελευταίας ημέρας του βίου του.
Εκτός τούτου μερικαί περικοπαί εκ των Γραφών ελήφθησαν απ' ευθείας εκ
της ελληνικής μεταφράσεως των εβδομήκοντα, και μάλιστα από μέρη τα
οποία διαφέρουν του εβραϊκού πρωτοτύπου. Όσον αφορά την λατινικήν,
είναι ελάχιστα πιθανόν ότι την εγνώριζεν, αν και ουχί απολύτως
αδύνατον. Οι Ρωμαίοι ήσαν βεβαίως πολυάριθμοι την εποχήν εκείνην εν
Ιουδαία, και η γλώσσα των εγράφετο κατά τον συνήθη τρόπον επί της
προτομής των κυκλοφορούντων νομισμάτων. Αλλ' οσονδήποτε ευρέως και αν
ήξευρε τας γλώσσας ταύτας, είναι φανερόν ότι επέδρασαν ολίγον ή
μάλλον ότι ουδόλως επέδρασαν εις την ανάπτυξίν του ως ανθρώπου, και
εις όλην την διδασκαλίαν του δεν ευρίσκομεν ούτε ένα υπαινιγμόν εις
την φιλολογίαν, εις την φιλοσοφίαν ή την ιστορίαν της Ελλάδος και της
Ρώμης.

Εν τούτοις όσα και αν εδιδάχθη το παιδίον Ιησούς εν τω οίκω της
μητρός του ή εις το σχολείον της Συναγωγής είναι γνωστόν ότι ηρύσθη
την αρτίαν μόρφωσίν του απ' ευθείας εκ της εξετάσεως των θελημάτων
του Πατρός του. Η φωνή εκείνη του Θεού, ήτις ελάλησεν εις τον πατέρα
του ανθρωπίνου Γένους υπό τους φοίνικας του Παραδείσου, συνεκοινώνει
περισσότερον μετ' αυτού. Την ήκουεν εις πάντα ήχον της φύσεως, εις
πάσαν ασχολίαν της ζωής του, εις πάσαν σκέψιν του και πάντα λογισμόν.
Η ζωή του η επί της γης ήτο ωσάν μία επιγραφή, εις την οποίαν
ενεγράφετο η λέξις Θεός. Γεγραμμένον εν τω μυχώ της συνειδήσεώς του,
γεγραμμένον εις τας κοινοτέρας δοκιμασίας του, γεγραμμένον με ακτίνας
ηλίου, γεγραμμένον με των άστρων το φως, ανεγίνωσκε παντού το όνομα
του Πατρός του. Η ήρεμος και αδιατάρακτος απομόνωσις εις εκείνην την
ευδαίμονα κοιλάδα, με τους χλοάζοντας αγρούς της και τας ωραίας
σκηνογραφίας της, ήγεν εις μίαν ζωήν πνευματικής επικοινωνίας· και
γνωρίζομεν πως εις παν γεγονός, και εις παν επεισόδιον της ζωής εν τω
ταπεινώ εκείνω χωρίω — εις τας αθώας παιδιάς των μικρών Ναζαρηνών,
εις τας αγοραπωλησίας τας τελουμένας εν τη μικρά αγορά, εις τα
δροσερά, νάματα της προαιωνίου πηγής, εις το κάλλος των ορεινών
κρίνων, εις τους κρωγμούς τους ακουομένους από τας φωλεάς των
κοράκων, — ο Ιησούς εύρισκε τροφήν δι' ωραίας παρομοιώσεις και διά
πνευματικάς σκέψεις.

Δεν πρέπει να λησμονώμεν το γεγονός, ότι κατά τα σιωπηλά, κατά τα
αφανή εκείνα έτη του βίου του, επετέλεσε μέγα μέρος του έργου αυτού.
Όχι μόνον «περιεζώνετο την ρομφαίαν του εις τον μηρόν», κατά την
ρήσιν των ψαλμών, αλλά και την εχειρίζετο εις ένα αμείλικτον και
ακατάπαυστον πόλεμον εναντίον του πειρασμού. Η αθόρυβος αυτή πάλη,
καθ' ην δεν ακούεται των όπλων η κλαγγή, αλλ' εις την οποίαν οι
αγωνιζόμενοι καθ' ημών είνε τόσον μάλλον τρομεροί, όσον είνε αφανείς,
διεξήγετο καθ' όλην την μακράν περίοδον του πρώτου σταδίου της ζωής
του. Κατά τα έτη εκείνα «ήρξατο ποιείν» πολύ προτού αρχίση «πράττων»
(Πρ. Απ. 1, 1). Ήσαν έτη αναμαρτήτου παιδικής ηλικίας και αναμαρτήτου
νεότητος και αναμαρτήτου ωριμότητος, καταναλωθέντα εν ταπεινοφροσύνη,
εργασία, ασημότητι, ευπειθεία, αυταρκεία, προσευχαίς, — έτη μιας ζωής
καθισταμένης αιώνιον παράδειγμα εις όλον το ανθρώπινον γένος. Δεν
δυνάμεθα να τον μιμηθώμεν εις τας ενασχολήσεις της περιόδου της
διδασκαλίας του, ουδέ δύναται να υπάρχη ομοιότης μεταξύ των
περιστατικών του εξωτερικού βίου του καθ' όλην εκείνην την
θριαμβευτικήν τριετίαν, και των περιστατικών της ιδικής μας ζωής. Η
μεγάλη όμως πλειονότης των ανθρώπων προωρίσθη θεία βουλήσει εις ένα
βίον κοινόν και αδιατάρακτον, όστις αναλογεί προς τα τριάκοντα έτη,
άτινα διήλθεν ο Ιησούς εν αφανεία· και η καθ' όλην την τριακονταετίαν
ταύτην ζωή του είνε δι' ημάς σωστικόν παράδειγμα περί του πώς πρέπει
να ζώμεν. «Και σημειώσατε, — λέγει ο άγιος Ευτύχιος της Δυτικής
Εκκλησίας, — ότι το γεγονός, ότι ουδέν έπραξε θαυμαστόν καθ' όλον
τούτο το χριστιανικόν διάστημα, είνε αυτό καθ' εαυτό θαύμα. Και όπως
υπήρχε δύναμις εις την δρασίν του, ούτω υπήρχε δύναμις και εις την
σιωπήν του, την αδράνειάν του, την απομόνωσίν του. Ο Βασιλεύς ούτος
του κόσμου, όστις έμελλε να διδάξη πάσαν αρετήν, και να μας διδάξη
τον τρόπον του ζην, ήρχισε πρώτος να εφαρμόζη τας αρχάς του εναρέτου
βίου, τον οποίον ήλθε να διδάξη, αλλά κατά θαυμαστόν, ανεξερεύνητον
και έως τότε πρωτάκουστον τρόπον».

Η παρουσία του εις την ήρεμον εκείνην οικογενειακήν εστίαν επλήρου
αυτήν ευδαιμονίας και μακαριότητος. Η ώρα της πάλης, η ώρα της
ρομφαίας, η ώρα καθ' ην πολλοί εν Ισραήλ έμελλον ν' ανυψωθούν ή να
πέσουν εξ αιτίας του, η ώρα ότε αι σκέψεις πολλών καρδιών έμελλον ν'
αποκαλυφθούν, η ώρα κατά την οποίαν η βασιλεία των ουρανών επέπρωτο
να υποστή την βίαν, δεν είχεν ακόμη σημάνει. Εις πάντα οικογενειακόν
κύκλον η ευμενής επίδρασις μιας αγαπώσης ψυχής αρκεί, όπως εμφυσήση
εις αυτόν άρρητον γαλήνην. Έχει θωπευτικήν και παρήγορον δύναμιν,
όπως αι ακτίνες του ηλίου. Ουδέν κοινόν, ουδέν τυραννικόν, ουδέν
ανήσυχον δύναται ν' αντιπαλαίση τελεσφόρως προς την ευεργετικήν
γοητείαν της· ουδεμία παρατονία δύναται να διαταράξη την βασιλεύουσαν
αρμονίαν. Αλλ' ο οίκος του Ιησού δεν ήτο εκ των κοινών οίκων. Με τον
Ιωσήφ, όστις απετέλει το στήριγμα και τον οδηγόν αυτού, με την
Μαρίαν, ήτις τον εξήγνιζε και τον καθήδυνε, με τον νεαρόν Ιησούν τον
φωτίζοντα αυτόν διά του φωτός του ουρανού, ήτο εις εκείνην την
οικογενειακήν εστίαν μία ζωή αληθούς ευσεβείας, αγγελικής αγνότητος,
τελείας σχεδόν ειρήνης. Αι παραδόσεις των πρώτων Χριστιανικών χρόνων
μας λέγουν, ότι ημέραν και νύκτα, όταν ο Ιησούς εκινείτο και όταν
εκοιμάτο, η φωτεινή νεφέλη έλαμπε περί αυτόν. Και ούτω βεβαίως
εγίνετο· αλλά το φως εκείνο δεν ήτο ορατόν· ήτο το κάλλος της
αγιότητος· ήτο η ειρήνη του Θεού.

Εις το ενδέκατον κεφάλαιον της αποκρύφου ιστορίας του τέκτονος Ιωσήφ,
ευρίσκομεν την πληροφορίαν, ότι ο Ιωσήφ είχεν άλλους τέσσαρας υιούς
και πολλάς θυγατέρας εξ άλλης γυναικός, και ότι οι πρεσβύτεροι υιοί ο
Δίκαιος και ο Συμεών, και αι θυγατέρες Εσθήρ και Θαμάρ, νυμφευθέντες
εις κατάλληλον ώραν, απεχώρησαν του πατρικού οίκου, εγκατασταθέντες
εις τον ίδιον. «Αλλ' ο Ιούδας και ο Ιάκωβος ο Νεώτερος, και η
Παρθένος μήτηρ μου», εξακολουθεί ο ομιλών, όστις υποτίθεται ότι είναι
αυτός ο Ιησούς, «παρέμειναν εις τον οίκον του Ιωσήφ. Εξηκολούθησα
καγώ παραμένων μετ' εκείνων, ως αν ήμην είς εκ των υιών. Διήλθον
αναμαρτήτως όλον μου τον βίον. Εκάλουν την Μαρίαν μητέρα και τον
Ιωσήφ πατέρα, και υπήκουον εις παν ό,τι έλεγον και ουδέποτε αντέστην
εις αυτούς, — αλλ' υπετασσόμην...και ουδέποτε ενέβαλον αυτούς εις
οργήν, ουδέ ωμίλησα αυτοίς ποτε δριμέως· τουναντίον, έτρεφον άπειρον
δι' αυτούς αγάπην, ως προς κόρην οφθαλμού».

Το χωρίον τούτο, όπερ παραθέτω ολόκληρον διότι μας παρέχει μίαν
τελείαν εικόνα της αρμονίας, ήτις επεκράτει εις την ταπεινήν
οικογένειαν της Ναζαρέτ, μας ενθυμίζει το περίπλοκον ζήτημα: είχεν ο
Κύριος ημών ομομητρίους τινάς αδελφούς και αδελφάς; Και αν όχι, τίνες
είναι τότε οι τόσον συχνάκις εις τα απόκρυφα Ευαγγέλια αποκαλούμενοι
αδελφοί του Κυρίου; Ολόκληροι τόμοι εγράφησαν επί του σπουδαίου και
αμφισβητουμένου τούτου ζητήματος, και δεν προτίθεμαι να εξετάσω
ενταύθα εν πλάτει καθόσον δεν επιθυμώ να διοχετεύσω εις τας σελίδας
μου ταύτας πολεμικήν συζήτησιν, και εξ άλλου επραγματεύθην αυτό
αλλαχού. Αι αποδείξεις αι αντιφατικαί είναι τόσον αβέβαιαι και αι
δυσκολίαι πάσης γνώμης τόσον σαφείς, ώστε το να επιμείνη τις
δογματικώς εις θετικήν τινα λύσιν του προβλήματος θα ήτο υπεροπτικόν
και ανειλικρινές. Μερικοί εν τούτοις παρεδέχθησαν την φυσικήν
υπόθεσιν ότι μετά την θαυμαστήν σύλληψιν του Κυρίου ημών ο Ιωσήφ και
η Μαρία έζησαν ηνωμένοι εν τω γάμω και ότι ο Ιάκωβος και ο Ιούδας και
ο Συμεών και ο τέταρτος υιός και αι θυγατέρες, των οποίων τα ονόματα
δεν αναφέρονται, εγεννήθησαν κατόπιν. Κατά την δοξασίαν ταύτην ο
Ιησούς είναι ο πρεσβύτερος, και μετά τον θάνατον του Ιωσήφ, όστις, αν
πρέπει να πιστεύσωμεν την παράδοσιν, συνέβη όταν ο Χριστός ήγε το
δέκατον έννατον έτος της ηλικίας του, ανέλαβε την φυσικήν αρχηγείαν
και την υποστήριξιν της απορφανισθείσης οικογενείας. Κατ' άλλην όμως
γνώμην, την οποίαν εδημιούργησεν ο Άγιος Ιερώνυμος, οι αδελφοί
εκείνοι του Κυρίου ημών ήσαν πράγματι εξάδελφοί του. Η Μαρία
πιστεύεται, είχε μίαν αδελφήν συνώνυμον, ήτις συνεζεύχθη τον Αλφαίον
ή Κλωπάν και εγέννησεν εκ τούτου τα εν λόγω τέκνα. Πας τις δύναται να
σχηματίση επί του ζητήματος τούτου ιδίαν πεποίθησιν· αλλ' είναι
δυνατόν να παραδεχθώμεν ότι δυνάμεθα να καταλήξωσεν εις βέβαιον
συμπέρασμα, το οποίον ήθελε γείνη παραδεκτόν από όλους. Εν πάση
περιπτώσει, είναι φανερόν ότι ο Κύριος ημών είχε στενάς σχέσεις από
απαλών ονύχων με πολλούς και διαφόρους συγγενείς ή αδελφούς,
μεγαλειτέρους ή μικροτέρους αυτού κατά την ηλικίαν, οίτινες ήσαν
άνθρωποι διαπύρου ζήλου, απλότητος εξικνουμένης σχεδόν μέχρις Εσαίου
ασκητισμού, εχθρικώς διακείμενοι προς παν είδος διαφθοράς,
παρεκτροπής ή αμαρτήματος, ευλαβούμενοι και αφωσιωμένοι εξ όλης ψυχής
εις τας περί Μεσσίου ελπίδας του έθνους, ακόμη δε και εις την τήρησιν
όλων των θρησκευτικών τελετών της χώρας. Γνωρίζομεν δε ότι, καίτοι
βραδύτερον υπήρξαν οι στυλοβάται της νηπιώδους ακόμη εκκλησίας, εν
τούτοις κατ' αρχάς δεν επίστευον εις την θεότητα του Κυρίου ημών, ή
τουλάχιστον είχον ιδέας αντικειμένας προς την αποστολήν του. Εν πάση
περιπτώσει ο Ιησούς δεν εύρε μεταξύ τούτων τους πιστοτέρους οπαδούς
του ή τους προσφιλεστέρους συντρόφους του. Εφαίνετο ότι υπήρχε παρ'
αυτοίς δόσις τις ισχυρογνωμοσύνης, Ιουδαϊκής επιμονής, έλλειψις
συμπαθείας, απουσία πλήρης παντός στοιχείου τρυφερότητος και
σεβασμού. Ο Πέτρος ο πλήρης αγάπης προς το πρόσωπον του Χριστού και
εις αυτάς τας στιγμάς της χειροτέρας αδυναμίας του, ο πάντοτε
γενναιόφρων και πάντοτε μεγαλόψυχος, ο Ιάκωβος ο υιός του Ζεβεδαίου,
ο ήρεμος και επιφυλακτικός και συνετός και φιλαλήθης, και υπέρ πάντας
ο Ιωάννης ούτινος η ορμητικότης εχύνετο από μίαν ψυχήν εμπεπλησμένην
απείρου τρυφερότητος ήσαν προσφιλέστεροι και πολυτιμότεροι δι' αυτόν
από όλους τους αδελφούς του και τους συγγενείς του. Μία αγρίως
επιθετική ηθική είναι ολιγώτερον ωραία από μίαν απορροφητικήν και
ανεξίκακον αγάπην.

Αν παραδεχθώμεν ότι ο Ιησούς είχεν αδελφούς, είναι πιθανόν ότι
ειργάζοντο μαζύ του εις το αυτό ταπεινόν επάγγελμα, και ότι συνέζων
μετ' αυτού υπό την αυτήν πτωχικήν στέγην. Εν τούτοις είμεθα βέβαιοι
εξ άλλου ότι ο Ιησούς συνείθιζεν ως επί το πλείστον να μένη μόνος. Η
απομόνωσις και η ερημία τού έφερε την έμπνευσιν, τον έθετεν εις
άμεσον επικοινωνίαν με τον ουράνιον Πατέρα του. Και αναμφιβόλως
εζήτει την σπομόνωσιν ταύτην εις μακρούς περιπάτους ανά τους
χλοάζοντας λόφους, υπό τας συκάς και τας ελαίας, εν τω μέσω ηρέμων
αγρών, κατά τα μεσημβρινά καύματα και υπό τα άστρα της νυκτός.
Ουδεμία ψυχή δύναται να διασώση το άρωμα και την αβρότητα της
υπάρξεώς της άνευ της σιωπηλής προσευχής και του ρεμβασμού και της
σκέψεως· και το μέγεθος της ανάγκης ταύτης είναι ανάλογον προς το
μέγεθος της ψυχής. Υπάρχουν πολλαί στιγμαί εις το τριετές διάστημα
της διδασκαλίας του Κυρίου ημών, καθ' ας απεμάκρυνεν αφ' εαυτού τους
πιστοτέρους και προσφιλεστέρους μαθητάς του, διά να μείνη μόνος με
τον εαυτόν του.

Ελέχθη ότι δύο μόνον μέρη υπάρχουν εν Παλαιστίνη, όπου δυνάμεθα να
έχωμεν την απόλυτον ηθικήν βεβαιότατα ότι περιεπάτησαν οι πόδες του
Χριστού, — και ονομαστικώς τα περίχωρα του εν Σεχέμ φρέατος, και η
καμπή του δρόμου εκείνου, όστις άγει από Βηθανίας εις το όρος των
Ελαιών, οπόθεν διακρίνεται καθαρώς η Ιερουσαλήμ. Αλλ' εις ταύτα
προσθέτω και δύο τουλάχιστον άλλα, τον στενόν απότομον δρόμον, όστις
φέρει εις το χωρίον Ναΐν, και την κορυφήν του λόφου, εφ' ου είναι
εκτισμένη η Ναζαρέτ. Η κορυφή αύτη δεν στολίζεται σήμερον υπό
χριστιανικού τινος μνημείου· μολύνεται δυστυχώς από το άθλιον, το
κατεστραμμένον, το απαίσιον κενοτάφιον αφανούς τινος μωαμεθανού
αγίου. Βεβαίως δεν υπάρχει σήμερον εν Ναζαρέτ κανέν δεκαετές παιδίον,
όσον μελαγχολικόν και αναίσθητον και αν υποτεθή, το οποίον να μη
ανήλθε πολλάκις εις την κορυφήν εκείνου του λόφου· και βεβαίως κατά
τους παλαιοτέρους χρόνους δεν είνε δυνατόν να ευρέθη έν παιδίον, το
οποίον να μη ηκολούθησε το κοινότατον ένστικτον της ανθρωπίνης φύσεως
και να μη ανερριχήθη εις εκείνας τας θυμοφύτους κλιτύας και να μη
έφθασεν εις την κορυφήν, από την οποίαν παρουσιάζεται ένα θέαμα τόσον
μαγευτικόν της μεγάλης πόλεως της πολυανθρώπου. Ο λόφος υψούται εις
ύψος εξακοσίων ποδών άνωθεν της επιφανείας της θαλάσσης. Τετρακοσίους
ή πεντακοσίους πόδας κάτω απλούται η ευδαίμων κοιλάς. Η άποψις εκ
μέρους τούτου θα εθεωρείται εις πάσαν χώραν του κόσμου θελκτική και
ερασμία· προσδέχεται δε έν θέλγητρον μάλλον απερίγραπτον εκ της
πεποιθήσεως ημών ότι, εκεί, εν τω μέσω των ανθέων του όρους,
ριπιζόμενος υπό της αύρας, ήτις ηνέμιζε την κόμην εκ των κροτάφων
του, ο Ιησούς παρηκολούθει πολλάκις διά των οφθαλμών την πτήσιν των
αετών εις τον κυανούν αιθέρα και ανέτεινε την κεφαλήν του προς τα άνω
εις το άκουσμα του κρότου των πτερύγων της μακράς σειράς των πελαργών,
των αεροπορούντων από τον χείμαρρον Κισών προς την λίμνην της
Γαλιλαίας. Και οίον θέαμα εξηπλούτο προ αυτού από τον χλοάζοντα εκείνον
λόφον, όστις εμυρόνετο από τας αποπνοίας του θύμου! Δι' αυτόν πας αγρός
και πάσα συκή, οι φοίνικες και οι κήποι, αι οικίαι και αι συναγωγαί
ήσαν γνώριμα αντικείμενα· και υπέρ πάσας τας άλλας οικίας, με τας
τετραγώνους στέγας των, ο οφθαλμός του θα προσηλούτο ευδαιμόνως εις
το μικρόν κατάλυμμα του τέκνονος. Προς βορράν, κάτω της πολίχνης,
έκειτο η στενή και εύφορος πεδιάς η σήμερον καλουμένη Ελ-Βουτέφ, από
μέσα από την οποίαν ορθούνται οι δενδρόφυτοι λόφοι της Νεφθαλείμ· και
περίοπτος εις ένα εκ τούτων ήτο η Σαφέδ, «η πόλις η επί λόφου
εκτισμένη». Υπεράνω τούτων, μακράν εις τον ορίζοντα, το όρος Ερμών,
ύψωνεν εις την κυανήν ατμόσφαιραν τον μεγαλοπρεπή όγκον των
κολοσσαίων νώτων του, των λευκών από τας αιωνίους χιόνας. Προς
ανατολάς εις απόστασιν ολίγων μιλίων, ωρθούτο η πράσινη και στρογγυλή
κορυφή του Θαβώρ, πλήρης δρυών. Προς δυσμάς, ο Χριστός προσήλονε τους
οφθαλμούς του διά μέσου του διαφανούς αέρος επί της πορφυράς αλύσεως
του Καρμήλου, εις τα δάση του οποίου ο Ηλίας είχεν εύρει κατοικίαν.
Προς νότον, διακοπτομένη μόνον από την γλαφυράν κατατομήν του μικρού
Ερμόν και του Γιλβοά, ηπλούτο πεδιάς του Εσδρακλόν, η τόσον
αξιομνημόνευτος εν τη ιστορία της Παλαιστίνης και του κόσμου· διά της
πεδιάδος ταύτης ειλίσσετο ο από νότου δρόμος προς την πόλιν εκείνην,
ήτις υπήρξε το σφαγείον των προφητών, και όπου προέβλεπεν ίσως από
τώρα ο Ιησούς, εις ένα προφητικόν δράμα, την αγωνίαν εν τω κήπω, τους
εμπαιγμούς και τους εμπτυσμούς, τον σταυρόν και τον ακάνθινον
στέφανον.

Η σκηνογραφία, ήτις ηπλούτο εκεί υπό τους οφθαλμούς του νεαρού Ιησού
ήτο το κεντρικώτερον μέρος του κόσμου, το οποίον ήλθε να σώση. Έκειτο
εις αυτήν την καρδίαν της γης Ισραήλ και εν τούτοις εκεί πλησίον
ήσαν, χωριζόμεναι από ένα στενόν όριον λόφων και χειμάρρων, η
Φοινίκη, η Συρία, η Αραβία, η Βαβυλών, η Αίγυπτος. Αι Νήσοι των
Εθνών, και όλαι αι δοξασμέναι χώραι της Ευρώπης ήσαν σχεδόν οραταί
υπεράνω της απαστραπτούσης επιφανείας των υδάτων της δυτικής εκείνης
θαλάσσης. Αι σημαίαι της Ρώμης εκυμάτιζον εις την πεδιάδα την προ
αυτού· η γλώσσα των Ελλήνων ωμιλείτο εις τας κάτω απλουμένας πόλεις.
Και όσον γαληνιαία και αν εφαίνετο τώρα η χώρα εκείνη, η πρασινίζουσα
ως να είχε στρωθή με σμαράγδους, η πλουσία εις φως, υπήρξεν από ετών
ένα πεδίον μάχης μεταξύ των εθνών. Φαραώ και Πτολεμαίοι, Εμίραι και
Αρσίται, Κριταί και Ύπατοι, είχον αποδυθή όλοι, εις μίαν αιματηράν
αμφισβήτησιν της μειδιώσης εκείνης χώρας. Απήστραψεν από την λάμψιν
τον δοράτων τον Αμαληκιτών· διεσείσθη από τους βαρείς τροχούς των
αρμάτων του Σεσώστριδος· απήχησεν από τας συριζούσας νευράς του
Σεναχερίβ· είχε ποδοπατηθή υπό των φαλαγγών του Μακεδόνος· ηκούσθη
εκεί η κλαγγή των ρωμαϊκών όπλων· προωρίζετο κατόπιν να αισθανθή το
μένος των σταυροφόρων — μίαν μεγάλην εποποιίαν ηρωισμού και δόξης —
και ν' αντιλαλήση τας αγρίας κραυγάς των από Αγγλίας και Γαλλίας
καταβάντων πολεμιστών. Εις την κοιλάδα εκείνην του Ιεσραέλ η Ευρώπη
και η Ασία, ο Ιουδαϊσμός και ο Χριστιανισμός, η Βαρβαρότης και ο
Πολιτισμός, το Παλαιόν και το Νέον Συμβόλαιον, η Ιστορία του
παρελθόντος και αι ελπίδες του παρόντος, εφαίνετο ως να είχον
συναντηθή επί το αυτό. Και ενείχεν η σκηνογραφία εκείνη, επί της
οποίας πολλάκις προσήλωσε ρεμβός τους οφθαλμούς του ο Ιησούς, μίαν
σημασίαν πλέον πάσης άλλης βαθυτέραν διά τας τύχας της ανθρωπότητος.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Το βάπτισμα του Ιωάννου



Χαρακτηριστικά της εποχής. — Βαθύτατον σκότος προ της αυγής. —
Ασκητισμός. — Ιωάννης ο Βαπτιστής. — Ο χαρακτήρ του. — Η διδασκαλία
του. — Οι ακροαταί του. — Σκηνή εκ της διδασκαλίας του. — Το κήρυγμά
του. — Ο Ιωάννης προ του Ιησού. — Διατί εβαπτίσθη ο Χριστός. —
Αναγνώρησις του Μεσσίου.

Ούτω λοιπόν η παιδική του ηλικία και η νεότης του και τα πρώτα έτη
της ωριμότητος αυτού παρήλθον εν ταπεινή ευπειθεία εις τα κελεύσματα
του Θεού και εν ιερά σιγή, και ο Ιησούς ήτο τώρα τριάκοντα ετών. Το
βαθύ μάθημα, το σωτήριον διά πάντα άνθρωπον πάσης τάξεως και ηλικίας,
όπερ προκύπτει από μίαν μακράν ήσυχον εργασίαν και από ένα αφανή και
ήρεμον βίον, το είχε διδαχθή ήδη τελείως ο Ιησούς, και τώρα πλέον
είχε σημάνει οριστικώς η ώρα της διδασκαλίας του και η ώρα του
μεγάλου έργου της αναγεννήσεως του ανθρώπου. Έμελλε να γίνη ο Σωτήρ
του γένους όχι μόνον διά του παραδείγματος, αλλά και διά της
αποκαλύψεως και διά του θανάτου.

Και ήδη είχεν αρχίσει ν' ακούεται η Φωνή η εν τη ερήμω, ήτις
συνεκίνει μέχρι των μιχιαιτάτων τας καρδίας του έθνους βοώσα:
«Μετανοείτε και προσεύχεσθε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των Ουρανών!»

Ήτο εποχή μεταβατική, εποχή αβεβαιότητος, αμφιβολίας. Εις εκείνον τον
κατακλυσμόν της γενικής διαφθοράς, εις το ναυάγιον των ιερών θεσμών,
εις εκείνα τα μεγάλα νέφη τα οποία επυκνούντο συσκοτίζοντα ολονέν
περισσότερον τον πολιτικόν ορίζοντα, εφαίνετο εις πολλούς ευσεβείς
Ιουδαίους ότι επέκειτο η συντέλεια του κόσμου. Ήδη το σκήπτρον είχε
ξεφύγει από τας χείρας της φυλής· ήδη το ισχυρόν αξίωμα και η
κολοσσαία δύναμις του μεγάλου Αρχιερέως είχεν εκμηδενισθή προ των
Ιδουμαίων τετραρχών ή των Ρωμαίων υπάτων· ήδη η καταπιεστική
επίδρασις, η ασκουμένη επί του παρηκμακότος Συνεδρίου, ήτο εις χείρας
ασυνειδήτων οπαδών της Ηρωδείου δυναστείας ή δολίων Σαδδουκαίων.
Εφαίνετο ως να μη είχε μείνει τίποτε προς παρηγορίαν του έθνους, παρά
η πίστις του μόνον προς τους μωσαϊκούς θεσμούς και αι ελπίδες τας
οποίας ηδέως έθαλπε περί του ελευσομένου Μεσσίου. Εις εποχήν τόσον
τεταραγμένην και τόσον ανήσυχον, — καθ' ην παν ό,τι παλαιόν παρήρχετο
ανεπιστρεπτεί και παν ό,τι νέον εξηκολούθει να μένει άγνωστον, —
εδικαιολογείτο κάλλιστα ο Φαρισαίος ζητών ευκαιρίαν προς επανάστασιν,
και περισσότερον αυτού ο Εσσαίος ασπαζόμενος τον βίον τον μοναχικόν,
τον βίον τον άγαμον, και βυθιζόμενος εις αγρίαν απομόνωσιν από της
κοινωνίας. Υπήρχε γενική προσδοκία «της μελλούσης εκείνης οργής»,
ήτις έμελλε να είναι η ωδίς του τοκετού της ερχομένης βασιλείας, το
σκότος το βαθύτατον το προ της αυγής. Ο κόσμος είχε γηράσει, και η
ειδωλολατρεία εξώκειλεν εις μυσαράς καταχρήσεις. Η αθεΐα είχεν ως
συνέπειαν την ηθικήν κατάπτωσιν, όπως συμβαίνει πάντοτε μεταξύ των
εθνών. Η αδικία εφαίνετο ότι είχε πάρει ένα δρόμον αχαλίνωτον πλέον.
Η φιλοσοφία η τόσα καυχηθείσα, ήτο τώρα η παρηγορία των ολίγων. Το
έγκλημα ήτο παγκόσμιον, και δεν υπήρχε φάρμακον διά την φρίκην και
τον όλεθρον που επροκάλει εις χιλιάδας καρδιών. Και αυτή η τύψις του
συνειδότος είχεν εξαντληθή, ούτως ώστε η ανθρωπίνη φύσις «είχε
διεξέλθει παν είδος κακίας». Ήτο μία πώρωσις καρδιών, μία απολίθωσις
του ηθικού συναισθήματος, καταθλιπτική και πανίσχυρος, ως την
εύρισκον και εκείνοι ακόμη όσοι έπασχον εξ αυτής. Και αυτός δε ο
εθνικός κόσμος είχε τώρα την αμυδράν συναίσθησιν, ότι επέστη πλέον το
πλήρωμα του χρόνου.

Εις τοιαύτας κρισίμους περιόδους η τάσις προς την ασκητικήν
απομόνωσιν καθίσταται ισχυροτάτη. Η σιωπηλή επικοινωνία μετά του Θεού
εν τω μέσω των αγρίων σκηνών της φύσεως φαίνεται προτιμοτέρα του
ενοχλητικού συμφυρμού μέσα εις μίαν απογοητευμένην κοινωνίαν. Η
ανεξαρτησία και η συντήρησις της ζωής διά των πλέον λιτών μέσων, τα
οποία εξαρκούσιν εις τας πρώτας ανάγκας μας, ελκύουν περισσότερον από
την αένναον αγωνίαν και από την σαπίζουσαν αθλιότητα μιας
ταπεινωτικής και αγωνιζομένης πενίας. Η αγριότης και η σιωπή της
αδιαφορούσης φύσεως φαίνονται ότι παρέχουν εις τοιαύτας περιστάσεις
θελκτικόν καταφύγιον μακράν του θορύβου, της ποταπότητος και της
μοχθηρίας των ανθρώπων. Ο Βάνος ο Φαρισαίος, όστις απεσύρθη εις την
έρημον και έζησεν εκεί ένα χρονικόν διάστημα ίσον προς τους κατόπιν
ερημίτας της Θηβαΐδος, ήτο μόνον είς εκ των πολλών εις τους οποίους
επέδρασαν αι τοιαύται βιωτικαί συνθήκαι. Ο Ιώσηπος, όστις έζησε τρία
έτη μετ' αυτού εις το ορεινόν σπήλαιόν του, περιγράφει τας αυστηράς
στερήσεις, τας οποίας επέβαλεν εις εαυτόν και τον πλήρη σκληραγωγιών
βίον του, και μας λέγει, πως ενεδύετο με φύλλα, και πως ετρέφετο με
ρίζας και πως νυχθημερόν κατεβυθίζετο εις τα παγερά ύδατα, διά να
διατηρήται το σώμα του πάντοτε καθαρόν και η καρδία του αγνή.

Αλλ' ο ασκητισμός προέρχεται εκ διαφόρων αιτίων. Δυνατόν να προκύπτη
εκ της οιήσεως του κυνικού, όστις θέλει να ευρίσκεται μακράν παντός
ανθρώπου· ή από τον αηδή πλέον κόρον του επικουρείου, όστις ποθεί να
εύρη καταφύγιον, όπως προφυλαχθή και από τον ίδιον εαυτόν του· ή από
τον εγωιστικόν τρόμον του φανατικού, του σκοπούντος μόνον την ιδίαν
σωτηρίαν. Πλέον διαφορετική και υψηλοτέρα ήτο η απλοϊκότης και η
αυταπάρνησις του Βαπτιστού. Οι ζωγράφοι του μεσαιώνος δεν
απομακρύνονται της αληθείας παριστώντες αυτόν κάτισχνον από αυστηράν
άσκησιν εξ απαλών ονύχων. Η φυσική ροπή προς την ζωήν της απομονώσεως
είχε φανερωθή εις τον νεαρόν Ναζαρηνόν από τα πρώτα έτη της παιδικής
ηλικίας του· αλλ' εν αυτώ προέκυψεν εκ της συναισθήσεως, ότι ήτο
προωρισμένος να εκπληρώση ένδοξον αποστολήν, εκ του πόθου ν'
ακολουθήση ένα πεπρωμένον εμπνεόμενον από φλογεράς ελπίδας. Το φως το
εν αυτώ έμελλε ν' ανάψη εν ανάγκη εις παμφάγον φλόγα όχι χάριν αυτού,
αλλά προς τον σκοπόν τού να φωτίση τον δρόμον του ερχομένου Βασιλέως.

Υπό φυσικήν έποψιν, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ήτο πλήρης ορμών και πλήρης
πυρός. Ο μακρός αγών, κατά τον οποίον κατώρθωσε να καθυποδουλώση
τελεσφόρως εαυτόν και να παρασυρθή υπό μιας μοναδικής, της σκέψεως
του Θεού, ο αγών όστις του ενέπνευσε την αφοβίαν προ του κινδύνου και
την ταπεινοφροσύνην εν τω μέσω του θριάμβου, — είχεν αφήσει τα ίχνη
του εις τον αυστηρόν χαρακτήρα και εις την όψιν και εις την
διδασκαλίαν του ανδρός. Αν είχεν εύρει την ειρήνην και την ησυχίαν
εις την μακράν προσευχήν και εις την μετάνοιαν της ζωής του εν τη
ερήμω, η ειρήνη αύτη δεν ήτο η ειρήνη η αυτόματος ανεξικάκου εκ
φύσεως και αγίας ψυχής. Η νίκη την οποίαν ήρατο ήτο ακόμη πλήρης από
τα ίχνη του αγώνος· και η ειρήνη την οποίαν κατέκτησεν απήχει έτι από
τον μακρυνόν θόρυβον της θυέλλης. Η διδασκαλία του αντικατώπτριζε της
ερήμου τας εικόνας — τους βράχους, τον όφιν, το γυμνόν δένδρον. Και
του Λανζ η περιγραφή είναι πλήρης ευγλωττίας: «Όταν εξεδηλούτο εις
προφήτην, ήτο ωσεί δαυλός ανημμένος· ο δημόσιος βίος του υπήρξε
σεισμός, — ολόκληρος ο άνθρωπος ήτο ένα κήρυγμα· ηδύνατο κάλλιστα ν'
αποκαλέση εαυτόν φωνήν, — την φωνήν ενός όστις εβόα εν τη ερήμω:
«Ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου».

Ενώ δε ήτο βυθισμένος εις τους βαθείς διαλογισμούς του, το πυρ το εν
αυτώ ήναψεν, και ωμίλησεν επί τέλους με την γλώσσαν του. Από παιδικής
σχεδόν ηλικίας υπήρξεν εκουσίως ερημίτης. Εν τη απομονώσει του είχε
κατανοήσει τα άρρητα μυστήρια της φύσεως. Εκεί ο αόρατος κόσμος
κατέστη δι' αυτόν πραγματικότης. Επικοινωνών με την ιδίαν του μόνον
μεγάλην καρδίαν, — επικοινωνών με τας υψηλάς σκέψεις της μακράς
εκείνης σειράς των προφητών, των προδρόμων του μέσα εις ένα
ανυπότακτον λαόν, — επικοινωνών με τας μυστικάς φωνάς, αίτινες
ήρχοντο προς αυτόν από το όρος και από την θάλασσαν, — έμαθε μάθημα
βαθύτερον και πλέον αποκαλυπτικόν εκείνου όπερ ηδύνατο να διδαχθή εις
τους πόδας του Ιλλήλ και του Σαμμαΐ. Εις την τροπικήν μεσημβρίαν της
βαθείας εκείνης κοιλάδος του Ιορδάνου, όπου ο αήρ φαίνεται πλήρης
μιας λεπτής και φρισσούσης φλογός, ακούων τους ωρυγμούς των αγρίων
θηρίων κατά τας μακράς νύκτας, υπό το φέγγος των άστρων «τα οποία
εφαίνοντο κρεμάμενα ωσάν σφαίραι πυρός εις πορφυρόχρουν στερέωμα» —
περιδιαβάζων παρά τα θολά ύδατα της νεκράς και κατηραμένης εκείνης
λίμνης, — ο Ιωάννης είχε διδαχθή ένα μάθημα, ο Ιωάννης είχε φωτισθή
από μίαν αποκάλυψιν, ήτις δεν κατέρχεται μέχρι των κοινών ανθρώπων,
και ήτις δεν εμπνέεται εις τα σχολεία των Ραββίνων, αλλ' εις το
σχολείον της ερημίας και εις το σχολείον του Θεού.

Τοιούτοι διδάσκαλοι είνε κατάλληλοι διά τοιαύτας εποχάς. Κηρύσσουν
την αλήθειαν και λαλούν την γλώσσαν της πραότητος και προφητεύουν τον
δόλον του ανθρώπου. Οι συνήθεις γραμματείς ή Φαρισαίοι,
εκτεθηλυμμένοι εκ της ευωδίας, οιηματίαι προ του γενικού σεβασμού,
συνήρχοντο εν τη συναγωγή με τα πλατέα φυλακτήριά των και τους
πολυτελείς χιτώνας των, και προέβαινον εις υπνηλήν εποικοδόμησιν των
ακροατών αυτών, κρατούντες ανά χείρας το μ ι δ ρ ά ς το βρίθον
παιδαριωδιών και αγόνων και κοινών παραδειγμάτων· αλλά μόνη η θέα του
Ιωάννου του Βαπτιστού εδείκνυεν ότι ήτο άλλου είδους διδάσκαλος. Ο
παλμώδης τόνος φωνής απηχούοης εκ περιφρονήσεως και θυμού, η ηλιοκαής
όψις, οι ακτένιστοι πλόκαμοι, τα συνεσφιγμένα χείλη, η δερματίνη
ζώνη, και το εκ τριχών καμήλου ένδυμα, εδείκνυον παρευθύς άνδρα πλήρη
μεγαλείου και ατρόμητον εις την δύναμίν του, όστις όπως ο τραχύς
προφήτης Ηλιού, ο οποίος ήτο το πρωτότυπόν του, ίστατο απτόητος
ενώπιον των πορφυρογεννήτων Αχαάβ και των μοιχών Ιεζάβελ. Δεν ήτο
επιδεικτικός τις και πομπώδης Φαρισαίος, κατάφορτος εκ κροσσών και
φυλακτηρίων· ουδέ χιτωνοφόρος τις ιερεύς απορροφημένος εις μικράς
τελετάς· ωμοίαζε προς τους μεγάλους προκατόχους του και ήτο επικριτής
αμφοτέρων τούτων των τάξεων. Η αξία της διδαχής του ήτο ότι παρέβλεπε
την πατροπαράδοτον ορθότητα των εξωτερικών τύπων και κατέρριπτε την
οίησιν των προνομίων και εδίδασκεν ότι η ηθική είνε ο σκοπός και
τέρμα της θρησκείας. Είνε γνωστόν ότι το μόνον ποτόν του ήτο το ύδωρ
του ποταμού και ότι ετρέφετο με ακρίδας και μέλι άγριον. Οι άνθρωποι
ησθάνοντο εν αυτώ την δύναμιν εκείνην της υπεροχής, με την οποίαν
είνε πάντοτε πεπροικισμένη η τελεία αυταπάρνησις. Εκείνος όστις είνε
ανώτερος των κοινών φιλοδοξιών του ανθρώπου, είνε ωσαύτως ανώτερος
και των κοινών φόβων του. Εάν ολίγα έχη να ελπίζη εκ της ευνοίας των
ομοίων του, ολίγα έχει και να φοβήται εκ της δυσμενείας των και της
αποστροφής των· αφού δεν έχει τίποτε να κερδίση κολακεύων ευτελώς,
δεν έχει τίποτε να χάση επικρίνων δικαίως. Είνε τρόπον τινά υπεράνω
των ομοίων του, επάνω εις ένα ηλιόλουστον ύψωμα ειρήνης και
αγνότητος, μη τυφλούμενος από την ομίχλην, ήτις επισκοτίζει τους
οφθαλμούς των, ασυγκίνητος από τας ολεθρίας επιδράσεις, αίτινες
ταράσσουν τον βίον των.

Ουδέν θαυμαστόν αν τοιούτος άνθρωπος επεβλήθη εν τω άμα ως κολοσσαία
δύναμις εις τον λαόν του. Εθρυλήθη καθ' άπασαν την χώραν ότι έζη εν
τη ερήμω της Ιουδαίας είς προφήτης, τους φλογερούς λόγους του οποίου
ήξιζε τον κόπον ν' ακούση τις· ένας ασκητής, όστις υπενθύμιζε τον
Ησαΐαν διά των εκφράσεών του και τον Ηλιού διά της ζωής του. Είς
Τιβέριος εμίαινε με τας ατιμίας του τον θρόνον της Αυτοκρατορίας· είς
Πόντιος Πιλάτος με την αυθάδειάν του και με τας ωμότητας και τους
διωγμούς και τας σφαγάς εξετρέλλαινεν ένα φανατικόν λαόν· ο Ηρώδης
Αντίπας επεδείκνυεν εις προθύμους μιμητάς το παράδειγμα της
αποστασίας και της ακορέστου απληστίας· ο Καϊάφας και ο Άννας διήρουν
τα καθήκοντα μιας αρχιερατείας την οποίαν ητίμαζον. Αλλ' η ομιλία του
νέου προφήτου δεν ενεπνέετο από τας πολιτικάς ταύτας περισπάσεις· τα
μαθήματα τα οποία είχε να διδάξη ήσαν βαθύτερα και πλέον παγκόσμια εν
τη ηθική και κοινωνική σημασία των. Οιοιδήτοτε και αν ήσαν οι
ακροαταί, οίτινες συνέρρεον εις το αυστηρόν ερημητήριόν του, η
διδασκαλία του ήτο κατ' εξοχήν πρακτική, αλγεινώς ερευνητική της
ανθρωπίνης καρδίας, πλήρης αφόβου παρρησίας. Και ούτω οι Φαρισαίοι
και Σαδδουκαίοι, γραμματείς και στρατιώται, ιερείς και λαϊκοί,
έσπευδον ν' ακούσουν τους λόγους του. Το μέρος όπου εκήρυσσε ήτο η
αγρία εκείνη έρημος, η ακαλλιέργητος και ακατοίκητος, ήτις εξετείνετο
δυσμικώς από της Ιεριχούς και από των αβαθών μερών του Ιορδάνου μέχρι
των ακτών της Νεκράς Θαλάσσης. Οι άβατοι βράχοι, οίτινες εδέσποζον
του στενού του άγοντος από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ ήσαν κρησφύγετον
επικινδύνων ληστών· τα άγρια θηρία και οι κροκόδειλοι δεν είχον
εκλίπει ακόμη από τους καλαμώνας τους παρά τας όχθας του Ιορδάνου·
αλλ' όμως τα πλήθη εξεπορεύοντο προς αυτόν πανταχόθεν, και από της
ιεράς Ιερουσαλήμ και από της μειδιώσης Γαλιλαίας και από των
περιχώρων του Ιορδάνου, όπως ενωτισθώσι του ήχου της αλλοκότου
εκείνης φωνής. Και αι λέξεις της φωνής ταύτης ήσαν ωσεί σφυρίον
θρυμματίζον τας μάλλον απολιθωμένας καρδίας, ήσαν ως μία φλοξ
διατρυπώσα τας μάλλον ενδομύχους σκέψεις. Άνευ σκιάς εκφυλισμού,
χωρίς τον ελάχιστον τόνον υποταγής, άνευ ενδοιασμών και άνευ φόβου,
επετίμα τους τελώνας διά τας καταπιέσεις των· τους «στρατευομένους»
διά την παράφορον βίαν των και διά τας παρανομίας των και διά την
πλεονεξίαν των· τους πλουσίους Σαδδουκαίους και τους μεγαλοπρεπείς
Φαρισαίους διά την προσήλωσίν των εις τους τύπους και διά την
απιστίαν των, ήτις τους μετέβαλλεν εις «γεννήματα εχιδνών». Τον δε
λαόν προειδοποίει ότι τα πολύτιμα προνόμιά του ήσαν κατά τι
χειρότερον από μηδαμινά, αν τα εθεώρει άνευ μετανοίας άξια να τον
προστατεύσουν από της μελλούσης οργής. Υπερηφανεύετο διά την
πατριαρχικήν καταγωγήν του, έλεγεν ότι πατέρα είχε τον Αβραάμ· αλλ' ο
Θεός, όπως είχε πλάσει εκ του χώματος τον Αδάμ, ούτω ηδύνατο εκ των
λίθων εκείνων της ερήμου του Ιορδάνου να «εγείρη τέκνα τω Αβραάμ».
Και οι ακροαταί ήκουον τον κήρυκα της αληθείας με συντετριμμένας
καρδίας· και επειδή είχεν ορίσει το βάπτισμα ως σύμβολον της
μετανοίας των και του εξαγνισμού των, «εβαπτίζοντο εν τω Ιορδάνη υπ'
αυτού, εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών».

Είχεν όμως και άλλο τι να κηρύξη, ένα κήρυγμα πλέον παράδοξον και
πλέον αυστηρόν, αλλά πλήρες ελπίδων· δι' εαυτόν δεν απήτει άλλο κύρος
εκτός το του προδρόμου ενός άλλου· το βάπτισμά του το εθεώρει απλώς
ως μύησιν εις την επικειμένην βασιλείαν των ουρανών. Όταν η πρεσβεία
του Συνεδρίου, η εξ ιερέων και λευιτών το ηρώτησε τις ήτο, όταν όλος
ο λαός διηρωτάτο ενδομύχως αν ήτο ο Χριστός, ο Ιωάννης ουδ' επί
στιγμήν εδίστασε να είπη· ότι δεν ήτο ούτε ο Χριστός, ούτε ο Ηλίας,
ούτε άλλος τις προφήτης. Ήτο «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», και ουδέν
πλέον· αλλά μετ' αυτόν, — και ήτο τούτο η αναγγελία, ήτις συνεκλόνει
βαθύτατα τας καρδίας τον ανθρώπων, — ήρχετο Είς, «ος έμπροσθεν μου
γέγονε, ότι πρώτος μου ην» — Είς, ούτινος δεν ήτο ικανός, ίνα λύση
τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού, — Είς, όστις δεν θα εβάπτιζεν εν
ύδατι, αλλ' εν Πνεύματι Αγίω και Πυρί, — Είς, ου το πτύον ήτο εν τη
χειρί αυτού, και όστις θα εκάθαιρε τελείως την άλωνα και θα συνήγε
τον σίτον εις την αποθήκην αυτού, αλλά θα κατέκαιε το άχυρον πυρί
ασβέστω. Η ώρα της αιφνιδίας ελεύσεως του από πολλού
ονειροπολουμένου, του από αιώνων ποθητού Μεσσίου είχε σημάνει. Ήτο
πλησίον των φοβερός, ήτο μεταξύ των, αλλά δεν τον εγνώριζον.

Ούτω, η μετάνοια και η βασιλεία τον ουρανών ήσαν τα δύο κυριώτερα
σημεία του κηρύγματος αυτού, και μολονότι δεν ηξίου το βραβείον
ουδενός θαύματος, εν τούτοις ενώ ηπείλει τιμωρίαν εις τους υποκριτάς
και όλεθρον εις τους κακούς, υπέσχετο ωσαύτως άφεσιν αμαρτιών εις
τους μετανοούντας και την βασιλείαν τον ουρανών εις τους αγνούς και
τους αναμαρτήτους. Προς το κήρυγμα τούτο και προς το βάπτισμα, κατά
το τριακοστόν έτος της ηλικίας του, προσήλθε και ο Ιησούς εκ της
Γαλιλαίας. Ο Ιωάννης ήτο συγγενής του εξ αίματος, αλλ' αι περιστάσεις
αι βιωτικαί τους είχαν χωρίσει τελείως. Ο Ιωάννης διήγαγε τον
παιδικόν βίον αυτού εν τω οίκω του αγνού ιερέως, του πατρός του, εν
τη πόλει Ιούτα, κατά την μεσημβρινήν εσχατιάν της χώρας του Ιούδα· ο
Ιησούς είχε ζήσει εις πλήρη απομόνωσιν εν τω εργαστηρίω του τέκτονος,
εις την κοιλάδα της Γαλιλαίας. Όταν ήλθε κατά πρώτον εις τας όχθας
του Ιορδάνου, ο μέγας πρόδρομος, κατά την ιδίαν αυτού εμφαντικήν και
δις επαναληφθείσαν μαρτυρίαν, δεν τον εγνώριζε. Και εν τούτοις,
μολονότι ο Ιησούς δεν είχεν ακόμη αποκαλυφθή ως Μεσσίας εις τον μέγαν
προφήτην, τον κηρύσσοντα την έλευσίν του, υπήρχε κάτι τι εις το
βλέμμα του, κάτι τι εις το αναμάρτητον κάλλος των τρόπων του, κάτι τι
εις το πάνδημον μεγαλείον της όψεώς του, όπερ είλκυσεν αμέσως την
ψυχήν του Ιωάννου και εκυριάρχησεν αυτής. Διά τους άλλους ήτο ο
αμάλακτος προφήτης· ηδύνατο και βασιλείς ακόμη να επιτιμήση· αφήρει
το προσωπείον των Φαρισαίων μετ' αγανακτήσεως· αλλά προ της παρουσίας
εκείνου, όλη η υψηλοφροσύνη του καταπίπτει. Όπως όταν απρόοπτός τις
τρόμος σταματά την αχαλίνωτον πτήσιν του αετού, και τον ρίπτει με ένα
πεπνιγμένον κρωγμόν και με μαζωμένα τα πτερά εις το έδαφος, ούτω και
προ εκείνης της αγνότητος του αναμαρτήτου βίου, και προ της υπεροχής
της εσωτερικής ευδαιμονίας, ο άγριος προφήτης της ερήμου μεταβάλλεται
εις ευπειθές και συνεσταλμένον παιδίον. Ο Ιωάννης έκυψε προ του
ακηλιδώτου ανθρώπου, πρωτού αναγκασθή ν' αναγνωρίση αυτόν ως Θεόν.
Προσεπάθησε μετά ζέσεως να «διακωλύση» τον σκοπόν του Ιησού. Αυτός
όστις είχε δεχθή τας εξομολογήσεις όλων των άλλων, μετά σεβασμού τώρα
και ταπεινώς ποιείται την ιδίαν αυτού εξομολόγησιν. «Εγώ χρείαν έχω
υπό σου βαπτισθήναι, και συ έρχη προς με;»

Η απάντησις αύτη περιλαμβάνει τους δευτέρους λόγους, ους αναφέρεται
ειπών ο Ιησούς, και αποτελεί τας πρώτας λέξεις της διδαχής του
ενώπιον πολυαρίθμου κοινού: — Άφες άρτι· «ούτω γαρ πρέπον εστιν ημίν
πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην.»

«Θέλω ράνει επάνω σας καθαρόν ύδωρ και θέλω σας καθαρίσει»(Ιεζ. 36,
25) — τοιούτο φαίνεται να ήτο το κήρυγμα του Ιωάννου προς τους
αμαρτωλούς, οίτινες μετενόουν ειλικρινώς.

Αλλ' αν ούτως είχε το πράγμα, διατί ο Κύριος ημών δέχεται το βάπτισμα
από τας χείρας του δούλου του; Οι ίδιοι λόγοι του μας λέγουν το
διατί: ήθελε να πληρώση πάσαν δικαιοσύνην υποδεικνυομένην παρά του
Θεού. Δεν εδέχετο το βάπτισμα ως συνέπειαν εξομολογήσεως, διότι ήτο
αναμάρτητος· και υπό τοιαύτην έποψιν, προτού μάλιστα τον αναγνωρίση
ως Χριστόν, ο Βαπτιστής σαφώς υπέδειξεν ότι η τελετή αύτη ήτο ως προς
αυτόν εξαιρετική. Το εδέχθη ως επικυρωτικόν της αποστολής του μεγάλου
προδρόμου του, ως ωραίον σύμβολον του ηθικού εξαγνισμού και ως
ταπεινόν εγκαίνιον της διδασκαλίας του, ήτις δεν ήλθε να καταστρέψη
τον νόμον, αλλά να πληρώση αυτόν. Αι ίδιαι λέξεις του αποκρούουν
πάσαν ενδεχομένην παρερμηνείαν. Δεν λέγει «Οφείλω», αλλά «πρέπον
εστιν ημίν». Δεν λέγει «χρείαν έχω βαπτισθήναι», ουδέ λέγει «χρείαν
ουκ έχεις βαπτισθήναι υπ' εμού», αλλ' «άφες άρτι». Το βάπτισμα τούτο
είναι αληθώς βάπτισμα μετανοίας.

Ούτω ο Ιησούς κατεβυθίσθη εις τα ύδατα του Ιορδάνου, —
«προσευχόμενος», όπως τόσον χαρακτηριστικώς προσθέτει ο Λουκάς, — και
τότε εδόθη άνωθεν το σημείον ότι αυτός ήτο «ο μέλλων να έλθη». Από
τους σχισθέντας ουρανούς το Πνεύμα το Άγιον κατέβη εν είδει
ακτινοβόλου περιστεράς και επτερύγισεν υπέρ την κεφαλήν του και φωνή
εγένετο λαλούσα εις τα ώτα του Βαπτιστού.

 — «Ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ώ ηυδόκησα».



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Ο Πειρασμός



«Μετά των θηρίων». — Τεσσαράκοντα ημέραι. — Η στιγμή της εξαντλήσεως.
— Ο πρώτος πειρασμός. — Η πονηρία του. — «Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο
άνθρωπος». — Αι προτάσεις του πειρασμού. — Το πτερύγιον του Ναού. — Ο
Ρωμαίος Αυτοκράτωρ — Η νίκη.

«Τότε ο Ιησούς ανήχθη εις την έρημον». Το ανθρώπινον πνεύμα του ήτο
πλήρες ισχυρών συγκινήσεων, και εζήτησε την απομόνωσιν και ηθέλησε να
μείνη μόνος με τον Θεόν και να βυθισθή άπαξ έτι εις λογισμούς διά το
μέγα έργον του! Από τα ύδατα του Ιορδάνου ήχθη, — και κατά την
ζωηροτέραν και γραφικωτέραν έκφρασιν του Μάρκου, «εξεβλήθη, — υπό του
Πνεύματος εις την Έρημον. «Ήχθη, — λέγει ο Ιερεμίας Ταίυλορ, — υπό
του Αγαθού Πνεύματος, όπως πειραχθή υπό του Κακού Πνεύματος». Είχε
περιβληθή τώρα την πανοπλίαν του όχι διά να καθίση και αναπαυθή, αλλά
διά να παλαίση τον αγώνα τον δεινόν.

Μία παράδοσις, χρονολογουμένη από της εποχής των Σταυροφοριών, θέτει
την σκηνήν του πειρασμού εις ένα όρος ουχί μακράν της Ιεριχούς, όπερ
ωνομάσθη εκ τούτου «Τεσσαρακοντάς.» Γυμνόν και άνυδρον ως όρος
κατηραμένον, ορθούται αποτόμως εν τω μέσω αυχμηράς και ερήμου
πεδιάδος, και δεσπόζει των νεκρών και ασφαλτούχων υδάτων της
Σοδομιτικής Θαλάσσης, εις εκπλήσσουσαν αντίθεσιν προς την μειδιώσαν
γλυκύτητα του Όρους των Μακάρων και προς το διαυγές κρύσταλλον της
Λίμνης της Γεννησαρέτ. Η φαντασία είδεν εις εκείνο το όρος κατάλληλον
καταφύγιον των κακών πνευμάτων, ένα μέρος όπου, κατά την γλώσσαν των
προφητών, εμφωλεύουν αι γλαύκες και χορεύουν οι σάτυροι.

Και ενταύθα ο Ιησούς, σύμφωνα με εκείνην την γραφικήν και
κατανύσσουσαν έκφρασιν του δευτέρου Ευαγγελιστού, «ην μετά των
θηρίων». Δεν τον επείραζον ταύτα. «Επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήση
και καταπατήσεις λέοντα και δράκοντα». Ούτω είχε λαλήσει άλλοτε η
φωνή της παλαιάς επαγγελίας· και εν τω Χριστώ όπως εις πολλά εκ των
τέκνων του, η προφητεία εξεπληρώθη. Εκείνοι των οποίων η δειλή πίστις
καταπτοείται προ του θαυμαστού, δεν έχουν αφορμήν ν' ανησυχούν
ενταύθα. Δεν είναι φυσικόν να το προσβάλλουν τα θηρία αγρίως τον
άνθρωπον, όστις είναι ο φυσικός αυτών δεσπότης, ουδέ το να φεύγουν
τρομαγμένα προ αυτού. Ένας ποιητής έψαλλε μίαν τροπικήν νήσον «όπου η
ζωή ήτο τόσον αγρία, ώστε ήτο ήμερος». Η μανία ή ο τρόμος των θηρίων
αν και διαιωνισθείς διά του κληρονομικού ενστίκτου, ήρχισε το πρώτον
ένεκα της σκληράς επιθέσεως του ανθρώπου· και αφθονούν τα ιστορικά
παραδείγματα κατά τα οποία η αγριότης ενικήθη από την πραότητα, το
μεγαλείον, την ευγένειαν του ανθρώπου. Δεν υπάρχει αναλόγου βαρύτητος
λόγος όπως αποκρούσωμεν την κοινήν πεποίθησιν των πρώτων αιώνων, ότι
τα θηρία της Θηβαΐδος έζων ελεύθερα και αβλαβή εν τω μέσω των αγίων
ερημιτών, και ότι τα αγριώτερα και ωμότερα πλάσματα της φύσεως ήσαν
ήμερα και φιλικά προς τον όσιον Γεράσιμον τον εν τω Ιορδάνη· τις δεν
εγνώρισεν ανθρώπους των οποίων το βλέμμα γοητεύει τα πτηνά, και
οίτινες δύνανται να πλησιάσουν άνευ του ελαχίστου κινδύνου τα
αγριώτερα ζώα; Και δυνάμεθα να πιστεύωμεν ακραδάντως ότι η γοητεία
την οποίαν ως άνθρωπος ήσκει ο Ιησούς επί των αλόγων πλασμάτων, τον
επροφύλαξε παντός κινδύνου. Εις τας κατακόμβας και εις άλλα αρχαία
μνημεία των πρώτων χριστιανών παριστάνεται κάποτε ως Ορφεύς γοητεύων
με το άσμα του τα ζώα. Παν ό,τι είναι ωραίον και αληθές εις τας
αρχαίας παραδόσεις εξεπληρούτο εν αυτώ, και ήτο σύμβολον του βίου του
και του έργου του.

Και παρέμεινεν εις την έρημον ημέρας τεσσαράκοντα. Ο αριθμός των
ημερών τούτων απαντά επανειλημμένως εν ταις Γραφαίς, συνδεόμενος
πάντοτε με γεγονότα πειρασμού, άτινα επακολουθεί η αμοιβή της νίκης.
Είνε προδήλως ιερός και συμβολικός αριθμός, και ανεξαρτήτως άλλων
περιστατικών μετ' αυτού συνδεομένων, τεσσαράκοντα ημέρας έμεινεν ο
Μωυσής επί του όρους Σινά και ο Ηλιού εις την έρημον. Εν στιγμαίς
μεγάλης εξάψεως ή βαθέων λογισμών, αι συνήθεις ανάγκαι του σώματος
φαίνεται ως να μεταβάλλωνται ή επί στιγμήν εκλείπουν· και αν δεν
πρέπει να λάβωμεν κυριολεκτικώς τας λέξεις του Λουκά «ουκ έφαγεν
ουδέν», δυνάμεθα τουλάχιστον να υποθέσωμεν, ότι ο Ιησούς εύρισκε παν
ό,τι ήτο αναγκαίον προς συντήρησίν του εις τους αγρίους καρπούς τους
οποίους ηδύνατο να τω χορηγή η έρημος, αλλ' όπως και αν έχη το
πράγμα, — ζήτημα άλλως τε μικράς σπουδαιότητος, — συντελεσθεισών των
τεσσαράκοντα ημερών, ο Χριστός επείνασε. Και αύτη ήτο η στιγμή η
κατάλληλος προς πειρασμόν. Κατά το χρονικόν εκείνο διάστημα αι ηθικαί
και πνευματικαί δυνάμεις του Ιησού υπέστησαν δεινήν έντασιν. Εις
τοιαύτας υψηλάς στιγμάς εκστάσεως, ο άνθρωπος δύναται να υποβληθή εις
απείρως καταπονητικόν μόχθον χωρίς να υποκύψη, και ο στρατιώτης
ημπορεί να εξακολουθή πολεμών καθ' όλην την ημέραν αναίσθητος προ των
τραυμάτων του και λησμονών αυτά. Όταν όμως ο ενθουσιασμός εξαντληθή
και όταν η έξαψις εξατμισθή και όταν το καίον πυρ σβέση, όταν η
Φύσις, κατάκοπος και εκνευρισμένη, ανακτά τα δικαιώματά της, — όταν
εν ενί λόγω αρχίση η ισχυρά αντίδρασις, ήτις αφίνει τον πάσχοντα
άνθρωπον εξηντλημένον και λιπόψυχον, — τότε είνε η ώρα του εσχάτου
κινδύνου και είνε στιγμή κατά την οποίαν ο άνθρωπος πίπτει θύμα μιας
δολεράς υποσχέσεως ή μιας τολμηράς εφόδου. (3) Και εις τοιαύτην
στιγμήν ο Κύριος ημών απεδύθη εις πόλεμον κατά των δυνάμεων του Κακού
και ενίκησεν.

Η πάλη δεν ήτο προδήλως απλή αλληγορία. Είνε περιττόν και ασεβές να
θελήσωμεν να εξετάσωμεν την εξωτερικήν υπόστασιν του πειρασμού·
περιττόν, διότι παν απόλυτον συμπέρασμα και πάσα οριστική απόφασις
φαίνεται αδύνατος· ασεβές, διότι οι Ευαγγελισταί ήκουσαν το
επεισόδιον από τα χείλη του Ιησού, ή από εκείνους εις τους οποίους το
διεκοίνωσε, και ο Κύριος ημών αφηγήθη αυτό κατά τρόπον δυνάμενον να
παράσχη την πλέον ζωηράν εντύπωσιν και ν' αποβή διδακτικόν μάθημα. Οι
διάφοροι συγγραφείς έσχον διαφορετικήν έκαστος αντίληψιν του
γεγονότος τούτου και της υποκειμενικής ή αντικειμενικής υποστάσεως
αυτού. Από του Ωριγένους μέχρι του Σλαϊερμάχερ μερικοί εθεώρησαν αυτό
ως απλούν όραμα ή αλληγορίαν, — μίαν συμβολικήν περιγραφήν καθαρώς
εσωτερικής πάλης· και την γνώμην ταύτην ησπάσθη μάλιστα και ο
Καλβίνος, ο τόσον κυριολεκτικός και τόσον αυστηρός σχολιαστής. Επί
του ζητήματος τούτου, — ζητήματος απλής ερμηνείας, έκαστος δύναται να
έχη την γνώμην, ήτις φαίνεται εις αυτόν μάλλον συνάδουσα προς την
αλήθειαν· το ουσιώδες όμως είναι ότι η πάλη υπήρξεν ισχυρά,
προσωπική, πραγματική, — και ότι ο Χριστός χάριν ημών αντιπαρετάχθη,
και κατέβαλε τας ανεγνωσμένας προσπαθείας του Σατανά.

Το ζήτημα αν ο Χριστός ήτο ή ου ικανός ν' αμαρτήση, — και διά να
εκφρασθώμεν εις την γλώσσαν της σχολαστικής και θεολογικής εκείνης
χώρας, εν τη οποία ηγέρθη και συνεζητήθη, το ζήτημα του αμαρτωλού ή
αναμαρτήτου της ανθρωπίνης φύσεώς του, — είνε ζήτημα το οποίον
ουδέποτε θα εγεννάτο εις απλοϊκόν και ευσεβές πνεύμα. Πιστεύομεν και
γνωρίζομεν ότι ο Κύριος ημών ο ευλογητός ήτο αναμάρτητος, — ήτο ο
Αμνός του Θεού ο άνευ ελαττωμάτων και ακηλίδωτος. Ποία προκύπτει
εποικοδόμησις ή τι το όφελος εκ της συζητήσεως περί του αν το
αναμάρτητον προκύπτει εκ του posse non peccare ή non posse peccare.
Μερικοί, με ζήλον άκρατον και εν ταυτώ αμαθή, βλέπουν εις τον Χριστόν
όχι μόνον το απολύτως αναμάρτητον, αλλά και φύσιν εις την οποίαν το
αμαρτάνειν ήτο θεόθεν αδύνατον. Και εκ τούτου, τι; Αν η μεγάλη πάλη η
προς τον Σατανάν, ήτο απλή απατηλή φαντασμαγορία, ποίον το όφελος
όπερ δύναται να προκύψη δ' ημάς εκ ταύτης; Ποίαν ανακούφισιν ή ποίαν
παρηγορίαν θα αισθανθώμεν, όταν γνωρίζωμεν ότι ο Κύριος ημών
επάλαισεν όχι μόνον νικηφόρως, αλλά και χωρίς να διατρέξη τον
ελάχιστον πραγματικόν κίνδυνον; Ότι όχι μόνον έμεινεν άτρωτος, αλλά
και ότι δεν ήτο δυνατόν να λάβη το παραμικρόν τραύμα; Πού είναι το
θάρρος του πολεμιστού, όταν γνωρίζη ότι αποδύεται εις ψευδή πόλεμον;
Οι θέλοντες τοιουτοτρόπως να δοξάσουν Αυτόν μας στερούσιν ενός
Χριστού ζωντανού, ενός Χριστού όστις ήτο, όσον Θεός τόσον και
άνθρωπος, και υποκαθιστούν εις την θέσιν του ένα επικίνδυνον φάντασμα
ανίκανον να εμπνεύση πίστιν και αγάπην.

Οθενδήποτε λοιπόν και αν προέρχεται η δοξασία αύτη, είτε εκ
φαρισαϊκής ψευδοορθοδοξίας, σκοπούσης απλώς να καταδικάση την
υποτιθεμένην αίρεσιν των άλλων, είτε εξ υπερβολικού σεβασμού
μεταβληθέντος εις πνεύμα φόβου και δουλείας, ημείς πρέπει να
προσέχωμεν μη τυχόν αναιρέσωμεν την αξιοπιστίαν των Γραφών, και,
σχετικώς με το επεισόδιον τούτο, την αξιοπιστίαν αυτού του Χριστού,
διά της υποθέσεως, ότι δεν υπέκειτο εις αληθή πειρασμόν. Απεναντίας
υπέκειτο εις πειρασμούς τόσω μάλλον αλγεινοτέρους και
βασανιστικωτέρους, όσον παρουσιάζοντο υπό το σχήμα αγωνίας εις μίαν
φύσιν απείρως ισχυράν και απείρως αγνήν.

Και ο Ιησούς επειράχθη υπό του Κακού Πνεύματος. Η έρημος της Ιεριχούς
και ο κήπος του χωρίου Γεθσημανή υπήρξαν οι άφωνοι μάρτυρες των δύο
μεγαλειτέρων αγώνων του, καθ' ους απέκρουσε τας φοβερωτέρας εφόδους
του εχθρού των ψυχών· αλλ' ουδέποτε καθ' όλην την ζωήν του την
επίγειον υπήρξεν απηλλαγμένος πειρασμών, αφού άλλως εν τω κόσμω τούτω
υπήρξε και αυτός άνθρωπος και αφού έπρεπε να καταλίπη εις ημάς
αξιομίμητον παράδειγμα. «Υπήρξαν και πολλαί άλλαι περιστάσεις, καθ'
ας επειράχθη», λέγει ο Άγιος Ευτύχιος. «Οι ισχυριζόμενοι ότι τρις
μόνον επειράχθη ο Κύριος ημών, δεικνύουν ότι αγνοούσι τας Γραφάς»,
προσθέτει ο άγιος Βερνάρδος. Και παραπέμπει εις το έβδομον κεφάλαιον
του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, εις την «προς Εβραίους Επιστολήν», 6,
15· ηδύνατο να παραπέμψη ασφαλέστερον εις την μαρτυρίαν του Λουκά,
ότι όταν ο πειρασμός εν τη ερήμω τον αφήκεν, «απέστη απ' αυτού ά χ ρ
ι  κ α ι ρ ο ύ», τουτέστιν έως ότου παρουσιασθή νέα ευκαιρία
καταλληλοτέρα. Εν τούτοις δυνάμεθα να πιστεύωμεν, ότι κατά την
θριαμβευτικήν νίκην, κατά τον δεινόν εκείνον αγώνα του τον εν τη
ερήμω, πας μεταγενέστερος πειρασμός μέχρι του τελευταίου επεσκίασε
τόσον ελαφρώς την αναμάρτητον ψυχήν του, όσον επισκιάζουν τα ασθενή
και παροδικά νέφη μίαν εαρινήν ημέραν, κυμαινόμενα ασταθώς εις το
κυανούν στερέωμα χωρίς να δύνανται να το κηλιδώσουν. Ο Άγιος Θωμάς
παριστάνει τας βαθμίδας της αμαρτίας αποτελουμένας, πρώτον από την σ
κ έ ψ ι ν, ύστερον από την φ α ν τ α σ ί α ν, και κατόπιν από την
στιγμήν την ατιμωτικήν, ήτις είναι η  σ υ γ κ α τ ά θ ε σ ι ς· «και
ούτω», προσθέτει, «ο πονηρός εχθρός εισέρχεται βήμα προς βήμα, αλλ'
εντελώς, διότι δεν απεκρούσθη εις την πρώτην βαθμίδα». Αλλ' εις την
καρδίαν του Χριστού δεν ηδύνατο να εισέλθη βαθμιαίως και να την
κατακτήση, διότι από της πρώτης βαθμίδος είχεν αποκρουσθή
αποτελεσματικώς.

Η εξάντλησις μακράς νηστείας θα είχεν επιδράσει επί του οργανισμού
του Χριστού, εις την περίστασιν ταύτην περισσότερον ή άλλοτε. Έζη με
ευγενή σκοπόν, όχι ως απομεμονωμένος ασκητής επιβάλλων εις εαυτόν
στερήσεις και αλγηδόνας, αλλ' ως άνθρωπος μεταξύ των ανθρώπων.
Επιβάλλει, δε την νηστείαν ως θετικήν υποχρέωσιν, και εις δύο χωρία
του Ευαγγελίου την παραδέχεται ως τοιαύτην (Ματθ. 6, 16 — 9, 15).
Γενικώς όμως γνωρίζομεν ότι έτρωγε και έπινε, και ότι δεν συνίστα την
α π ο χ ή ν αλλά την ε γ κ ρ ά τ ε ι α ν. Μετά την νηστείαν του όθεν
την τεσσαρακονθήμερον, όσον και αν υπεστήριζον τας δυνάμεις του οι
βαθείς λογισμοί και η υπερφυσική βοήθεια, η πείνα την οποίαν ησθάνθη
ήτο μεγάλη. Και τότε ήλθεν ο πειρασμός· υπό ποίον σχήμα, — αν ως
πνεύμα σκότους ή ως άγγελος φωτός, αν υπό ανθρωπίνην μορφήν ή ως
άυλος υποβολή — δεν γνωρίζομεν ούτε δυνάμεθα να καυχηθώμεν ότι είμεθα
εις θέσιν να είπωμεν, αρκούμενοι απλώς εις την αφήγησιν των
Ευαγγελίων και, ουχί δογματικώς βεβαιούντες ότι αι εκφράσεις τούτων
είναι κατά το μάλλον και ήττον αλληγορικαί. Ο σκοπός ημών είναι να
επωφεληθώμεν των βαρυσημάντων ηθικών εκείνων μαθημάτων, τα οποία
μόνον μας αφορώσι και άτινα μόνον είναι επιδεκτικά αδιαμφισβητήτου
ερμηνείας.

«Ει υιός ει του Θεού, ειπέ τω λίθω τούτω ίνα γένηται άρτος». Ούτως
ωμίλησε κατά πρώτον ο πειρασμός. Ο Ιησούς επείνα, και «ο λίθος ούτος»
ήσαν βεβαίως αι χαλικώδεις εκείναι πέτραι, αι γνωσταί υπό το όνομα
«ιουδαϊκοί λίθοι», μερικαί εκ των οποίων έχουν ακριβώς το σχήμα
μικρών άρτων, ενώ άλλαι ομοιάζουσαι με πέπονας παριστάνονται εν τη
παραδόσει ως απολιθωμένοι καρποί από τας Πόλεις της Πεδιάδος. Το
μαρτύριον της πείνης είναι τόσω μάλλον αλγεινόν, όσον διερεθίζεται
από τας επιπροσθέτους βασάνους της φαντασίας. Και αν η ανωτέρω
εικασία είναι ορθή, τότε και αυτό το σχήμα και αυτή η θέα των λίθων
εκείνων υπεβοήθουν μεγάλως το καταχθόνιον και πονηρόν έργον του
πειρασμού.

Ο πρώτος πειρασμός απηυθύνετο εις τας αισθήσεις. Ήτο μία πρόκλησις
εις την όρεξιν, — μία παρόρμησις προς ικανοποίησιν της ταπεινής
εκείνης φυσικής ανάγκης, ήτις υπάρχει εξ ίσου εις τον άνθρωπον και
εις τα ζώα. Αλλ' αντί να γίνη με ένα απότομον ή απροκάλυπτον τρόπον,
κολακεύοντα την αίσθησιν, περιεβλήθη ένα λεπτότατον πέπλον πονηρίας.
Και ο Ισραήλ ωσαύτως είχε ταπεινωθή αφ' εαυτού και υπέφερεν εκ της
πείνης εις την έρημον, και εκεί, εν τη εσχάτη αυτού ανάγκη, ο Θεός
τον έθρεψε με μάννα, όπερ ήτο ωσεί τροφή αγγέλων πίπτουσα εξ ουρανού.
Διατί και ο Κύριος ημών δεν επεκαλέσθη την εξ ύψους βοήθειαν εν τη
ερήμω; Ηδύνατο να το πράξη, αλλά διατί εδίστασε; Αν οι άγγελοι είχον
αποκαλύψει εις την λιπόψυχον Άγαρ την πηγήν του Βεέρ-Λαχαί, — αν
είχον βοηθήσει τον λιμοκτονούντα Ηλιού και έδειξαν εις αυτόν τροφήν,
διατί και αυτός να μη επικαλεσθή την βοήθειαν των αγγέλων, ήτις τόσον
προθύμως θα τω εχορηγείτο;

Πόσον δε βάθος κρύπτει η σοφία της απαντήσεως! Αναφερόμενος εις το
μάθημα, το οποίον διδάσκει η πτώσις του μάννα, και παραπέμπων εις
μίαν εκ των βαθυτέρων εμπνεύσεων της Παλαιάς Διαθήκης, ο Κύριος ημών
απήντησε: «Γέγραπται, ότι ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος, αλλ'
επί παντί ρήματι Θεού». Και το μάθημα το εγκλειόμενον εις τους λόγους
τούτους, — μάθημα το οποίον ενισχύεται διά τόσον μεγάλου
παραδείγματος, — είναι ότι δεν πρέπει ν' αφίνωμεν να μας οδηγούν αι
ανάγκαι αι ταπειναί της ημετέρας φύσεως· είναι ότι δεν πρέπει να
καταχρώμεθα της φύσεως ταύτης προς τον σκοπόν του ν' απολαμβάνωμεν
παν αγαθόν· είναι ότι δεν ανήκομεν εις ημάς αυτούς και δεν δυνάμεθα
να διαθέσωμεν κατά βούλησιν εκείνο το οποίον φανταζόμεθα ότι μας
ανήκει· ότι και εκείνα ακόμη τα πράγματα, άτινα φαίνονται νόμιμα, δεν
είναι αποτελεσματικά· ότι ο άνθρωπος έχει αρχάς υψηλοτέρας εν τω βίω
του από την συντήρησιν του σώματος, όπως έχει και ύπαρξιν πολύ
υψηλοτέραν της υλικής αυτού υπάρξεως. Ο φρονών ότι επ' άρτω μόνω
ζώμεν, καθιστά την προμήθειαν του άρτου κύριον σκοπόν της ζωής του,
αποφασίζει να προμηθεύηται αυτόν αντί πάσης θυσίας, είναι δυστυχής
και εξανίσταται αγρίως, όταν προς στιγμήν στερηθή αυτού· και επειδή
δεν ζητεί θειοτέραν τινά τροφήν, αφεύκτως θέλει αποθάνει της πείνης
εν τω μέσω αυτού. Αλλ' ο γνωρίζων ότι ο άνθρωπος δεν ζη μόνον επ'
άρτω, δεν απόλλυσι τοιουτοτρόπως, μόνον και μόνον διά να ζήση, παν
ό,τι καθιστά την ζωήν προσφιλή. Όταν πράττη το καθήκον του, αναθέτει
εμπιστευτικώς εις τον Θεόν την μέριμναν του να προμηθεύη αυτώ παν
ό,τι είναι αναγκαίον προς συντήρησιν του σώματος, όπερ εκείνος
έπλασε· θα ζητήση μετά περισσοτέρας θέρμης τον άρτον εκείνον τον εξ
ουρανού, και το ζείδωρον εκείνο ύδωρ εκ του οποίου, όστις πίνει δεν
διψά πλέον.

Και ούτω ο πρώτος αυτού πειρασμός ήτο ανάλογος κατά την διατύπωσιν
προς τον τελευταίον χλευασμόν, τον απευθυνθέντα κατ' αυτού επί του
σταυρού. «Ει υιός ει του Θεού, κατάβηθι από του σταυρού». Επί του
σταυρού ο Ιησούς δεν απαντά· απαντά ενταύθα μόνον και μόνον, όπως
εκφράση μίαν μεγάλην αρχήν αθάνατον. Δεν λέγει, «Θεού ειμί υιός». Εν
τη βαθεία ταπεινοφροσύνη του, εν τη άκρα αυτοθυσία του, δεν έκρινε
καλόν να στηριχθή επί της ισότητος αυτού προς τον Θεόν, «Ουχ αρπαγμόν
ηγήσατο το είναι ίσω Θεώ», αλλ' ηθέλησε να παραστήση εαυτόν ως
ταπεινόν άνθρωπον. Νικά τον πειρασμόν όχι ως Θεός, αλλ' ως άνθρωπος.

Διαφορετικά παριστάνουν την σειράν των πειραγμάτων ο Ματθαίος και ο
Λουκάς, καθόσον ο μεν πρώτος φέρει ως δευτέραν την σκηνήν επί του
πτερυγίου του Ναού, ο δε δεύτερος το όραμα της βασιλείας του κόσμου.
Αμφότεροι σφάλλονται χρονολογικώς· αλλ' από ηθικής απόψεως η διαφορά
έχει μεγάλην σημασίαν και είναι διδακτική, διότι οι άνθρωποι, — κατά
το λέγειν του Αγίου Θωμά του Ακουινάτου, — μεταπίπτουν ενίοτε από της
υπερηφανείας εις τον πόθον και από του πόθου εις την υπερηφάνειαν.
Και δυνατόν ο Λουκάς να ωρμήθη εις μίαν τοιαύτην κατάταξιν των
διαφόρων πειρασμών εκ της σκέψεως, ότι ο πειρασμός ο απευθυνόμενος
εις την ικανοποίησιν της υπερηφανείας και της φιλοδοξίας, ήτο
λεπτότερος και συνεπώς ισχυρότερος του πειρασμού της πτώσεως. Αλλ' αι
λέξεις «ύπαγε οπίσω μου Σατανά», αι αναφερόμεναι υπ' αμφοτέρων των
Ευαγγελιστών, το γεγονός ότι μόνος ο Ματθαίος δίδει ένα ωρισμένον
ειρμόν αφηγήσεως («Τότε», «και πάλιν») και ίσως ο λόγος ότι ο αυτός
Ευαγγελιστής ως είς εκ των Αποστόλων, ήκουσε πιθανώς τον ίδιον
Χριστόν αφηγούμενον την σκηνήν ταύτην, — προσδίδουν μεγαλείτερον
βάρος εις την κατάταξιν ην κάμνει. Περιπλέον δυνάμεθα να
παρατηρήσωμεν ότι ο πειρασμός ούτος είναι εντελώς αντίθετος του
πρώτου. Ο Σατανάς, αποτυχών να παγιδεύση τον Ιησούν εις το αμάρτημα
της δυσπιστίας, προσπαθεί να περιτυλίξη αυτόν εις το της
αυτοπεποιθήσεως.

Ο Ιησούς ενίκησε τον πρώτον πειρασμόν διά της εκφράσεως απολύτου
εμπιστοσύνης εις τον Θεόν. Κατανοήσας όθεν πονηρότατα την ψυχικήν
διάθεσιν του Σωτήρος, ο Σατανάς εις τον επόμενον πειρασμόν,
προυκάλεσεν αμέσως την απόλυτον ταύτην πεποίθησιν και εζήτησεν όπως
εκδηλωθή αύτη όχι εν τη θεραπεία αμέσου τινός ανάγκης, αλλ' εν τη
αποτροπή μεγάλου τινός κινδύνου. «Τότε παραλαμβάνει αυτόν ο διάβολος
εις την αγίαν πόλιν και ίστησιν αυτόν επί το πτερύγιον του ιερού». Οι
Ευαγγελισταί υπονοούσι βεβαίως κάποιον γνωστότατον πτερύγιον του
γνωστοτάτου εκείνου κτιρίου· ίσως την στέγην της Β α σ ι λ ι κ ή ς  Σ
τ ο ά ς, κατά την μεσημβρινήν πλευράν του Ναού, ήτις ήτο εστραμμένη
προς την κοιλάδα των Κέδρων, και ωρθούτο εις ύψος τόσον ιλιγγιώδες,
ώστε, κατά τον Ιώσηπον, αν ετόλμα τις να κυττάξη κάτω, η κεφαλή του
εσκοτίζετο από το αμέτρητον βάθος· ίσως το πρόστοον του Σολομώντος,
την Ανατολικήν Στοάν, την οποίαν περιέγραψεν ωσαύτως ο Ιώσηπος, και
από την οποίαν κατά την παράδοσιν κατεκρημνίσθη κάτω εις την αυλήν ο
Ιάκωβος, ο αδελφός του Κυρίου.

«Ει», — ο Σατανάς μεταχειρίζεται και πάλιν την αμφιβολίαν με τον
σκοπόν του να διεγείρη εις τον κόσμον το πνεύμα της υπερηφανείας, —
ει υιός ει του Θεού, βάλε σεαυτόν κάτω». Και ο Σατανάς επικαλείται
τας Γραφάς: «Γέγραπται γαρ ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί
σου, και επί χειρών αρούσί σε μήποτε προσκόψης προς λίθον τον πόδα
σου». Τόσον βαθύς και πονηρός ήτο ο πειρασμός ούτος. Και ούτω, αφού ο
Ιησούς επεκαλέσθη εις την πρώτην απάντησίν του τας Γραφάς, τας
επεκαλέσθη ωσαύτως και ο διάβολος προς εξυπηρέτησιν των σκοπών του.
Καθόσον δεν υπήρχε τίποτε το κοινόν, ουδέν το εγωιστικόν, ουδέν το
σαρκικόν εις το δεύτερον τούτο πείραγμα. Ήτο μία έκκλησις ουχί προς
ικανοποίησιν φυσικών ορέξεων, αλλ' εις διεστραμμένα διανοητικά
ένστικτα. Και δεν μας αποδεικνύει η ιστορία των αιρέσεων και η
ιστορία των κομμάτων και των εκκλησιών, ότι χιλιάδες ανθρώπων οίτινες
δεν ήθελόν ποτε διολισθήσει εις την κατωφέρειαν του κορεσμού της
σαρκός, ερρίφθησαν εν τούτοις επιδεικτικώς εις ασκόπους κινδύνους και
κατεκρημνίσθησαν θρυμματισθέντες εκ του πτερυγίου της πνευματικής
υπερηφανείας; Και πόσον ήρεμος, αλλά και πόσον σημαντική, υπήρξεν η
απλή εκείνη απάντησις: «Πάλιν γέγραπται, ουκ εκπειράσεις Κύριον τον
Θεόν σου». Ο εστι δεν πρέπει να πειράζης αυτόν μέχρις εσχάτων· δεν
πρέπει να φαντάζεσαι ότι τα πάντα δύναται να πράξη προς χάριν σου·
δεν πρέπει να ζητής την θαυμαστήν επέμβασίν του, όπως σε σώση από την
ιδίαν οίησίν σου και την τρέλλαν σου· δεν πρέπει να υποβάλλης την
δύναμίν του εις δοκιμασίαν. Όταν βαδίσης την οδόν του καθήκοντος,
επαναπαύου εις αυτόν μετά της μεγαλειτέρας εμπιστοσύνης. Και ο Ιησούς
ούτε καν υπενίσσεται τον φαινομενικόν κίνδυνον τον οποίον διατρέχει.
Ο κίνδυνος ο μη εκζητηθείς είναι η σωτηρία. Οι λόγοι του πειρασμού
υπήρξαν ωσεί μία εκμυστήρευσις της ιδίας αυτού αδυναμίας. — «Βάλε
σεαυτόν κάτω». Δεν είχε την δύναμιν να εκσφενδονίση εις το κενόν από
του ιλιγγιώδους εκείνου ύψους Εκείνον, τον οποίον επροστάτευεν ο
Θεός. Η εκ της Γραφής περικοπή ήτο αληθής, αν και διέτρεψεν αυτήν.
Ουδείς πειρασμός, όσον μέγας και αν είναι, έχει ως συνέπειαν
αναπόφευκτον την αμαρτίαν. Διά πάντα πειρασμόν ο Θεός επιφυλάσσει και
τα μέσα της σωτηρίας.

Νικηθείς εις την προσπάθειάν του εκείνην, όπως επωφεληθή της πείνης
και διεγείρη την πνευματικήν υπερηφάνειαν, ο Σατανάς ηθέλησε να
εκμεταλλευθή «την τελευταίαν αδυναμίαν των ευγενών πνευμάτων». Από
υψηλού όρους, έδειξεν εις τον Χριστόν πάσας τας βασιλείας της
οικουμένης και την δόξαν αυτών, και ως κοσμοκράτωρ, και ως βασιλεύς
του κόσμου τούτον τας προσέφερεν όλας εις Εκείνον, όστις μέχρι τούδε
είχε διαγάγει την ζωήν του χωρικού, την ζωήν του τέκτονος, ως αμοιβήν
μιας λέξεως υποταγής, ως αμοιβήν αναγνωρίσεώς του υπό του Ιησού.

    «Την βασιλείαν του κόσμου και την δόξαν αυτών».

«Υπάρχουν πολλοί οίτινες θα είπουν», λέγει ο Επίσκοπος Άνδριους, «ότι
ουδέποτε πειραζόμεθα υπό του πόθου της Βασιλείας. Εν τούτοις ο
Χριστός υπέκειτο εις τοιούτον πειρασμόν το πνεύμά του το μέγα, το
πνεύμα του το υψηλόν δεν ήτο δυνατόν να αισθάνεται τον πειρασμόν των
μικρών, των ευτελών πραγμάτων. Αλλά δεν συμβαίνει το αυτό και δι'
ημάς, οίτινες εκτιμώμεν ολιγώτερον τους ιδίους εαυτούς. Έχομεν μικράς
και ταπεινάς φιλοδοξίας· ο Σατανάς ημπορεί να μας αγοράση ευθυνά. Δεν
ευρίσκεται εις την ανάγκην να μας συναρπάση μέχρι του ύψους ενός
όρους. Το πτερύγιον είναι πολύ υψηλόν, μία κατωτέρα βαθμίς δύναται
κάλλιστα να εξυπηρετήση τους σκοπούς του Σατανά. Ας μη μας μεταφέρη
μάλιστα έξω των οικιών μας· ας σταθώμεν εις το παράθυρόν μας ή εις
την θύραν μας· αν μας προσφέρη ότι δυνάμεθα εκείθεν να ίδωμεν, θα
υποκύψωμεν εις τον πειρασμόν· θα αποδεχθώμεν την προσφοράν και
μάλιστα θα τον ευχαριστήσωμεν. Ολίγα χρήματα, έν ζεύγος υποδημάτων,
έν φόρεμα, κάτι τι ευτελές, θα μας ρίψη γονυπετείς προ των ποδών του
Διαβόλου.»

Αλλ' ο Χριστός εδίδαξε, τι ωφελεί τον άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον
όλον και ζημιωθή την εαυτού ψυχήν;

Έζη τότε είς άνθρωπος, διά τον οποίον δύναται να λεχθή άνευ
υπερβολής, ότι εδέσποζεν ολοκλήρου του κόσμου. Ο Ρωμαίος Αυτοκράτωρ
Τιβέριος ήτο εκείνην την εποχήν ο κραταιότερος των συγχρόνων του, ο
απόλυτος, ο μέγας παντοκράτωρ και μέγας δεσπότης παντός ό,τι
ωραιότερον και πλουσιώτερον υπήρχεν εις τα βασίλεια της γης. Ουδείς
φραγμός υπήρχεν εις την δύναμίν του, ουδέν όριον εις τον πλούτον του
και εις τας ηδονάς του. Και διά να δίδεται μάλλον ελευθέρως εις την
αχαλίνωτον απόλαυσιν των τρυφηλών οργίων του, έκτισεν ανάκτορον εις
έν εκ των ωραιοτέρων μερών της επιφανείας της γης, υπό την σκιάν του
κοιμωμένου ηφαιστείου, εις μίαν μαγευτικήν νήσον, υπό το γλυκύτερον
κλίμα του κόσμου. Τι καλόν προέκυψεν εξ όλων τούτων; Ήτο, όπως
αποκαλεί αυτόν ο Πλίνιος, «ο ομολογουμένως μάλλον τεθλιμμένος των
ανθρώπων». Και εκείθεν από την οικίαν εκείνην των κρυπτομένων ατιμιών
του, από εκείνην την νήσον, όπου είχε προσπαθήσει να εύρη την
ευτυχίαν εις μίαν εγωιστικήν ζωήν πλήρη απολαύσεως και ηδονών, έγραψε
προς την δουλόφρονα και διεφθαρμένην Σύγκλητόν του: «Αν γνωρίζω τι να
σας γράψω, ή τίνι τρόπω να σας γράψω, ή εν γένει τι να μη γράψω τώρα,
οι θεοί και αι θεαί να με καταστρέψουν χειρότερον παρ' όσον
αισθάνομαι ότι καταστρέφομαι καθ' εκάστην». Σπανίως ο κόσμος έσχε
μεγαλειτέραν απόδειξιν ότι τα πλουσιώτερα δώρα του δεν είναι παρά
χρυσός όστις κατατρίβεται εις κόνιν, και τα πλέον κολοσσαία
οικοδομήματα της προσωπικής λαμπρότητος και του μεγαλείου είναι
φραγμοί, τους οποίους η δυστυχία συντρίβει με την αυτήν ευκολίαν με
την οποίαν τα κύματα του Ατλαντικού σαρόνουν ένα σωρόν άμμου εις την
ακτήν.

Και πάντοτε εις τοιαύτην αμηχανίαν και εις τοιαύτην αγωνίαν καταλήγει
η αμαρτωλός κατοχή του πλούτου, η συγκέντρωσις πάσης εξουσίας.
Τοιαύτη είναι η αναλλοίωτος Νέμεσις της αχαλινώτου φιληδονίας. Δεν
χρησιμοποιεί τους οφιοειδείς πλοκάμους των μυθολογουμένων Εριννύων. Η
ένοχος και υπό τύψεων ταρασσομένη συνείδησις είναι το μόνον όργανον
της εκδικήσεως· και «αν ο κόσμος όλος ήτο είς μέγας χρυσόλιθος», και
αν ο χρυσόλιθος ούτος ήτο αποκλειστικόν ημών κτήμα, πάλιν δεν θα
ήρκει να μας παρηγορήση και να αντισταθμίση μίαν μόνον ώραν
εσωτερικής βασάνου και αγωνίας.

Αλλ' ο κληρονομών την βασιλείαν των ουρανών δεσπόζει ευρυτέρων και
αληθεστέρων κόσμων, και είναι απείρως ευτυχέστερος διότι είναι
απείρως αγνότερος. Και εις την βασιλείαν ταύτην, από την οποίαν
αποκλείεται ο «ακάθαρτος κόσμος» του Αγίου Αυγουστίνου, ο Σατανάς
ουδεμίαν έχει επιρροήν και δύναμιν. Είναι η Βασιλεία του Θεού· και
αφού ο άνθρωπος δεν δύναται να λάβη το παραμικρόν δώρον από τον
Σατανάν χωρίς να υποβάλη την ψυχήν του εις την βάσανον της υποταγής,
η απάντησις εις πάντα πειρασμόν του είναι η απάντησις του Χριστού:
«Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά. Γέγραπται γαρ: «προσκυνήσεις Κύριον τον
Θεόν σου και αυτώ μόνω λατρεύσεις».

Και ούτω ο Χριστός εξήλθε νικητής, χάρις εις εκείνην την αυταπάρνησίν
του ήτις μόνη δύναται να εξασφαλίση την νίκην. Ο Σατανάς μάτην τον
είχε πειράξει· μάτην επετέθη κατά του προσώπου του, κατά της φύσεως
αυτού, κατά της δυνάμεως την οποίαν είχεν ο Χριστός να επικαλήται την
εξ ύψους βοήθειαν. Ενικήθη. Αι στιγμαί μιας τόσον ευγενούς πάλης,
στεφομένης υπό της νίκης, είναι αι γλυκύτεραι και ευτυχέστεραι εν τω
βίω ενός ανθρώπου· είναι πλήρης εξάρσεως και ηδονής, ήτις δύναται να
περιγραφή μόνον διά της γλώσσης των αγγέλων.

«Και συντελέσας πάντα πειρασμόν», λέγει ο Λουκάς, «ο διάβολος απέστη
απ' αυτού», αν και ουχί οριστικώς, αλλά «άχρι καιρού», ή απλούστερον,
μέχρις ου παρουσιασθή και πάλιν η κατάλληλος ευκαιρία. Μάτην είχεν
εξαντλήσει όλους τους πειρασμούς του, πειρασμούς σαρκός, πειρασμούς
οφθαλμού, πειρασμούς υπερηφανείας. Εν τέλει «απέστη απ' αυτού».

«Και ιδού άγγελοι προσήλθον και διηκόνουν αυτώ». Και ήτο μία
ιδιαιτέρα ευχαρίστησις και μία ιδιάζουσα τιμή διά τα πνεύματα εκείνα
τα στελλόμενα προς διακονίαν παντός κληρονόμου της σωτηρίας, να
διακονούν τον Κύριον της Σωτηρίας.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ.
Οι πρώτοι μαθηταί



Το Ευαγγέλιον του Ιωάννου. — «Ο αμνός του Θεού». — Ο Ανδρέας και ο
Ιωάννης. — Σίμων. — Προσωπική επιρροή του Ιησού. — Φίλιππος. —
Ναθαναήλ. — «Υπό την συκήν».

Και αφού ενίκησε τον πειρασμόν και εξήλθε σώος και αμόλυντος εκ της
μεγάλης εκείνης δοκιμασίας, ο Σωτήρ εγκατέλιπε την έρημον και
επανέκαμψεν εις τας όχθας του Ιορδάνου.

Τα συνοπτικά Ευαγγέλια, άτινα περιγράφουν μόνον την εν Γαλιλαία
διδασκαλίαν, χρονολογουμένην από της φυλακίσεως του Ιωάννου,
παραλείπουν πάντα τα μεσολαβούντα γεγονότα και μνημονεύουν μόνον την
αναχώρησιν του Ιησού εις Γαλιλαίαν (Ματ. 4, 12). Αλλ' εις τον
τέταρτον Ευαγγελιστήν οφείλομεν την ωραίαν περιγραφήν των ημερών,
αίτινες επηκολούθησαν αμέσως τον πειρασμόν του Σατανά. Ούτω η εν
Ιουδαία διδασκαλία φέρεται υπ' αυτού το πρώτον εις φως. Ο Ιωάννης
φαίνεται ως να είχε διαρκώς υπ' όψει το να μη αφηγηθή τίποτε εκ των
όσων δεν είδεν ιδίοις όμμασι, και υπάρχουν σαφείς τινες ενδείξεις,
ότι ο Ευαγγελιστής συνεδέετο ιδιαιτέρως με την Ιερουσαλήμ (Ιω. 19, 27
— 18, 16). Ο Ιωάννης ήτο αλιεύς το επάγγελμα, και δεν είνε απίθανον,
αφού η Ιερουσαλήμ επρομηθεύετο μεγάλην ποσότητα ιχθύων εκ της λίμνης
της Γαλιλαίας, να μετέβαινεν εκεί εις ωρισμένας εποχάς και να εβοήθη
το πατέρα του και τον αδελφόν του εις τας εργασίας των. Ούτοι ως
ιδιοκτήται ιδίου αλιευτικού πλοίου και προϊστάμενοι πολλών εμμίσθων
εργατών, κατείχον προφανώς καλήν κοινωνικήν θέσιν. Όπως και αν έχη το
πράγμα, ο Ιωάννης είνε ο μόνος Ευαγγελιστής, όστις εξιστορεί την
προσχώρησιν των πρώτων Αποστόλων εις τας αρχάς του Ιησού, και
αφηγείται μάλιστα όλα εκείνα τα επεισόδια μετά των λεπτομερειών και
της γραφικής τρυφερότητος ανθρώπου εις την ψυχήν και εις την καρδίαν
του οποίου αφήκαν βαθυτάτην εντύπωσιν.

Η εξ ιερέων και Λευιτών πρεσβεία του Συνεδρίου, περί ης εγένετο λόγος
ανωτέρω, απεστάλη εις τον Βαπτιστήν την προτεραίαν της επανόδου του
Κυρίου ημών εκ της ερήμου· και όταν ο Ιωάννης είδε την ακόλουθον
ημέραν πλησιάζοντα τον Ιησούν, εμαρτύρησε δημοσία ότι Αυτός ήτο «ο
Αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Αν ο Βαπτιστής
υπενόει τον αμνόν του Πάσχα, ή τον αμνόν της πρωινής και της
εσπερινής θυσίας, αν η λέξις κόσμος είναι απλή εκδοχή της Ελληνικής
λέξεως «λαός», αν αντελαμβάνετο την βαθείαν σημασίαν των λόγων του ή
ωμίλει εξ απλής προφητικής εμπνεύσεως, — δεν δυνάμεθα να είπωμεν.

Όσον όμως σημαντική και αν ήτο η προφητεία του εκείνη, φαίνεται ότι
την πρώτην ημέραν δεν επέφερεν άμεσόν τι αποτέλεσμα. Την επαύριον
όμως ενώ ο Βαπτιστής «ειστήκει πάλιν» εν τω μέσω δύο μαθητών του,
είδε τον Ιησούν περιπατούντα, και προσηλώσας επ' αυτού εκστατικόν και
φλογερόν όμμα, ανεφώνησεν εκ νέου, ωσεί υπό ακουσίου τρόμου και
θαυμασμού συσχεθείς: «Ίδε ο αμνός του Θεού!»

Οι λόγοι ούτοι ενείχον βαθυτάτην έννοιαν και ενεποίησαν μεγάλην
αίσθησιν εις τους δύο μαθητάς του Ιωάννου, οίτινες ηκολούθησαν τον
αντιπαρερχόμενον Ιησούν· Εκείνος ήκουσε τον θόρυβον των βημάτων,
στραφείς δε και «θεασάμενος αυτούς ακολουθούντας», τους ηρώτησεν
ηπίως: «τι ζητείτε;

Ήτο ήδη η αρχή της διδασκαλίας του· και οι μαθηταί του Βαπτιστού δεν
ηδύναντο ακόμη να γνωρίζουν τις πράγματι ήτο· δεν είχον ακούσει μέχρι
τούδε τους γλυκείς λόγους, οίτινες έρρεον εκ του στόματός του·
ήρχοντο προς αυτόν ίσως εξ απλής περιεργείας· εξ άλλου όμως δυνατόν
να τους έφερε προς αυτόν μία ακαταμάχητος εσωτερική ώθησις.

Πόσον όμως βαθεία και πλήρης σημασίας είναι η ερώτησις του Χριστού.
Είς από τους μεγαλειτέρους αγίους της Δυτικής Εκκλησίας, ο Άγιος
Βερνάρδος, συνείθιζε να προοιδοποή εαυτόν διά της μεγάλης ταύτης
ερωτήσεως: Ber! narde, ad quid venisti ? — «Βερνάρδε προς τίνα σκοπόν
ήλθες ενταύθα;» Προκειμένου να εξετάση τις εαυτόν, προκειμένου ν'
ανιχνεύση εντός της συνειδήσεώς του, δεν υπάρχει βαθυτέρα ερώτησις·
όλη όμως η σημασία της συνεκεντρούτο εις δύο απλάς λέξεις: «Τι
ζητείτε;»

Οι νεαροί Γαλιλαίοι δεν ηδύναντο βεβαίως πρώτην φοράν να εισχωρήσουν
εις το βαθύ νόημα τον λόγων του Ιησού και ν' απαντήσουν καταλλήλως.
Απεδείκνυεν όμως η απάντησίς των την δίψαν ήτις τους εφλόγιζε να
μάθουν και να φωτισθούν. «Διδάσκαλε», είπον (και ο τίτλος ο τιμητικός
ον απένειμαν εις τον Ιησούν, εδείκνυεν οπόσον βαθείαν αίσθησιν είχεν
εμποιήσει εις αυτούς η παρουσία του) «πού μένεις;»

Πού έμενε δεν γνωρίζομεν. Ίσως εις μίαν προσωρινήν καλύβην,
κατεσκευασμένην με κλάδους και φύλλα. Και ούτω φαίνεται ότι
εστεγάζοντο και όλα εκείνα τα πλήθη άτινα είχον συρρεύσει πανταχόθεν
εις το βάπτισμα του Ιωάννου. «Λέγει αυτοίς, έρχεσθε και ίδετε.» Αι
λέξεις ήσαν πάλιν απλούσταται, αν και απαντώσιν εις χωρία εγκλείοντα
βαθύτατα νοήματα. Τώρα όμως είχον αποτέλεσμα πλέον ή άλλοτε
αξιοσημείωτον. Ήλθον και είδον πού έμενεν ο Ιησούς, και επειδή ήτο
τότε ωσεί τετάρτη μετά μεσημβρίαν, έμειναν παρ' αυτώ την ημέραν
εκείνην· και πιθανώς εκοιμήθησαν παρ' αυτώ την νύκτα εκείνην· και
προτού ο ύπνος κλείση τα βλέφαρά των, εγνώριζον και ησθάνοντο εις τα
μύχια της καρδίας των ότι η βασιλεία των ουρανών είχεν έλθει, ότι αι
ελπίδες των αιώνων τώρα είχον πληρωθή, ότι ευρίσκοντο προ Εκείνου,
τον οποίον επόθουν όλα τα έθνη, προ του Ιερέως του μεγαλειτέρου του
Ααρών, του προφήτου του μεγαλειτέρου του Μωυσέως, του βασιλέως του
μεγαλειτέρου του Δαυίδ, του αληθούς Αστέρος του Ιακώβ και Σκήπτρου
του Ισραήλ.

Είς εκ των δύο εκείνων νέων, οίτινες τόσον ενωρίς προσεχώρησαν εις
Χριστόν, ήτο ο Ανδρέας. Ο άλλος παρέλειψε το όνομά του, διότι ήτο ο
αφηγούμενος το επεισόδιον, ο αγαπητός μαθητής, ο Ευαγγελιστής
Ιωάννης. Ουδέν θαυμαστόν αν αι παραμικροτέραι λεπτομέρειαι, μέχρι και
αυτής της ώρας της συναντήσεως, έμειναν εντετυπωμέναι εις την μνήμην
του αλησμόνητοι μέχρι γήρατος.

Πρώτη φροντίς του Ανδρέα ήτο να εύρη τον αδελφόν του Σίμωνα και να
αναγγείλη εις αυτόν το μέγα «Εύρηκα». Ωδήγησεν αυτόν εις τον Ιησούν,
και ο Ιησούς εμβλέψας προς αυτόν ζωηρώς με το υπέροχον εκείνο όμμα,
όπερ εισέδυε μέχρι των μυχιωτέρων σκέψεων, εννοήσας δι' ενός μόνου
βλέμματος όλην την αδυναμίαν του χαρακτήρος, αλλά και όλον το
έκλαμπρον μεγαλείον του ταπεινού εκείνου αλιέως, είπεν εις αυτόν
αποδούς όνομα, βραδύτερον έμελλε να επικυρωθή τόσον πανδήμως: «Συ ει
Σίμων, ο υιός Ιωνά· συ κληθήση Κηφάς·» δηλαδή: «Συ είσαι ο Σίμων, ο
υιός της π ε ρ ι σ τ ε ρ ά ς· από τούδε και εις το εξής θα είσαι ως ο
βράχος εις τον οποίον η περιστερά κτίζει την φωλεάν της». Ο Ιησούς
έπαιζε βεβαίως με την λέξιν, αλλά το λογοπαίγνιον ήτο συμβολικόν και
βαθύτατον. Μόνον οι ανόητοι και οι αμαθείς θα ίδουν εις τούτο
παρεκτροπήν από της αξιοπρεπείας του Χριστού. Η κεκρυμμένη σημασία
των λέξεων υπήρξε καθ' όλους τους αιώνας συμβολική διά τους
Ιουδαίους, οίτινες εθεώρουν την γλώσσαν των όχι ολιγώτερον ιεράν των
πολυτίμων λίθων των κοσμούντων τα στήθη του Ααρών. Η πεποίθησίς των
επί την μυστικήν παντοδυναμίαν των ήχων, η δοξασία ότι αι λέξεις
υπεδήλουν το πεπρωμένον ενός ανθρώπου και τον επί γης προορισμόν
αυτού, ημπορεί να φανούν ανόητοι εις τους τυχόντας τεχνικής
μορφώσεως, υπήρξαν όμως καθ' όλους τους αιώνας μεγάλοι φιλόσοφοι,
οίτινες απέδωκαν εις αυτάς την πρέπουσαν σημασίαν.

Πώς συνέβη οι νέοι εκείνοι της Γαλιλαίας, — είς Ιωάννης τόσον
φλογερός, αλλά και τόσον σκεπτικιστής, και είς Πέτρος τόσον ορμητικός
εις τας συμπαθείας του, αλλά και τόσον δειλός εις τας αποφάσεις του,
να προσπέσουν με έν μόνον βλέμμα, με μίαν μόνον λέξιν, εις τους πόδας
του Σωτήρος! Πώς συνέβη, ώστε εις μίαν αιφνιδίαν αποκάλυψιν, εις ένα
απρόοπτον κύμα εμπνεύσεων, ν' αναγνωρίσουν εν τω προσώπω του τέκτονος
της Ναζαρέτ τον Μεσσίαν της προφητείας, τον Υιόν του Θεού, τον Σωτήρα
του Κόσμου;

Αναμφιβόλως εκ των όσων περί Αυτού εμαρτύρησεν ο Ιωάννης, αλλ' ίσως
και εκ μόνου του βλέμματός του. Επί του ζητήματος τούτου η παράδοσις
ποικίλλει σημαντικώς· και αφού τόσον ενέχει ενδιαφέρον, δεν είναι
άσκοπον να ενδιατρίψωμεν ολίγον επ' αυτού.

Οι μελετήσαντες τας μεσαιωνικάς εικόνας του Χριστού παρετήρησαν
βεβαίως, ότι τινές εκ τούτων είναι αισχρώς και απεχθώς βδελυραί, ενώ
άλλαι παρουσιάζουν μίαν σύλληψιν του πλέον αιθερίου και πλέον
ερασμίου ιδεώδους του ανθρωπίνου κάλλους. Πόθεν προήλθεν η περίεργος
αύτη διαφορά;

Προήλθεν εκ των προφητικών χωρίων, άτινα ενομίσθησαν ότι υπεδείκνυον
την εμφάνισιν του Μεσσίου καθώς και την ζωήν αυτού.

Η Εκκλησία των πρώτων χριστιανικών χρόνων, συνειθισμένη εις την
υπέροχον τελειότητα με την οποίαν η γλυπτική περιέβαλε τας ωραίας
συλλήψεις των νεωτέρων θεών του Ολύμπου, και γνωρίζουσα εκτός τούτου
την απαισίαν διαφθοράν την οποίαν ασκεί πάσα φιλήδονος φαντασία,
έλαβεν ως ιδεώδες, διά να παραστήση το πρόσωπον του Χριστού, τας
μελαγχολικάς εικόνας των προφητών Ησαΐα και Δαυίδ, εικόνας πασχόντων
εξορίστων, ταπεινών και εξηντλημένων. Το κάλλος του, λέγει ο Κλήμης ο
Αλεξανδρινός ήτο εν τη ψυχή του και εις τας πράξεις του, αλλά
σωματικώς ο Ιησούς ήτο ταπεινός. Ιουστίνος ο Μάρτυς παριστά τον
Χριστόν αειδή, άδοξον, άτιμον. «Το σώμα του» λέγει ο Ωριγένης, «ήτο
μικρόν και δυσειδές και αγενές.» «Το σώμα του», λέγει ο Τερτυλλιανός
δεν είχε καμμίαν ανθρωπίνην ωραιότητα, και κατά πολύ ισχυρότερον
λόγον ουδεμίαν ουρανίαν λαμπρότητα.» Ο εθνικός Κέλσιος, ως
πληροφορούμεθα εκ του Ωριγένους, εποφελείτο της πατροπαραδότου ταύτης
σωματικής ποταπότητος και ασχημίας διά ν' αποκηρύσση την εκ Θεού
καταγωγήν του. Η άμιλλα αύτη όπως παριστάνεται ο Χριστός όσον το
δυνατόν δυσειδέστερος, προέβη μάλιστα και περαιτέρω. Τον εφαντάσθησαν
και λεπρόν ακόμη, αυτόν τον τόσους θεραπεύσαντα λεπρούς.

Εξ αντιδράσεως αφ' ετέρου προς τας αηδείς ταύτας φαντασιοπληξίας,
υπήρξαν πολλοί οίτινες υπεστήριζον ότι ο Ιησούς, ως προς το είδος το
ανθρώπινον, αντικατώπτριζε πιστώς την γοητείαν της μορφής και το
κάλλος του Δαυΐδ, του μεγάλου προγόνου του· και ο Άγιος Ιερώνυμος και
ο άγιος Αυγουστίνος επροτίμων να εφαρμόζουν εις αυτόν τας λέξεις των
Ψαλμών: «Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων.» Φυσικόν ήτο,
αφού ελλείπουν θετικαί αποδείξεις, ν' αποκτήση η γνώμη αύτη
περισσοτέρας συμπαθείας, και να εμπνεύση όλας τας εκείνας τας
περιγραφάς της ποιήσεως, τας πλήρεις μεγαλείου και συμπαθείας, και
όλας εκείνας τας αναπαραστάσεις του Χριστού τας οποίας βλέπομεν εις
τα μεγάλα ζωγραφικά έργα του Φρα Αντζέλικο, του Βερναρδίνου Λουίνη,
του Λεονάρδου Βίντσι, του Ραφαήλ και του Τιτιανού.

Ανεξαρτήτως πάσης παραδόσεως δυνάμεθα ασφαλώς να πιστεύωμεν ότι ουδέν
υπήρχε το δυσειδές ή το απεχθές, — ότι απεναντίας υπήρχε κάτι το
ωραίον, ως λέγει ο Άγιος Ιερώνυμος, — εις το φθαρτόν περίβλημα όπερ
ενέκλειε μίαν Αιωνίαν θεότητα και μίαν Άπειρον Αγιότητα. Παν αληθές
κάλλος είνε «το μυστήριον της θεότητος», και συνείδησις τόσον
ακηλίδωτος, πνεύμα τόσον αρμονικόν, ζωή τόσον αγνώς ευγενής, δεν
ηδύναντο παρά ν' αντανακλώνται εις τους τρόπους και εις το πρόσωπον
του Υιού του Ανθρώπου. Ουδαμού ευρίσκομεν βεβαίως υπαινιγμόν τινα
σχετικόν προς το θέλγητρον τούτο της μορφής, όπως ευρίσκομεν εν τη
περιγραφή του νεαρού Αρχιερέως Αριστοβόλου, τον οποίον ο Ηρώδης
εδολοφόνησεν· αλλ' αφ' ετέρου δεν ευρίσκομεν εις την γλώσσαν των
εχθρών του και μίαν λέξιν ή ένα υπαινιγμόν όστις ηδύνατο να βασισθή
επί της δυσμορφίας του Χριστού. Εκείνος περί του οποίου ο Ιωάννης
εμαρτύρησεν ότι ήτο ο Χριστός, — Εκείνος, ον τα πλήθη μετά χαράς θα
καθίστων Βασιλέα των, — Εκείνος, τον οποίον η αγία πόλις εχαιρέτισε
διά θριαμβευτικών κραυγών ως Υιόν του Δαυίδ, — Εκείνος, τον οποίον
υπηρετούν αι γυναίκες μετά τόσον βαθείας ευλαβείας και τοιαύτης
αφοσιώσεως, και ούτινος η μορφή επλήρωσεν εις μίαν τεταραγμένην
εικόνα ονείρου την φαντασίαν μιας Ρωμαίας δεσποίνης με τρόμον και
ενδιαφέρον, — Εκείνος, όστις με δύο μόνον λέξεις ηνάγκασε τον
Φίλιππον και τον Ματθαίον και πολλούς άλλους να καταλίπουν το παν και
να τον ακολουθήσουν, — Εκείνος, ούτινος έν μόνον βλέμμα συνέτριψε την
αγωνιωδώς μετανοούσαν καρδίαν του Πέτρου, — Εκείνος, προ της
παρουσίας του οποίου οι κατειλημμένοι υπό δαιμονίων εθεραπεύοντο και
εις την ερώτησιν του οποίου, εν αυτή τη κρίσει της αδυναμίας του, οι
αγριώτατοι εχθροί του κατελήφθησαν υπό τρόμου και έπεσαν κατά γης εις
μίαν στιγμήν καθ' ην η λύσσα των είχε κορυφωθή, — δεν ηδύνατο να
στερήται του προσωπικού μεγαλείου Προφήτου και Ιερέως. Όλα τα
γεγονότα της ζωής του λαλούσι πειστικώς περί της δυνάμεως εκείνης του
χαρακτήρος, και της καρτερικότητος και της αξιοπρεπείας και της
ηλεκτρικής επιρροής, προσόντα τα οποία ουδείς δύναται να έχη, αν δεν
είναι πεπροικισμένος με μεγάλα ανθρώπινα και πνευματικά δώρα.
«Βεβαίως», λέγει ο Άγιος Ιερώνυμος, «φλοξ πυρός και λαμπρότης άστρου
απήστραπτεν εκ του οφθαλμού του, και το μεγαλείον της θεότητος
έλαμπεν εις το πρόσωπόν του». Η περιγραφή αύτη δύναται να θεωρηθή
ακριβής· διότι η λέξις «θάμβος» είναι έκφρασις την οποίαν συχνάκις
μεταχειρίζονται οι Ευαγγελισταί, όπως εκφράσουν το αποτέλεσμα όπερ
είχεν η παρουσία του εις τους εχθρούς και φίλους του.

Η τρίτη ημέρα μετά την επάνοδον εκ της έρημου φαίνεται ότι κατηναλώθη
υπό του Ιησού εις συζητήσεις μετά των νέων μαθητών του. Την επαύριον
ηθέλησε να επιστρέψη εις Γαλιλαίαν, και καθ' οδόν συνήντησε και άλλον
αλιέα, τον Φίλιππον τον από Βηθσαϊδά. Εξ όλων των Αποστόλων μόνος ο
Φίλιππος είχεν ελληνικόν όνομα, προερχόμενον ίσως εκ του τετράρχου
Φιλίππου, αφού η συνήθεια του να δίδωνται εις τα παιδία τα ονόματα
των βασιλευόντων ηγεμόνων ήτο κοινή. Αν το πράγμα έχη ούτω, ο
Φίλιππος ήτο κατ' εκείνην την εποχήν τριάκοντα περίπου ετών. Πιθανώς
το ελληνικόν τούτο το όνομα δεικνύει συγγένειαν με ελληνόφωνόν τινα
πληθυσμόν, εκ των πολλών οίτινες ήσαν την εποχήν εκείνην ανάμικτοι με
τους Γαλιλαίους εις τας όχθας της Γεννησαρέτ, και εις τούτο ίσως
οφείλεται το γεγονός ότι οι Έλληνες, οίτινες επεθύμησαν να ίδουν τον
Σωτήρα, κατά την τελευταίαν εβδομάδα του βίου του, επροτίμησαν ν'
απευθυνθούν μάλλον εις αυτόν παρά εις άλλον τινά Απόστολον. Μία
λέξις, μία μόνη πρόσκλησις: «Ακολούθει μου», ήρκεσεν όπως συνδέση διά
παντός με τον Ιησούν τον ευγενή και άδολον Απόστολον, τον οποίον κατά
πάσαν πιθανότητα είχε γνωρίσει προηγουμένως.

Την ακόλουθον ημέραν προσετέθει και πέμπτος νεόφυτος εις τον άγιον
και ευδαίμονα εκείνον όμιλον. Φλεγόμενος υπό του πόθου να διακοινώση
την μεγάλην ανακάλυψιν, την οποίαν είχε κάμει, ο Φίλιππος εύρε τον
φίλον του Ναθαναήλ εξασκών τοιουτοτρόπως το θειότατον προνόμιον της
φιλίας, όπερ είνε το ν' ανακοινώμεν εις τους άλλους παν ό,τι θείον
ησθάνθημεν και είδομεν ημείς αυτοί. Ο Ναθαναήλ εν τω καταλόγω των
Αποστόλων εξομοιούται γενικώς και σχεδόν αδιαμφισβητήτως με τον
Βαρθολομαίον· διότι «Βαρθολομαίος» είναι λέξις σύνθετος εκ του «Βαρ»
και «θολμαί» και σημαίνει τον «υιόν του Θολμαί» και ενώ του Ναθαναήλ
γίνεται μνεία υπό το όνομα τούτο μόνον εις έν χωρίον (Ιω. 21, 2) ο
Βαρθολομαίος συνδέεται εν τω καταλόγω των Αποστόλων σχεδόν πάντοτε με
τον Φίλιππον. Επειδή δε κατώκει εν Κανά της Γαλιλαίας, ο υιός του
Θολμαί ηδύνατο να σχετισθή ευκόλως με τον νεαρόν αλιέα της
Γεννησαρέτ. Και εν τούτοις ήτο τόσον μεγάλη η απομόνωσις εις την
οποίαν είχε ζήσει μέχρι τούδε ο Χριστός, ώστε, μολονότι ο Ναθαναήλ
εγνώριζε τον Φίλιππον, ήκουεν όμως πρώτην φοράν το όνομα του Ιησού.
Το απλοϊκόν πνεύμα του Φιλίππου εφαίνετο αρεσκόμενον εις την
αντίθεσιν, ήτις υπήρχε μεταξύ του μεγαλείου της αποστολής του Χριστού
και της ταπεινότητος της καταγωγής του. «Ον έγραψε Μωυσής εν τω νόμω
και οι προφήται, ευρήκαμεν». Και τις ήτο εκείνος τον οποίον ευρήκε;
Κανείς νεαρός ηγεμών της δυναστείας του Ηρώδου; Νεαρός τις Ασμοναίος
ιερεύς; Φωτεινόν τι  πνεύμα εκ των σχολών του Ιλλήλ και του Σαμμαΐ;
Όχι, ήτο μόνον «ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ, ο από Ναζαρέτ».

Ο Ναθαναήλ φαίνεται ότι ησθάνθη την αντίθεσιν. Ηννόησε την σημασίαν
των λόγων του Φιλίππου. Ο Μεσσίας ευρέθη, και όμως ήτο από την
Ναζαρέτ! Ήτο πιθανώς, όπως λέγει και η παράδοσις, ο μάλλον
ανεπτυγμένος των Αποστόλων. Και η απάντησίς του θεωρείται πλέον
παροιμιώδης: «Εκ Ναζαρέτ δύναται τι αγαθόν είναι;» Ο Ναθαναήλ ίσως
υπαινίσσετο την λέξιν «ναζόρα» εξ ης παράγεται το όνομα Ναζαρέτ, και
ήτις σημαίνει: «άξιος περιφρονήσεως». Ίσως όμως και να ηνόει ότι η
Ναζαρέτ ήτο πόλις ασήμαντος και ταπεινή, κλεισμένη μέσα εις μίαν
μικράν αγρίαν κοιλάδα. Και ο Φίλιππος, τέλειος πλέον μαθητής του
Ιησού, απαντά εις τον Ναθαναήλ με τας ιδίας λέξεις του διδασκάλου
του:

«Έρχου και ίδε».

Και σήμερον ακόμη, η ερώτησις — «Εκ Ναζαρέτ δύναται τι αγαθόν είναι;»
— Επαναλαμβάνεται συχνάκις, και η μόνη απάντησις — σχεδόν η μόνη
δυνατή απάντησις, — είνε και τώρα, όπως ήτο τότε, «Έρχου και ίδε».
Τότε εσήμαινε, έρχου και ίδε τον Λαλούντα ως ουδέποτε άνθρωπος
ελάλησεν· έρχου και ίδε Εκείνον, τον ταπεινόν τέκτονα τον από
Ναζαρέτ, όστις δεσπόζει των ψυχών πάντων τον προσεγγιζόντων αυτόν,
αποκαλύπτων διά μόνης της παρουσίας του τα μυστικά των καρδιών, και
σύρων όπισθέν του τους αμαρτωλούς εις μίαν φλογεράν λατρείαν· έρχου
και ίδε Εκείνον, όστις αποπνέει την ακαταμάχητον γοητείαν αναμαρτήτου
αγνότητος, το άψογον κάλλος θείας ζωής. «Έρχου και ίδε», είπεν ο
Φίλιππος πεπεισμένος εν τη απλότητι της καρδίας και της πίστεως
αυτού, ότι βλέπων τις τον Ιησούν θα τον ανεγνώριζε και θα τον ηγάπα
και θα τον ελάτρευεν. Υπό τοιαύτην σημασίαν, δεν δυνάμεθα βεβαίως
σήμερον να είπωμεν «Έρχου και ίδε»· διότι αφ' ότου οι κυανοί ουρανοί
εκλείσθησαν μετά το δράμα του Αγίου Στεφάνου και του Αγίου Παύλου, το
ανθρώπινον σχήμα του Ιησού δεν ώφθη πλέον υπ' ουδενός. Δυνάμεθα όμως
να είπωμεν το «έρχου και ίδε»· υπό άλλο πνεύμα, Έρχου και ίδε ένα
ετοιμοθάνατον κόσμον αναζωογονηθέντα, ένα κόσμον παρηκμακότα όστις
εγεννήθη, ένα γηραλέον κόσμον ανακτήσαντα σφρίγος της νεότητος· έρχου
και ίδε την αγάπην εισχωρούσαν εις την ειρκτήν του καταδίκου, την
ελευθερίαν αποδιδομένην εις τον σιδηροδέσμιον δούλον· έρχου και ίδε
τους πτωχούς και τους αμαθείς και τους πολλούς χειραφετηθέντας διά
παντός από την αφόρητον τυραννίαν των πλουσίων, των πεπαιδευμένων και
των ολίγων· έρχου και ίδε νοσοκομεία και άσυλα φιλανθρωπικά,
ορθούμενα εις αιωνίαν φιλανθρωπίαν παραπλεύρως των ερειπίων των
κολοσσαίων αμφιθεάτρων, τα οποία άλλοτε εβάφοντο με ανθρώπινον αίμα·
έρχου και ίδε την εξαγνισθείσαν οικογένειαν· έρχου και ίδε τα άντρα
της χλιδής και της τυραννίας μεταβληθέντα εις γλυκείας και ευδαίμονας
οικίας, τους αθέους εις πιστούς χριστιανούς, τους πολυθεϊστάς εις
αγίους. Ναι, έρχου και ίδε τας μεγαλοπρεπείς πράξεις ενός μεγάλου
δράματος εξακολουθούντος επί δεκαεννέα χριστιανικούς αιώνας· και όταν
ιδήτε και μάθητε εν ευλαβεί ταπεινώσει ότι ακόμη και η φαινομένη Τύχη
είνε κόρη της Προνοίας — «Ευνομίας τε και Πειθούς αδελφή και
Προμαθείας θυγάτηρ», καθώς λέγει ο αρχαίος ποιητής Αλκμάν, όταν
ακούσητε την φωνήν του Σωτήρος όστις ήλθε να ζητήση το απολωλός, τότε
πιθανόν και σεις ν' αποβάλητε την αθλίαν έξιν της αμφιβολίας και ν'
αναφωνήσητε ομού με τον καθαρόν και άδολον Ναθαναήλ «Ραββί, συ ει ο
Υιός του Θεού, συ ει ο Βασιλεύς του Ισραήλ!»

Ο Χριστός, καθώς τον είδεν ερχόμενον, ανεγνώρισεν ότι η σφραγίς του
Θεού ήτο επί του μετώπου του, κα' είπεν:

«Ίδε αληθής Ισραηλίτης, εν ώ δόλος ουκ έστι». Πόθεν με γνωρίζεις;
ηρώτησεν ο Ναθαναήλ. Τότε εδόθη η καρδιογνωστική απάντησις. «Προτού
σε Φίλιππον φωνήσαι, όντα υπό την συκήν, ειδόν σε».

Έθιμον είχον οι θεοσεβούντες Ιουδαίοι να μελετώσι το προσευχητάριόν
των υπό δένδρον συκής. Τινές δε ενόμισαν ότι έχει τι το σημαντικόν η
κλήσις του Αποστόλου από της σκιάς δένδρου το οποίον εσυμβόλιζε τα
εβραϊκά έθιμα και την Συναγωγήν. Αλλ' εκ της όλης σκηνής οφείλομεν να
φιλοσοφήσωμεν βαθύτερον ακόμη. Και εις το γεγονός τούτο ανευρίσκομεν
και άλλην απερίγραπτον χροιάν πραγματικότητος, άλλο τεκμήριον της
γνησιότητος και αξιοπιστίας του τετάρτου ιερού Ευαγγελίου.

Υπάρχουν στιγμαί καθ' ας η θεία χάρις κινεί βαθύτερον την καρδίαν
μας. Εις τοιαύτην δε στιγμήν πρέπει να ευρέθη ο άδολος Ισραηλίτης
καθώς εκάθητο κ' εμελέτα και προσηύχετο εν σιωπή υπό την συκήν. Και
την χορδήν ταύτην, την μόνον εις καρδιογνώστην ορατήν, έθιξεν ο
Κύριος. Εάν τις εις παρομοίαν ευρέθη θέσιν, πώς θα εθεώρη ζώντα
άνθρωπον όστις θα του απεκάλυπτεν ότι, την δείνα ώραν, ακαταλήπτως
τον είδε κ' εμέτρησε τας συγκινήσεις της ψυχής του; Τοιαύται εξάρσεις
και συγκινήσεις, τοιαύται μεταρσιώσεις εις τρίτον ουρανόν, οπόταν η
ψυχή αγωνίζεται να υπερβή τα όρια του χώρου και χρόνου, υπάρχουν
αναμφίλεκτα τεκμήρια και γεγονότα ότι είναι εκ των μεμαρτυρημένων
παραδειγμάτων του βίου του Χριστιανικού. Και αν τις εκ των αναγνωστών
εγνώρισέ ποτε τον παλμόν τούτον της θείας αλλοιώσεως, όστις κτίζει
καρδίαν καθαράν, και πνεύμα ε[;;;]ές εγκαινίζει, ούτος μόνος θα
εννοήση το ρίγος της ηλεκτρικής συμπαθείας, την ηκονημένην αιχμήν της
ισχυράς πεποιθήσεως, ήτις διήλθεν εν ακαρεί την καρδίαν του Ναθαναήλ
και τον έκαμε να κλίνη πάραυτα οιονεί καρδίαν και γόνυ και ένθους ν'
αναφωνήση. «Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού!»

Είναι τόσον δυσεύρετοι οι Ναθαναήλ σήμερον! Η ψυχή του φαίνεται να
υπήρξε μία από τας ψυχάς εκείνας τας γαληνίους, τας ερημικάς, τας
μελετητικάς, των οποίων η σφαίρα της υπάρξεως έγκειται όχι εδώ, αλλ'
εν τη γη των ειρηνοποιών και των πραέων. Ουδέποτε δε, μέχρι του
μαρτυρικού θανάτου του, ελησμόνησε τας λέξεις εκείνας, αίτινες
έδειξαν ότι ο Κύριός του τον είχε δοκιμάσει και τον είχε γνωρίσει.
Ουχί δε άπαξ, αλλά πολλάκις επληρώθη δι' αυτόν και τους άλλους
Αποστόλους η υπόσχεσις ότι, «Απ' άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα και
τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον Υιόν
του Ανθρώπου».

Ο τίτλος «ο Υιός του Ανθρώπου», τον οποίον λαμβάνει εδώ ο Ιησούς,
είναι ο πρώτος προσδιορισμός δι' ου περιγράφει τον εαυτόν Του. Ως
Υιόν του Ανθρώπου, πράον και ταπεινόν τη καρδία, οι μαθηταί του
ηδύναντο μόνον να μάθουν να τον γνωρίζωσι, πριν βαθμηδόν φθάσωσι να
ίδωσιν αυτόν ως Υιόν του Θεού.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
Το πρώτον θαύμα



Ο Γάμος εν Κανά. — «Οίνον ουκ έχουσιν». — Η απάντησις προς την
Παρθένον. — Το θαύμα. — Χαρακτήρες τούτου και άλλων θαυμάτων.

«Τη τρίτη ημέρα (λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης) γάμος εγίνετο εν Κανά
της Γαλιλαίας». Γράφων εν πλήρει γνώσει και ζωηρά αναμνήσει παντός
γεγονότος το οποίον συνέβη κατά τας θεσπεσίας εκείνας ημέρας, σημειοί
τας χρονολογίας ως να ήσαν τα γεγονότα ταύτα τόσον οικεία εις τους
άλλους όσον και εις αυτόν. Η τρίτη ημέρα πρέπει να εννοηθή ως η τρίτη
μετά την αναχώρησιν του Ιησού εις Γαλιλαίαν. Εάν ωδοιπόρει συντόνως
ακολουθών την κοινήν οδόν, θα κατέλυε την πρώτην νύκτα εις Σιλώ ή
Συχέμ, την δευτέραν εις Εγγανίμ, την τρίτην θα έφθανεν εις Ναζαρέτ,
και μη ευρίσκων εκεί την μητέρα Του και τους αδελφούς Του (ήτοι τους
οικείους Του (4)), θα ηδύνατο εις μίαν και ημίσειαν ώραν ακόμη, να
φθάση εις Κανά εν καιρώ, διά να παρευρεθή εις τον γάμον.

Είναι γνωστόν ότι αι τελεταί αύται, ήρχιζαν περί την αμφιλύκην της
εσπέρας, εν Παλαιστίνη, ως και εν Ελλάδι, ωδήγουν δε την νύμφην, και
οψιαίτερον ακόμη, την νύκτα, βαθύπεπλον, ανθοστεφή, και
λαμπροστόλιστον. Προεπέμπετο με λαμπάδας, με άσματα και με χορούς εις
την οικίαν του γαμβρού. Συνωδεύετο υπό νεανίδων της κώμης, και ο
νυμφίος ήρχετο εις προϋπάντησίν της μετά των νεαρών φίλων του. Η
παράδοσις λέγει, ότι παράνυμφος ήτο ο Ναθαναήλ αλλ' η παρουσία της
Παρθένου, επίτηδες μεταβάσης ίσως, φαίνεται να δεικνύη ότι ο γαμβρός
ή η νύμφη ήτο εκ των συγγενών των. «Εκλήθη δε και ο Ιησούς και οι
μαθηταί Αυτού εις τον γάμον». Η χρήσις του ενικού ίσως σημαίνει ότι
οι μαθηταί εκλήθησαν προς χάριν του, όχι Αυτός προς χάριν εκείνων. Το
ότι η Παρθένος έλαβε προφανώς εξάρχουσαν θέσιν εις τον γάμον, και
προστάττει τους υπηρετούντας με τόνον εξουσίας. («Ό,τι αν λέγη υμίν
ποιήσατε») πιθανόν καθιστά ότι ο γάμος ήτο ενός των ανεψιών της, των
υιών του Αλφαίου, ή των θυγατέρων του Ιωσήφ, εις τας οποίας η
παράδοσις αποδίδει ονόματα Εσθήρ και Θάμερ. Ο δε Ιωσήφ είχεν αποθάνη,
ως φαίνεται εκ της άκρας σιωπής των Ευαγγελιστών, οίτινες, μετά την
πρώτην επίσκεψιν του δωδεκαετούς Χριστού εις Ιεροσόλυμα, δεν
μνημονεύουν πλέον το όνομά του.

Είτε επτά ημέρας διήρκεσεν ο γάμος, όπως παρά τοις ευπόροις είθιστο,
είτε τρεις μόνον, όπως ήτο συνηθέστερον, αίφνης ο οίνος έλειψεν.
Όστις γνωρίζει πόσον ιερά και πλουσία είναι η φιλοξενία ανά την
Ανατολήν, και πόση μεγάλη η φιλοτιμία των αγόντων χαράν ή εορτάς κατ'
οίκον, εκείνος μόνον δύναται κατανοήση την λύπην και την στενοχωρίαν
εις ην ευρέθησαν τότε οι νεόνυμφοι και οι οικείοι των. Εις την
Ανατολήν το έχουν αυτό ως δυστύχημα και όνειδος.

Δυνατόν η αιτία της ελλείψεως ταύτης του οίνου να ήτο η παρουσία του
Ιησού και των πέντε συντρόφων του. Η πρόσκλησις έγεινε κυρίως διά τον
Ιησούν μόνον, ο δε νεαρός νυμφίος δεν θα ήξευρεν ότι από τεσσάρων
ημερών ο Ιησούς είχεν αποκτήσει πέντε μαθητάς και ακολούθους. Είναι
πιθανόν ότι δεν είχε γείνη πρόσθετος προμήθεια διά την αύξησιν ταύτην
των δαιτυμόνων. Ούτε είναι πιθανόν ότι, από μακράν πορείαν
εννενήκοντα μιλίων ελθούσα, η συνοδία του Ιησού συνεμορφώθη με το
ιουδαϊκόν έθιμον, και έφερε μεθ' εαυτής τροφάς και ασκούς οίνου.

Τούτων ούτως εχόντων, η μήτηρ του Ιησού θα είχεν ιδιαίτερον λόγον διά
να του είπη. «Οίνον ουκ έχουσιν». Η παρατήρησις ήτο βεβαίως εύστοχος
και σκόπιμος. Κανείς δεν είξευρεν, ως είξευρεν η Παναγία, ποίος ήτον
ο Υιός της· και όμως επί τριάκοντα έτη, καθ' α επερίμενεν εν υπομονή
την φανέρωσίν Του, τον έβλεπε να μεγαλόνη καθώς μεγαλόνουν τα άλλα
παιδιά· έζη εν πραότητι και ταπεινώσει και χάριτι και αναμαρτήτω
σοφία, ως νεόφυτον δένδρον ενώπιον του Θεού, πλην κατά τα άλλα όμοιος
με τους άλλους νέους, υπερέχων μόνον κατά το άκρως άσπιλον. Αλλά τώρα
ήτο τριακοντούτης, και η φωνή του μεγάλου Προφήτου, εκ της φήμης του
οποίου αντήχει το έθνος, τον είχε κηρύξει τον επηγγελμένον Χριστόν.
Ηκολουθείτο δημοσία υπό μαθητών, οίτινες τον ανεγνώριζον ως
Διδάσκαλον και ως Κύριον. Ιδού υπήρχεν εδώ μία δυσχέρεια να
θεραπευθή, μία καλωσύνη να γείνη, μία έλλειψις ν' αναπληρωθή. Δεν
ήλθεν ακόμη η ώρα του; Ποίος ημπορεί να είπη τι ηδύνατο να κάμη αν
ήθελε, και αν το ήξευρε συμφέρον; Δεν ηδύνατο τάχα να διατάξη
στρατιάν φαιδρών αγγέλων, ως εκείνην ήτις εκήρυξε την εν σπηλαίω
γέννησίν Του, να έλθωσι και μεταβάλωσι το ταπεινόν τούτο γαμήλιον
συμπόσιον εις ουρανίαν σκηνήν;

Ισχυρά ήτο η πίστις της Παρθένου, καθαροί οι σκοποί της, εκτός ίσως
της τόσον φυσικής εκείνης επιθυμίας του να ίδη τον υιόν ενώπιόν της
τιμώμενον, καθά παρετήρησεν ήδη ο ιερός Χρυσόστομος. Και η ώρα του
υιού Της σχεδόν είχεν έλθη, αλλ' ήτο αναγκαίον τώρα και εισάπαξ να
δείξη προς αυτήν ότι από τούδε δεν ήτο μόνον Ιησούς ο Υιός της
Μαρίας, αλλ' ο Χριστός ο Υιός του Θεού. Και το έδειξε με
αποφασιστικόν τρόπον.

«Τι εμοί και σοι, γύναι;» Αι λέξεις φαίνονται τραχείαι και απότομοι,
αλλά τούτο οφείλεται εν μέρει εις τους τρόπους μας και εν μέρει εις
τας νεωτέρας μας γλώσσας. Το «γύναι» ήτο τόσον αβρόν και ευλαβές εις
την Αραμαϊκήν γλώσσαν, εις ην ωμίλει πιθανώς ο Κύριος. Και επί του
Σταυρού ακόμη είπε το «Γύναι, ιδού ο υιός σου». Και το «τι εμοί και
σοι,» είναι κατά γράμμα μετάφρασις κοινής Αραμαϊκής φράσεως (μαχ λι
βελάκ), η οποία λύει μεν το ζήτημα και κόπτει τον λόγον, αλλ' όμως
μετέχη αβρότητος και φιλοφροσύνης. Η δε φιλοφροσύνη αύτη θα επετάθη
ακόμη διά του τόνου και του βλέμματος του Ιησού, διό και η Παρθένος,
χωρίς ποσώς να προσβληθή ή να λυπηθή, εστράφη προς τους διακονούντας
και είπεν: — Ό,τι σας λέγη κάμετε.

Εκεί ήσαν υδρίαι λίθιναι έξ κείμεναι, διά την ανάγκην του συνήθους
λουτρού και της καθαριότητος των ποδών και των χειρών, όπως είθιστο
μετά πάσαν οδοιπορίαν και προ του δείπνου εν τη Παλαιστίνη. Αι υδρίαι
αύται εχωρούσαν ανά μετρητάς δύο ή τρείς, τουτέστιν ως δεκαπέντε
γαλλόνια. Ο Ιησούς διέταξε τότε τους υπηρέτας·

 — «Γεμίσατε τας υδρίας ύδατος». Και τας εγέμισαν ως επάνω. Είτα ο
Ιησούς διέταξε ν' αντλήσουν εκ του περιεχομένου και να το φέρουν εις
τον αρχιτρίκλινον, ήτοι τον συμποσίαρχον. Ο άνθρωπος, άμα εγεύθη το
ύδωρ το οποίον είχε μεταβληθή εις οίνον, τω παντοδυνάμω πνεύματι του
Χριστού, και δεν ήξευρε πόθεν τούτο — μόνον οι υπηρέται το ήξευραν,
οι οποίοι είχον γεμίσει οι ίδιοι τας υδρίας, και πάλιν οι ίδιοι
εκένωσαν εκ των υδριών εις αγγείον μικρότερον — εστράφη προς τον
νυμφίον και του λέγει ευθύμως: — Κάθε άνθρωπος βάλλει πρώτον τον
καλόν οίνον, και όταν οι καλεσμένοι μεθύσουν, τότε τον χειρότερον· συ
όμως εφύλαξες τον καλόν οίνον τελευταίον.

Τούτο ήτο το πρώτον σημείον, ή το πρώτον θαύμα του Ιησού. Πόσον
απλούν και πόσον θεσπεσίως γαλήνιον! Η μέθοδος του θαύματος, όπερ
είναι πολύ θαυμασιώτερον από τας συνήθεις ιάσεις των αρρώστων,
υπερβαίνει την ημετέραν κατάληψιν· και όμως δεν έγεινε με πομπήν ούτε
με επίδειξιν. Υπήρξαν εις τας ημέρας ταύτας της απιστίας άνθρωποι
οίτινες μωρώς και αλαζονικώς ηξίωσαν ότι ο Υιός του Θεού ώφειλε να
κάμη τα θαύματά του ενώπιον σοφών και επιστημόνων, εάν ήθελε να Τον
πιστεύσωμεν. Αλλά πρώτον ο Υιός του Θεού δεν έχει ανάγκην να Τον
πιστεύσωμεν, κ' έπειτα οι σοφοί και επιστήμονες του κόσμου τούτου δεν
είναι ως τίποτε ενώπιόν Του. Η δε πίστις των χριστιανών εις τον Υιόν
του Θεού θα ήτο ακόμη ακλόνητος, και αν δεν είχεν ευδοκήσει να κάμη
θαύματα, καθώς δεν έκαμεν ο Ιωάννης. Τα θαύματα του Χριστού υπήρξαν
θαύματα απευθυνόμενα ουχί εις ψυχράν και λεπτολόγον περιεργίαν, αλλ'
εις στέργουσαν και ταπεινήν πίστιν. Υπήρξαν τα σημεία της θείας
αποστολής Του· αλλά το κυριώτερον τέρμα των ήτο η ανακούφισις των
ανθρωπίνων κακοπαθειών, η ανάδειξις ιεράς τινος αληθείας, ή, ως εις
την παρούσαν περίστασιν, η αύξησις της θεμιτής και αθώας χαράς. Έν
αφανές χωρίον, πτωχικός γάμος, οικία πενιχρά, ταπεινών αγροτών
ομήγυρις, παρέστησαν εις έν των μεγίστων δειγμάτων της θείας
παντοδυναμίας.

Το θαύμα είνε θαύμα, και παραδεχόμενοι αυτό, αναγκαίως παραδεχόμεθα
υπερφυές τι. Τι το όφελος, και πώς το θαύμα γίνεται καταληπτότερον,
αν υποθέσωμεν μετά του Ολσχάουζεν ότι το γενόμενον ήτο επιτάχυνσις
των ενεργειών της φύσεως; ή μετά του Νεάνδρου, ότι αι δυνάμεις του
ύδατος εμαγνητίσθησαν προς τας του οίνου; οι μετά του Λάγγε, ότι αι
δαιτυμόνες ήσαν εις κατάστασιν υπερφυσικής εξάρσεως; ή μετά του
Μπάουρ, του Κάιμ και άλλων ότι το θαύμα ήτο κάπως μόνον παραπλήσιον,
όχι πραγματικόν; Όσοι ευρίσκουν λυσιτελές να εκφέρουν τοιαύτας
υποθέσεις, ας το κάμνουν· εις ημάς φαίνονται δυσμήχανοι και
ανωφελείς. Ωφέλει τις να πιστεύη ή ν' απιστή· άλλον μέσον όρον δεν
βλέπομεν. Η λέξις Φύσις ποίαν έννοιαν έχει, αν δεν εμπερικλείη την
ιδέαν του δημιουργού της; Εάν απλώς αναγνωρίσωμεν το γεγονός, το
οποίον μας διδάσκει η επιστήμη, ότι η απλουστάτη και στοιχειωδεστάτη
ενέργεια των νόμων της φύσεως είνε ασυγκρίτως υπερτέρα της
κατανοήσεως και της υψίστης νοημοσύνης μας· εάν μόνον πιστεύσωμεν ότι
η πρόνοια του Θεού δεν είνε αφηρημένη ιδέα, αλλά ζώσα και φιλόστοργος
μέριμνα υπέρ της ζωής του ανθρώπου· τέλος, εάν εισάπαξ πιστεύσωμεν
ότι ο Χριστός ήτο ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο ελθών ίνα
αποκαλύψη και φανερώση τον Πατέρα Του εις την ανθρωπότητα, τότε
τίποτε δεν υπάρχει εις τα θαύματα τα ιστορούμενα εν τοις Ευαγγελείοις
το οποίον να προσβάλη την πίστιν μας. Οφείλομεν να θεωρούμεν τα
θαύματα του Χριστού ως πηγάζοντα απ' αυτήν την ύπαρξιν και την
αποστολήν Του, φυσικώς και αφεύκτως, όπως αι ακτίνες από τον ήλιον.
Ήσαν όχι απλώς τέρατα, ή δυνάμεις, ή σημεία, αλλ' ήσαν έ ρ γ α, κατά
την λέξιν του Ευαγγελιστού Ιωάννου, τα συνήθη και άφευκτα έργα
Εκείνου του οποίου αύτη η ύπαρξις ήτο το υψηλότατον πάντων των
θαυμάτων. Ήτο αναμάρτητος, και τούτο ήτο θαύμα μέγιστον, περισσότερον
ή όσον η πλάσις του κόσμου. Είπέ τις των φιλοσόφων ότι δύο πράγματα
τον εξέπληττον· οι έναστροι ουρανοί και ο ηθικός νόμος ο εν αυτοίς·
αλλ' εις ταύτα προσετέθη τρίτη πραγματικότης η πλήρωσις του ηθικού
νόμου η εν τω Ιησού Χριστώ. Ήλθε Θεός επί της γης, και ως Θεός
έπραξεν.

Υπάρχουσι δε δύο χαρακτήρες του πρώτου τούτου θαύματος αξιοσημείωτοι.

Ο είς τούτων είνε το ανθρωπιστικόν και το κοινωνικόν του θαύματος. Η
αποστολή Του είνε χαράς και ειρήνης αποστολή. Δεν επιβάλλει την
άσκησιν και σκληραγωγίαν, αν και την δέχεται εν μετανοία και συντριβή
προσφερομένην, αλλ' επιτρέπει την αθώαν χαράν· δεν επιτάσσει την
αναγκαστικήν αγαμίαν και αγνείαν, αν και την αναγνωρίζει εις όσους
δέδοται, αλλ' εγκρίνει τον ιερόν δεσμόν του γάμου. Διά την ιδίαν
πείναν του δεν ήθελε να μεταβάλη τους λίθους εις άρτους, και προς
χάριν των άλλων μεταβάλλει το ύδωρ εις οίνον. Το πρώτον θαύμα του
Μωυσέως υπήρξε το να μεταβάλη τον ποταμόν ανόμου έθνους εις αίμα. Το
πρώτον του Ιησού το να γεμίση τας υδρίας ακάκου οικογενείας με οίνον.

Ο έτερος χαρακτήρ είνε το συμβολικόν του θαύματος. Καθώς όλα σχεδόν
τα θαύματα του Χριστού, μετέχει ελέους, εμβλήματος, και προφητείας. Ο
κόσμος αποδίδει πρώτον ό,τι καλόν έχει και είτα όλην την υποστάθμην
και την πικρίαν. Αλλ' ο Χριστός ήλθε να μετατρέψη όλα τα χθαμαλώτερα
εις τα πλουσιώτερα και γλυκύτερα, τα βάρη του Μωσαϊκού νόμου εις τον
τέλειον νόμον της ελευθερίας, το βάπτισμα του Ιωάννου εις βάπτισμα εν
Αγ. Πνεύματι και πυρί, την λύπην και την μόνωσιν εις συμβίωσιν
αρμονικήν, την θλίψιν και τον στεναγμόν εις ελπίδα και ευλογίαν, και
το ύδωρ εις οίνον. Και ούτω η κατά Θεόν πολιτεία την οποίαν ο Χριστός
εκόσμησε κ' εκάλλυνε διά της Παρουσίας Του και του πρώτου θαύματός
Του εν Κανά της Γαλιλαίας προεικονίζει την μυστικήν ένωσιν του
Χριστού και της Εκκλησίας Του· και το κοινόν στοιχείον το οποίον
θαυμασίως μετέβαλεν εις οίνον αποβαίνει τόπος της ζωής μας
μεταμορφωμένης κ' εξευγενιζομένης διά των προσδοκιών της ουρανίου
ευφροσύνης· τύπος του οίνου τον οποίον Εκείνος θα πίη καινόν μεθ'
ημών εν τη βασιλεία του Πατρός.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
Σκηνογραφία της Γαλιλαίας



Η κοιλάς του Ιορδάνου και η Τιβεριάς Θάλασσα. — Καλλονή της
Γεννησαρέτ. — Η τοπογραφία. — Η σημερινή ερήμωσις και η αρχαία
Πολυανθρωπία. — Η προφητεία του Ησαΐου. — Η διδασκαλία του Χριστού. —
Τοποθεσία της Καπερναούμ.

Το πρώτον θαύμα του Χριστού εν Κανά ήτο σημείον ότι ήλθεν, όχι διά να
καλέση τους μαθητάς Του έξω του κόσμου και των συνήθων καθηκόντων
Του, αλλά διά να κάμη τους ανθρώπους ευτυχεστέρους, ευγενεστέρους,
αγαθωτέρους εν τω κόσμω. Και υπήρχέ τι το σημαντικόν εις τον τόπον
τον οποίον εξέλεξεν ως την σκηνήν της πρώτης διδασκαλίας του. Ο
Ιωάννης είχε κηρύξει εις τας ερήμους τας παρά την Νεκράν θάλασσαν. Η
φωνή του αντήχησεν εις τους κρημνούς και τας φάραγγας. Η πόλις η
πλησιεστέρα είχε κτισθή εναντίον αρχαίας αράς υπαρχούσης, και ο
δρόμος εις αυτήν έφερε διά της «Οδού αίματος.» Όλα γύρω του απέπνεαν
πνοήν ερημίας και πένθους, και ανεκάλουν φοβεράς αναμνήσεις ανόμου
και θεηλάτου φυλής. Παρά τα ύδατα εκείνα τα μολύβδινα και υπό τον
ουρανόν τον χαλκούν είχε κηρύξει το βάπτισμα της μετανοίας. Αλλ' ο
Χριστός, εν μέσω της φαιδράς συνοδίας της Μητρός Του και των συγγενών
Του και των Μαθητών Του, εξέλεξεν ως πρώτον κέντρον της διδασκαλίας
Του μίαν λαμπράν και πολυάσχολον πόλιν, της οποίας αι μαρμάριναι
οικοδομαί κατωπτρίζοντο εις διαυγή θάλασσαν.

Η μικρά αύτη πόλις ήτο η Καπερναούμ. Ηγείρετο υπό τας ομαλάς
κατωφερείας των λόφων των πυρικυκλούντων επίγειον παράδεισον. Εις
κανέν άλλο μέρος εν Παλαιστίνη δεν υπήρχον δένδρα και κήποι οίοι εν
τη χώρα της Γεννησαρέτ. Αυτό το όνομά της σημαίνει «κήπος αφθονίας»,
και τα αναρίθμητα άνθη ανθούσιν επί τινος κοιλάδος ήτις είνε «ομοία
την όψιν με σμάραγδον». Ηθέλησε βεβαίως ο Χριστός ίνα η διδασκαλία
του, η ανοίγουσα τους ορίζοντας της αγαθότητος και του ελέους εις τον
κόσμον, αρχίση κηρυττομένη εις τόπους τερπνούς.

Ο περιηγητής σήμερον, καθώς εξέρχεται από την κοιλάδα των Περιστερών,
και ρίπτει το πρώτον άπληστον βλέμμα εις την Γεννησαρέτ, θα ίδη
μικράν λίμνην, ομοιάζουσαν με κινύραν το σχήμα, δεκατριών μιλίων το
μήκος, έξ δε το πλάτος. Κατά την απωτέραν ή ανατολικήν όχθην
εκτείνεται πρασίνη λωρίς, πέραν της οποίας υψούται εις εννεακοσίους
πόδας υπεράνω της επιφανείας της λίμνης, σειρά ερήμων λόφων διατρήτων
με χαράδρας, χωρίς δένδρον ή χωρίον ή ίχνος καλλιεργείας, το άσυλον
όπου ο Κύριος ημών συχνά επεζήτει την αναψυχήν της μονώσεως μετά του
Θεού. Η λίμνη, με τα στίλβοντα κρυσταλλώδη νερά της, κείται εις τον
πυθμένα μεγάλης λεκάνης, υπέρ τους πεντακοσίους πόδας κατωτέρω της
επιφανείας της Μεσογείου. Εντεύθεν ο πνιγηρός καύσων εκεί. Αι όχθαι
είνε τώρα έρημοι. Εξαιρέσει της μικράς και φθινούσης πολίχνης της
Τιβεριάδος, και του χωρίου Μετζέλ των αρχαίων Μαγδάλων, δεν υπάρχει
κατωκημένον μέρος εις τας πάλαι ανθούσας όχθας της· έν άθλιον και
υπόσαθρον πλοιάριον αντικατέστησε τον πάλαι ποτέ στολίσκον. Και τούτο
δεικνύει την φυγοπονίαν και αναλγησίαν των σημερινών κατοίκων, διότι
τα οψάρια είνε ακόμη άφθονα εις την λίμνην. Αλλ' οι φυσικοί
χαρηκτήρες ακόμη μένουσιν. Η λίμνη κείται αμετάβλητος, ως οπάλιον
σμαραγδοκόλλητον, αναμέσον των πρασίνων λόφων· τα ύδατα είνε ακόμη
τόσον ωραία εν της διαυγεία των, ως ότε ο Πέτρος έρριπτε τα δίκτυα
εις αυτά, και ο Ιησούς ενέβλεπεν εις τα κρυστάλλινα βάθη των· το φως
του ηλίου περιλούει ακόμη τον τόπον, και ο αήρ ευωδιάζει από φυσικά
αρώματα, και η τρυγών μορμυρίζει εις τας κοιλάδας, και ο πελεκάν
αλιεύει εις τα ύδατα· και υπάρχουν φοίνικες και πρασινίζοντες κάμποι
και ρεύματα και αμαυροί ερειπίων σωροί. Και ό,τι έχασε κατά τον
πληθυσμόν και την δραστηριότητα, εκέρδισε κατά την σεμνότητα και το
ενδιαφέρον. Και αν παν ίχνος ανθρωπίνης κατοικίας εξέλειπεν εκ των
πέριξ της, και αν ο θως και η ύαινα ωρύοντο μόνον επί των ερειπίων
των Συναγωγών όπου εδίδαξεν ο Χριστός, ακόμη το γεγονός ότι Εκείνος
την εξέλεξεν ως την σκηνήν της ενάρξεως της διδασκαλίας Του θα
μεταδίδη έννοιαν ιερότητος και περιπαθείας εις τα ερημικά της ύδατα
μέχρι συντελείας των αιώνων.

Πολύ εκπαγλοτέρα και ωραιοτέρα ήτο εις τους χρόνους της Παρουσίας Του
η λίμνη και το τοπίον εκείνο. Ο Ιώσηπος, αφού περιγράφει μετά
θαυμασμού τας καλλονάς της, συμπεραίνει ότι αι ώραι του ενιαυτού
εφαίνοντο να ερίζωσι περί της κατοχής της, και ότι η φύσις την είχε
πλάσει ως πρότυπον και ως δείγμα. Οι δε Ταλμουδισταί είχον παροιμίαν
— ήτις είνε πολύ αληθεστέρα ή όσον φαντάζονται — ότι «ο Θεός είχε
πλάσει επτά θαλλάσας εις την γην της Χαναάν, αλλά μίαν μόνον, την
θάλασσαν της Γαλιλαίας, εξέλεξε διά τον εαυτόν του.»

Όχι δε μόνον διά την καλλονήν της, αλλά διά το κεντρικόν της θέσεως
και το πολυάνθρωπον, η χώρα ήτο θαυμασίως προσηρμοσμένη διά το
υπούργημα εκείνο δι' ου επληρώθη η παλαιά προφητεία του Ησαΐου, ότι η
«γη Ζαβουλών και γη Νεφθαλίμ, πέραν του Ιορδάνου, Γαλιλαία των
εθνών», έμελλε να ιδή φως μέγα, και «οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά
θανάτου, φως λάμψει επ' αυτούς». Επειδή ο Χριστός έμελλε να είνε και
σωματικώς παρών ακόμη επί της γης «φως εις αποκάλυψιν εθνών,» όσον
και «δόξα λαού Ισραήλ». Το μικρότερον χωρίον της Γαλιλαίας τότε,
μαρτυρεί, ο Ιώσηπος, είχεν υπέρ τους δεκαπεντασχιλίους κατοίκους. Ήτο
δε ο λαός φιλόπονος και εργατικός, κ' εκαλλιέργει παν πλέθρον της
ευκάρπου εκείνης γης. Τέσσαρες οδοί ήγον εις τας όχθας της λίμνης. Η
μία έφερε διά της κοιλάδος του Ιορδάνου εις την δυτικήν όχθην· η
δευτέρα, διασχίζουσα γέφυραν προς μεσημβρίαν της λίμνης, διήρχετο διά
της Περαίας, κ' έφθανε μέχρι της Ιεριχούς, η τρίτη απέληγεν εις την
παραλίαν της Μεσογείου, και η τετάρτη διήκε διά των ορέων της χώρας
Ζαβουλών εις Ναζαρέτ, και είτα διά της πεδιάδος Εσδραελών εις
Σαμάρειαν και Ιεροσόλυμα. Κατά τους χρόνους του Χριστού, η Γαλιλαία
ήτο κέντρον δραστηριότητος δι' εθνικούς και Ιουδαίους, και περί τα
τετρακισχίλια πλοιάρια διέπλεον τας όχθας της λίμνης. Διασχίζων τις
την λίμνην, τον ποταμόν, ή τα όρη, έφθανεν εις Σαμάρειαν εις Συρίαν
και εις Φοινίκην. Η πόλις Τιβεριάς, την οποίαν Ηρώδης ο Αντίπας
έκτισεν ως πρωτεύουσαν της Γαλιλαίας, ονομάσας αυτήν επί τω ονόματι
του τότε βασιλεύοντος Τιβερίου Καίσαρος, ηυξήθη και ανεπτύχθη μετά
θαυμαστής ταχύτητος, και μετέδωκε το όνομά της εις την λίμνην. Αν και
ο Χριστός δεν εισήλθεν ίσως ποτέ εις τας οδούς της (επειδή εκτίσθη
επί της τοποθεσίας παλαιών τάφων, απηγορεύετο εις τους Ιουδαίους να
εισέρχωνται άνευ αυστηρού καθαρμού), μακρόθεν θα είδε πολλάκις τας
επάλξεις της και την Χρυσήν Οικίαν του Αντίπα. Καθ' όλον το μήκος των
οχθών της Γεννησαρέτ, Ιουδαίοι και εθνικοί ήσαν αλλοκότως
αναμεμιγμένοι, και ο άγριος Άραψ της ερήμου διηγκωνίζετο με τον
υπερόπτην Ρωμαίον και με τον πανούργον Έλληνα.

Παρήλθον αι ημέραι της ησύχου μονώσεως εις Ναζαρέτ, και βίος
εργασίας, περιπλανήσεως, κηρύγματος, ιάσεων και αγαθοεργίας έμελλε
τώρα ν' αρχίση. Ολίγας μόνον ημέρας έμειναν εις Καπερναούμ, αλλ' η
διατριβή αύτη έμελλε να είναι το υπόδειγμα δι' όλον το λοιπόν της
επιγείου ζωής Του. Θα εκήρυττεν εις την Συναγωγήν, την κτισμένην υπό
Ρωμαίου εκατοντάρχου, και τα έργα της αγάπης Του θα εγίνοντο γνωστά
εις πάσης φυλής ανθρώπους. Θα εγίνετο γνωστόν εις όλους ότι ο νέος
εγερθείς Προφήτης ήτο ανόμοιος με τον μέγαν Πρόδρομόν Του. Ήλθε να
διδάξη ότι ο Θεός δεν ήτο ιδέα αφηρημένη, πόρρω αφεστώσα και
συγχεομένη εις το κυανούν, αλλ' ήτο ο Πατήρ πάντων, «εν ω ζώμεν και
κινούμεθα και εσμέν», και ότι δεν αρέσκεται εις ολοκαυτώματα και
θυσίας, αλλ' εις έλεον και δικαιοσύνην και αγάπην και ταπείνωσιν.

Εν ω δε τοιαύτη ήτο η σημασία της ζωής του Χριστού εις την ερατεινήν
εκείνην χώραν, είνε παράδοξον ότι η ακριβής τοποθεσία της Καπερναούμ,
«της ιδίας πόλεως», κατά τον Ματθαίον, ήτις υπήρξε μάρτυς τοσούτων
θαυμάτων Του, και τοσαύτας ήκουσεν εκ των μεγάλων αποκαλύψεών του,
έμεινε μέχρι τούδε αβέβαιος. Δύο χωρία ερίζουσι περί τούτου το Χαν
Μινυέ και το Τελ Χουμ, αλλ' εις ποίαν εκ των δύο θέσεων έκειτο η
πόλις;

Εις εμέ αι αξιώσεις του Τελ Χουμ φαίνονται ευλογώτεραι. Εκεί σώζονται
τα ερείπια αρχαίας Συναγωγής, ενώ εις Χαν Μινυέ δεν σώζεται σχεδόν
τίποτε, ειμή ερείπια ερειπίων. Αλλά πού να ήτον η οικία του Πέτρου,
ήτις ήτο και οικία του Ιησού; Αλλ' επληρώθη και ενταύθα του Χριστού η
προφητεία: «Και συ, Καπερναούμ, η μέχρις ουρανού υψωθήσα, έως άδου
καταβιβασθήση· ει αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν σοι εγένοντο εν
Σοδόμοις, έμενον αν έως της ημέρας ταύτης».



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
Ο Ιησούς το Πάσχα



Εις τα Ιεροσόλυμα. — Οι πωλούντες και οι αγοράζοντες εν τω ναώ. — Η
αγανάκτησις του Ιησού. — Διατί δεν ετόλμησαν ν' αντισταθώσι. —
«Καταλύσατε τον ναόν τούτον». — Η εκ των λόγων εντύπωσις και το βαθύ
της εννοίας των.

Η διατριβή του Ιησού εις Καπερναούμ υπήρξε λίαν βραχεία, και δεν είνε
απίθανον ότι απλώς περιέμενε την αναχώρησιν της μεγάλης συνοδίας των
προσκυνητών οίτινες ητοιμάζοντο ν' απέλθωσιν εις Ιεροσόλυμα διά την
εορτήν.

Οι τρεις ευαγγελισταί σιωπώσι περί πάσης επισκέψεως του Χριστού διά
το Πάσχα από του δωδεκάτου έτους της ηλικίας μέχρι του Πάθους Του·
και μόνον ο Ιωάννης μνημονεύει το πρώτον τούτο Πάσχα από της ενάρξεως
του κηρύγματος του Χριστού. Το κυριώτερον συμβεβηκός το χαρατηρίσαν
την επίσκεψιν ταύτην ήτο η έξωσις από του ναού των πωλούντων και των
αγοραζόντων και των κολλυβιστών και αργυραμοιβών. Αλλ' η πλεονεξία
και το φιλοχρήματον των Ιουδαίων ήτο τόσον επίμονον κακόν, ώστε ο
Χριστός ηναγκάσθη να επαναλάβη και εκ δευτέρου την πράξιν, και τούτο
τέσσαρας ημέρας προ του Πάθους Του.

Γνωρίζομεν πόσον πλήθος συνέρρεεν εις την αγίαν πόλιν κατά την
ενιαύσιον μεγάλην εορτήν. Και σήμερον ο περιηγητής όστις επισκέπτεται
την Ιερουσαλήμ εν καιρώ του Πάσχα δεν δύναται να φθάση εις τας πύλας
του ναού του Αγίου Τάφου χωρίς να διέλθη εν μέσω πλήθους πραγματευτών
πωλούντων μικρούς σταυρούς, κομβολόγια και πλείστα άλλα πράγματα,
οίτινες πληρούσιν όλον τον πέριξ χώρον. Αλλά τότε οι Ιουδαίοι
πραγματευταί δεν επώλουν μόνον μικρά αντικείμενα, αλλά βους και
πρόβατα και περιστεράς. Οι αργυραμοιβοί ήσαν σχεδόν αναγκαίοι εκεί.
Διότι είκοσιν ημέρας προ του Πάσχα οι ιερείς ήρχιζον να εισπράττουν
τον παλαιόν ιερόν φόρον του ημίσεως σεκέλ, τον οποίον ώφειλε να
πληρώνη πας Ισραηλίτης πτωχός ή πλούσιος, δεν ήτο δε νόμιμον να
πληρώνεται ο φόρος ούτος εις έν των διαφόρων νομισμάτων των
συρρεόντων εθνικών, αλλ' έπρεπε να πληρώνεται εις αργυρούν εγχώριον
νόμισμα. Όθεν οι κολλυβισταί εύρισκον μέγα συμφέρον εις την
ανταλλαγήν ταύτην.

Αι στοαί και τα πρόθυρα του Ναού είχον γεμίσει από τους κολλυβιστάς
τούτους με τας τραπέζας των, από τους πραγματευτάς και ζωεμπόρους.
Και ήτο εκεί η είσοδος εις τον ναόν του Υψίστου. Ο ναός όστις έπρεπε
να είνε οίκος προσευχής δι' όλα τα έθνη, εβεβηλώθη και εξέπεσεν εις
τόπον ένθα ο μυκηθμός των βοών, η βρηχή των προβάτων, και η βαβέλ των
πολλών γλωσσών και ο κωδωνισμός των νομισμάτων και ο κλιγμός των
πλαστιγγών και ζυγαριών (των όχι πάντοτε δικαίων ίσως) πρέπει να
ηκούοντο εις τας γείτονας αυλάς, διαταράσσοντα το άσμα των Λευιτών
και τας προσευχάς των ιερέων!

Εμπλησθείς δικαίως περιφρονήσεως προς την ασέβειαν ταύτην, φλέγων εξ
ακαθέκτου και αγίας αγανακτήσεως, ο Ιησούς, εισερχόμενος εις τον
ναόν, κατεσκεύασε μαστίγιον από τα βρύα τα κείμενα επί του εδάφους·
και καταρχάς απεδίωξε τα πρόβατα και τους βους, καθώς και τους
οδηγούντας αυτά. Είτα ελθών προς τας τραπέζας των αργυραμοιβών τας
ανέτρεψε μεθ' όλων των σωρών των νομισμάτων, αφήσας τους κτήτορας να
κύπτωσι και ν' αναζητώσι τα χρήματά των. Αλλά και εις εκείνους
οίτινες είχον τους κλωβούς των περιστερών είπε: Πάρετε τα από δω!
δικαιολογήσας την πράξιν του μόνον διά των λέξεων: «Μη ποιήτε τον
οίκον του Πατρός μου οίκον εμπορίου.» Και οι μαθηταί του ιδόντες τον
ένθεον τούτον θυμόν, ανεμνήσθημεν τότε του στίχου του Δαυΐδ του
Προφήτου και βασιλέως, «Ο ζήλος του οίκου σου κατέφαγέ με».

Διατί όλον αυτό το πλήθος δεν αντεστάθη; Διατί οι πλεονέκται εκείνοι
και άρπαγες ηρκέσθησαν εις πεπνιγμένους μορμυρισμούς και
ταπεινοφώνους αράς; Διατί, θα ερωτήσωμεν, ο Σαούλ υπέφερε να τον
αψηφήση ο Σαμουήλ κατέμπροσθεν του ιδίου στρατού του; Διατί ο Δαυΐδ
υπήκουσεν εντελώς εις τας προσταγάς του Ιωάβ; Διατί ο Αχαάβ δεν
ετόλμησε να συλλάβη και τιμωρήση Ηλιού;

&Διότι η αμαρτία είνε αδυναμία&· διότι δεν υπάρχει εις τον κόσμον
τίποτε ευτελέστερον ενόχου συνειδήσεως, τίποτε τόσον ακαταμάχητον
όσον το ανερχόμενον κύμα θεοειδούς αγανακτήσεως κατά παντός του
χαμερπούς και του πονηρού. Πώς ηδύναντο οι βέβηλοι εκείνοι και
ρυπαροί πλεονέκται, συνειδότες ότι κακώς εποίουν, ν' αντισταθώσιν εις
τας αστραπάς των οφθαλμών εκείνων των ανημμένων εν θεία οργή; Η κακία
ουδ' επί στιγμήν δύναται να σταθή προ του υψωμένου βραχίονος της
αρετής. Όσον ευτελείς και διεφθαρμένοι αν ήσαν οι χρηματολάτραι ούτοι
Ιουδαίοι, ησθάνοντο εις τα βάθη της ψυχής των ότι ο Υιός του Ανθρώπου
είχε δίκαιον.

Ακόμη και οι ιερείς, οι Φαρισαίοι και οι Λευίται και οι γραμματείς,
όσον και αν κατεβιβρώσκοντο υπό της τυπολατρείας και της επάρσεως,
δεν ηδύναντο να καταδικάσουν μίαν πράξιν, ήτις θα ηδύνατο να
εκτελεσθή υπό τινος Νεεμία ή Ιούδα του Μακκαβαίου, και ήτο σύμφωνος
προς τας αρίστας παραδόσεις των. Αλλ' όταν έμαθον την πράξιν ταύτην,
ή είδον αυτήν, και έλαβον καιρόν να συνέλθωσιν από τον θαυμασμόν και
την έκπληξίν των, ήλθον προς τον Ιησούν, και μη τολμώντες να
καταδικάσωσιν ό,τι έπραξε εν συγκεκαλυμμένη αγανακτήσει, του εζήτησαν
σημείον ότι είχε δικαίωμα να πράττη ούτω.

Η απάντησις του Κυρίου, ακατάληπτος εις αυτούς, τους αφήκεν
εμβροντήτους εν θυμώ και καταπλήξει. «Καταλύσατε, είπε, τον Ναόν
τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν».

Καταλύσατε τον Ναόν τούτον! «τον ναόν διά τον οποίον βασιλεύς
υπερέχων εν πλούτω και μεγαλοπρεπεία, οίος ο βασιλεύς Σολομών,
εδαπάνησεν όλους τους θησαυρούς του, και ούτω μόνον κατέστησεν
ανεκτήν εις τους Ιουδαίους την αφόρητον τυραννίαν του· τον Ναόν διά
την οικοδόμησιν του οποίου χίλιαι άμαξαι εχρειάσθησαν και
δεκακισχίλιοι εμισθώθησαν τεχνίται, και χίλιοι ιερείς εν ιερατικαίς
στολαίς ειργάσθησαν διά να καταθέσωσι τους λίθους τους οποίους οι
τεχνίται είχον πελεκήσει ήδη· τον Ναόν, ενί λόγω, όστις ήτο θαύμα του
κόσμου! Ούτος εκτίζετο επί 46 έτη και ακόμα ήτον ατελείωτος· και
αυτός ο άγνωστος Γαλιλαίος νεανίας τους εκάλει να τον κατεδαφίσωσι,
και Αυτός θα ήτον ικανός τον ανεγείρη εις τρεις ημέρας! Τοιαύτην κατά
γράμμα ερμηνείαν έδωκαν, και ουδ' υπώπτευσαν το μυστήριον το
υποκρυπτόμενον εις τους λόγους του νεαρού Γαλιλαίου.

Πόσον ανεξάλειπτος έμεινεν έκτοτε η εντύπωσις των λόγων αποδεικνύεται
εκ του ότι, τρία έτη ύστερον, την μαρτυρίαν ταύτην μάλιστα
επεκαλέσθησαν εναντίον του Ιησού οι κατήγοροί Του, και οι
ψευδομάρτυρες, οι διαστρέψαντες τους λόγους του ως εξής: «Δύναμαι
καταλύσαι τον Ναόν τούτον» ενώ ο Ιησούς ουδέποτε είπεν ότι Αυτός θα
κατέλυε τον Ναόν. Αλλ' η διαστροφή αύτη συνέφερεν εις τους σκοπούς
των εχθρών Του, όπως τον παραστήσωσιν εις τους κρατούντας ως
στασιαστήν. «Εκείνος δε ελάλει (προσθέτει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης)
περί του Ναού του ιδίου σώματος». Και μόνον μετά την ανάστασίν Του
εννόησαν οι μαθηταί την σημασίαν των λόγων Του. Και ουδέν παράδοξον
τούτο, επειδή ήσαν λόγοι βαθυτάτης εννοίας. Μέχρι τούδε υπήρξε μόνον
είς Ναός του αληθούς Θεού, και ούτος χειροποίητος. Από τούδε το
Πνεύμα του Θεού κατώκει εν ναώ ουχί χειροποιήτω, αλλ' εν τω ιερώ
Σώματι του Υιού του Θεού όστις εγένετο σαρξ. Ούτος εσκήνωσεν εν ημίν.
Κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν της Πεντηκοστής, τρία έτη ύστερον,
και από τότε εις τους αιώνας το Άγιον Πνεύμα του Θεού έμελλε να
προτιμά υπέρ πάντα ναόν την ευθείαν και καθαράν καρδίαν. Πας δε
χριστιανός έμελλε να είναι, εις το θνητόν σώμα του, ναός του Αγίου
Πνεύματος.

Ουδέν προσβλητικώτερον εις το παχυλόν, εις το φαρισαϊκόν πνεύμα, το
προσκολλώμενον εις τα υλικά, ουδέν αντιπαθέστερον της υψηλής ταύτης
αληθείας, ότι ο καθηγιασμένος ναός εις τα Ιεροσόλυμα δεν θα ήτο πλέον
του λοιπού ο προνομιούχος τόπος εν ώ οι άνθρωποι θα ελάτρευον τον
Πατέρα. Και όμως θα ηδύναντο, αν ήθελον, να λάβωσιν ασθενή τινα
έννοιαν των υπό του Χριστού λεχθέντων. Πρέπει να εγνώριζον ότι διά
της φωνής του Ιωάννου Αυτός είχε κηρυχθή ο Μεσσίας· πρέπει να
κατενόησαν τι τους είπεν ύστερον ότι εν τω τόπω τούτω υπήρχέ τις
μείζων του Ναού· πρέπει να εμελέτησαν την έκφρασιν ενός των ραββίνων
των, την σχετιζομένην με την προφητικήν γλώσσαν του Δανιήλ ότι ο
Άγιος των Αγίων ήτο Αυτός ο Μεσσίας.

Υπάρχει δε μία βαρυσήμαντος ένδειξις ότι εισέδυσαν κάπως εις την
έννοιαν των λόγων του Ιησού. Κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν καθ' ην
ο Ιησούς έκειτο νεκρός εν τω λιθίνω τάφω, αυτοί προσήλθον εις τον
Πιλάτον και είπον αυτώ: «Κύριε, εμνήσθημεν ότι εκείνος ο πλάνος είπεν
έτι ζων, «Μετά τρεις ημέρας εγείρομαι». Λοιπόν δεν υπάρχει που ίχνος
ότι ο  Ιησούς είπε ποτέ τοιούτους λόγους ευκρινώς προς αυτούς· και αν
δεν το ήκουσαν από τον Ιούδαν, ή από την φήμην, τουτέστιν, αν το
«εμνήσθημεν» δεν είνε κατάφωρον ψεύδος, δεν ηδύναντο ν' αναφέρωνται
εις άλλην περίστασιν ειμή εις αυτήν. Και ότι το ήκουσαν παρά τινος
των Αποστόλων ήτο λίαν απίθανον· διότι οι Απόστολοι με τας βραδείας
καρδίας των δεν είχον εννοήσει την ρήσιν του Ιησού. Πώς τότε συνέβη
οι Φαρισαίοι και ιερείς να εννοώσι καλλίτερον από τους ιδίους μαθητάς
Του ό,τι έλεγεν ο Κύριος; Επειδή δεν ήσαν καθώς οι Απόστολοι
απονήρευτοι, άδολοι και απλοϊκοί άνθρωποι, και επειδή, με όλην την
γνώσιν και την διορατικότητά των, αι καρδίαι των ήσαν ήδη πλήρεις του
μίσους και της αποστροφής ήτις απέληξεν εις τον φόνον του Χριστού,
και ήτις απέρριψε την ενοχήν του αίματος Του επ' αυτούς και επί τα
τέκνα αυτών.

Αλλ' υπήρχεν ακόμη και άλλη έννοια την οποίαν ενείχον αι λέξεις, όχι
βεβαίως ολιγώτερον απεχθής εις τας προλήψεις των, αλλ' ουχ' ήττον
πλήρης νουθεσίας, και εναργεστέρα εις την αντίληψίν των. Ο Ναός ήτο η
καρδία του όλου Μωσαϊκού συστήματος, το στραταρχείον, ούτως ειπείν,
της όλης λευιτικής τελετουργίας. Βεβηλούντες τον ναόν εκείνον, και
ανεχόμενοι να βεβηλούται ούτος — ανεχόμενοι Εκείνον τον οποίον ήθελον
απλώς να θεωρούν ως πτωχόν Γαλιλαίον διδάσκαλον να κατορθοί την
αποκάθαρσιν εκείνην του Ναού την οποίαν, είτε εκ νωθρότητος, είτε εξ
ιδιοτελείας, ούτε ο Καϊάφας, ούτε ο Άννας, ούτε ο Ιλλήλ ούτε ο
Σαμμαΐ, ούτε ο Γαμαλιήλ ούτε ο Ηρώδης είχον ριψοκινδυνεύσει
επιχειρήσωσι — δεν κατέστρεφον οιονεί τον Ναόν εκείνον, δεν κατέλυον
το σύστημα, δεν εμαρτύρουν δι' αυτών των πράξεών των ότι δι' αυτούς η
αληθής σημασία του είχε παρέλθη; Τελειώσατε λοιπόν, θα ηδύνατο να
τους είπη, προφητεύων άμα και παρέχων αυτοίς άδειαν, τελειώσατε άνευ
αναβολής το έργον τούτο της διαλύσεως· εις τρεις ημέρας εγώ, ως
Λυτρωτής εγηγερμένος, θ' ανορθώσω κάτι καλλίτερον και μεγαλείτερον
όχι υλικόν Ναόν, αλλά ζώσαν Εκκλησίαν. Τοιαύτην έννοιαν φαίνεται να
ενείδεν εις λόγους τούτους ο Άγ. Στέφανος. Τοιαύτην έννοιαν
αναπτύσσει εις πολλά χωρία των επιστολών η απαράμιλλος λογική του
Παύλου. Αλλ' εις αυτήν την έννοιαν και εις πάσαν άλλην ήσαν κωφοί,
και αμβλείς και τυφλοί. Φαίνεται δε ότι απήλθον από του Ιησού
σιωπηλοί, αλλά σκυθρωποί, φιλύποπτοι και οργίλοι.

Ποία μεγάλα έργα ετέλεσε τότε ο Ιησούς δεν δυνάμεθα να είπωμεν.
Επίστευσάν τινες εις Αυτόν, αλλ' αι καρδίαι των ήσαν ψυχραί και
νωθραί και ψευδείς ακόμη.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
Ο Νικόδημος



Χαρακτήρ του Νικοδήμου. — Οι μαθηταί του Ιησού βαπτίζουσι. — Τα
παράπονα των μαθητών του Ιωάννου. — Γενναία και θλιβερά απάντησις.

Πάσα αίρεσις ή σύστημα ανθρώπων δυνατόν να συνίσταται κατά το
πλείστον από αλαζόνας φανατικούς και ισχυρογνώμονας ψευδευλαβείς,
αλλά θα είνε παράδοξον αν δεν ευρίσκωνται μεταξύ αυτών και
εξαιρέσεις· παράδοξον αν δεν υπάρχουσι και ευαίσθητοι ή ειλικρινείς
άνθρωποι μεταξύ αυτών. Και μεταξύ των αρχόντων, των γραμματέων,
Φαρισαίων, και των πλουσίων μελών του Συνεδρίου, ο Χριστός εύρε τους
πιστεύοντας και τους ακολουθούντας. Ο πρωιμώτατος και επισημότατος
τούτων ήτο ο Νικόδημος, πλούσιος άρχων, Φαρισαίος, και μέλος του
Συνεδρίου.

Εντοσούτω φυσική τις δειλία φαίνεται εις παν ό,τι τα Ευαγγέλια
λέγουσι περί του Νικοδήμου· δειλία ήτις δεν δύναται να κατανικηθή εξ
ολοκλήρου ούτε υπό της ειλικρινούς επιθυμίας να γνωρίση και να
φιλιωθή μ' Εκείνον τον οποίον εγνώριζεν ως προφήτην, καί τοι δεν τον
ανεγνώρισε παρευθύς ως τον επηγγελμένον Μεσσίαν. Ούτω αι ολίγαι
λέξεις τας οποίας παρενέβαλε διά να περιστείλη την άδικον μανίαν των
συναδέλφων του ερείδονται προφυλακτικώς επί γενικής αρχής, και δεν
ελέγχουσιν ένδειξιν της ιδίας πίστεώς του εις τον Γαλιλαίον, τον
οποίον η αίρεσίς του μισεί και καταδιώκει. Και όταν ακόμη η δύναμις
της αγάπης του Χριστού, η φανερωθείσα επί του Σταυρού, κατέστησε
τολμηρούς τους δειλοτάτους των μαθητών, ο Νικόδημος δεν προέρχεται
εις το μέσον με τα λαμπρά δώρα της ιδίας στοργής Του εωσότου το
παράδειγμα εδόθη υπό άλλου εφαμίλλου του κατά την κοινωνικήν τάξιν
και τον πλούτον.

Ο Νικόδημος ήλθε διά νυκτός προς τον Ιησούν. Επεθύμει να γνωρίση
καλλίτερον τον νεαρόν Γαλιλαίον προφήτην ον ανεγνώριζεν ως διδάσκαλον
θεόπεμπτον· αλλά δεν ήθελε να εκθέση την ιδίαν αξιοπρέπειάν του
επισκεπτόμενος αυτόν δημοσία. Ο δε τρόπος των ερωτήσεών του ήτο
μάλλον πλάγιος, και ωμίλει δι' εισηγήσεων και υποδηλώσεων προς τον
Ιησούν.

Ο κύριος είδε βαθέως εις την καρδίαν αυτού, και αποφεύγων πάσαν
διατύπωσιν και παν προοίμιον, τον εξέπληξε διά της απαντήσεως: «Εάν
μη τις αναγεννηθή, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του Θεού». Ο
μαθητής μου οφείλει να είναι ιδικός μου ψυχή και καρδία, άλλως δεν
είναι μαθητής μου παντάπασιν.

Ο Κύριος δεν ωμίλει περί σαρκικής γεννήσεως, αλλά περί της
πνευματικής εκείνης αναγεννήσεως, ήτις οφείλει να είναι γέννησις δι'
ύδατος και πνεύματος, τουτέστι κάθαρσις άμα και ανακαίνισις,
εξωτερικόν σύμβολον και εσωτερική χάρις, θάνατος τη αμαρτία και νέα
γέννησις εις δικαιοσύνην.

Ο Νικόδημος ηδύνατο μόνον ν' απαντήση δι' εκφράσεως δυσπίστου
εκπλήξεως. Εθνικός δυνατόν να είχεν ανάγκην νέας γεννήσεως διά να
γείνη δεκτός εις την Ιουδαϊκήν κοινωνίαν· αλλ' αυτός, τέκνον του
Αβραάμ, Ραββίς και ζηλωτής φύλαξ του νόμου, ηδύνατό ποτε να έχη
τοιαύτην ανάγκην; Πώς γίνεται;

Συ είσαι ο διδάσκαλος του Ισραήλ ηρώτησεν ο Κύριος, και δεν γνωρίζεις
ταύτα; Συ είσαι το τρίτον μέλος του Συνεδρίου, ο  σ α κ ά μ, ήτοι ο
σοφός, και όμως δεν γνωρίζεις το πρώτον και απλούστερον μάθημα της
μυήσεως εις την βασιλείαν των ουρανών; Εάν η γνώσις σου είναι τόσον
σαρκική, τόσον περιορισμένη, εάν ούτω προσκόπτεις επί του ουδού, πώς
δύνασαι να εννοήσης τας βαθυτέρας εκείνας αληθείας, τας οποίας
Εκείνος μόνον όστις κατήλθεν εξ ουρανού ήλθε να αποκαλύψη;

Ο Σωτήρ εξηκολούθει ν' αποκαλύπτη εις τον διδάσκαλον τούτον του
Ισραήλ πράγματα μεγαλείτερα και υψηλοτέρα ακόμη. Και το «υψωθήναι δει
τον Υιόν του Ανθρώπου» είναι άμα και κυριολεκτικόν (= σταυρωθήναι)
και μεταφορικόν, ήτοι δοξασθήναι. Και πώς ο Θεός εξεδήλωσε την αγάπην
Αυτού πέμψας τον Υιόν Αυτού τον Μονογενή, ουχί ίνα κρίνη τον κόσμον,
αλλ' ίνα σώση τον κόσμον· και την απολύτρωσιν πάντων διά της πίστεως
της εις Αυτόν· και την καταδίκην την μέλλουσαν να πέση επί εκείνους
οίτινες οικειοθελώς απορρίπτουσι τας αληθείας τας οποίας ήλθε να
διδάξη.

Ταύτα ήσαν τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, και ταύτα πρέπει να
εισήλθον βαθέως εις την ψυχήν του προληπτικού Φαρισαίου. Μετά
πραότητος δε ήλεγξεν ο Χριστός και τον φόβον όστις έκαμε τον επίσημον
τούτον ραββίνον να ζητή την σκέπην της νυκτός προκειμένου περί
πραγμάτων τα οποία έπρεπεν εις το φως της ημέρας και δημοσία και
αφόβως να κηρυχθώσι.

Ποια άλλα διδάγματα εκηρύχθησαν και πόσα εγένοντο σημεία κατά το
πρώτον τούτο Πάσχα, δεν λέγουν οι Ευαγγελισταί. Ευρών πείσμονα και
τυφλήν αντίστασιν, ο Κύριος απήλθε μετά των μαθητών Του εις την
Ιουδαίαν, ως φαίνεται, παρά τας όχθας του Ιορδάνου, διότι εκεί ο
Ιωάννης ο Ευαγγελιστής μας λέγει, ότι οι μαθηταί Του ήρχησαν να
βαπτίζωσι. Οι θεολόγοι συνεζήτησαν μετά λεπτολογίας οποίον ήτο το
πρώτον τούτο βάπτισμα, το οποίον φαίνεται να υπήρξε προεικόνισμα του
μέλλοντος Μυστηρίου, επιτραπέν, όχι διαταχθέν υπό του Χριστού.

Ιωάννης ο Βαπτιστής εξηκολούθει ακόμη το βάπτισμα της μετανοίας. Μεθ'
όσα και αν ελογομάχησαν οι θεολογούντες, το βάπτισμα του Ιωάννου,
όπως και το των μαθητών του Χριστού, πρέπει να θεωρήται ως σύμβολον
μετανοίας και καθαρότητος. Όστις δε φρονεί ότι η μετάνοια είνε «η
νεωτέρα αδελφή της αθωότητος», και ότι δι' όλους τους αμαρτήσαντας
είνε αύτη ο σκοπός και το έργον της ζωής, δεν θα εκπλαγή ότι το
πρώτον κήρυγμα του Ιησού, ως του Ιωάννου, υπήρξε. «Μετανοείτε, ήγγικε
γαρ η βασιλεία των ουρανών».

Ο αστήρ του Ιωάννου, όστις έλαμψεν εις το λυκαυγές της Ευαγγελικής
αναγεννήσεως, ήρχισε ν' αμαυρούται ήδη. Το πνεύμα του, εν άκρα
ταπεινώσει και πραότητι, υπετάγη εις το θέλημα του Θεού. Είχε μεταβή
εις Αινών, εγγύς της Σαλήμ, περί της θέσεως της οποίας οι γεωγράφοι
δεν συμφωνούσιν. Ολίγοι ακόμη ήρχοντο εις το βάπτισμά του, πολύ δε
περισσότεροι συνέρρεον εις το βάπτισμα των μαθητών Χριστού. Η αγεννής
ζηλοτυπία, ήτις δεν ηδύνατο να επισκοτίση την φωτισμένην ψυχήν του
Βαπτιστού, εύρεν έτοιμον χώρον εις τας καρδίας των οπαδών του.
Κάποιος Ιουδαίος φιλόνικος τους είχεν ενοχλήσει δι' έριδος περί
καθαρισμού, εκείνοι δε είπον προς τον διδάσκαλόν των:

 — «Ραββί, ιδού ος ην μετά σου πέραν του Ιορδάνου, περί ου και
εμαρτύρησας, βαπτίζει, και πάντες προς αυτόν, έρχονται».

Η παράλειψις του ονόματος, ο τόνος οργής, όλα εμφαίνουσι την
αντιζηλίαν εις την παρατήρησιν ταύτην. Η απάντησις του Ιωάννου υπήρξε
γενναία και αξία αυτού. «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι».
Δεν ήτον αυτός ο Νυμφίος, αλλ' ο φίλος του Νυμφίου. Δεν ήτον το φως,
αλλ' ο λύχνος. Ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Υιός του Θεού, είχεν
ανατείλη ήδη, και μόνον όστις πιστεύση εις Αυτόν θα έχη ζωήν αιώνιον.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
Η Σαμαρείτις



Επάνοδος του Ιησού εις Γαλιλαίαν. — Το φρέαρ του Ιακώβ. — Η
συνδιάλεξις μετά της γυναικός. — Ιερουσαλήμ και Γαριζέν. — Αποκάλυψις
του Μεσσίου.

Ο φιλόνικος Ιουδαίος όστις τόσον βαθέως συνεκίνησε τους μαθητάς του
Ιωάννου δυνατόν να ήτο είς των εξοχόντων Φαρισαίων· και ο Κύριος
τάχιστα εγνώρισεν ότι επετήρουν τας κινήσεις του με εχθρικόν όμμα. Η
προς τον Ιωάννην έχθρα των εγένετο βαθυτέρα έχθρα προς Αυτόν. Ακούσας
δε ο Χριστός ότι ο Ιωάννης συνελήφθη υπό Ηρώδου του Αντίπα και εβλήθη
εις την φυλακήν, απήλθεν εκ της Ιουδαίας και ανεχώρησε πάλιν εις την
Γαλιλαίαν.

Εκκινήσας λίαν πρωί, εστάθη μετά πολλάς ώρας εις τα εγγύς της πόλεως
Συχάρ προς αναψυχήν, όπου ήτο το φρέαρ του Ιακώβ. Ήτο μεσημβρία, και
ο Κύριος ημών κεκμηκώς εκάθισε παρά το φρέαρ. Οι μαθηταί Του, ίσως τα
δύο ζεύγη των αδελφών (Πέτρος και Ανδρέας, Ιάκωβος και Ιωάννης), και
μετ' αυτών ο Φίλιππος και Βαρθολομαίος, είχον απέλθη ν' αγοράσωσι
τροφάς εις την πόλιν· και πεινών και διψών, Εκείνος όστις έφερεν όλας
τας ασθενείας μας, εκάθισε κουρασμένος, περιμένων αυτούς. Τότε η
μοναξία Του διεκόπη διά της εμφανίσεως μιας γυναικός. Τον Μάιον κατά
την μεσημβρίαν εν Παλαιστίνη ο καύσων δυνατόν να είνε σφοδρός, αλλά
δεν είνε και τόσον υπερβολικός ώστε να εμποδίζη την έξοδον από της
οικίας και την σύντομον πορείαν· και η γυνή αύτη, ή κατά τύχην, ή
διότι δεν ήτο καλής φήμης, και ήθελε ν' αποφύγη την ώραν καθ' ην αι
γυναίκες όλης της πολίχνης θα συνέρρεον εις το φρέαρ, ήρχετο ν'
αντλήση ύδωρ.

Ο Κύριος ήτο διψασμένος και κουρασμένος, κατά το ανθρώπινον, και η
παρουσία της θα τον ηυχαρίστησε, διότι «άντλημα ουκ είχε, και το
φρέαρ ην βαθύ». Η σκηνογραφία της χλοεράς κοιλάδος με τους αστάχυς
και τα μεγάλα δένδρα, αι μεγάλαι αναμνήσεις του Ιακώβ και του Ιωσήφ,
του οποίου ο τάφος ευρίσκετο εκεί πλησίον, του Ιησού του Ναυή και του
Γεδεών, ενέπνεον και παρείχον αφορμήν εις μελέτας. Η γειτνίασις των
δύο ορέων, δεξιόθεν και αριστερόθεν, του Γαριζίν και του Γεβάλ,
διηγούντο ολόκληρον ιστορίαν. Εις το πρώτον των δύο τούτων ορέων
προσεκύνουν οι Σαμαρείται, καθώς οι Ιουδαίοι εις Ιερουσαλήμ, και επί
των δύο αι φυλαί του Ισραήλ ανά έξ, απήγγειλαν το πάλαι τας
περιφήμους ευλογίας και τας αράς: «Ευλογημένος ει εν πόλει, και
ευλογημένος ει εν αγρώ», κτλ.

Ο Κύριος είπε προς την γυναίκα: «Δος μοι ύδωρ πιείν».

Πας όστις εταξείδευσεν εις την Ανατολήν γνωρίζει πόσον πρόθυμος και
φιλόφρων είνε η απάντησις. Ο ελεεινός Φελλάχος και ο άξεστος
Βεδουίνος φαίνεται αισθανόμενος μεγάλην ευχαρίστησιν να υπακούση εις
την εντολήν του παρ' αυτώ μεγάλου προφήτου, και να δώση ύδωρ εις τον
διψώντα. Και όμως τόσον θανάσιμος ήτο η έχθρα και αντιζηλία μεταξύ
Ιουδαίων και Σαμαρειτών, ώστε η αίτησις έκαμε την γυναίκα να εκπλαγή
μόνον. Η ενδυμασία του Ιησού, ως και ο τρόπος καθ' ον επρόφερε την
φράσιν «Τενί λιστόθ» (δος μοι να πίω), έδειξαν αυτή ότι Εκείνος ήτο
Ιουδαίος, Ιουδαίοι δε και Σαμαρείται «ου συγχρώνται», τουτέστι δεν
συγκοινωνούσι προς αλλήλους.

Μετά πραότητος είπεν αυτή ο Κύριος, ότι, εάν είξευρε την δωρεάν του
Θεού, και τις ήτον ο λέγων αυτή δ ο ς  μ ο ι  π ι ε ί ν, αυτή θα του
εζητούσε, κ' εκείνος θα της έδιδεν ύδωρ ζων. Εκείνη εκύτταξε το
φρέαρ, εκατόν πόδας βαθύ, και άντλημα Αυτός δεν είχε. Πόθεν λοιπόν
είχε το ύδωρ το ζων; Μήπως Συ είσαι μεγαλείτερος από τον πατέρα ημών
Ιακώβ, όστις έσκαψε το φρέαρ τούτο και έπιεν εξ αυτού;

Ο πατήρ σας Ιακώβ έπιεν εκ του φρέατος τούτου και απέθανε· το ύδωρ,
το οποίον θα δώσω Εγώ, όστις πίη, δεν θα διψήση εις τον αιώνα. —
Κύριε, δος μοι από το ύδωρ αυτό, διά να μη διψώ, και να μην έρχομαι
καθημερινώς εις το φρέαρ.

Ο Κύριος είπεν αυτή: Ύπαγε, φώνησόν σου τον άνδρα. Αυτή ηναγκάσθη
τότε ν' απαντήση ότι δεν είχεν άνδρα. Και ο Κύριος, επιβεβαιών την
εξομολόγησίν της, έδειξεν ότι γνωρίζει ως καρδιογνώστης το μυστικόν
του εκλελυμένου βίου της: «Αληθώς είπας ότι ουκ έχεις άνδρα· πέντε
γαρ έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ».

Είδε τότε εκείνη ότι Προφήτης ήτο ενώπιόν της, αλλά συγχρόνως έδειξε
την κορυφήν του όρους Γαριζέν, και λέγει προς αυτόν: «Οι πατέρες ημών
εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν, και ημείς λέγετε ότι εν Ιερουσαλήμ
εστιν ο τόπος όπου δει προσκυνεί».

Εν συγκρίσει προς την νόθον λατρείαν των Σαμαρειτών ο Ιουδαϊσμός ήτο
αγνός και αληθής. Αλλ' όμως παρά τούτο εξέφερε προς αυτήν την ισχυράν
και αξιομνημόνευτον πρόρρησιν ότι έρχεται ώρα ότε οι αληθινοί
προσκυνηταί, ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιερουσαλήμ, αλλ' εν παντί
τόπω προσκυνήσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία.

Βαθέως τότε συνεκινήθη εκείνη, και είπεν ότι, όταν έλθη, ο Μεσσίας,
θα διδάξη πάντα ταύτα· και ο Κύριος είπε τότε την απλήν και φοβεράν
αλήθειαν: «Ο λαλών σοι Εγώ ειμι».

Η γέννησίς Του απεκαλύφθη το πρώτον διά νυκτός εις ολίγους ταπεινούς
και αφανείς ποιμένας· η πρώτη πλήρης και σαφής υπ' Αυτού αναγγελία
του αξιώματός Του ως Μεσσίου εγένετο πλησίον ερημικού φρέατος εν
μεσημβρία και προς αφανή εκ Σαμαρείας γυναίκα. Και προς την πτωχήν
ταύτην, την αμαρτωλόν και αμαθή ξένην εξηνέχθησαν λόγοι αθανάτου
σημασίας, προς τους οποίους όλαι αι μέλλουσαι γενεαί έμελλον να
τείνωσι τα ώτα με συνεχομένην πνοήν και γονυκλινείς.

Τις θα επενόει, τις θα εφαντάζετο απλώς πράγματα τόσον ανόμοια με
τους λογισμούς των ανθρώπων όπως αυτά;

Κ' εδώ η συνδιάλεξις διεκόπη· διότι οι μαθηταί, και μεταξύ αυτών κ'
εκείνος όστις τα διηγείται, επέστρεψαν προς τον διδάσκαλόν των.
Μακρόθεν είδον και εσκανδαλίσθησαν. Αυτός ο Ιουδαίος, αυτός ο Ρεββί,
να ομιλή με γυναίκα, και μάλιστα Σαμαρείτιδα και αμαρτωλήν! Και όμως
δεν ετόλμησαν τίποτε να είπουν ούτε να Τον ερωτήσουν. Το αίσθημα του
μεγαλείου Του, η αγάπη και η πίστις ην μόνη η παρουσία Του ενέπνευε,
επεσκίαζον πάσαν περιέργειαν.

Εν τω μεταξύ η γυνή έτρεξεν εις την πολίχνην και διηγήθη πάντα όσα
ήκουσε. Δεύτε ίδετε καρδιογνώστην. Μήτοι ούτος εστιν ο Χριστός;

Οι Σαμαρείται έτρεξαν έξω της πόλεως, κ' ενώ ούτοι επλησίαζον, οι
μαθηταί προέτρεπον τον Κύριον να φάγη, διότι παρήλθεν η μεσημβρία,
και είχε κουρασθή πολύ. Αλλ' η πείνα εθεραπεύθη εν τη εξάρσει του
κηρύγματός Του. Έχω βρώμα φαγείν, είπεν, ό υμείς ουκ οίδατε. Τάχα δεν
ενόησαν ότι από παιδός δεν είχε τραφή με άρτον μόνον; Αι Γραφαί των
ήσαν πλήρεις ζωντανών μεταφορών, και όμως δεν ηδύναντο να εξαρθώσιν
εις ανωτέραν έννοιαν, και η μόνη ερμηνεία των ήτο ότι κάποιος Του
έδωκε να φάγη. Πόσον σκληρόν πρέπει να ήτο δι' Αυτόν το να ευρίσκη
συνεχώς μεταξύ των ιδίων εκλεκτών Του τοιαύτην ανικανότητα εις το
κατανοείν! Αλλά δεν είχεν ανυπομονησίαν Αυτός ο πράος και ταπεινός τη
καρδία. «Εμόν βρώμα, είπεν, ίνα ποιώ το θέλημα του Πέμψαντός Με, και
τελειώσω Αυτού το έργον».

Η συνομιλία των ελθόντων τότε Σαμαρειτών τους έπεισε πολύ βαθύτερον ή
όσον η διήγησις της γυναικός ότι Αυτός ήτον ο Σωτήρ του Κόσμου.
Ευμενώς δεχθείς την αίτησίν των έμεινε παρ' αυτοίς μετά των μαθητών
Του επί δύο ημέρας. Η δε διδασκαλία των δύο τούτων ημερών μεγάλως
συνετέλεσεν εις την ύστερον επιστροφήν των Σαμαρειτών.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'
Ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι



«Οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον». — Μία ιουδαϊκή Συναγωγή. — Ο λόγος του
Ιησού. — Η μανία των Ναζαρηνών. — Διαφυγή του Ιησού και αναχώρησις
από την Ναζαρέτ.

Μέχρι τούδε ηκολουθήσαμεν την χρονολογικήν οδηγίαν του κατά Ιωάννην
Ευαγγελίου, εδώ δε διά πρώτην φοράν συναντώμεν το δύσκολον ζήτημα
περί της ορθής χρονολογικής τάξεως τον συμβεβηκότων εν τω κηρύγματι
του Κυρίου.

Πληθύς συγγραφέων εις όλα τα χριστιανικά έθνη αφιέρωσαν έτη, τινές εξ
αυτών όλην την ζωήν των, εις την λύσιν του ζητήματος τούτου, και
ακόμη το ζήτημα μένει άλυτον. Το επ' εμοί, θα προσπαθήσω να διηγηθώ
τα γεγονότα κατά την τάξιν εκείνην ήτις φαίνεται η πιθανωτέρα.

Η θεία έμπνευσις ήτις ωδήγει τους Ευαγγελιστάς εις την διήγησιν του
βίου του Χριστού ήτο οποία ήρχει διά να τους καταστήση ικανούς να
είπωσι παν ό,τι αναγκαίον διά την ειρήνην και την ευεξίαν των ψυχών
μας, αλλά πόρρω απέχουσα του να ευχαριστήση την περιέργειάν μας ή και
το ιστορικόν ενδιαφέρον μας. Ενταύθα δε υπάρχει και άλλη ένδειξις ότι
οι λογισμοί μας πρέπει να προσκολλώνται εις το πνευματικόν μάλλον ή
το υλικόν· εις τον Χριστόν όστις ζη εις τους αιώνας και είναι μαζύ
μας πάντοτε πολλώ μάλλον παρά εις τα εξωτερικά συμβάντα της
ανθρωπίνης εκείνης ζωής ήτις, κατά την θείαν βουλήν, υπήρξε το
όργανον της απολυτρώσεως του ανθρώπου.

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέγει ότι, μετά διήμερον διατριβήν
αναμέσων των ανοικτοκάρδων Σαμαρειτών της Συχάρ, ο Ιησούς απήλθεν εις
την Γαλιλαίαν, διότι Αυτός εμαρτύρησεν ότι προφήτης ου τετίμηται εν
τη πατρίδι αυτού. Προσθέτει δε ότι, ότε ήλθεν εις την Γαλιλαίαν, οι
Γαλιλαίοι Τον εδέχθησαν, καθό ιδόντες όλα όσα έπραξεν εν Ιερουσαλήμ
κατά την εορτήν. Και λέγει, ευθύς ύστερον, ότι ο Ιησούς ήλθε πάλιν
εις Κανά της Γαλιλαίας όπου εθεράπευσε τον υιόν του άρχοντος.

Ο σκοπός του Ιωάννου δεν ήτο να ενδιατρίψη επί της διδασκαλίας της εν
Γαλιλαία, ήτις ιστορήθη ήδη υπό τον συνοπτικόν, τουτέστι τον τριών
άλλων Ευαγγελιστών. Από το Ευαγγέλιον του Λουκά λαμβάνομεν την
πληρεστέραν γνώσιν περί της περί πρώτης δημοσίας πράξεως του Κυρίου
ημών εις την ιδίαν πατρίδα του.

Φαίνεται ότι ο Ιησούς δεν διηυθύνθη από Συχάρ εις Ναζαρέτ. Καθ' οδόν
εδίδασκεν συνεχώς, εν μέσω του γενικού θαυμασμού και της αποδοχής,
εις τας Συναγωγάς της Γαλιλαίας. Ούτω έφθασεν εις Ναζαρέτ, και κατά
το σύνηθες αυτώ από της παιδικής ηλικίας, εισήλθεν εις την Συναγωγήν
εν Σαββάτω.

Υπήρχε μόνον μία Συναγωγή εις την πολίχνην, και πιθανώς ωμοίαζε καθ'
όλα, εκτός κατά το πενιχρόν της προσόψεως και της κατασκευής, προς
τας Συναγωγάς των οποίων βλέπομεν τα ερείπια εις Τελ Χουμ και Ιρβίδ.
Ήτο απλώς ορθογώνιος στοά μετά τινος εκ στύλων προπυλαίου, με το
αγιαστήριον βλέπον προς τα Ιεροσόλυμα. Εδώλια υπήρχον από την μίαν
πλευράν διά τους άνδρας, από την άλλην, όπισθεν δρυφάκτου, διά τας
γυναίκας, αίτινες εκάθηντο εκεί βαθύπεπλοι. Εις έν άκρον υπήρχε το
ομοίωμα της κιβωτού, το οποίον περιέκλειε τας Ιεράς Γραφάς· και εις
το πλάγιον υπήρχε το αναλόγιον διά τον αναγνώστην ή κήρυκα. Εις τας
πρώτας έδρας εκάθηντο οι πρεσβύτεροι, προεξήρχε δε αυτών ο
αρχισυνάγωγος, και κατώτεροι τον βαθμόν υπήρχον ο βιβλιοφύλαξ, ο
ιεροφύλαξ και οι διάκονοι της Συναγωγής.

Η ακολουθία και η προσευχή η εν τη Συναγωγή ωμοίαζε με την των
προτισταντικών εκκλησιών των ημερών μας. Μετά τας προσευχάς, δύο
περικοπαί ανεγινώσκοντο πάντοτε, μία από την Πεντάτευχον και μία από
τους Προφήτας. Επειδή δε δεν υπήρχον χειροτονημένοι λειτουργοί όπως
διεξάγωσι τας ακολουθίας, διότι το αξίωμα των ιερέων και των Λευιτών
ήτο όλως διάφορον εν Ιερουσαλήμ, τα αναγνώσματα ταύτα ηδύναντο όχι
μόνον να γείνωσιν από πάντα αρμόδιον όστις θα εζήτει άδειαν από τον
αρχισυνάγωγον, αλλ' ο αναγινώσκων ηδύνατο και να προσθέση το σχόλιόν
του.

Η ανάγνωσις της περικοπής της εκ των βιβλίων του Μωυσέως φαίνεται να
είχε τελειώσει όταν ο Ιησούς ανέβη τας βαθμίδας του αναλογίου. Ο
βιβλιοφύλαξ τότε ενεχείρησεν Αυτώ τον τόμον ή κύλινδρον, εφ' ου ήτο
γεγραμμένη η προφητεία του Ησαΐου, και ο Κύριος ήρχισε ν' αναγινώσκη
το γνωστόν κεφάλαιον.

«Πνεύμα Κυρίου επ' εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς
απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους τη καρδία, κηρύξαι
αιχμάλωτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν...»

Όλη η Συναγωγή ητένιζεν εις Αυτόν. Ο Χριστός εν πνεύματι τρυφερότητος
εσταμάτησε προ της εκφράσεως, «ημέραν ανταποδόσεως του Θεού ημών»,
και τελευταίας απήγγειλε τας λέξεις, «κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου
δεκτόν». Είτα ετύλιξε πάλιν τον κύλινδρον και τον απέδωκεν εις τον
βιβλιοφύλακα, και, ως έθιστο μεταξύ των Ιουδαίων, εκάθισε να εκφωνήση
την διδαχήν Του.

Η λαμπροτάτη εκείνη περικοπή οπόσον να προσέλαβε μεγαλείον
απαγγελομένη εκ στόματος εκείνου δι' ον εγράφη και εν ώ επληρώθη!
«Πάντες ήσαν ατενίζοντες Αυτώ», λέγει ο ιερός Λουκάς, και δυνάμεθα να
φαντασθώμεν το ρίγος της φοβεράς προσδοκίας και την έξαψιν ήτις
διήλθε τας καρδίας των ακροατών, καθώς Εκείνος ανέπτυσσε το θέμα ότι
Αυτός ήτον ο Μεσσίας, περί ου ο μέγας προφήτης είχε ψάλη προ 700
ετών. Οι λόγοι Του ήσαν πλήρης χάριτος, εξουσίας, δυνάμεως, ήτις ήτο
το πρώτον ακαταμάχητος, και κατέπληττε τους πάντας. Αλλά καθώς
επροχώρει, ενόησε την επελθούσαν μεταβολήν. Η γοητεία της σοφίας και
της γλυκύτητός Του ερράγη εις τας σκληράς καρδίας των αξέστων και
βιαίων Ναζαρηνών, όταν ήρχισαν να εννοούν τας θείας αξιώσεις Του. Ήτο
σύνηθες παρ' Ιουδαίοις, προσευχόμενοι εν τη Συναγωγή, να δίδωσι πλήρη
διέξοδον εις τα αισθήματά των, και τότε ψιθυρισμοί μίσους και
βλέμματα ζηλοτυπίας ήρχισαν να ρίπτωνται απειλητικώς προς τον Ιησούν.

«Δεν είνε αυτός ο τέκτων; Δεν είνε ο αδελφός του Ιακώβου και του Ιωσή
και του Σίμωνος και του Ιούδα; Δεν είνε αι αδελφαί του μεταξύ μας;
Και αυτοί οι ίδιοι δεν τον πιστεύουν!»

Αυτός δεν ήτο κανείς νεαρός και ευπαίδευτος ραββίνος από τας σχολάς
του Γαμαλιήλ και του Σαμαΐ, και όμως ωμίλει μετά κύρους και εξουσίας
την οποίαν δεν ελάμβαναν οι μεγαλείτεροι γραμματείς! Ο Ιλλήλ ο ίδιος,
όταν η διδασκαλία του δεν έπειθε, επεκαλείτο το αρχαιότερον κύρος του
Σεμαΐα και του Αβδαλιών. Αλλ' αυτός ο διδάσκαλος δεν επεκαλείτο
κανένα· αυτός όστις υπήρξε τέκτων εις το χωρίον των! Τι έργον είχε να
διδάσκη; Πώς ημπορούσε να ειξεύρη γράμματα ενώ δεν έμαθεν;

Ο Ιησούς εγνώρισε και άλλο αίσθημα ακόμη εις την καρδίαν των· μίαν
ζηλοτυπίαν, διατί να κάμη θαύμα εις Κανά, και θαύματα εις Καπερναούμ,
και εις αυτούς, τους συμπολίτας του, τίποτε. Είξευρεν ότι η παροιμία,
«Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν», ήτον εις τας καρδίας των, αν όχι εις τα
χείλη των. Αλλά διά να τους δείξη ότι δεν ήτο απλώς Ναζαρηνός, αλλ'
ανήκεν εις όλον τον κόσμον, τους υπέμνησεν ότι ο Ηλίας είχε βοηθήσει
μόνον την χήραν την εις Σάρεφθα της Σιδωνέας, και ο Ελισαίος
εθεράπευσε μόνον τον λεπρόν τον Σύρον.

Τι λοιπόν; Κατά την εκτίμησίν Του δεν ήσαν καλλίτεροι από τους
εθνικούς και τους λεπρούς; Τούτο ήτο το μη περαιτέρω, το οποίον δεν
ημπορούσαν να υποφέρουν εκ μέρους ενός συμπολίτου των, τον οποίον
ήθελον να βάλουν εις την ιδίαν τάξιν με τον εαυτόν τους· και εις τας
λέξεις ταύτας η συνεχομένη μανία των εξερράγη. Ο αγορητής δεν
διεκόπτετο πλέον διά ψιθυρισμών αποδοκιμασίας, αλλά διά θορύβου και
βοής. Με μίαν των εκρήξεων εκείνων της αιματηράς εξάψεως, αίτινες
εχαρακτήριζον τον αλλοκότως βίαιον εκείνον και εμπαθή λαόν· λαόν του
οποίου τα πνεύματα ελαύνονται υπό τρικυμιών τόσον αιφνιδίων όσον
εκείναι αίτινες εν μια στιγμή εξεγείρουσι μετά μανίας την ως κάτοπρον
επιφάνειαν της λίμνης των· ηγέρθησαν πάντες εν σώματι, εξέβαλον Αυτόν
της πόλεως, και τον είλκυσαν προς την εφρύν του όρους υπεράνω. Κατά
την μεσημβρινήν υπώρειαν του όρους κείται τούτου η πολίχνη Ναζαρέτ.
Πολλοί όγκοι βράχων και κρημνών υψούνται επί των κλιτύων του, και
ίσως η κατωφέρεια να ήτο πλέον κρημνώδης προ δεκαεννέα αιώνων. Εις
ένα των βραχωδών τούτων κρημνών Τον είλκυσαν διά να τον ρίψουν κατά
κεφαλής κάτω. &Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι Αυτόν ου παρέλαβον&.

Αλλ' η ώρα Του δεν είχεν έλθη ακόμη, κ' εκείνοι εσώθησαν από έν
έγκλημα το οποίον θα τους εκάλυπτε με αιωνίαν ατιμίαν. «Διήλθε διά
μέσου αυτών και απήλθε». Δεν είναι ανάγκη να υποθέσωμεν ότι έγεινε
πραγματικόν θαύμα, ακόμη ολιγώτερον να φαντασθώμεν κρυφίαν και
αιφνιδίαν εκφυγήν ανά τους στενούς και ελικοειδείς δρομίσκους της
πολίχνης. Ίσως η σιωπή Του, ίσως η ατάραχος ευγένεια του ήθους Του,
ίσως το έκλαμπρον και διαυγές του βλέμματός Του, τους ετρόμαξαν.
Χωριστά από παν το υπερηφυές, φαίνεται ότι υπήρχεν εν τη παρουσία του
Ιησού μυστηριώδης τις γοητεία και μεγαλείον, το οποίον οι σκληρώτεροι
και απηνέστεροι εχθροί Του ανεγνώριζον, και ενώπιον του οποίου
έκλινον.

Εις τούτο ώφειλε την εκφυγήν του όταν οι εμμανείς Ιουδαίοι εν τω Ναώ
έλαβον λίθους ίνα λιθοβολήσωσιν Αυτόν· τούτο έκαμε τους θρασείς και
φανατικούς αξιωματικούς του Συνεδρίου ανικάνους να Τον συλλάβωσιν ότε
εδίδασκε δημοσία κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας εν Ιερουσαλήμ· τούτο
έκαμε την ένοπλον σπείραν των εχθρών Του, εις το βλέμμα Του μόνον, να
πέσωσι προ Αυτού μέχρι εδάφους εις τον κήπον του Γεθσημανή. Αιφνιδίως
και ησύχως κατετρόμαξε τους διώκτας με το βλέμμα του και απήλθεν
αβλαβής. Υπάρχουσι παραδείγματα τοιαύτα εν τη ιστορία.

Και ούτω τους άφησε διά να μην επανέλθη, ως φαίνεται, ποτέ. Άρά γε
αίσθημά τι απλώς ανθρωπίνης λύπης να έθλιψε την ψυχήν του ενώ,
κατήρχετο την κατωφέρειαν πορευόμενος εις Κανά; Δάκρυ τι ύγρανε τα
βλέφαρά Του, καθώς ίστατο, ίσως διά τελευταίαν φοράν, να προσβλέψη
εντεύθεν την πλουσίαν πεδιάδα του Εσδραελών, και εις τα πορφυρίζοντα
ύψη του Καρμήλου, και εις τας λευκάς άμμους τας πλαισιούσας τα κυανά
της Μεσογείου ύδατα; Υπήρχέ τις από τον οποίον ελυπείτο να χωρισθή,
εις την πρασίνην κλειστήν κοιλάδα όπου είχε ζήσει και είχεν ανατραφή;
Έρριψεν άρα μακρόν τακερόν βλέμμα εις την ταπεινήν οικίαν όπου επί
τόσα έτη ως τέκτων ειργάζετο; Ούτε σύντροφος της αθώας παιδικής
ηλικίας Του, ούτε φίλος της αναμαρτήτου νεότητός Του, δεν τον
συνόδευε με σέβας, με έλεος και με λύπην; Τοιαύται ερωτήσεις είναι
βεβαίως φυσικαί, και ανευλαβείς· αλλά μένουν άνευ απαντήσεως. Όσον
αφορά τας ανθρωπίνους απλώς συγκινήσεις της καρδίας Του, εκτός εφ'
όσον αύται συνδέονται με την αποστολήν Του επί της γης, τα Ευαγγέλια
σιωπώσι. Γνωρίζομεν μόνον ότι από τούδε ότι άλλοι φίλοι τον
εδεξιούντο έξω της πόλεως των αξέστων Ναζαρηνών, μεταξύ των προσηνών
και ευγενών την καρδίαν αλιέων της Βιθσαϊδά· και ότι, από τούδε η
οικία Του, εάν είχε πού την κεφαλήν να κλίνη, ήτο εις την μικράν
πόλιν Καπερναούμ, πέραν των ηλιοφεγγών υδάτων της λίμνης της
Γαλιλαίας.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.
Διατριβή εν Γαλιλαία



Ο βασιλικός και η πίστις του. — Ο Ιησούς ομιλεί εις Καπερναούμ — Το
πρώτον Σάββατόν του εκεί. — Ο δαιμονιζόμενος. — Η πενθερά του Πέτρου.
— Ομιλία από του πλοίου. — Κλήσις του Πέτρου, του Ιακώβου και του
Ιωάννου. — Ο τελώνης Απόστολος.

Μόλις έφθασεν ο Ιησούς εις Κανά, και αξιωματικός τις εκ της
γειτονικής αυλής Ηρώδου του Αντίπα, μαθών την άφιξίν Του, ήλθε και
επιμόνως τον παρεκάλει να καταβή εις Καπερναούμ και θεραπεύση τον
θνήσκοντα υιόν του. Αν και ο Κύριος ουδέποτε εισήλθεν εις την πόλιν
Τιβεριάδα, όμως η φωνή του Ιωάννου είχεν αντηχήσει πολλάκις,
προξενούσα ταραχήν μετά σεβασμού, εις την αυλήν του φιληδόνου
τετράρχου. Γνωρίζομεν ότι ο Μαναήμ, ο ομογάλακτος του Ηρώδου, εγένετο
ύστερον χριστιανός, και γνωρίζομεν ότι μεταξύ των γυναικών των
διακονουσών τω Χριστώ ήτο η Ιωάννα, η γυνή του Χουζά, του
αρχιοικονόμου του Ηρώδου. Επειδή δε ο αυλικός (βασιλικός) επίστευσεν
εις Χριστόν μεθ' όλου του οίκου του συνεπεία του γενομένου θαύματος,
εικάζεται μετά τινος πιθανότητος ότι ουδείς άλλος ήτο ή αυτός ο
Χουζάς.

Ενδούς εις την περιπαθή επιθυμίαν του πατρός, ο Ιησούς τον απέπεμψε
διαβεβαιώσας αυτόν ότι ο υιός του έζη. Η συνάντησις είχε συμβή κατά
την εβδόμην ώραν της ημέρας, τουτέστι την περί την πρώτην μετά
μεσημβρίαν. Εάν η πόλις Κανά είναι, ως πιστεύω, το σημερινόν Κεφρ
Κεννά, θ' απείχε πέντε ώρας από της Καπερναούμ, και ο βασιλικός θα
είχε καιρόν να φθάση εις Καπερναούμ την εσπέραν. Αλλ' η καρδία του
πατρός κατεπραΰνθη διά της υποσχέσεως του Ιησού, κ' εκοιμήθη την
νύκτα εκείνην εις χωρίον τι κατά το μέσον της οδού. Την επιούσαν πρωί
οι δούλοι του τον συνήντησαν, και του είπαν ότι την εβδόμην ώραν,
καθ' ην είχεν ομιλήσει ο Ιησούς, ο πυρετός αφήκε τον πάσχοντα.

Ήτο αύτη η δευτέρα φορά καθ' ην ο Ιησούς εσημείωσε την εις Γαλιλαίαν
άφιξίν Του διά περιφανούς θαύματος. Η θέσις του αυλικού συνετέλεσε να
γνωσθή τούτο κατά πλάτος, και συνέτεινεν εις την φαιδράν εκείνην και
ενθουσιώδη υποδοχήν της οποίας ετύγχανεν ο Κύριος ημών εν Γαλιλαία
κατά πρώτον στάδιον του πανεκλάμπρου κηρύγματός Του.

Εδώ πάλιν απαντώμεν δυσκολίας εις την χρονολογικήν των γεγονότων
σειράν. Οι Ευαγγελισταί δεν επιτηδεύουσι μετά λεπτολόγου επιμελείας
την χρονολογικήν ακολουθίαν. Αι εικόνες τας οποίας παρέχουσι των
κυρίων συμβάντων εν τω βίω του Χριστού είνε απλαί και αρμονικαί, και
το ότι αύται παρουσιάζονται κατά ασύμμορφον και φιλολογικώς οιονεί
άτεχνον τρόπον είνε όχι μόνον σύμφωνον με την θέσιν τον συγγραφέων,
αλλ' είνε πρόσθετος επιβεβαίωσις της πεποιθήσεως ημών, ότι
αναγινώσκομεν τας εκθέσεις βίου όστις κατά την μεγαλειότητα και το
κάλλος ασυγκρίτως υπερβαίνει πάσαν ικανότητα επινοίας, ή φαντασίας,
παρά τοις απλοίς και πιστοίς χρονογράφοις υφ' ων απεμνημονεύθη.

Φαίνεται, κατά τον Ευαγγελιστήν Λουκάν, ότι, αναχωρήσας από Κανά, ο
Κύριος απήλθε πάραυτα εις Καπερναούμ, συνοδευόμενος υπό της Μητρός
Του και τον δοκούντων αδελφών Του, των υιών του Ιωσήφ, και έκαμε την
πόλιν ταύτην κατοικίαν του. Αι νομιζόμεναι αδελφαί Του ήσαν πιθανώς
ύπανδροι και δεν απεμακρύνθησαν από την Ναζαρέτ. Αλλ' η φοβερά ύβρις
την οποίαν είχε λάβη ο Ιησούς θα ήρκει μόνη να πείση τους οικείους
του να καταλίπωσι τον τόπον, και αν ακόμη το μίσος των Ναζαρηνών δεν
εξετείνετο και επ' αυτούς. Ίσως η αύξουσα αποξένωσις μεταξύ αυτών και
εκείνου να ωφείλετο εν μέρει εις την περίστασιν ταύτην, Πρέπει να
ησθάνοντο, και γνωρίζομεν ότι ησθάνοντο, όχι μικράν δυσχέρειαν διότι,
ενώ αυτοί Τον ηρνούντο και δεν Τον ανεγνώριζον ως Μεσσίαν, ουχ ήττον
υπέφερον μεγάλως εξ αιτίας Του. Βέβαιον είνε ότι, καίτοι, ως
φαίνεται, ούτοι κατώκουν εις Καπερναούμ, η οικοία των δεν ήτον οικία
Του. Οικίαν, κατά την στενήν έννοιαν της λέξεως, Αυτός δεν είχεν·
αλλ' η οικία της οποίας έκαμνε συχνήν χρήσιν φαίνεται να ήτον εκείνη
ήτις ανήκεν εις τον κορυφαίον των Αποστόλων Του. Είναι αληθές ότι
Σίμων και Ανδρέας λέγονται ως ανήκοντες εις Βηθσαϊδά, αλλά δυνατόν
ευκόλως να ενοικιάσουν μίαν οικίαν εις Καπερναούμ, ανήκουσαν εις την
πενθεράν του Πέτρου· ή, αφού η Βηθσαϊδά είναι σχεδόν προάστειον ή
μέρος της Καπερναούμ, δυνατόν πράγματι να μετώκησαν, χάριν της
ευκολίας του διδασκάλου των, από του ενός τόπου εις τον άλλον.

Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελισταί μας έδωκαν λεπτομερή έκθεσιν περί του
πρώτου Σαββάτου του Κυρίου εις Καπερναούμ, και τούτο έχει δι' ημάς
μέγα ενδιαφέρον, επειδή μας δίδει αξιοσημείωτον δείγμα του τρόπου
καθ' ον διήρχετο τας ημέρας του κηρύγματός Του. Είναι το άριστον
σχόλιον επί της επιτομής εκείνης της ζωής Του, ήτις μας παρουσιάζει
ταύτην εν τη λαμπροτέρα πρωτοτυπία της· ότι «περιήρχετο αγαθοποιών».
Είναι το κεφάλαιον το οποίον οι ευγενέστατοι των οπαδών Του εύρον
δυσκολώτατον να μιμηθώσι· είνε το κεφάλαιον εις ό η ζωή Του τα
μάλιστα απολύτως υπερέβαλε το ιδεώδες και των μεγίστων προδρόμων Του.
Ο έγκλειστος βίος του ερημίτου, η σκληραγωγία του ασκητού, η έκστασις
του ιεροφάντου, όλα ταύτα είναι ευκολώτερα και κοινοτέρα από το
ακάματον έργον της μετ' αυτοθυσίας αγάπης.

Η ημέρα ήρχισεν εν τη Συναγωγή, ίσως εν τη οικοδομή την οποίαν οι
Ιουδαίοι ώφειλον εις την μεγαλοδωρίαν του προσηλύτου εκατοντάρχου.
Εάν η Καπερναούμ ήτο πράγματι το σημερινόν Τελ Χουμ, τότε το ερείπιον
το οποίον σώζεται επί τινος προεξοχής απέναντι της λίμνης, δυνατόν να
είναι αυτής εκείνης της Συναγωγής. Η Συναγωγή, ήτις δεν είναι μεγάλη,
πρέπει να ήτο πλήθουσα εν συρροή λαού· και διά να διδάξη τις
ανυπομόνως συνωθούμενον πλήθος, να διδάξη όπως Εκείνος εδίδασκεν, όχι
με αμβλείς, νεκρούς, κατά συνθήκην τύπους, αλλά με νοήματα πυρ
πνέοντα και με ρήματα φλέγοντα, πρέπει να έχη ανάγκην ου μικράς
ζωτικότητος και να δαπανά πολλάς δυνάμεις. Αλλ' αίφνης, ενώ ωμίλει,
ενώ το πλήθος των απλοϊκών αλλά πιστών και νοημόνων ακροατών εκρέματο
από τα χείλη Του, η σιωπή διεκόπη διά των αγρίων φωνών ενός των
οικτρών εκείνων ανθρώπων οίτινες καθολικώς επιστεύοντο ως κατεχόμενοι
από πνεύμα ακάθαρτον, και όστις απαρατήρητος εισεχώρησεν εν τω μέσω
του πλήθους. Και αυτός ο πτωχός δαιμονιζόμενος, εις τα βάθη της
τεταραγμένης φύσεώς του, είχεν αισθανθή την γοητείαν της αγνής
εκείνης παρουσίας, της αγίας εκείνης φωνής, της θείας εκείνης και
φωτιστικής αποστολής. Αλλ' ηθικώς διεστραμμένος και στρεβλός καθώς
ήτο, παρελήρει εναντίον ταύτης, ωσεί διά της φωνής των πονηρών
δαιμονίων τα οποία τον κατείχον. Προσηγόρευε τον «Ιησούν τον
Ναζωραίον» ως τον Άγιον του Θεού, αλλά με αγωνίαν τρόμου και μίσους
απήτει να μείνη ανενόχλητος και να μη καταστραφή.

Τότε επηκολούθησε σκηνή ριγηλής εξάψεως. Στραφείς προς τον
παραληρούντα δαιμονιζόμενον, αναγνωρίσας το διπλούν της συνειδήσεως
τούτου, ομιλών προς τον διάβολον όστις εφαίνετο εκβιάζων απ' αυτού
τας περιτρόμους εκείνας φωνάς, ο Ιησούς είπε: «Φιμώθητι, και έξελθε
απ' αυτού». Δεν ηνείχετό ποτε την δαιμονιώδη ταύτην μαρτυρίαν περί
της καταγωγής και του αξιώματός Του. Η γαλήνη, η γλυκύτης, η δύναμις
της θείας εκφράσεως ήτο ακαταμάχητος. Ο δαιμονισμένος έπεσεν εν
φοβερώ παροξυσμώ εις το έδαφος, κραυγάζων και ασπαίρων. Αλλά τάχιστα
παρήλθε τούτο. Ηγέρθη υγιής. Το βλέμμα του και η στάσις του έδειξαν
ότι απηλλάγη της κακής επηρείας, και ήτο τώρα εις τα λογικά του.
Θαύμα τόσον φιλάνθρωπον και τόσον επιβάλλον δεν είχεν ακουσθή ποτε
πρότερον, και οι παρεστώτες απήλθον εν θαυμασμώ και κατανύξει μεγάλη.

Εξελθών της Συναγωγής, ο Σωτήρ απήλθεν εις την οικίαν του Σίμωνος
Πέτρου. Κ' εδώ πάλιν τον συνήντησεν ισχυρά η επίκλησις της ασθενείας
και της ταλαιπωρίας. Ο Σίμων, τον οποίον είχεν ήδη συνδέσει προς
Εαυτόν παρά τας όχθας του Ιορδάνου διά της αορίστου κλήσεως εις
μέλλουσαν αποστολήν, υποσχεθείς να τον κάμη αλιέα ανθρώπων, και
τηρήσας θεοπρεπώς την υπόσχεσιν, ήτο έγγαμος, και η μήτηρ της
γυναικός του έκειτο καταβεβλημένη υπό δεινού πυρετού. Μία αίτησις της
τεθλημμένης οικογενείας ήρκεσεν. Εστάθη πλησίον της την έλαβεν εκ της
χειρός· την ανήγειρεν· επετίμησε τον πυρετόν· η φωνή Του, συγκινήσασα
όλην αυτής την ύπαρξιν, εδέσπωσε της δυνάμεως του πυρετού.
Επανελθούσα εν ακαρεί εις την υγίειαν, «ηγέρθη και διηκόνει».

Ίσως η αυστηρότης της τηρήσεως του Ιουδαϊκού Σαββάτου παρέσχεν εις
τον Κύριον μικράν αναψυχήν. Αλλά μόλις έδυ ο ήλιος, και το άπληστον
πλήθος ήρχισε να ζητή την βοήθειάν Του. Ολόκληρος η πόλις συνέρρευσεν
εις τα πρόθυρα της ταπεινής οικίας, φέροντες μεθ' εαυτών τους
αρρώστους των. Οποία παράδοξος σκηνή! Εκεί ηπλούτο η λίμνη διαυγής
αντανακλώσα εις αβρόν ρόδινον χρώμα την τελευταίαν του ηλίου λάμψιν
ήτις εχρύσωνε τα δυτικά όρη κ' εδώ, εν μέσω της ειρήνης της φύσεως,
εξετίθετο εν δυσειδεί ποικιλία η ασθένεια και η ταλαιπωρία του
ανθρώπου, ενώ η ηρεμία της σαββατιαίας αμφιλύκης διεταράσσετο από τας
κραυγάς των δαιμονιζομένων, των μαρτυρούντων την παρουσίαν του Υιού
του Θεού, αλλά τους οποίους Αυτός δεν ηνείχετο να λέγουν ότι
εγνώριζον Αυτόν ότι είναι ο Χριστός.

Αλλ' Αυτός, ο μόνος γαλήνιος και ατάραχος, πραΰνων διά της φωνής Του
τον λήρον της μανίας και τας κραυγάς του σεληνιασμού, τρέπων την
νόσον εις υγίειαν με το να επιθέτη επί εκάστου δυστυχούς και
βασανιζομένου τας καθαράς και αβράς χείρας Του, συνεκινείτο εν τη
αγάπη και τρυφερότητί Του, ο νέος Προφήτης της Ναζαρέτ, ο Χριστός, ο
Σωτήρ του κόσμου. Ατάραχος και γαλήνιος αληθώς, αλλ' όχι απηλλαγμένος
λύπης και οδύνης· Διότι η συμπάθεια ουδέν άλλο, είναι ειμή σύντροφον
αίσθημα με τους άλλους· ευαίσθητος συμμετοχή εις την χαράν ή την
λύπην. Και ο Ιησούς συνεκινείτο με την αίσθησιν των ταλαιπωριών των.
Αι κραυγαί εκείναι εισέδυον εις την καρδίαν Του· αι οιμωγαί και οι
στεναγμοί όλης εκείνης της παμμιγούς αθλιότητος επλήρουν όλην την
ψυχήν Του ελέου. Η καρδία Του ήμασσε δι' αυτούς· έπασχε μετ' αυτών·
οι πόνοι των ήσαν πόνοι Του· όθεν ο Ευαγγελιστής Ματθαίος ανακαλεί
εις το μέρος τούτο τας λέξεις του Ησαΐου: «Αυτός έλαβε τας ασθενείας
ημών και εβάστασε τας οδύνας ημών».

Η φήμη της θαυμασίας εκείνης ημέρας διέδραμεν όλην την Γαλιλαίαν και
την Περαίαν (ή την πέραν του Ιορδάνου χώραν), και εξήλθε μέχρι τον
αποτάτων της Συρίας. Αλλά διά τον Σωτήρα Χριστόν η προσφιλεστέρα
αναψυχή ήτο η μόνωσις και η σιγή, όπου θα ηδύνατο να είνε μόνος και
ανενόχλητος μετά του Ουρανίου Πατρός Του. Νυξ εκάλυπτεν ακόμη την
κοιλάδα της Γεννησαρέτ όταν, απαρατήρητος, ο Ιησούς ηγέρθη και
εξήλθεν εις έρημον τόπον, κ' εκεί έδωκεν αναψυχήν εις το Πνεύμα Του
δι' ησύχου προσευχής. Καίτοι το έργον Του τον υπεχρέου πολλάκις να
διέρχηται ημέρας εν μέσω θορυβώδους πλήθους, όμως δεν έστεργε τον
θόρυβον, και απέφευγε και την ευγνωμοσύνην τον παρ' Αυτού
ευεργετηθέντων. Αλλ' όμως το πλήθος τον εζήτει επιμόνως· ο Σίμων και
οι φίλοι του σχεδόν τον εθήρευον εν τη απλήστω επιθυμία του να ίδωσι
και ακούσωσιν. Επεθύμουν να τον κρατήσωσι παρ' εαυτοίς διά φιλικής
βίας. Ο Λουκάς λέγει «επεζήτουν, κατείχον Αυτόν». Ο Μάρκος,
«κατεδίωξαν Αυτόν». Αλλ' Εκείνος ησύχως αντέστη εις τας ενοχλήσεις
των. Δεν ήτο ο σκοπός Του να γείνη το κέντρον τεθηπότος όχλου, ή να
δαπανή, όλον τον καιρόν Του εις το να ενεργή θαύματα, τα οποία,
καίτοι πράξεις ελέους, απέβλεπον κυρίως εις το ν' ανοίξωσι τας
καρδίας των προς την θειοτέραν διδασκαλίαν Του. Αι ευεργεσίαι Του δεν
έπρεπε να περιορισθώσιν εις Καπερναούμ. Τον Μάγδαλα, η Βηθσαΐδά, η
Χοραζίν, όλα ήσαν εκεί πλησίον. Υπάγωμεν, είπεν, εις τας γείτονας
κωμοπόλεις διά να κηρύξωμεν την βασιλείαν του Θεού κ' εκεί. Επειδή
διά τούτο εστάλην.

Διηύθυνε τα βήματά Του προς την όχθην, και πιθανώς εις το μέρος όπου
τα πλοιάρια των πρώτων μαθητών Του ήσαν προσωρμισμένα, παρά την άμμον
την λευκήν. Όχι πολύ μακράν όπισθέν Του Τον ηκολούθει μεγάλη συρροή
ανθρώπων από όλην την εγγύς χώραν· κ' ενώ εστάθη διά να ομιλήση προς
αυτούς, αι δύο δυάδες τον αδελφών αλιέων, ο Σίμων και ο Ανδρέας, ο
Ιάκωβος, και Ιωάννης, ησχολούντο εις το έργον δι' ου επορίζοντο τα
προς το ζην. Ενώ ο Ιησούς είχεν αποσυρθή προς ανάπαυσιν δι' ολίγας
ώρας της νυκτός, ο Σίμων και οι σύντροφοί του ησχολήθησαν εις την
αλιείαν, αλλά δεν επέτυχον εις την επιχείρησιν. Οι δύο εξ αυτών μετά
Ζεβεδαίου του πατρός των επεδιώρθωνον τα δίκτυά των.

Καθώς ήρχισε να ομιλή ο Ιησούς, το πλήθος — άλλοι εξ αυτών με την
επιθυμίαν να μη χάσωσι λέξιν, και άλλοι με τον πόθον να τον
προσψαύσωσι, και ούτω να ιαθώσιν από των νόσων αυτών — συνωθείτο περί
αυτόν εγγύτερον επί μάλλον, παρεμποδίζον τας κινήσεις Του. Τούτου
ένεκα ένευσεν εις τον Σίμωνα να επιβή του πλοίου του και το ωθήση
προς την όχθην, όπως εισέλθη Αυτός κ' εκείθεν διδάξη. Καθίσας επί του
αυτοσχεδίου τούτου άμβωνος, ασφαλής από της επαφής του πλήθους, τους
εδίδαξεν από του πλοιαρίου, καθώς αυτά ελικνίζετο επί των κυμάτων,
των φωσφοριζόντων εις τον πρωινόν ήλιον. Και όταν η διδαχή Του
ετελείωσε, δεν εσκέφθη περί Εαυτού και του ιδίου Αυτού καμάτου, αλλά
περί των πτωχών και ατυχησάντων μαθητών Του. Εγνώριζεν ότι είχον
κοπιάσει εις μάτην. Είχε παρατηρήσει ότι, ενώ ωμίλει, ητοιμάζοντο διά
νέαν επιχείρησιν και μετά συμπαθείας διέταξε τον Πέτρον να ωθήση το
πλοίον εις τα βαθέα, και όλους να ρίψωσι και πάλιν τα δίκτυα.
«Επανάγαγε... χαλάσατε τα δίκτυα». Ο Πέτρος ήτο εις διάθεσιν
μελαγχολικήν αλλά το πρόσταγμα Εκείνου, τον οποίον βαθύτατα εσέβετο,
και του οποίου την δύναμιν είχε γνωρίσει ήδη, ήρκεσε. Και η πίστις
του αντημείφθη. Εν μια στιγμή αγέλη ιχθύων έπεσεν εις τα δίκτυα.

Ο Σίμων και ο Ανδρέας ένευσαν εις τον Ζεβεδαίον και τους υιούς του
και τους βοηθούς αυτών να έλθωσιν εις το πλοίον των και τους
βοηθήσωσι να σώσωσι και την λείαν και τα δίκτυα, τα οποία εσχίζοντο
ήδη από το πλήθος των ιχθύων. Και τα δύο πλοιάρια εγέμισαν έως άνω
από το φορτίον· και ευθύς ο Πέτρος ανεγνώρισε την δύναμιν του
θαύματος. Πάραυτα, με την συνήθη ακράτητον ορμητικότητά του ερρίφθη
εις τους πόδας του διδασκάλου του· τάχα διά να Τον ευχαριστήση; διά
να Του προσφέρη από τούδε απόλυτον αφοσίωσιν· Όχι! και εδώ έχομεν
τεκμήριον φιλαληθείας, το οποίον υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην δύναμιν
φαντασίας και επινοίας· διά να φωνάξη:

«Έξελθε απ' εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε!»

Υπερφυής έλλαμψις απεκάλυψεν εν τω άμα εις αυτόν και την ιδίαν αυτού
αμαρτωλόν αναξιότητα, και τις ήτο Εκείνος όστις ίστατο μετ' αυτού εις
το πλοίον. Ήτο η πρώτη ορμή του φόβου, ήτις έμελλε να μεταβληθή εις
ορμήν λατρείας, και αγάπης. Ο Σίμων δεν ενόει να φύγη απ' αυτού
Εκείνος, ενόει μόνον, «Είμαι όλως ανάξιος να ίσταμαι πλησίον Σου,
αλλ' όμως ας μείνω». Πολύ δε ανόμοιος υπήρξεν η κραυγή αύτη της
περιπαθούς ταπεινώσεως προς τα κτηνώδη ληρήματα των ακαθάρτων
πνευμάτων, τα οποία απήτουν από τον Κύριον να τ' αφήση ανενόχλητα, ή
προς την πεπωρωμένην ευτέλειαν των ρυπαρών Γαδαρηνών, οίτινες
προέκρινον της παρουσίας του Σωτήρος την ασφάλειαν των χοίρων των.

Και τότε ήλθε πραεία η απάντησις: «Μη φοβού· από του νυν ανθρώπους
έση ζωγρών». Μη φοβού, από τώρα και εις το εξής θα πιάνης ανθρώπους».
Το ρήμα ζωγρείν σημαίνει συλλαμβάνειν τινά ζώντα.

Αν είχε παρατηρήσει τούτο ο κακοδαίμων Ιουλιανός ο Παραβάτης, δεν θα
εξέφερε το ανούσιον σκώμμά του, ότι το συλλαμβάνειν ανθρώπους ούτω θα
εσήμαινεν το φονεύειν αυτούς. Από τούδε και εις το εξής, ο αμαρτωλός
εκείνος ανήρ, εκπλυνόμενος, απολυτρούμενος, και αγιαζόμενος, έμελλε
να θηρεύη θήραμα το οποίον, εμπλεκόμενον εις την Ευαγγελικήν σαγήνην,
δεν θ' απέθνησκεν, αλλά θα εσώζετο εις ζωήν αιώνιον. Και ο αδελφός
του και οι δύο σύντροφοί των, κ' εκείνοι έμελλον να γείνωσιν αλιείς
ανθρώπων. Η τελευταία αύτη κλήσις ήρκει δι' αυτούς. Είχον κληθή ήδη
υπ' Αυτού παρά τας όχθας του Ιορδάνου· είχον ακούσει την μαρτυρίαν
του Βαπτιστού. Αλλά δεν είχον αποφασίσει ακόμη να εγκαταλείπωσι τα
πάντα και να ακολουθήσωσιν Αυτώ· δεν είχον εννοήσει ακόμη ότι όσον θα
ηκολούθουν Αυτώ, ου μόνον θα ήσαν ασφαλείς υπό την αγίαν σκέπην Του,
αλλά θα εύρισκον αιωνίαν ζωήν και δόξαν δι' Αυτού και εν Αυτώ.

Λέγουσιν οι παλαιοί άγιοι Πατέρες ότι ο Πέτρος είνε το σύμβολον της
πρακτικής, ο δε Ιωάννης είναι το σύμβολον της θεωρίας, και
συμπεραίνουσιν ότι ο πρακτικός βίος πρέπει να προηγήται του βίου του
θεωρητικού. Είδομεν ήδη ότι εν αρχή του Κηρύγματός Του ο Κύριος
προητοίμασεν έξ των Αποστόλων Του προς κλήσιν διά μέλλον υπούργημα.
Τέσσαρες εκ τούτων ειλκύσθησαν κατά την περίστασιν ταύτην ώστε να
παραιτήσωσιν όλα και ακολουθήσωσιν Αυτώ. Υπήρξε δε και άλλος εκ των
Αποστόλων όστις έλαβεν χωριστήν κλήσιν, ο Άγ. Ματθαίος ο
Ευαγγελιστής. Η πρόσκλησίς του συνέβη πιθανώς περί τον χρόνον τούτον.
Παρά την Καπερναούμ ευρίσκετο έν κατάστημα τελωνείου.

Η πόλις κειμένη παρά το ζεύγμα των οδών της Τύρου, της Δαμασκού, της
Ιερουσαλήμ, ήτο κέντρον εμπορίας και πρόσφορος τόπος προς συλλογήν
των φόρων και δασμών. Ήσαν δε οι φόροι εις τους Εβραίους
απεχθέστατοι. Και μόνον το ότι ώφειλον να τους πληρώσωσιν ήτο τραύμα
εις την φυλοτιμίαν των. Ήσαν οι φόροι ούτοι ο κλοιός της δουλείας
των, ήσαν το καθημερινόν σημείον ότι ο Θεός εφαίνετο ότι εγκατέλιπε
τον λαόν Αυτού, και ότι αι ελπίδες περί Μεσσίου εξηνεμούντο από
ημέρας εις ημέραν. Η πληρωμή των φόρων τούτων εφαίνετο σχεδόν ως
αποστασία κατά του Θεού εις το λεπτολογούν πνεύμα του γνησίου
Ιουδαίου.

Δεν είναι άρα άπορον αν οι υπάλληλοι ή οι ενοικιασταί οι
εισπράττοντες τους φόρους τούτους, οι τελώναι εθεωρούντο μετά μίσους
και βδελυγμίας υπό του λαού. Εάν δε οι κυρίως τελώναι, οι ενοικιασταί
των φόρων, οίτινες ήσαν συνήθως ξένοι, εμισούντο, πόσω μάλλον οι
εντόπιοι, οίτινες εγίνοντο όργανα και υπάλληλοί των εκ της εβραϊκής
φυλής, τελώναι και ούτοι καλούμενοι.

Τοιούτος τελώνης ήτον ο Ματθαίος. Εις τους τοιούτους οι ραβίνοι
ηρνούντο το δυνατόν της μετανοίας και της καταλαγής, και όταν είς
μετανοήσας τελώνης, συνέβη να γείνη και αυτός ραββίς, οι αυστηρότεροι
εκ τον συναδέλφων του τον απεστρέφοντο ακόμη. Ουχ ούτως έπραξεν ο
Χριστός, ουδ' οι Απόστολοι Αυτού.

Εκείνος όστις ήλθε να ζητήση και σώση το απολωλός, όστις ηδυνήθη να
εξαγάγη την Χριστιανικήν αγιότητα εκ μέσου της διαφθοράς των εθνικών,
ηδύνατο να πλάση και εκ του εβραίου τελώνου ένα Απόστολον και τον
πρώτον Ευαγγελιστήν νέας και ζώσης πίστεως. Η παρ' Αυτού εκλογή των
Αποστόλων υπηγορεύθη από πνεύμα πόρρω απέχον παντός υπολογισμού και
συνθηματικής φρονήσεως. Απέρριψε τον σεμνόν γραμματέα και εξέλεξε τον
μισητόν και απεχθή τελώνην. Ήτο έργον θείας γνώσεως και θείου ελέους,
και ο Ματθαίος εδείχθη άξιος τούτου γενόμενος ο πρώτος βιογράφος του
Σωτήρος και Κυρίου του. Ο Λευί ο τελώνης μετεμορφώθη εις τον
Ματθαίον, το «δώρον του Θεού».

Αναμφιβόλως ο Ματθαίος είχεν ακούσει τινάς εκ των λόγων, είχεν ιδή
τινα εκ των θαυμάτων του Χριστού· Η καρδία του συνεκινήθη, και εις τα
όμματα Εκείνου όστις ουδένα περιεφρόνει και περί ουδενός απήλπιζεν, ο
τελώνης καθώς εκάθητο επί το τελώνιον, εφάνη πρόθυμος εις την
πρόσκλησιν. Και μετά συγκινητικής ταπεινώσεως ονομάζει ο ίδιος τον
εαυτόν του, εις τον κατάλογον των Αποστόλων, «Ματθαίος ο τελώνης».
Μία λέξις ήρκεσε. Το «ακολούθει μοι», το οποίον έδειξεν εις τον
Ματθαίον ότι ο Κύριός του τον ηγάπα, και ήτον έτοιμος να τον
μεταχειρισθή ως εκλεκτόν όργανον προς διάδοσιν του Ευαγγελίου της
βασιλείας του Θεού, ήρκεσε να διαρρήξη και καταβάλη τους πειρασμούς
της φιλαργυρίας και τας έξεις του καθημερινού βίου. «Κατέλιπε πάντα,
ηγέρθη, και ηκολούθησεν Αυτώ».



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.
Οι δώδεκα και η επί του όρους διδασκαλία



— Νυξ προσευχής. — Η εκλογή των Δώδεκα. — Ιάκωβος και Ιωάννης — Ο
Πέτρος. — Αντίθεσις προς τον Μωυσήν — Η επί του Όρους διδαχή. — «Ουχ
ως οι γραμματείς». — «Ως εξουσίαν έχων» — Ο Χριστός και άλλοι
διδάσκαλοι. — Τελειότης. — Κάλλος και απλότης.

Μετά τας ημέρας ταύτας της αγάπης και της αδιαλείπτου εργασίας, ο
Ιησούς, ως εσυνήθιζεν, εύρε την ειρήνην εν τη προσευχή. «Εξήλθεν εις
το όρος προσεύξασθαι», και διήγαγεν όλην την νύκτα εν προσευχή τω
Θεώ. Υπάρχει τι το αμέτρως τρυφερόν και συγκινητικόν εν τη σκέψει των
ωρών εκείνης της μοναξίας. Εν άκρα σιγή μη διακοπτομένη υπό των
θορύβων του ανθρωπίνου βίου, αλλά μόνον υπό του ωρυγμού των θωών της
ερήμου, υπό τους αστέρας ανατολικού ουρανού, να βλέπη τις νοερώς την
μορφήν του Ωραίου Κάλλει παρά πάντας βροτούς· γονυπετούς επί του
δροσοβρέκτου χόρτου, και ζητούντος ενίσχυσιν και παραμυθίαν εις την
ανθρωπίνην ασθένειαν, ην εκουσίως περιεβλήθη, διά της επικοινωνίας
προς τον Ουράνιον Πατέρα Του.

Η σκηνή όπου συνέβη και η μονήρης αύτη αγρυπνία και η επί του Όρους
διδαχή, υπήρξε, κατά πάσαν πιθανότητα έν ύψωμα το οποίον ονομάζεται
σήμερον αραβιστί Κουρν Χαττίν. Είναι ωραίος λόφος κατάλληλος και προς
απομόνωσιν και προς συνάντησιν, και είναι το μόνον σχεδόν μέρος το
οποίον υπάρχει κατά την δυτικήν πλευράν της λίμνης Γεννησαρέτ. Εκεί
εθεάτο την καλλονήν των γραφικών τοπίων και της φύσεως, Εκείνος,
όστις εποίησε την φύσιν και τα ωραία τοπία, «ο αναβαλλόμενος φως ως
ιμάτιον», και κατεδέχετο να τέρπεται εκ του θεάματος Εκείνος, όστις
«είδε πάντα όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν». Κ' εκεί την πρωίαν,
ολιγότερον προσέχονται ή ο θείος Διδάσκαλός των εις τας πολλαπλάς
καλλονάς της σκηνής, τα πλήθη Τον ηκολούθησαν, μη θέλοντα και προς
καιρόν να στερηθώσι της ενθέου παρουσίας Του, άπληστα προς την
ακρόασιν των χαριτοβρύτων λόγων του στόματός Του.

Ήτο λυκαυγές της ημέρας, και πριν ή συναχθή το πλήθος εκάλεσεν ο
Κύριος ενώπιόν Του τους μαθητάς, τους οποίους βαθμηδόν συνήθροισε
περί Αυτόν. Μέχρι τούδε η σχέσις η συνδέουσα τούτους προς το πρόσωπόν
Του φαίνεται να υπήρξε χαλαρά και μερική· και είναι αμφίβολον αν
κατενόουν ούτοι την πλήρη σημασίαν της. Αλλά τώρα η ώρα είχεν έλθη,
και εκ του ευρυτέρου αθροίσματος των εν γένει οπαδών Του έκαμε την
οριστικήν εκλογήν των Δώδεκα Αποστόλων Του. Ο αριθμός Των ήτο
ασήμαντος εν συγκρίσει προς την πομπώδη ακολουθίαν των εκατοντάδων
όσοι ωνόμαζον εαυτούς οπαδούς του Ιλλήλ ή του Γαμαλιήλ και η θέσις
των εν τη κοινωνία ταπεινή και αφανής. Ο Σίμων Πέτρος και ο Ανδρέας
υιοί του Ιωνά, και ο Ιάκωβος και Ιωάννης υιοί του Ζεβεδαίου, και ο
Φίλιππος, ήσαν από την μικράν κώμην Βηθσαϊδά. Εάν ο Ματθαίος είναι ο
ίδιος με τον Λευί, ήτο υιός του Αλφαίου, και επoμένως αδελφός του
Ιακώβου του Μικρού, και του Ιούδα, αδελφού του Ιακώβου, όστις
θεωρείται γενικώς ως ο αυτός με τον Λεββαίον ή Θαδδαίον. Ανήκον κατά
πάσαν πιθανότητα εις Κανά της Γαλιλαίας ή εις Καπερναούμ, και αν η
Μαρία η του Κλωπά ήτο αδελφή (= εξαδέλφη ή άλλως εξ αγχιστείας
συγγενής) της Παρθένου, τότε πρέπει να θεωρήσωμεν τους δύο ή τρεις
τούτους αδελφούς ως εξαδέλφους του Κυρίου. Ο Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίος
ήτο από Κανά της Γαλιλαίας. Ο Θωμάς και Σίμων ο ζηλωτής ήσαν ωσαύτως
Γαλιλαίοι, Ιούδας ο Ισκαριώτης ήτο υιός Σίμωνός τινος, αλλ' αν ήτο ο
Σίμων ούτος ο αυτός (;) με τον Σίμωνα τον Ζηλωτήν αδύνατον ν'
αποφασισθή.

Τα ελληνικά ονόματα του Φιλίππου και του Ανδρέου, ομού με το γεγονός
ότι προς τον Φίλιππον οι Έλληνες απηυθύνθησαν όταν ήθελον να ίδωσι
τον Κύριον, και η υπ' αυτού ανακοίνωσις της αιτήσεως προς τον
Ανδρέαν, δυνατόν να είναι ένδειξις ότι είχον ούτοι σχέσιν προς τους
Ελληνιστάς. Περί του Θωμά, του καλουμένου και Διδύμου (όπερ είναι
Ελληνιστί το αυτό όνομα), έχομεν πολλάς ενδείξεις, αίτινες
δεικνύουσιν ευδιάκριτον χαρακτήρα, αφελή και απλούν, αλλά γενναίον
και διάπυρον· πρόθυμον ν' αποθάνη, αλλά βραδύν εις το να πιστεύση.
Περί του Ιούδα του Ισκαριώτου θα έχωμεν θλιβεράν αφορμήν να
ομιλήσωμεν βραδύτερον· και δι' όλων των Ευαγγελίων συχνά
στιγματίζεται διά του απαισίου χαρακτηρισμού, του τόσον τρομερού εν
τη απλότητί του, «Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο και προδούς Αυτόν».

Ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και ο Πέτρος ήσαν οι των εκλεκτών εκλεκτότεροι
μεταξύ των οπαδών και φίλων του Κυρίου. Αυτοί μόνοι εγένοντο δεκτοί
πλησίον Του όταν ανέστησε την θυγατέρα του Ιαείρου και κατά την
Μεταμόρφωσιν Αυτού και κατά την αγωνίαν Του εν τω κήπω. Περί του
Ιακώβου ολίγα γνωρίζομεν, ειμή ότι εις αυτόν έλαχεν η μεγάλη τιμή να
γείνη ο πρώτος Μάρτυς εκ της αποστολικής χορείας. Αυτός και ο αδελφός
του Ιωάννης, καίτοι αλιείς, φαίνεται ότι υπήρξαν κάπως εύποροι, ο δε
Ζεβεδαίος ο πατήρ των είχεν ου μόνον πλοιάριον ιδιόκτητον, αλλά και
μισθωτούς συνεργούς· και ο Ιωάννης μνημονεύει εν παρόδω εις το κατ'
αυτόν Ευαγγέλιον ότι «ην γνωστός τω αρχιερεί». Εσημειώσαμεν ήδη ότι
φαίνεται πιθανόν να διέτριβε το πλείστον εις Ιεροσόλυμα, κ' εκεί
εφρόντιζε διά την μετακόμισιν και πώλησιν των ιχθύων από την θάλασσαν
της Γαλιλαίας. Ούτω πως εξηγείται η εξ αυτοψίας και αυτηκοΐας γνώσις
του περί πολλών συμβάντων του Κυρίου κατά το κήρυγμά Του εν τη
Ιουδαία, τα οποία, ολοσχερώς παρελείφθησαν υπό των άλλων
Ευαγγελιστών.

Ο Ιωάννης και ο Πέτρος, ο μεν το σύμβολον του θεωρητικού, ο δε του
πρακτικού βίου, είνε αναντιρρήτως αι μέγισται και ελκυστικώται μορφαί
εν τη αποστολική ταύτη χορεία. Του Ιωάννου ο χαρακτήρ πολλάκις
παρενοήθη. Έμπλεως θείας στοργής, θεωρών ευρύτερον ή πώς άλλος των
Αποστόλων το πλήρες βάθος και την σημασίαν της νέας του Κυρίου
εντολής, πλούσιος εν τε τω Ευαγγελίω και ταις Επιστολαίς αυτού κατά
την μελέτην και την θεωρίαν, προσφιλής όπως αείποτε υπήρξεν εις τας
καρδίας των αγίων και των μυστών, όμως απήχεν ασυγκρίτως από του
μαλακού και ήκιστα ανδρώδους τύπου υφ' όν τινες τον παρέστησαν.

Το όνομα Βοανεργές, ήτοι Υιοί Βροντής, το οποίον έδωκεν ο Κύριος εις
αυτόν και τον αδελφόν του Ιάκωβον, η κοινή αίτησίς των περί
πρωτοκαθεδρίας εν τη βασιλεία. του Θεού, η εμπαθής απαίτησίς των όπως
κατέλθη πυρ εξ ουρανού και καύση το απιστούν χωρίον των Σαμαρειτών, η
φλέγουσα ενέργεια του ιδιώματος εν ώ είνε γεγραμμένη η Αποκάλυψις, η
ακάθεκτος φρίκη μεθ' ης, κατά την παράδοσιν, ο Ιωάννης έφυγε διά να
μη ευρεθή υπό την αυτήν στέγην μετά του αιρετικού Γερίνθου, όλα
δεικνύουσιν ότι εν αυτώ υπήρχε πράγματι η φύσις του αετού, όστις
υπήρξεν αείποτε διά τους αγιογράφους το σύμβολόν του. Και επειδή ο
ζήλος και ο ενθουσιασμός, αν και νεκρά και περιφρονούμενα εις τας
ημέρας ταύτας της θρησκευτικής ψυχρότητος, υπήρξαν αείποτε απαραίτητα
όργανα προς διάδοσιν της βασιλείας των ουρανών, αναντιρρήτως η
ύπαρξις των στοιχείων τούτων εις τον χαρακτήρα Του, από κοινού μετά
της στοργής και της αφοσιώσεως, τον κατέστησαν τόσω προσφιλή εις τον
Διδάσκαλόν του και τον έκαμαν «τον μαθητήν ον ηγάπα ο Ιησούς». Το
αξιοθαύμαστον βάθος της διανοίας του, ο σπάνιος συνδυασμός της
θεωρίας και του πάθους, της δυνάμεως και της πραότητος εν τη αυτή
ψυχή, η τελεία πίστις ήτις ενέπνευσε την αφοσίωσίν του, και η τελεία
αγάπη, ήτις «έξω έβαλε τον φόβον», ταύτα ήσαν τα χαρίσματα και αι
αρεταί αίτινες τον έκαμαν άξιον να πέση εις το στήθος του Διδασκάλου
του.

Αλλά και ο φίλος του, ο Άγιος Πέτρος, δεν είναι ολιγώτερον
περισπούδαστον μελέτημα. Θα λάβωμεν πολλάς αφορμάς να παρατηρήσωμεν
τας γενναίας, ορμητικάς κλίσεις του και τας διστακτικάς και δειλάς
άμα ορμάς της ανθρωπινοτάτης, αλλ' και λίαν αξιεράστου διαθέσεώς του.
Δύσκολον θα ήτο να είπη τις, λέγει ο Αμιτών, αν το πολύ εκ της ζέσεως
του επήγαζεν εκ του περισσεύματος της λατρείας, ή της ζωτικότητος. Το
έμπλεων της καρδίας του προσέθετε δύναμιν και ταχύτητα εις παν
κίνημά του. Έρχονται «κύνες πολλοί, συναγωγή πονηρευομένων», να
συλλάβωσι τον διδάσκαλόν του; Η ζέσις του Πέτρου αναλάμπει εις την
μάχαιράν του, και εις μίαν στιγμήν ο πορθεύς της Γαλιλαίας
μεταμορφούται εις ατρόμητον πολεμιστήν! Φήμη διεδόθη περί εγέρσεως
από το καινόν μνημείον του Ιωσήφ; Ο Ιωάννης με το ελαφρόν και γοργόν
βήμα αφήνει οπίσω τον παλαιόν φίλον του· «ο άλλος» μαθητής προέδραμε
τάχιον του Πέτρου και ήλθε πρώτος εις το μνημείον»· αλλ' η θερμότης
του Πέτρου υπερβάλλει την γαλήνιον αγάπην του Ιωάννου, κ' ενώ ο
δεύτερος έκυψε μόνον να ίδη, ο άλλος εισείλθεν εις τον κενόν τάφον.
Είναι ο αναστάς Κύριος, του οποίου η θεία μορφή διαγράφεται εκεί την
πρωΐαν επί της όχθης της λίμνης Γεννησαρέτ; Οι σύντροφοι στρέφουσι
την πρώραν εις την ξηράν, αλλ' ο Σίμων Πέτρος ρίπτεται εις την
θάλασσαν διά να φθάση πρώτος να πέση εις τους πόδας του Σωτήρος, ως
διά ν' απαντήση εκ του προτέρου εις την ερώτησιν του Κυρίου του:
«Σίμων Ιωνά αγαπάς με;» Και αύτη η ζέσις είναι η αρίστη ήτις δύναται
να φθάση μέχρι θανάτου και Σταυρού χάριν του ποθουμένου. «Όθεν αξίως
κατηξίωσαι σταυρωθήναι καθώς ο Δεσπότης σου»· και ήτις δύναται να
συγκεντρωθή εις πράξεις ηρωικής αφοσιώσεως και αυτοθυσίας.

Τοιούτοι ήσαν οι κορυφαίοι των Αποστόλων, τους οποίους ο Χριστός
συνήσωσε περί εαυτόν ότε εκάθισεν επί της πρασίνης κορυφής του όρους
Κουρν Χαττίν. Δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι εις μίαν των δύο κορυφών
τούτων διήλθε την νύκτα εν προσευχή, κ' εκεί τον εύρον οι μαθηταί Του
περί το λυκαυγές. Αν διά τινος εξωτερικού συμβόλου και ποίου ο Κύριος
ετέλεσε την πρώτην ταύτην χειροτονίαν των Αποστόλων δεν γνωρίζομεν·
πλην αναμφιβόλως η εκλογή αύτη εθεωρήθη ως τελεία και οριστική. Από
τούδε δεν θα επέστρεφον εις το αλιευτικόν πλοιάριον ούτε εις το
τελώνιον. Οι μαθηταί ώφειλον να συμμερίζονται τας περιπλανήσεις, τους
κόπους του Ευαγγελικού κηρύγματος, το λιτόν της τροφής και το
αβέβαιον της κατοικίας, και να υποφέρωσι μετ' Αυτού τον καύσωνα της
ημέρας, και να κοιμώνται, ως Εκείνος, υπαίθριοι.

Ενώ δε εγίνετο η εκλογή, μέγα παμμιγές πλήθος είχεν αρχίσει να
συναθροίζεται. Όχι μόνον από των πολυανθρώπων οχθών της θαλάσσης της
Γαλιλαίας, αλλά και από της Ιουδαίας και των Ιεροσολύμων, ως και από
των αποτέρων οχθών της Τύρου και Σιδώνος, είχον συρρεύσει διά να
προσψαύσωσι το άτομόν Του και ακούσωσι τους λόγους Του. Από της
κορυφής κατέβη εις το οροπέδιον, τον «πεδινόν τόπον», όπως λέγει ο
Λουκάς, και κατ' αρχάς ησχολήθη εις τας ανθρωπίνους ανάγκας των
απλήστων εκείνων ακροατών του, ιατρεύων τας νόσους, και αποδιώκων τα
ακάθαρτα πνεύματα από των ψυχών. Είταν όταν το πλήθος εκάθισεν εν
γαληνίω και σοβαρά προσοχή επί των χλοερών κλιτύων του τερπνού
εκείνου φυσικού αμφιθεάτρου, «επάρας τους οφθαλμούς Αυτού» (η
έκφρασις του Λουκά σημαίνει ίσως ότι τους είχε ταπεινώσει επί τινας
στιγμάς εις ενδιάθετον προσευχήν), και «ανοίξας το στόμα Αυτού» (η
έκφρασις του Ματθαίου υποδηλοί ίσως το πάνδημον και επίσημον της
διδασκαλίας), απήγγειλε κατά πρώτον λόγον προς τους μαθητάς Του, αλλ'
εννοών δι' αυτών ν' απευθύνεται προς το πλήθος, την αξιομνημόνευτον
διδαχήν ήτις θα είναι εις τους αιώνας γνωστή υπό το όνομα «η επ'
Όρους Διδασκαλία».

Και ο αμελέστερος αναγνώστης εκπλήττεται από την αντίθεσιν της μεταξύ
της απαγγελίας του λόγου τούτου και της παραδόσεως του Νόμου επί του
Σινά. Μας φαίνεται εκείνος, ως ο πύρινος νόμος, του οποίου η
παράδοσις περικυκλούται δι' αστραπών και βροντών, και διά της φωνής
της σάλπιγγος ηχούσης μακρόν και γεγωνοτέρας επί μάλλον γινομένης.
Ούτος μας φαίνεται ως ν' αναβλύζη εν θειοτάτη μουσική εν μέσω της
γαλήνης και της ηρεμίας της χαραυγής. Εκείνος κατήλθε φοβερώς εις
έκπληκτον συνείδησιν από Αοράτου Παρουσίας· ούτος εξεφράσθη διά
γλυκείας ανθρωπίνης φωνής συγκινούσης απαλώς την καρδίαν με ρήματα
ειρήνης. Εκείνος εδόθη επί του ερήμου και πληττομένου από τας
καταιγίδας όρους, ούτος επί της ανθοσπάρτου χλόης του πρασίνου λόφου
του κατερχομένου ηρέμα προς την λίμνην την αργυράν. Εκείνος διέσειε
την καρδίαν με φόβον και με ταραχήν, ούτος την κατεπράυνε με ειρήνην
και αγάπην. Και όμως αι Νέαι εντολαί του Όρους των Μακαρισμών δεν
ήσαν προωρισμέναι να καταλύσωσιν, αλλά μάλλον να συμπληρώσωσι τον
Νόμον τον λαληθέντα από του Σινά προς τους αρχαίους. Ο ουρανός και η
γη θα παρέλθωσιν, οι δε λόγοι του Χριστού δεν θα παρέλθωσι ποτέ, ουδέ
ιώτα έν ή κεραία μία.

Η διδαχή ήρχισεν όχι με προστάγματα και απειλάς, αλλά με την λέξιν
«Μακάριοι», και με μίαν οκτάδα μακαρισμών. Οι λαοί επερίμεναν Μεσσίαν
όστις να διαρρήξη τον ζυγόν από του τραχήλου των, βασιλεύων με
επίγειον λαμπρότητα και πομπήν, με προσκαίρους νίκας και εκδικήσεις.
Αλλ' ο Χριστός αποκαλύπτει αυτοίς άλλον Βασιλέα, άλλον όλβον, τον
πλούτον της πτωχείας, την βασιλείαν της πραότητος, την υψηλήν
μακαριότητα του πένθους και του διωγμού. Και ο νέος ούτος Νόμος θα
είνε άμα το φως, το φωτίζον τον κόσμον, το άλας, το ηδύνον την γην. Ο
παλαιός Νόμος ήτο προσωρινός, ο νέος διαρκής· εκείνος τύπος και σκιά,
ούτος χάρις και αλήθεια. Η εντολή «ου φονεύσεις» επεκτείνεται από
τούδε μέχρι των οργίλων λόγων και των αισθημάτων των εχθρικών. Η
ουσία της μοιχείας έγκειται εις έν βλέμμα επιθυμίας. Η απαγόρευσις
της ψευδορκίας επεκτείνεται εις πάντα μάταιον και περιττόν όρκον. Ο
νόμος των αντιποίνων εξετοπίσθη διά νόμου απολύτου αυτοθυσίας. Η προς
τον πλησίον αγάπη εφηπλώθη και προς τον εχθρόν μας, Από τούδε οι υιοί
της βασιλείας ώφειλον ν' αποβλέπωσιν εις το να είνε τέλειοι, καθώς
τέλειος είνε ο Πατήρ των ο εν τοις ουρανοίς.

Η ελεημοσύνη πρέπει να δίδεται όχι μετά θορυβώδους επιδείξεως, αλλ'
εν μετριόφρονι μυστικότητι. Αι προσευχαί οφείλουν ν' αναπέμπωνται όχι
εν υποκριτική δημοσιότητι, αλλ' εν ιερά μοναξία. Η νηστεία οφείλει να
εξασκήται όχι ως σκυθρωπή αρετή, αλλ' ως πρόθυμος αυτοθυσία. Και όλαι
αύται αι πράξεις της αφοσιώσεως πρέπει να προσφέρωνται κατ' αναφοράν
μόνον προς την αγάπην του Θεού, εν απλότητι μη επιζητούση αμοιβήν
επίγειον, αλλά θησαυριζούση θησαυρούς ουρανίους και αφθάρτους. Αι
μέριμναι του κόσμου και η τύρβη δεν πρέπει ν' αντιπερισπώσι την
προσοχήν των τέκνων του Θεού. Ο Θεός προς ον πάσα αρετή και πάσα
λογική θυσία απευθύνεται είναι Πατήρ, κ' Εκείνος όστις τρέφει τα
πετεινά του ουρανού, τα μηδέποτε σπείροντα μηδέ θερίζοντα, και ενδύει
εν βασιλική λαμπρότητι τα κρένα του αγρού, δεν θα παραλίπη ποτέ να
τρέφη και να ενδύη τα τέκνα τα ζητούντα την δικαιοσύνην Του ως
πρωτίστην επιθυμίαν.

Ποία δε θα είναι η βάσις της υπηρεσίας ταύτης; Η αυτοεξέτασις της
συνειδήσεως εν πραότητι ήτις δεν σπεύδει να καταδικάση, εν αγάπη ήτις
δεν είναι πρόθυμος να πιστεύση, εν απλότητι ήτις δεν γνωρίζει τα
αμαρτήματα των άλλων· η πίστις ήτις ζητεί την ενίσχυσιν άνωθεν, και
γνωρίζει ότι, ορθώς ζητούσα, θα επιτύχη· η αυταπάρνησις ήτις εν τη
επιθυμία του να δοξάζη τον Θεόν και να συντελή εις την ευημερίαν των
ανθρώπων ανευρίσκει τον μόνον οδηγόν των πράξεών της προς όλον τον
κόσμον.

Στενή είναι η πύλη, και τεθλιμμένη η οδός, αλλ' άγει εις την ζωήν. Εκ
της ζωής και των πράξεων θα κριθή αν η δικασκαλία είναι αληθής. Άνευ
τούτων ούτε ρήματα ορθής δοξασίας θα ωφελήσωσιν, ούτε έργα δυνάμεως.

Τελευτών τους ενουθέτησεν ότι, όστις ακούει τα λόγια ταύτα και ποιεί
αυτά ήτο ως συνετός άνθρωπος όστις έκτισεν οικίαν με θεμέλια επί της
πέτρας της αρραγούς, ήτις μένει ασάλευτος εν μέσω της βοής των ανέμων
και της θυέλλης· αλλ' όστις τα ακούει και δεν τα εκτελεί είναι όμοιος
με άφρονα άνθρωπον όστις έκτισεν επί της άμμου, και κατέβη η βροχή,
και ήλθαν αι ποταμοί, και οι άνεμοι εφύσησαν και κατέρριψαν την
οικίαν· και έπεσε, και μεγάλη ήτο η πτώσις της.

Τοιαύτη εν συντόμω υπήρξεν η κραταιά εκείνη διδασκαλία, και δεν είνε
άπορον ότι οι ακούσαντες εξεπλάγησαν επ' αυτή. Η δε κυριωτέρα
έκπληξίς των ήτο ότι εδίδασκεν «ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι
Γραμματείς». Η διδασκαλία των Γραμματέων ήτο στενή, δογματική, υλική.
Ήτο ψυχρά τον τρόπον, επιπόλαιος την υπόθεσιν, τυπική και τετριμμένη
την ουσίαν· δεν είχε πυρ εν εαυτή, δεν είχε δρόσον, δεν είχε δύναμιν·
δουλική εις πάσαν αυθεντίαν, εναντία εις πάσαν ανεξαρτησίαν·
εσπουδασμένη άμα και μωρόδοξος, επηρμένη άμα και ευτελής. Το ύφος των
Γραμματέων ήτο «Λέγει ο Ραββί Ζεϊρά επί τη αυθεντία του Ραββί Ιωσή,
και ο Ραββί Βα ή ο Ραββί Χιγιά επί τη μαρτυρία του Ραβδί Ιωννάν». Το
δε ύφος του Χριστού ήτο, «Εγώ λέγω υμίν». Η ραββινική διδασκαλία
ομοιάζει πολύ περισσότερον με την διδασκαλίαν του Κομφυκίου παρά με
την του Χριστού. Με όλους τους βλασφήμους παραλληλισμούς, τους
οποίους τινές αποπειρώνται να κάμουν, το Ταλμούδ ευρίσκεται μάλλον
εις αντίθεσιν προς την διδασκαλίαν του Χριστού παρά εις ομοιότητα. Το
Ταλμούδ ασχολείται χιλιάκις περισσότερον εις λευιτικάς λεπτολογίας
περί ηδυόσμου και ανήθου και κυμίνου, και περί μεγέθους κρασπέδων και
πλάτους φυλακτηρίων, και περί πλύσεως ποτηρίων και τρυβλίων, και περί
του «κατά ποίον τέταρτον δευτερολέπτου αρχίζει η νέα σελήνη και η
ημέρα του Σαββάτου». Αλλ' η διδασκαλία αύτη του Χριστού ήτο όλως
διάφορος τον χαρακτήρα, και τόσον μεγαλειοτέρα, όσον ο αχανής ναός
του εωθινού στερεώματος υφ' ον απηγγέλθη ήτο μεγαλοπρεπέστερος της
πνιγηράς Συναγωγής και της πληθούσης σχολής.

Εκηρύττετο, κατά την περίστασιν, επί της κλιτύος του όρους, ή πλησίον
της λίμνης ή εις τας οδούς, ή εν τη οικία του Φαρισαίου, ή κατά το
συμπόσιον του Τελώνου· ουδέ ήτο γλυκυτέρα ή υψηλοτέρα όταν απηυθύνετο
εν τη Βασιλείω Στοά προς τους διδασκάλους του Ισραήλ ή όταν οι μόνοι
ακροαταί της ήσαν οι αμαθείς όχλοι, τους οποίους οι αλαζόνες
Φαρισαίοι εθεώρουν ως επικαταράτους. Και επραγματεύετο όχι περί
τελετών και καθαρμών και τύπων, αλλά περί της ανθρωπίνης ψυχής, και
προορισμού και ζωής ανθρωπίνης, περί Ελπίδος και Αγάπης και Πίστεως.
Δεν υπήρχον ορισμοί εν αυτή ή εξηγήσεις ή σχολαστικά συστήματα ή
φιλοσοφικαί θεωρίαι, αλλά λεπτοτάτη εισχώρησις εις τα βάθη της
ανθρωπίνης καρδίας, άμεσος δε έκκλησις εις τας συνειδήσεις μετ'
ακαταμαχήτου απλότητος, και μετ' απολύτου δεσποτείας επί των καρδιών.
Πηγάζουσα από του βυθού αγίων συγκινήσεων, διεπέρα την ύπαρξιν παντός
του ακροωμένου ως δι' ηλεκτρικής φλογός. Ενί λόγω, το κύρος της ήτο
το κύρος του Σαρκωθέντος Θεού. Ήτο η θεία φωνή ομιλούσα δι'
ανθρωπίνων χειλέων· και η αυστηρά καθαρότης της ήτο εμβαπτισμένη με
τρυφεροτάτην συμπάθειαν, και η φοβερά αυστηρότης της με αγάπην
ανέκφραστον.

Ήτο, διά να δανεισθώ την εικόνα του σοφωτάτου των Λατίνων πατέρων
(του Αυγουστίνου) μεγάλη θάλασσα της οποίας η μειδιώσα επιφάνεια
θραύεται εις τους πόδας των μικρών και των ασθενών, αλλ' εις τον
βυθόν της τον ανεξερεύνητον και ο σοφώτερος πρέπει να προσβλέπη με το
ρίγος του θάμβους και με τον τρόμον της αγάπης.

Και ημείς οίτινες δυνάμεθα να παραβάλωμεν την διδασκαλίαν του Χριστού
με παν ό,τι ο κόσμος έχει κάλλιστον και μέγιστον εν τη φιλοσοφία, τη
ρητορική και τω άσματι, δεν πρέπει και ημείς να προσθέσωμεν, με
βαθυτέραν ακόμη έμφασιν, ότι, διδάσκων ως εξουσίαν έχων, ελάλει ως
ουδέποτε άνθρωπος ελάλησε; Και άλλοι διδάσκαλοι εξέφεραν ρήματα
σοφίας, αλλ' εις ποίον εξ αυτών εδόθη ν' αναγεννήση την ανθρωπότητα;
Τι θα ήτον ο κόσμος τώρα εάν δεν είχεν ειμή τους ξηρούς αφορισμούς
και τους εφεκτικούς δισταγμούς του Κομφυκίου, ή τας αμφιβόλους αρχάς
και τας επικινδύνους παραχωρήσεις του Πλάτωνος; θα είχε κατορθώσει η
ανθρωπότης την ευρείαν ηθικήν πρόοδον την οποίαν κατώρθωσεν, εάν
μηδείς μέγας Προφήτης εκ των άνω είχε προμηθεύσει αυτή τίποτε
καλλίτερον από την θλιβεράν ελπίδα του Βούδδα περί νιρβάνας,
δυναμένης να επιτευχθή δι' αστόργου σκληραγωγίας, ή από την κυνικήν
υπό του Μωάμεθ κύρωσιν της πολυγαμίας και του δεσποτισμού;

Δυνατόν ο Χριστιανισμός να εξέπεσεν εν πολλοίς από του αρχαίου και
μεγάλου ιδεώδους· δυνατόν να έχασε κάτι εκ της παρθενικής αγνότητός
του. Η ερίζουσα και διηρημένη Εκκλησία της σήμερον δυνατόν να
εξέκλινε κατά τους μακρούς αιώνας από της λαμπρότητος της Καινής
Ιερουσαλήμ της καταβαινούσης εκ του ουρανού από του Θεού· αλλά δεν
είνε η Χριστιανοσύνη καλλιτέρα από ό,τι κατήντησε το πάλαι η Ελλάς,
και από ό,τι είναι η Τουρκία και η Αραβία και η Κίνα; Μήτοι ο
Χριστιανισμός εκτείνει τα έθνη τα ασπασθέντα αυτόν διά της ατροφίας
του Βουδδισμού ή διά του μαρασμού του Ισλάμ; Και ως ηθικόν σύστημα —
καίτοι είναι ασυγκρίτως υπέρτερος ηθικού συστήματος — δεν
παραδεχόμεθα ότι ο Χριστιανισμός είναι κοινόν τι· και μάλιστα
ισχυριζόμεθα ότι ουδέποτε πίστις κατώρθωσεν ως αυτή να διασείση τας
καρδίας των ανθρώπων. Αι άλλαι θρησκείαι είναι αποδεδειγμένως
πλημελείς και σφαλεραί· η ημετέρα απεδείχθη πάντοτε πλήρης και
τελεία· άλλα συστήματα ήσαν εσωτερικά και αποκλειστικά, το δε
ημέτερον απλούν και παγκόσμιον· άλλα πρόσκαιρα και δι' ολίγους, το
ημέτερον αιώνιον και δι' όλον το ανθρώπινον γένος. Ο Κουγκ, ο Φουτσέ,
ο Σακιά, ο Μωάμεθ, ουδ' εδυνήθησαν να συλλάβωσι ποτέ το ιδεώδες
κοινωνίας χωρίς να πέσωσιν εις οικτράν πλάνην· ο Χριστός καθίδρυσε το
πραγματικόν αιωνίας και ενδόξου βασιλείας, της οποίας η ιστορία εν τω
κόσμω αποδεικνύει ότι είναι, ό,τι αρχήθεν ήτο, η βασιλεία των
Ουρανών, η βασιλεία του Θεού.

Και όμως πόσον εκτάκτως απλή και καθαρά είναι η γλώσσα του Χριστού εν
συγκρίσει προς πάσαν άλλην διδασκαλίαν ήτις ενηχήθη ποτέ εις τας
ακοάς του κόσμου. Ούτε επιστήμη υπάρχει εν αυτή ούτε τέχνη ούτε πομπή
αποδείξεως, ούτε επιμέλεια κατασκευής, ούτε τέχνασμα ρητορικόν, ούτε
η από των σχολών σοφία. Ευθείαι ως βέλη επί τον σκοπόν, αι εντολαί
Του βάλλουσιν εις τα βάθη της ψυχής και του πνεύματος. Το παν είναι
βραχύ, σαφές, εναργές, πλήρες αγιότητος, έμπλεων των κοινών εικόνων
του καθημερινού βίου. Σχεδόν δεν υπάρχει σκηνή ή αντικείμενον σύνηθες
εις την Γαλιλαίαν των χρόνων εκείνων, το οποίον ο Ιησούς να μη
μετεχειρίσθη ως ηθικόν εξεικόνισμα λαμπράς τινος Επαγγελίας ή ηθικού
νόμου. Ομίλησε περί χλοαζόντων αγρών, περί ανθούντων κρίνων, περί
εαρινής βλάστης δένδρων· περί ανατολής ηλίου και δύσεως, περί ανέμου
και βροχής, περί νυκτός και καταιγίδος· περί νεφών και αστραπής, περί
ποταμού και χειμάρρου· περί αστέρων και λύχνων, περί μέλιτος και
άλατος· περί σειομένων καλάμων και περί καύσεως ζιζανίων· περί όφεων
και περιστερών, περί μαργαριτών και νομισμάτων, περί δικτύων και
ιχθύων. Οίνος και άλευρον, σίτος και έλαιον, επιστάται και φύλακες,
εργάται και εργοδόται, βασιλείς και ποιμένες, οδοιπόροι και λησταί
και ιερείς και Λευίται, μεγιστάνες εν χλιδή και πλούτω και νύμφαι με
νυμφικάς αμφιέσεις, όλα ταύτα ευρίσκονται εις τους λόγους Του.
Εγνώριζεν όλην την ζωήν και είχεν εμβλέψει εις αυτήν με ευμενές όπως
και με βασιλικόν όμμα. Ηδύνατο να συμπαθή εις τας τέρψεις της, όπως
ηδύνατο και να ιατρεύη τους πόνους της, και οι οφθαλμοί οίτινες
εβράχησαν τοσάκις με δάκρυα καθώς είδον τας κακοπαθείας των
πενθούντων πλησίον της επιθανατίου κλίνης, έλαμψαν ομοίως με
ευμενέστερον βλέμμα καθώς παρηκολούθουν τας παιδιάς των ευτυχών
μικρών της γης εις τους χλοάζοντας αγρούς και τας οδούς τας
πολυανθρώπους.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.
Άλλα θαύματα



Ο λεπρός. — Η αθέτησις του γράμματος. — Διατί η δημοσιότης
απηγορεύετο. — Η αίτησις του εκατοντάρχου. — Η επέμβασις των
συγγενών.

Τα εγκαίνια της Μεγάλης Διδασκαλίας επηκολούθουν και εκύρουν μεγάλα
θαύματα. Ο Ιησούς, λέγει ο Άγιος Ευθύμιος, μετέβαινεν από της
διδασκαλίας εις τα θαύματα. Αφού εδίδαξεν ως εξουσίαν έχων, προέβη να
επιβεβαιώση την εξουσίαν ταύτην διά συμμόρφων πράξεων.

Ο Κύριος ημών δεν απεσύρθη προς ανάπαυσιν μετά τόσους κόπους, και αι
κατόπιν ημέραι υπήρξαν ημέραι συνεχούς και ανενδότου εργασίας. Αφού η
διδαχή ετελείωσε, το άπειρον πλήθος διεσπάρη, κ' εκείνοι των οποίων
αι κατοικίαι ήσαν εις την πεδιάδα της Γεννησαρέτ θα ηκολούθησαν
βεβαίως τον Ιησούν διά του χωρίου Αττίν και πέραν του στενού
οροπεδίου, και είτα, αφού κατήλθον την φάραγγα, θ' άφησαν τα Μάγδαλα
προς τα δεξιά και διά της Βηθσαϊδά έφθασαν εις Καπερναούμ.

Καθώς κατήλθε το όρος και εισήρχετο ήδη εις μίαν πολίχνην, οικτρόν
θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Του. Αίφνης με εναγώνιον ικεσίαν,
πίπτων γονυπετής ενώπιόν του, είτα πρηνής καταγής, παρουσιάζεται είς
λεπρός, πάσχων, ο δύστηνος, εκ του χειρίστου είδους της τρομεράς
νόσου, θα εχρειάζετο εκ μέρους του αθλίου καταπληκτική πίστις διά να
πείση εαυτόν ότι ο νέος Προφήτης ο εκ της Ναζαρέτ θα ήτο ικανός να
εξαλείψη παρ' αυτώ την ανίατον νόσον. Και όμως η συγκεντρωμένη ελπίς
της ζωής του ερράγη εις την κραυγήν: «Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με
καθαρίσαι».

Ταχεία ως ηχώ ήλθεν η απάντησις εις την πίστιν του: «θέλω·
καθαρίσθητι».

Όλα τα θαύματα του Χριστού υπήρξαν άμα και αποκαλύψεις. Ενίοτε, όταν
αι περιστάσεις το απήτουν, ανέβαλλε την απάντησίν Του εις την
παράκλησιν του πάσχοντος. Αλλά δεν εβράδυνε ποτέ όταν λεπρός τις
έκραζε προς Αυτόν. Οι ραββίνοι εδείκνυον, ως λέγεται, μεγάλην
απέχθειαν προς τα δυστυχή πλάσματα, και έρριπτον λίθους κατ' αυτών·
αλλ' ο Ιησούς ποτέ δεν είδε τας ζώσας ταύτας παραβολάς της
καταστροφής άνευ αμέτρου συμπαθείας. Η λέπρα ήτο ανεγνωρισμένος τύπος
της αμαρτίας, και ο Χριστός θα μας εδίδασκεν ότι η εγκάρδιος δέησις
του αμαρτωλού όπως πληθή και καθαρισθή τυγχάνει πάντοτε αμέσου
υποδοχής. Όταν ο Δαυίδ, ο τύπος των αληθώς μετανοούντων, έκραζε μετά
μεγάλης συντριβής, «Ήμαρτον εναντίον Κυρίου», ο Νάθαν ηδυνήθη να
διαβιβάση εν ακαρεί εις αυτόν την παρά του Θεού άφεσιν: «Κύριος
αφείλε την αμαρτίαν σου· ου μη αποθάνης».

Πάραυτα εκτείνας την χείρα, ο Κύριος έψαυσε το λεπρόν, και ούτος
εκαθαρίσθη.

Ήτο λαμπρά αθέτησις του γράμματος του Νόμου, όστις επιτάττει αυστηρόν
αγνισμόν εις πάσαν επαφήν του λεπρού· αλλ' ήτο συγχρόνως λαμπρά
έξαρσις του πνεύματος του Νόμου, το οποίον ήτο ότι ο έλεος είνε
ανώτερος της θυσίας. Η χειρ του Ιησού δεν εμολύνθη διά της επαφής του
λεπρού, αλλά του λεπρού όλον το σώμα εκαθαρίσθη διά της προσψαύσεως
της αχράντου χειρός. Καθ' όμοιον τρόπον ήψατο και της αμαρτωλού
ανθρωπίνης φύσεως, και εκοινώνησεν αυτής, και όμως έμεινεν άνευ
κηλίδος ή αμαρτίας.

Εν τω βάθει και τω αυθορμήτω της ανθρωπίνης συγκινήσεώς Του ο Κύριος
έθιξε τον λεπρόν και κατέστησεν αυτόν υγιή. Αλλ' η επιθυμία του ήτο
νυν να τηρήση τον Μωσαϊκόν νόμον εν πλήρει υπακοή· και άμα προς
απόδειξιν του θαύματος, και εκ προνοίας χάριν του πάσχοντος, και
συμφώνως με την Λευιτικήν διάταξιν, εκέλευσε τον λεπρόν και υπάγη και
δείξη τον εαυτόν του εις τον ιερέα, «εις μαρτύριον αυτοίς», να κάμη
τας συνήθεις προσφοράς, και να λάβη το νόμιμον πιστοποιητικόν ότι
εκαθαρίσθη. Προσέτι το διέταξεν αυστηρώς να μη είπη εις άλλον κανένα
τίποτε. Φαίνεται εκ τούτου ότι το αιφνίδιον μεθ' ου το θαύμα
επετελέσθη ετήρησε τούτο μυστικόν από πάντων πλην ίσως ολίγων εκ των
αμέσων ακολούθων του Κυρίου, καίτοι συνέβη εν μέση ημέρα, και
σύνεγγυς πόλεως και ου μακράν από του ακολουθούντος πλήθους. Αλλά
διατί ο Κύριος εις αυτήν και εις πολλάς άλλας περιστάσεις συνέστησεν
εις τας αξιουμένους θαυμάτων μυστικότητα την οποίαν σπανίως ετήρουν;
Πλήρη τον λόγον ίσως ουδέποτε θα γνωρίσωμεν. Άπαξ μάλιστα συνέστησεν
εις ένα να δημοσιεύση το έλεος του οποίου ηξιώθη. Πλην ίσως ήθελε να
διδάξη ότι ώφειλον να τον θεωρούν οποίος πράγματι ήτο, όχι απλώς ως
θαυματουργόν και ιατρόν των σωμάτων, αλλ' ως Σωτήρα των ψυχών εξ
αποκαλύψεως και διά της χάριτος.

Οποίοι και αν ήσαν οι γενικοί λόγοι, φαίνεται ότι εις την περίπτωσιν
ταύτην υπήρξε λόγος τις ιδιαζούσης σπουδαιότητας. Ο Μάρκος ο
Ευαγγελιστής, αντανακλών δι' ημάς τας εντόνους και ισχυράς εντυπώσεις
του Πέτρου, μας δεικνύει ότι η αποπομπή του λεπρού εγένετο μετά τινος
σφοδράς συγκινήσεως. Το «εμβριμησάμενος αυτώ» ο Ευθύμιος ο Ζιγαδηνός
ερμηνεύει: «αυστηρώς εμβλέψας και επισείσας την κεφαλήν». Ποίον το
αίτιον της αυστηράς ταύτης διαταγής, της στιγμιαίας ταύτης αποπομπής;
Ίσως ήτο το ότι θίξας τον τυφλόν [λεπρόν ;], καίτοι η επαφή ήτο
ιατήριος, θα εθεωρείτο υπό πολλών ως λειτουργικώς ακάθαρτος. Ότι δε
τούτο συνέβη πράγματι δύναται να υποτεθή εκ του ρητώς μνημονευομένου
γεγονότος, ότι δεν ηδύνατο να εισέλθη εις πόλιν, αλλ' ήτο έξω, εις τας
ερήμους. Παραπλησίαν περίστασιν μνημονεύει ο Λουκάς, καίτοι χωρίς να
δώση ιδιάζοντα λόγον δι' αυτήν, και προσθέτει ότι ο Ιησούς διετέλει
προσευχόμενος. Εάν εν τοσούτω, η διασάλπισις της ιστορίας του λεπρού
συνεπέφερε την ανάγκην βραχείας περιόδου αποκλεισμού, είνε προφανές
ότι το πλήθος μικράν έδωκε προσοχήν εις την κατά Λευίτας ακαθαρσίαν,
διότι, και εις τα ερημικά μέρη όπου κατέφυγεν ο Ιησούς, συνέρρευσαν
προς Αυτόν πανταχόθεν.

Αν η ίασις του δούλου του εκατοντάρχου συνέβη προ ή μετά την
αποχώρησιν ταύτην είνε αβέβαιον· αλλ' εκ του γεγονότος ότι και ο
Ματθαίος και ο Λουκάς το θέτουσιν εν στενή συναφεία με την επί του
Όρους Διδασκαλίαν, δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι, όσον και αν απεχώρησεν
εις έρημον τόπον δεν ηδυνήθη να ικανοποιήση τας απαιτήσεις των άγαν
αυστηρών ζηλωτών του νόμου διά της απομακρύνσεως ταύτης.

Μόλις ο Κύριος έφθασεν εις την πόλιν Καπερναούμ, και τον συνήντησε
πρεσβεία εξ Ιουδαίων πρεσβυτέρων της πρωτίστης Συναγωγής, ερχομένη να
μεσιτεύση  πλησίον Του προς χάριν του κεντυρίωνος, του οποίου ο
πιστός και ηγαπημένος οικέτης, έκειτο εν αγωνία και κινδύνω
παράλυτος, Θα ηδύνατο ίσως να φανή παράδοξον ότι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι
έλαβον τόσον ενδιαφέρον δι' άνθρωπον όστις, ρωμαίος ή όχι, ήτο
βεβαίως εθνικός, και δεν ήτο καν ούτε προσήλυτος. Εξήγησαν εν τοσούτω
ότι, όχι μόνον ηγάπα το έθνος των — πράγμα σπανιώτατον παρ' εθνικώ,
διότι οι Εβραίοι εν γένει εμισούντο — αλλά και ιδία δαπάνη είχε
κτίσει Συναγωγήν δι' αυτούς ωραίαν και μεγαλοπρεπή. Απλούν το γεγονός
ότι απηυθύνθησαν προς τον Ιησούν δεικνύει ότι το συμβεβηκός τούτο
ανήκει εις τους πρώτους χρόνους της διδασκαλίας Του, οπότε μυριάδες
απέβλεπον προς Αυτόν μετ' εκπλήξεως και ελπίδος, και πριν αρχίση ο
θανάσιμος διωγμός των ύστερον χρόνων. Ο Χριστός πάραυτα ενέδωκεν εις
το αίτημά των. Αλλά καθ' οδόν τον συνάντησαν άλλοι απεσταλμένοι από
του ταπεινόφρονος και ευλαβούς εκατοντάρχου, και τον ικέτευσαν να μη
ενοχληθή να εισέλθη υπό την αναξίαν και ακάθαρτον στέγην ενός
εθνικού, (ο ίδιος δεν έκρινεν εαυτόν άξιον της τιμής ταύτης — «Κύριε,
ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης»), αλλά να σώση από
του θανάτου τον πάσχοντα δούλον, καθώς είχε σώσει τον υιόν του
βασιλικού, δι' απλού μόνον λόγου. Καθώς ο κεντυρίων ήχεν υπ' αυτόν
ανθρώπους, οίτινες εξετέλουν τας διαταγάς του, ούτω δεν ηδύνατο και ο
Χριστός να πέμψη αοράτους αγγέλους να εκτελέσωσι το θέλημά Του, χωρίς
ο Ίδιος να λάβη τον κόπον; Ο Κύριος εξεπλάγη από την τόσην πίστιν,
μεγαλειτέραν από όσην εύρεν εν τω Ισραήλ. Και εξήγαγεν εκ της
περιστάσεως ταύτης το συμπέρασμα, το οποίον ήχησε τόσον ψυχρόν και
δυσάρεστον εις τα ιουδαϊκά ώτα, ότι, όταν πολλοί εκ των υιών της
βασιλείας θα ριφθώσιν εις το σκότος το εξώτερον, πολλοί θα έλθωσιν
από ανατολών και δυσμών, και θα καθίσωσι μετά του Αβραάμ και Ισαάκ
και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών. Αλλ' οι απεσταλμένοι Του
εκατοντάρχου εύρον άμα επιστρέψαντες ότι το ιατήριον ρήμα υπήρξε
τελεσφόρον, και ότι ο πιστός δούλος είχε γίνη υγιής.

Δεν είναι παράδοξον ότι, μετά ημέρας τόσον θαυμασίας ως αύται,
αδύνατον υπήρξε διά τον Ιησούν να εύρη ανάπαυσιν. Από όρθρου βαθέος
επί της κορυφής του όρους, μέχρι οψίας νυκτός εις ήντινα οικίαν είχεν
εκλέξει προς διανυκτέρευσιν, τα πλήθη ήρχοντο πυκνά περί Αυτόν, μη
σεβόμενα το άσυλόν Του, μη αναλογιζόμενα τον κάματόν Του, απλήστως
έρχοντα να τον ίδωσι, να μετάσχωσι των θαυμάτων Του, να ακούσωσι τους
λόγους Του. Δεν έμενε καιρός ουδέ όπως φάγη άρτον. Τοιαύτη ζωή είνε
όχι μόνον εις άκρον καματηρά και πολύπονος, αλλά λεπτοφυά και
υψίχορδον φύσιν, χαίρουσαν τη μονώσει, ευρίσκουσαν την καθαρωτάτην
ολβιότητα εν κατά μόνας προσευχή, η αδιάλειπτος αύτη δημοσιότης, η
ανένδοτος εργασία αποβαίνει απλώς φρενοπλήκτις, εκτός αν το πνεύμα
θάλπεται δι' απεριορίστου συμπαθείας και αγάπης. Αλλ' η καρδία του
Σωτήρος ούτως εθάλπετο, κατά το ανθρώπινον.

Είνε πιθανόν ότι εις την περίοδον ταύτην ανήκει το αξιοσημείωτον
ανέκδοτον, το οποίον απεμνημονεύθη δι' ημάς υπό του Ευαγγελιστού
Μάρκου. Οι συγγενείς και οικείοι του Χριστού, μαθόντες όσα έπραττεν,
ήλθον από της οικίας των, ίσως εις Κανά ή εις Καπερναούμ, όπως
«κρατήσωσιν Αυτού» και Τον περιωρίσωσι. Οι πληροφορήσαντες αυτούς
παρενόησαν την έξαψιν την κατάδηλον εις όλους τους λόγους και τας
πράξεις Του, την ισχυράν λάμψιν της συμπαθείας, την καίουσαν φλόγα
της αγάπης· εθεώρησαν ταύτην ως υπερβάλλουσαν έξαψιν, ως υπέρμετρον
ευαισθησίαν, ως αυτόν τον λήρον της ευποιίας και του ζήλου.

Εν τω κόσμω υπήρξε πάντοτε ροπή τις εις το συγχέειν την ζέσιν του
ενθουσιασμού με το έξαλλον ατάκτου μεγαλονοίας. «Παύλε, μέμηνας»,
υπήρξε το μόνον σχόλιον το οποίον το πάθος του Αποστόλου και η
εξηρμένη αυτού ευγλωττία ενέπνευσεν εις τον Ρωμαίον προκουράτορα
«Δαιμόνιον έχει», ετόλμων να συμπεραίνωσί τινες των παχυλών και
σαρκικών ακροατών, ύστερον από μίαν των τρυφερωτάτων και θειοτάτων
ομιλιών του Κυρίου. Παραπλησία, καίτοι ουχί τόσον βάναυσος, ήτο η
σκέψις ήτις ενέπλητε το πνεύμα των διαπορούντων συγγενών του Χριστού,
οπόταν ήκουσαν περί της αιφνιδίας ταύτης και καταπληκτικής
δραστηριότητος μετά την γαλήνιον μόνωσιν τριάκοντα άγνωστων και
αμνημονεύτων ετών. Μέχρι τούδε ήσαν σχεδόν ασυμπαθείς προς Αυτόν· δεν
Τον εγνώριζον, δεν επίστευον εν πλήρει εις Αυτόν· έλεγον ότι ήτο
εκτός Εαυτού. Αναγκαίον δε ήτο να διδαχθώσιν από τούδε διά πολλών
αποφασιστικών αποδείξεων, ότι δεν ήτο ως είς εξ αυτών· ότι δεν ήτο
πλέον ο τέκτων, «ο αδελφός Ιακώβου και Ιωσή και Ιούδα και Σίμωνος»,
αλλ' ο υιός του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.
Ο Ιησούς εις Ναΐν



Πώς ανέστησε τον υιόν της χήρας. — Αποστολή παρά Ιωάννου του
Βαπτιστού. — Απόκρισις του Ιησού. — Λαμπρός έπαινος του Ιωάννου. — «Ο
ελάχιστος εν τη βασιλεία των Ουρανών».

Μετά τα συμβάντα ταύτα, ως διηγείται ο Λουκάς, ο Κύριος ημών απήλθεν
από Καπερναούμ εις Ναΐν. Η Ναΐν, την σήμερον άθλιον χωρίον, απέχει
εικοσιπέντε μίλια από της Καπερναούμ, και κείται επί της βορυοδυτικής
κλιτύος του Ιεβέλ ή μικρού Ερμών. Το όνομα, όπερ διατηρεί εισέτι,
σημαίνει «ωραίος», και η θέσις της παρά το Ενδώρ, απέναντι του
Θαβωρίου όρους και των υψωμάτων της γης Ζαβουλών, δικαιολογεί το
εύφημον του τίτλου. Αναχωρήσας, ως πάντοτε ποιούσιν οι Ανατολίται,
πρωί με την αύραν την δροσεράν, ο Ιησούς έπλευσε, κατά πάσαν
πιθανότητα εις το μεσημβρινόν της λίμνης, και είτα κατήλθε την
κοιλάδα του Ιορδάνου, οπόθεν, αφήσας το Θαβώρ δεξιόθεν, θα έφθασεν
εις το μικρόν χωρίον ολίγον μετά την μεσημβρίαν.

Κατά την λαμπράν ταύτην περίοδον του κηρύγματός Του, συνοδεύετο ου
μόνον υπό των μαθητών Του, αλλά και υπό χαίροντος πλήθους. Και καθώς
η φραιδρά αύτη προπομπή, η τόσω πλήρης υψιφρόνων ελπίδων και
πλανητικών πίστεων περί του ερχομένου Βασιλέως, ανέβαινε την στενήν
και πετρώδη ανωφέρειαν την άγουσαν εις την πύλην της Ναΐν, συνήντησεν
άλλην και θλιβεράν συνοδίαν, εξερχομένην όπως θάψη αποθανόντα νέον
τινά έξω των τειχών. Υπήρχε περιπάθεια βαθυτέρα του συνήθους εις το
θέαμα, και διά τούτο πιθανώς, παρά τη εκπαθεί εκείνη φυλή, πένθος
αγριώτερον και ειλικρινέστερον ή οι συνήθως οδυρμοί. Διότι ο νέος
ήτο, κατά το ύφος το απλούν και παθητικόν, το οποίον ησθάνοντο και
βαθύτερον τα Ιουδαϊκά ώτα, «Μονογενής τη μητρί αυτού, και αυτή χήρα».

Η θέα της τρομεράς ταύτης λύπης συνεκίνησεν ακαθέκτως την
υπερφιλούσαν καρδίαν του Σωτήρος. Σταθείς μόνον διά να είπη εις την
μητέρα, «Μη κλαίε», επλησίασε, και ολιγωρήσας πάλιν των τελετουργικών
διατάξεων, έψαυσε την σωρόν εν ή έκειτο ο νεανίας. Πρέπει να υπήρξε
στιγμή προσδοκίας και συνοχής της πνοής απερίγραπτος. Απρόσκλητοι,
αλλ' έμπλεοι αορίστου φόβου, οι βαστάζοντες την λάρνακα εστάθησαν. Και
τότε διά των καρδιών των εμπλήκτων θρηνολόγων, και διά των καρδιών
του σιωπώντος πλήθους, ήχησε γαλήνιος η φωνή: «Νεανία, έγειραι»!

Άρά γε φοβερόν τούτον μονοσύλλαβον (αραμαϊστί κ ο υ μ) θα διεπέρα και
τας μυστηριώδεις μοναξίας του θανάτου; Διεπέρασε τάχα τα αδιάτρητα
σκότη τα οποία απέκρυψαν πάντοτε από της ανθρωπίνης όψεως τον κόσμον
τον πέραν του τάφου; Ναι, τα διεπέρασεν. Ο νεκρός ηγέρθη, και ήρχισε
να ομιλή· κ' Εκείνος τον παρέδωκεν εις την μητέρα του.

Ουδέν άπορον αν μέγας φόβος επέπεσεν επί πάντας. Δυνατόν ν'
ανελογίσθησαν τον Ηλιού και την χήραν της Σαραφθίας· τον Ελισσαιέ και
την Σουνναμίτιδα. Κ' εκείνοι, οι μέγιστοι των Προφητών, απέδωκαν εις
τας πτωχάς γυναικάς τους αποθανόντας μονογενείς των. Αλλ' εκείνοι το
έπραξαν με αγωνίαν και με κόπους και ικασίας, με προσευχάς και με
εμφυσήσεις και εκτάσεις χειρών και μελών επί του νεκρού· ο δε Ιησούς
έπραξε το θαύμα γαληνίως, περιστατικώς, στιγμιαίως, εν τω ιδίω
ονόματι, διά της ιδίας εξουσίας Αυτού, δι' απλής λέξεως. Ηδύναντο οι
παρεστώτες να κρίνωσιν άλλως ή ότι «ο Θεός επεσκέψατο τον λαόν
Αυτού;»

Ήτο περί τον χρόνον τούτον, ίσως την αυτήν ημέραν, ότε ο Ιησούς
εδέχθη βραχύ αλλά τεταραγμένον μήνυμα από τον μέγαν Πρόδρομόν του,
τον Βαπτιστήν Ιωάννην. Αυτή η βραχύτης του επηύξανε την έννοιαν της
αμφιβολίας και της θλίψεως ήτις τον διέπνεε. «Συ ει ο ερχόμενος,
ηρώτα, ή άλλον προσδοκώμεν;»

Ήτο τούτο μήνυμα από εκείνον όστις πρώτος είχεν αναγνωρίσει και είχε
δείξει τον Αμνόν του Θεού; από εκείνον όστις, εν τη εκστάσει της
οπτασίας, είχεν ιδεί τον ουρανόν ανεωγμένον και το Πνεύμα ωσεί
περιστεράν κατερχόμενον επί τον Ιησούν;

Δυνατόν. Εφαντάσθησάν τινες εντοσούτω ότι η ερώτησις μόνον σκοπόν
είχε να θεραπεύση τας αμφιβολίας των ζηλοτύπων και αποκαρδιωμένων
οπαδών του Βαπτιστού· άλλοι, ότι το ερώτημα εσήμαινε μόνον. «Είσαι τω
όντι ο Ιησούς περί ου εμαρτύρησα; άλλοι ότι το μήνυμα δεν εμπεριείχε
λανθάνοντα δισταγμόν, αλλ' ήτο ως δειλή εισήγησις ότι ο καιρός είχεν
έλθη ήδη διά τον Ιησούν να φανερωθή ως ο Μεσσίας των θεοκραταιών
ελπίδων του έθνους Του· ίσως δε ενείχε και ηπίαν επιτίμησιν προς
Αυτόν διότι επέτρεπεν ώστε ο φίλος και πρόδρομός Του να τήκηται εν
φυλακή, και δεν εξήσκει προς χάριν Του την θαυματουργόν δύναμιν την
οποίαν διασάλπιζεν η φήμη. Πλην όλαι αύται αι υποθέσεις είνε όλως
αστήρικτοι, και αναιρούνται εξ αυτών των εκφράσεων της αφηγήσεως. Ο
Άγ. Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το ηρωικόν μεγαλείον του, δεν έχει
ανάγκην των οικτηρμόνων συνδιασμών μας· συμπεραίνομεν εκ των ρητών
λόγων Εκείνου, όστις κατ' αυτήν την κρίσιν απήγγειλε περί αυτού τον
λαμπρότατον έπαινον ον προήνεγκόν ποτε ανθρώπινα χείλη, ότι ο μέγας
προφήτης είχεν εύρη πράγματι λίθον προσκόμματος εις την πίστιν του εξ
όσων ήκουε περί του Χριστού.

Και μη τούτο είνε αφύσικον; είνε τι το οποίον ο γνωρίζων την
ανθρωπίνην καρδίαν θα καταδικάση; Το στάδιον του μεγίστου των
προφυτών υπήρξε βραχύ και τραγικόν, θλιβερόν ημερολόγιον συμφοράς και
εκλείψεως. Καίτοι οι λαοί συνέρρεον παμπληθείς ν' ακούσωσι τον
πύρινον κήρυκα της ερημίας, η πραγματική εντύπωσις επί το πνεύμα του
έθνους ούτε βαθεία υπήρξεν ούτε διαρκής. «Τις ήκουσε την φωνήν του
(λέγει Σκώτος ποιητής); Μόνον η ηχώ από τα άντρα των ορέων απήντα:
Μετανοείτε! μετανοείτε!»

Και πριν εξέλθη ο Ιησούς εν τω πληρώματι της εξουσίας Του, η ισχύς
και η δύναμις του Ιωάννου είχεν ωχριάσει ως αστήρ προ της ανατολής.
Πρέπει να ησθάνθη τάχιστα — και τούτο είνε πικρόν διά πάσαν
ανθρωπίνην καρδίαν να το αισθανθή — ότι η αποστολή του εν τη παρούση
ζωή, είχε λήξει· ότι ουδέν αξιόλογον έμενεν αυτώ να πράξη. Παρόμοιαι
στιγμαί καρδιοβόρου μελαγχολίας επήλθον ήδη εις τον βίον των μεγάλων
των προ αυτού, του Μωυσέως και του Ηλία. Αλλά δεινοτέρα ακόμη ήτο η
περίστασις διά τον Βαπτιστήν. Διότι αν και ο φίλος και ο Σωτήρ του
έζη, και δεν απείχε πόρρω απ' αυτού, ήτο δε εν τη ακμή της δυνάμεως
Του, και ετέλει καθ' ημέραν τα θαύματα της αγάπης τα οποία εμαρτύρουν
την αποστολήν Του, όμως ο Ιωάννης δεν είδε πλέον τον φίλον και τον
Σωτήρα τούτον επί της γης. Ο δε Ηρώδης ο Αντίπας, ο ευτελέστατος
ούτος των τυράννων και ασθενέστατος, θυμωθείς διότι ο Ιωάννης τον
ήλεγχε διά τον αθέμιτον γάμον του μετά της Ηρωδιάδος, εκράτησε τον
Ιωάννην και τον έρριψεν εις την φυλακήν.

Ο Ιώσηπος λέγει, ότι η φυλακή αύτη ήτο εις το φρούριον Μακώρ, παρά
την εσχατιάν την γείτονα της έρημου, προς βορράν της Νεκράς Θαλάσσης
και εγγύς των μεθορίων της Αραβίας. Διά πνεύμα ελεύθερον, δι' άνδρα
ζήσαντα εν τη αγριότητι της ερήμου, καθώς ο Ιωάννης, χειροτέρα του
θανάτου ήτο η φυλακή. Και αυτό το όμμα του προφητικού αετού επόμενον
ήτο να θολώση εις τον κλοβόν εκείνον.

Ουχί άπαξ ούτε διά μόνον εν τη ιστορία του κόσμου ο Θεός εφάνη ότι
άφησε τους μεγίστους θεράποντάς Του να πιώσι μέχρι τρυγός την κύλικα
της δοκιμασίας και του μαρτυρίου πριν ή στεφανώσωσι αυτούς οριστικώς
με στέφανον δόξης ακήρατον. Αλλ' εις ουδένα η πειθαρχική αύτη παιδεία
ήλθε κατά τρομερώτερον τρόπον ή εις τον Άγ. Ιωάννην. Διότι εφαίνετο
ολιγωρούμενος ου μόνον υπό του Θεού άνω, αλλά και υπό του ζώντος Υιού
του Θεού επί της γης. Ο Ιωάννης ετήκετο εις την ειρκτήν του Ηρώδου,
και ο Ιησούς εν τη χαρμοσύνω απλότητι της πρώτης εν τη Γαλιλαία
διδασκαλίας Του εκήρυττεν εις φαιδρά πλήθη μεταξύ των κρίνων του
αγρού ή από των κυμάτων της λίμνης της τερπνής. Ω, διατί ο Πατήρ του
εν τω ουρανώ και ο φίλος του επί της γης να τον αφήσουν να τήκηται
ούτω; Μη η ζωή του δεν ήτο οσία; μη η λειτουργία του δεν υπήρξε
πιστή; μη η μαρτυρία του δεν ήτο αληθής; Ω, διατί Εκείνος, ον
εμαρτύρησε πέραν του Ιορδάνου, δεν κατετίβαζε πυρ εξ ουρανού να καύση
τα άνομα εκείνα τείχη; Μεταξύ τόσων θαυμάτων δεν Του επερίσσευεν έν
προς χάριν του ταλαιπώρου συγγενούς Του, όστις είχεν έλθη προ
προσώπου Του διά να κατασκευάση την οδόν Του έμπροσθέν Του; Μεταξύ
τόσων λόγων ελέους και συμπαθείας ένα μόνον δεν ηδύνατο να είπη δι'
εκείνον όστις είχεν εκφέρει την φωνήν εκείνην του βοώντος εν τη
ερήμω; Διατί ο νεαρός Υιός του Δαυίδ να μη διασαλεύση διά σεισμού τα
θεμέλια των ειρκτών εκείνων της Ιδουμαίας, ή μίαν μόνον να στείλη εκ
των δώδεκα λεγεώνων των Αγγέλων Του προς απελευθέρωσιν του Προδρόμου
και φίλου Του, έστω και διά να τον επαναφέρη και πάλιν εις την έρημον
μοναξίαν του, ν' αποθάνη εκεί ελεύθερος μεταξύ των θηρίων, μακράν της
ατίμου τυραννίας του Ηρώδου του αιμομίκτου και μοιχού; Τι το άπορον,
επαναλέγομεν, αν το όμμα του εν κλωβώ αετού ήρχισε να θολώνη!

«Συ ει ο ερχόμενος ή άλλον προσδοκώμεν;»

Ο Ιησούς δεν απήντησεν απ' ευθείας εις την ερώτησιν. Επέτρεψεν εις
τους απεσταλμένους να ίδωσι με τους ιδίους οφθαλμούς των τινά εκ των
έργων περί ων μόνον ήκουον μέχρι τούδε, και είτα, κατ' αναφοράν προς
το ΞΑ' κεφάλαιον του Ησαΐου, παρήγγειλεν αυτοίς να είπωσι προς τον
Ιωάννην ότι τυφλοί αναβλέπουσι, και χωλοί περιπατούσι, και λεπροί
καθαρίζωνται, και κωφοί ακούουσι, και νεκροί εγείρονται· προ πάντων
δε και υπέρ παν άλλο, ότι πτωχοί ευαγγελίζονται· και είτα, δυνάμεθα
να φαντασθώμεν μετά πόσον βαθείας τρυφερότητος προσέθηκε. «Και
μακάριος ος αν μη σκανδαλισθή εν Εμοί». Μακάριος τουτέστιν, εκείνος
όστις πιστεύη εις Εμέ και εν τω διωγμώ και τη θλίψει· όστις πιστεύση
ότι γνωρίζω μέχρι τέλους την θέλησιν του Πέμψαντός Με και πώς και
πότε να τελειώσω το έργον Του.

Ευκόλως δυνάμεθα να υποθέσωμεν, αν και ουδέν περισσότερον μας
λέγεται, ότι οι μαθηταί δεν απεχώρησαν χωρίς ν' ακούσωσι παρά του
Ιησού και άλλους λόγους ιδιαιτέρας στοργής και παραμυθίας διά τον
μέγαν δεσμώτην· λόγια τα οποία θα ήσαν «ως γλυκέα υπέρ μέλι τω
στόματι» εκείνου όστις υπέφερε την πείναν εις την έρημον, και
πολυτιμότερα πηγής ύδατος εν γη αυχμώση. Και μόλις οι μαθηταί
απεμακρύνθησαν, ότε Εκείνος εξέφερεν εν γλώση ευρύθμου καλλονής τον
αξιομνημόνευτον έπαινον, ότι ο Ιωάννης ήτο όντως η Φωνή εν τη αυγή
της νέας ημέρας, ο μέγιστος των κηρύκων του Θεού, ο Ηλίας όστις, κατά
το τελευταίον ρήμα της αρχικής προφητείας έμελλε να προπορευθή της
ελεύσεως του Μεσσίου και να ετοιμάση την οδόν Αυτού.

«Τι εξήλθετε εις την έρημον θεάσασθαι; Κάλαμον υπό ανέμου
σαλευόμενον; Αλλά τι εξήλθετε ιδείν; Άνθρωπον εν μαλακοίς ιματίοις
ημφιεσμένον; Ίδετε, οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των
βασιλέων εισίν. Αλλά τι εξήλθετε ιδείν; Προφήτην; Ναι, λέγω υμίν, και
περισσότερον προφήτου. Ότι ούτος εστι περί ου γέγραπται. Ιδού Εγώ
αποστέλλω τον άγγελόν Μου προ προσώπου Σου, ος κατασκευάσει την οδόν
Σου έμπροσθέν Σου».

«Αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου
του Βαπτιστού».

Είτα προσέθηκεν ότι, καίτοι ο Ιωάννης είνε ο τελευταίος και ο
μέγιστος εν τη Παλαιά Διαθήκη, «ο μικρότερος εν τη βασιλεία των
ουρανών μείζων αυτού εστι».

Ο Ιωάννης είχεν έλθη μη εσθίων μήτε πίνων, και έλεγον; Δαιμόνιον
έχει. Ο Υιός του Ανθρώπου είχεν έλθη εσθίων και πίνων, και έλεγον:
Ίδε άνθρωπος φάγος και οινοπότης τελωνών φίλος και αμαρτωλών. Πλην
εις το τέλος πληρούνται πάντοτε οι λόγοι της Σοφίας: «Ούτος ην ον
έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν ονειδισμού, οι άφρονες; Τον
βίον αυτού ελογισάμεθα μανίαν και την τελευτήν αυτού άτιμον. Πώς δε
κατελογίσθη εν υιοίς Θεού και εν αγίοις ο κλήρος αυτού εστι;»



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.
Η αμαρτωλός και ο Φαρισαίος



Σίμων ο Φαρισαίος. — Η κλαίουσα γυνή. — Η παραβολή των οφειλωτών. —
Άφεσις αμαρτιών. — Ήτο αύτη η Μαγδαληνή Μαρία;

«Οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα, μύρον εκκενωθέν όνομά σου».

Και τα λόγια τούτα του Άσματος των Ασμάτων έμελλον να πληρωθώσι· την
ημέραν εκείνην εν τω Ιησού — όστις είνε το ζων μύρον, και το όνομα
Αυτού, όνομα Μεσσίου κεχρισμένου εν ατιμήτω μύρω, ευωδιάζει
πνευματικώς εις τους αιώνας ευωδίαν άρρητον. Κατά την διήγησιν του
Λουκά, φαίνεται ότι ο Ιησούς την αυτήν ημέραν, ίσως εις Ναΐν ή εις
Μάγδαλα, εδέχθη πρόσκλησιν παρ' ενός των Φαρισαίων, καλουμένου
Σίμωνος.

Μέχρι τούδε ο Ιησούς δεν είχεν έλθη εις φανεράν ρήξιν προς το
Φαρισαϊκόν κόμμα, και ίσως οι οπαδοί τούτου να εφαντάσθησαν, ότι θα
ηδύνατο να φανή ωφέλιμος εις τους πολιτικούς και κοινωνικούς σκοπούς
των. Φαίνεται ότι ο Σίμων ούτος είχε περισσοτέραν περιέργειαν να ίδη
και ν' ακούση τον Ιησούν ή φιλοφροσύνην να τον δεξιωθή. Όλα τα συνήθη
γνωρίσματα της φιλοξενίας, ψυχρώς παρελείφθησαν. Ούτε ύδωρ υπήρχε
προς πλύσιν των ποδών, ούτε ασπασμός δεξιώσεως επί της παρειάς, ούτε
λιπασμός ελαίου διά την κόμην, ουδέν άλλο ειμή ψυχρά τις αποδοχή είς
τινα κενήν θέσιν παρά την τράπεζαν, ώστε ο κεκλημένος να θεωρήση ότι
λαμβάνει μάλλον τιμήν ή απονέμει.

Κατά τους χρόνους της ενσάρκου Παρουσίας του Κυρίου οι Ιουδαίοι, ίσως
προσλαβόντες το έθιμον από των Περσών, είχον εγκαταλείπει το
σταυροποδητεί καθήσθαι εις το δείπνον, και ανεκλίνοντο, ως οι Έλληνες
και οι Ρωμαίοι, επί κλιντήρων, παρά τραπέζας σχεδόν του αυτού ύψους
με τας εν χρήσει παρ' ημίν σήμερον. Θα ίδωμεν εν τοις ύστερον ότι και
το Πάσχα εβρώθη εν τη στάσει ταύτη. Το δε έθιμον του αποβάλλειν τα
πέδιλα παρά την θύραν, λόγον έχει την μη μίανσιν των ταπήτων, ως
προωρισμένων διά τας γονυκλισίας και τας προσευχάς.

Η ωραία και συγκινητική σκηνή ήτις συνέβη εν τη οικία του Σίμωνος,
δύναται να εννοηθή μόνον αναλογιζομένων ότι, καθώς ανέκειντο οι
δαιτυμόνες επί των κλιτύρων περί τας τραπέζας, οι πόδες των ήσαν
εστραμμένοι προς πάντα θεατήν ιστάμενον έξω του κύκλου των
ομοιοτραπέζων.

Ο καθολικός νόμος της φιλοξενίας υποχρεοί τον ανατολίτην να ζη με
ανοικτάς θύρας, και πας τις δύναται εν πάση ώρα να εισέλθη εις τα
δώματά του. Αλλ' εις την περίστασιν ταύτην υπήρξε πλάσμα τι το οποίον
συνεκέντρωσε θάρρος να εισχωρήση εις την οικίαν ταύτην, απρόσκλητον
άμα και όχι ευπρόσδεκτον. Μία πτωχή, κηλιδωμένη, έκπτωτος γυνή,
γνώριμος εν τω τόπω διά τον κακόν βίον της, μαθούσα ότι ο Ιησούς
εδείπνει εν τη οικία του Φαρισαίου, απετόλμησε να εισέλθη εκεί εν
μέσω πλήθους άλλων επισκεπτών, φέρουσα αλάβαστρον πλήρες μύρου. Εύρεν
Εκείνον ον εζήτει εν τω τρικλινίω του Σίμωνος και καθώς ίστατο
ταπεινώς όπισθεν Του και ήκουε τους λόγους Του, και ανελογίζετο ποίος
ήτο Εκείνος και έως πού είχε πέσει αυτή, ανελογίζετο την άμωμον
καθαρότητα του νέου Προφήτου, και την ιδίαν αυτής επαίσχυντον ζωήν,
ήρχισε να κλαίη, και τα δάκρυά της έπιπτον επί τους γυμνούς πόδας
Του, εφ' ους έκυψεν επί μάλλον και μάλλον όπως κρύψη την αισχύνην
αυτής.

Ο Φαρισαίος θα οπισθοδρόμει μετά φρίκης προς την αφήν, έτι
περισσότερον προς το δάκρυ της τοιαύτης· θα απέμασσε το μόλυσμα και
θα απεδίωκεν την επείσακτον μετ' αράς. Αλλ' η γυνή αύτη ησθάνθη
αυθορμήτως ότι ο Ιησούς δεν θα εφέρετο προς αυτήν ούτω· ησθάνθη ότι το
υψίστως αναμάρτητον είνε άμα και το βαθύτητα συμπαθές. Ίσως είχεν
ακούσει τους χαριτοβρύτους εκείνους λόγους οίτινες δυνατόν να
ελέχθησαν αυθημερόν. «Δεύτε προς Με πάντες οι κοπιώντες και
πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Και έλαβε θάρρος επειδή δεν
επετιμήθη· και ούτω κατανοήσασα ότι, ό,τι και αν έπραττον οι άλλοι, ο
Κύριος δεν την εμίσει ούτε την απεστρέφετο, επλησίασεν εγγύτερον προς
Αυτόν, και, κλίνασα τα γόνατα, ήρχισε με τους μακρούς λυτούς
βοστρύχους της κόμης της ν' απομάσση τους πόδας τους οποίους είχον
υγράνη τα δάκρυά της, και είτα να καλύπτη αυτούς με ασπασμούς, και
τέλος, θραύουσα το αλάβαστρον, να καταχέη το πολύτιμον νάρδον επί των
ποδών Αυτού.

Η θέα της λυσικόμου ταύτης γυναικός, το αίσχος της ταπεινώσεώς της, η
αγωνία της μεταμελείας της, το πολύδακρυ των οφθαλμών της, η θυσία
του μύρου εκείνου, θα ηδύναντο να κινήση και λιθίνην καρδίαν εις
συμπάθειαν. Αλλ' ο Σίμων, ο Φαρισαίος, απέβλεψε προς τούτο μετά
παγεράς αποδοκιμασίας. Η έκκλησις εις έλεος εκ μέρους της θρηνούσης
δεν τον συνεκίνησε. Δεν ήτο αρκετόν δι' αυτόν ότι ο Ιησούς υπέφερεν,
ώστε το δύστηνον πλάσμα να Του ασπασθή και να Του αρωματίση τους
πόδας, χωρίς να λαλήση προς αυτήν ουδέ λέξιν ενθαρύνσεως ακόμη. Εάν
ήτο προφήτης, έπρεπε να γνωρίση ποίου είδους γυνή ήτο αύτη· και αν
εγνώριζε, θα την απώθει μετ' αγανακτήσεως, ως θα έπραττε και ο Σίμων
αυτός. Η απλή πρόσψαυσίς της απήτει επίσημον κάθαρσιν. Έν μόνον
σημείον παρ' Αυτού, και ο Σίμων μετά πολλές χαράς θα απέβαλλε τον
τοιούτον μολυσμόν από της σκέπης της στέγης του.

Ο Φαρισαίος δεν εξεστόμισε τας σκέψεις ταύτας, αλλ' η ψυχρά στάσις
του και η περιφρονητική εκφρασις του προσώπου του, έδειξαν ό,τι εν τη
καρδία του συνέβαινεν. Ο Κύριος εγνώρισε τας σκέψεις του, αλλά δεν
απεδοκίμασε παραχρήμα την ανελεήμονα διάθεσίν του. Διά να επισύρη την
γενικήν προσοχήν εις τους λόγους Του, εστράφη προς τον ξενίζοντα.

«Σίμων, έχω τι σοι ειπείν»:

«Λέγε, διδάσκαλε».

«Δανειστής είχε δύο χρεωφειλέτας· ο πρώτος ώφειλε πεντακόσια δηνάρια,
ο έτερος πεντήκοντα· επειδή δε ουδέν είχον αποδούναι, αφήκεν αυτοίς
άπαντα. Ειπέ μοι, πότερος τούτων αγαπήσει αυτόν το πλείον;»

Ο Σίμων δεν είχεν την ελαχίστην έννοιαν αν το ζήτημα είχεν ελαχίστην
αναφοράν προς εαυτόν· όσην είχε και ο Δαυίδ, ότε απέφηνε τόσω
ελευθέραν κρίσιν επί της παραβολής του Νάθαν.

«Υπολαμβάνω, είπε μετ' αδιαφορίας ο Σίμων, ότι ω τα πλείονα
εχαρίσατο».

«Ορθώς έκρινας», είπεν ο Χριστός. Και τότε ευθύς ήλθεν η εφαρμογή της
μικράς παραβολής, της συντεθειμένης εν τη ρυθμική ταύτη εκφράσει του
αντιθετικού παραλληλισμού, της οποίας ο Κύριος συχνήν εποιείτο χρήσιν
εις τας υψηλοτέρας διδασκαλίας Του, και ήτις επενήργει, καθώς και η
ποιητική γλώσσα των προφητών των, επί τα ώτα των ακροωμένων. Ει και ο
Σίμων δυνατόν να μη είδε το κέντρον της παραβολής, ίσως η μετανοούσα,
διά της γοργοτέρας μαντικής της συντετριμμένης καρδίας, το είδε. Αλλ'
οποία υπήρξεν η συγκίνησίς της όταν Εκείνος, όστις μέχρι τούδε δεν
είχε δώσει προσοχήν εις αυτήν, τώρα εστράφη προς ταύτην, και
επιστήσας την προσοχήν όλων των παρόντων εις το ταπεινόν σχήμα της,
καθώς εκάθητο επί του εδάφους, κρύπτουσα με τας δύο χείρας και με
τους λυτούς πλοκάμους της την σύγχυσιν του προσώπου της, εφώνησε προς
τον έμπληκτον Φαρισαίον:

«Σίμων! βλέπεις την γυναίκα ταύτην;

«Εισήλθον σου εις την οικίαν· ύδωρ ουκ επέχεας επί τους πόδας μου·
αύτη δε τοις δάκρυσιν αυτής ένιψέ μου τους πόδας, και ταις θριξίν
αυτής απέμαξεν αυτούς.

«Φίλημα ου μοι έδωκας· αλλ' αύτη, αφ' ης ώρας εισήλθον, ουκ επαύσατο
καταφιλούσά μου τους πόδας.

«Ελαίω την κεφαλήν μου ουκ ήλειψας· αύτη δε μύρω ήλειψέ μου τους
πόδας.

«Διά τούτο λέγω ημίν, αφέωνται αι αμαρτίαι αυτής αι πολλαί, ότι πολύ
ηγάπησεν· ω δε ολίγον αφεθήσεται, ολίγον αγαπά».

Και τότε, ως πλουσίαν επωδόν χαριεστάτης μουσικής, προσέθηκεν, όχι
πλέον προς τον Σίμωνα, αλλά προς την πτωχήν αμαρτωλόν, τας λέξεις του
ελέους. «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου».

«Οσάκις αναλογίζομαι το συμβεβηκός τούτο, έλεγε Γρηγόριος ο Μέγας,
έχω περισσοτέραν διάθεσιν να κλαύσω παρά να κηρύξω επ' αυτού».

Οι λόγοι του Κυρίου ήσαν διαρκώς νέα αποκάλυψις προς πάντας τους
ακούοντας, και αν δυνάμεθα να κρίνωμεν εκ πολλών ενδείξεων εν τοις
Ευαγγελίοις, φαίνεται συχνή να επηκολούθησε μετ' αυτούς, εις τας
πρωίμους ημέρας του κηρύγματός Του, σιωπή βαθείας εκπλήξεως, ήτις
βραδύτερον, μεταξύ εκείνων οίτινες τον απέρριπτον, ερρήγυτο εις
δριμείας μομφάς ή εις γογγυσμούς οργίλους. Κατά το στάδιον τούτο του
έργου Του, η γοητεία του φόβου εκείνου, η προερχομένη εκ της αγάπης
και της καθαρότητός Του, και εκ της ενδοτέρας εκείνης θειότητος ήτις
έλαμπεν εις την στάσιν Του και ήχει εις την φωνήν Του, δεν είχε
θραυσθή ακόμη. Μόνον εις τας κρυφίας σκέψεις των οι δαιτυμόνες,
μάλλον, φαίνεται, εν εκπλήξει ή εν οργή, απετόλμησαν να αμφισβητήσωσι
την ήρεμον ταύτην αξίωσιν επί ιδιότητα πλέον ή επίγειον. Μόνον εις
τας καρδίας των σιωπηλώς ηρώτων: Τις είνε ούτος, όστις και αμαρτίας
συγχωρεί;

Ο Ιησούς εγνώρισε τους ενδομύχους δισταγμούς των· πλην είχε
προφητευθή περί Αυτού ότι ου μη ερίση ουδ' ου μη κράξη, ουδ' η φωνή
Αυτού ακουσθήσεται εν ταις οδοίς· και περιωρίσθη μόνον ν' αποπέμψη
την γυναίκα. «Η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην». Και εις
ειρήνην αναμφιβόλως επορεύθη, εις την ειρήνην του Θεού την υπέρ πάσαν
έννοιαν, εις την ειρήνην ην ο Ιησούς δίδει, ήτις δεν είνε ως ο κόσμος
δίδει.

Εις το γενικόν μάθημα το οποίον η ιστορία της διδάσκει θα επανέλθωμεν
εν τοις ύστερον, διότι είνε μάθημα το οποίον απετέλεσε κεντρικήν
διδασκαλίαν της αποκαλύψεως του Χριστού. Εννοώ το μάθημα ότι
ιδιοτελής υποκρισία είνε εις το όμμα του Θεού μισητή όσον κατάφωρος
αμαρτία· το μάθημα ότι η ζωή αμαρτωλής και αμετανοήτου σεμνοτυφίας
δύναται να είνε όχι ολιγώτερον θανάσιμος από την ζωήν της αισχύνης
της φανεράς.

Αρχαία παράδοσις, ιδίως κρατούσα εν τη Δυτική Εκκλησία, παράδοσις
ήτις καίτοι αβέβαιος, δεν φαίνεται απολύτως απίθανος, λέγει ότι η
γυνή αύτη ήτο η Μαρία η Μαγδαληνή, αφ' ης ο Ιησούς «εκβεβλήκει επτά
δαιμόνια». Την παράδοσιν αναφέρουν μεταξύ των παλαιών πατέρων της
Δυτικής Εκκλησίας ο Αμβρόσιος, ο Ιερώνυμος, ο Αυγουστίνος και
Γρηγόριος ο Μέγας.

Ο εξορκισμός ούτος (η εκβολή των επτά δαιμονίων) θα ήτο εντελώς
σύμμορφος με την συνήθη εβραϊκήν φρασεολογίαν, εάν η έκφρασις είχεν
εφαρμοσθή εις αυτήν, συνεπεία εμπαθούς φύσεως και εκλύτου βίου. Οι
ταλμουδισταί πολλά φλυαρούσι περί αυτής, περί του πλούτου της, περί
της καλλονής της, περί του αίσχους της, περί του συζύγου της και των
εραστών της. Πλην ό,τι αληθώς γνωρίζομεν περί της Μαγδαληνής εκ της
Γραφής, είνε ο ενθουσιασμός εκείνος της αφοσιώσεως και της
ευγνωμοσύνης, όστις την έκαμε ν' αφιερωθή ψυχή και καρδία εις την
υπηρεσίαν του Σωτήρος της. Εις το κεφάλαιον του Λουκά το ακόλουθον
μετά την σκηνήν εκείνην του μύρου και των δακρύων, μνημονεύεται το
πρώτον μεταξύ των γυναικών αίτινες ηκολούθησαν τον Κύριον και δυνατόν
εν τη διηγήσει του συμβεβηκότος του εν τη οικία του Σίμωνος το όνομά
της επίτηδες να παρελείφθη.

Δυνατόν εν τούτοις η γυνή η αμαρτωλός να ήτο άλλη παρά την Μαρίαν την
εκ Μαγδάλων, και ν' απήλθεν όπως εύρη την ειρήνην, την οποίαν ο
Χριστός υπεσχέθη εις την τεταραγμένην αυτής συνείδησιν, εν βίω
εγκλείσεως, μελετώσα εν σιωπή περί της ελεήμονος συγχωρήσεως του
Κυρίου. Αλλ' όμως εις την συνείδησιν των πολλών θα ταυτίζεται μέχρι
τέλους των χρόνων με την Μαγδαληνήν Μαρίαν, της οποίας αυτό το όνομα
μετέβη εις όλας τας πεπολιτισμένας γλώσσας ως συνώνυμον της δεκτής
μετανοίας και της συγχωρηθείσης αμαρτίας. Ο περιηγητής όστις,
οδοιπορών εν μέσω των αβρών αρωμάτων πολλών ανθοφόρων φυτών παρά τας
όχθας της Γεννησαρέτ, φθάνει εις τον κατηρειπιωμένον πύργον και τον
ερημικόν φοίνικα τα οποία σημειούσι το αραβικόν χωρίον Ελ Μετζέλ
ακουσίως θ' αναπολήση την παλαιάν ταύτην παράδοσιν περί εκείνης, της
οποίας η εφάμαρτος καλλονή και η βαθεία μετάνοια κατέστησαν τόσον
περίφημον το όνομα των Μαγδάλων· καίτοι δε αι ολίγαι άθλιαι αγροτικαί
καλύβαι είναι ρυπαραί και ετοιμόρροπαι, και οι κάτοικοι ζώσιν εν
αμαθεία και πολλή ευτελεία, μετ' ενδιαφέροντος και συγκινήσεως θ'
αποβλέψη εις τοπίον όπερ ανακαλεί εις την μνήμην του μίαν των
περιφανεστέρων αποδείξεων ότι ουδείς, ούτε ο μάλιστα έκπτωτος και
μάλιστα περιφρονούμενος, θεωρήται ως απόβλητος υπ' Εκείνου ούτινος
έργον ήτο να ζητήση και σώση το απολωλός. Ίσως εις τον μυρωμένον αέρα
της Γεννησαρέτ, εις την λαμπρότητα του στερεώματος υπεράνω της
κεφαλής του, εις την μελωδίαν του κελαδήματος των πτηνών ήτις πληροί
τον αέρα, εις τον εαρινόν πλούτον του πορφυρού ανθού όστις επιστέφει
τας πηλίνους εκείνας καλύβας, θα ίδη τύπον της θείας ευσπλαγχνίας και
αγάπης, ήτις είνε αϊδίως πλουσία, ώστε να περιβάλλη με την χάριν του
ουρανίου κάλλους τα ερείπεια της πάλλαι ολόφρονος και βεβηλομένης
ζωής.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'.
Πώς έζη εν Γαλιλαία



Ο Ιησούς και οι οπαδοί του. — Η πρόσοψίς Του. — Βίος πτωχείας,
εργασίας, λύπης και αγίας χαράς.

«Το πάθος του Χριστού (λέγει ο Άγ. Αθανάσιος ο Μέγας) ημών απάθεια
εστι· και το δάκρυον Αυτού χαρά ημετέρα».

Εις την περίοδον ταύτην του πρωίμου κηρύγματος ανήκουσιν αι αποστολαί
και αι πορείαι εκείναι, αι περιφοραί ανά τας πόλεις και τας κώμας της
Γαλιλαίας, όπου εδίδασκε, κ' εκήρυττε και ηλέει, ως μνημονεύεται
συχνά εις τα τρία πρώτα Ευαγγέλια. Ήτο δε το λαμπρότατον επεισόδιον
της ζωής Του. Ας σταθώμεν νοερώς παράπλευρα και ας ίδωμεν Αυτόν να
διέρχηται, και, εν πάση ταπεινότητι και ευλαβεία, ας αναπαραστήσωμεν
προς ημάς αυτούς όσον οίον τε ζωηρότερον ποίος τις άνθρωπος ήτο.

Ας υποθέσωμεν άρα ότι αναμιγνυόμεθα με τα πλήθη εκείνα, τα οποία κατά
τους χρόνους τούτους παρεφύλαττον και έτρεχον κατόπιν Του, και ας
προσβλέψωμεν εις Αυτόν καθώς προσέβλεπον εκείνοι, όταν έζη ως
άνθρωπος επί της γης.

Ευρισκόμεθα εις την μικράν εκείνην πεδιάδα την απλουμένην μεταξύ των
ορέων Ζαβουλών και Νεφθαλί, μεταξύ των χωρίων Κεφρ Κενά και Κανά Ελ
Ζουλίλ. Μεγάλη έκτασις ληίων και ασταχύων μας περιβάλλει πέριξ, και
τα αναρίθμητα λαμπρά άνθη ανθούσι πολύ πλουσιώτερα ή εις τα ημέτερα
κλίματα. Η οδός εφ' ης ιστάμεθα φέρει προς την ακτήν, ένθεν δε ένθεν
προς την λίμνην της Γαλιλαίας. Η χώρα είνε ερατεινή με όλην την
ερασμιότητα εαρινής ημέρας εν Παλαιστίνη· αλλ' αι καρδίαι του
απλήστου, εξημμένου πλήθους εν μέσω του οποίου ιστάμεθα, υφ' ενός
απορροφητικού λογισμού κατεχόμεναι δεν επαισθάνονται την καλλονήν
της· τινές τούτων είνε τυφλοί και άρρωστοι και κωφοί, και δεν
γνωρίζουν αν σήμερον είς δάκτυλος ελέους, έν ρήμα ιάσεως, έστω και η
αφή του κρασπέδου του μεγάλου τούτου αγνώστου Προφήτου καθώς
διέρχεται, δυνατόν να αλλοιώσουν και να φαιδρύνουν όλην την ύπαρξίν
των την μέλλουσαν. Και απωτέρω οπίσω, εις μικράν απόστασιν από του
πλήθους, ιστάμενοι μεταξύ των σπαρτών, και δίδοντες είδησιν εις όλους
τους παροδίτας διά της κραυγής, Ταμέ, Ταμέ! «Ακάθαρτος! ακάθαρτος»!
ευρίσκονται φοβεραί τινες και ηκρωτηριασμέναι μορφαί, τους οποίους
μετά φρίκης αναγνωρίζομεν ως λεπρούς.

Τα σχόλια του πλήθους δεικνύουν ότι πολλαί διάφοροι αφορμαί τους
έφεραν επί το αυτό. Τινές είν' εκεί εξ ενδιαφέροντος, ένιοι εκ
περιεργείας, άλλοι εκ της χυδαίας κολλητικότητος του ενθουσιασμού,
τον οποίον οι ίδιοι, δεν δύνανται να εξηγήσωσι. Θαυμάσιαι διηγήσεις
περί Αυτού, περί του ελέους Του, περί της δυνάμεώς Του, περί των
χαριτοβρύτων λόγων Του περί των σθεναρών πράξεών Του μεταβαίνουσιν
από στόμα εις στόμα, μεμιγμέναι αναμφιβόλως με υποψίας και με
συκοφαντίας. Είς ή δύο Γραμματείς και Φαρισαίοι παρόντες, ιστάμενοι
ολίγον παράμερα από το πλήθος, υποψιθυρίζουσι προς αλλήλους την
αμηχανίαν, την αγανάκτησιν, την ανησυχίαν των.

Αίφνης επί του ανωφερούς εδάφους, εις ουχί μεγάλην απόστασιν,
φαίνεται νέφος κονιορτού, το οποίον προσημαίνει συνοδίαν
προσεγγίζουσαν· και έν νεαρόν μειράκιον εκ Μαγδάλων ή Βηθσαϊδά,
αδιαφορούν προς τους υπεροπτικούς ελέγχους των Φαρισαίων, δεικνύει
προς τα εκεί και τρέχει εν εξάψει κραυγάζον: «Μάλκα Μεσσιχά! Μάλκα
Μεσσιχά»! (ο Βασιλεύς ο Μεσσίας!), το οποίον και από στόμα παιδός
ακόμη πρέπει να ετάχυνε τους παλμούς των καρδιών απλοϊκού όχλου εν
Γαλιλαία.

Και τώρα η συνοδία πλησιάζει. Είνε μικτή συρροή νέων και γερόντων, εκ
χωρικών το πλείστον συνισταμένη, αλλά και μετ' άλλων εξ ανωτέρας
τάξεως εγκατεσπαρμένων εις τα νώτα της τα αραιά. Εδώ είς σύνοφρυς
Φαρισαίος, εκεί ανέτως ενδεδυμένος Ηρωδιανός, ψιθυρίζων πρός τινα
Έλληνα έμπορον ή Ρωμαίον στρατιώτην τα ειρωνικά σχόλιά του περί του
ενθουσιασμού του πλήθους. Πλην ούτοι είνε οι ολίγοι, και σχεδόν παν
όμμα του μεγάλου εκείνου πλήθους διαρκώς στρέφεται προς Ένα ιστάμενον
εις το κέντρον του χωριστού ομίλου, τον οποίον το πλήθος περικυκλοί.

Κατέμπροσθεν της ομάδος ταύτης βαίνουσί τινες των νεωστί εκλεχθέντων
Αποστόλων, άλλοι δε όπισθεν, μεταξύ των οποίων υπάρχει τις του οποίου
το βλέμμα δεν φαίνεται, όσον των άλλων, ήσυχον και καθαρόν. Ένιοι εξ
εκείνων οίτινες ίστανται θεώμενοι ψιθυρίζουσιν, ότι ούτος είνε
κάποιος Ιούδας Ισκαριώτης, σχεδόν ο μόνος οπαδός του Ιησού όστις δεν
είνε Γαλιλαίος. Ολίγον απωτέρω, όπισθεν των λοιπών Αποστόλων,
υπάρχουσι τέσσαρες ή πέντε γυναίκες, άλλαι πεζαί, άλλαι επί ημιόνων,
μεταξύ των οποίων, καίτοι καλυπτραφορουσών εν μέρει, τινές
αναγνωρίζουσι την ποτέ πλουσίαν και εκλελυμένην, νυν δε μετανοούσαν
Μαρίαν την Μαγδαληνήν και την Σαλώμην, την γυναίκα του αλιέως
Ζεβεδαίου· και άλλην ανωτέρας θέσεως και πλούτου, την Ιωάνναν, την
γυναίκα, πιθανώς την χήραν, του Χονζά, του επιτρόπου Ηρώδου του
Αντίπα.

Αλλ' Εκείνος τον οποίον όλα τα όμματα αναζητούσιν είνε εις αυτό το
κέντρον της συναθροίσεως· καίτοι δε εις τα δεξιά Του είνε ο Πέτρος ο
από Βηθσαϊδά, και εις τα αριστερά Του η νεωτέρα μορφή του Ιωάννου,
όλα όμως τα βλέμματα Αυτός μόνος τα απορροφά.

Δεν είνε ημφιεσμένος μαλακά ιμάτια εν βύσσω και πορφύρα, όπως οι
αυλικοί του Ηρώδου, ή οι μαλθακοί φίλοι του Πιλάτου του Πραίτωρος.
Δεν φέρει το λευκόν εφώδ του Λευίτου ούτε τα μακρά ιμάτια του
Γραμματέως. Περί το μέτωπον και τον βραχίονά Του δεν κρέμανται τα
φυλακτήρια, τα οποία τόσον επλάτυνον οι Φαρισαίοι· καίτοι δε υπάρχει
εις πάσαν γωνίαν του ενδύματός Του η παρυφή και η κυανή ταινία την
οποίαν επιβάλλει ο Νόμος, αύτη δεν φορείται κατά το επιδεικτικόν
μέγεθος το επιτηδευόμενον υπ' εκείνων οίτινες συνείθιζον να
«μεγαλύνωσι τα κράσπιδα των ιματίων αυτών». Φέρει το σύνηθες ένδυμα
του καιρού Του και της πατρίδος Του. Δεν είνε απολύτως ασκεπής την
κεφαλήν, όπως τον παριστώσιν οι ζωγράφοι, διότι το να οδοιπορή
ασκεπής με τον καύσωνα της Παλαιστίνης θα ήτο αδύνατον, αλλ' απλούν
λευκόν μανδήλιον φέρει περί την κόμην. Πλατύ κυανούν ιμάτιον τον
καλύπτει, κάτωθεν δε τούτου φαίνεται ο μάλλινος άρραφος υφαντός χιτών
Του, όστις περιδένεται διά ζώνης περί την οσφύν, και τον περιβάλλει
όλον από του λαμού μέχρι των πεδίλων. Αλλά τα απλά ενδύματα δεν
κρύπτουσι τον Βασιλέα· καίτοι δε εις την στάσιν Του δεν υπάρχει
τίποτε εκ της αυτοσυνειδήτου αλαζονείας του Ραββί, όμως εις την
φυσικήν ευγένειαν και την απέριττον χάριν Του, υπάρχει τι το οποίον
εν αρκεί ακαρεί ν' αναχαιτίση πάσαν δριμείαν γλώσσαν και να καταπλήξη
πάντα πονηρόν λογισμόν.

Και η όψις του; Είνε άνθρωπος μεσαίου αναστήματος, τριακοντούτης
περίπου, επί του προσώπου του οποίου η καθαρότης και το θέλγητρον της
νεότητος είνε συγκεκραμένα με την εμβρίθειαν και το αξιοπρεπές της
ανδρικής ηλικίας. Η κόμη Του, την οποίαν η παράδοσις παρέβαλε με το
χρώμα του οίνου, χωρίζεται εις το μέσον του μετώπου, και κυματίζει
περί τον τράχηλον. Οι χαρακτήρες του είνε ωχρότεροι και ελληνικωτέρου
τύπου ή όσον τα ηλιοκαή και ελαιόχρωα πρόσωπα των αξέστων αλιέων
οίτινες είναι οι Απόστολοί Του· αλλά καίτοι οι χαρακτήρες ούτοι
προφανώς εμαράνθησαν υπό της λύπης — καίτοι είνε πρόδηλον ότι οι
οφθαλμοί εκείνοι, των οποίων το απερίγραπτον βλέμμα φαίνεται ν'
αναγινώσκη τα απόκρυφα των καρδιών, συχνά εβράχησαν από δάκρυα — όμως
ουδείς άνθρωπος του οποίου η ψυχή να μη διεβρώθη υπό της αμαρτίας
και ιδιοτελείας δύναται να προσβλέψη άτρομος εις την θείαν έκφρασιν
του γαληνίου εκείνου προσώπου. Ναι, Αυτός είνε περί ου ο Μωυσής και
οι προφήται ελάλησαν, Ιησούς ο Ναζωραίος, ο Υιός της Μαρίας και Υιός
του Δαυίδ, ο Υιός του Ανθρώπου και Υιός του Θεού. Οι οφθαλμοί μας
είδον τον Βασιλέα εις το κάλλος Του. «Και εθεασάμεθα την δόξαν Αυτού,
δόξαν ως Μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας». Και
αφού τον είδομεν, δυνάμεθα ευκόλως να εννοήσωμεν πώς, καθώς Αυτός
ωμίλει, μία τις γυνή εκ του όχλου, επάρασα φωνήν είπε: «Μακαρία η
κοιλία η βαστάσασα Σε, και μαστοί ους εθήλασας!» «Μενούν γε,
απήντησεν Εκείνος, με λέξεις πλήρεις βαθέος και γλυκέος μυστηρίου,
μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν».

Ολίγα γεγονότα και χαρακτήρες της ζωής Του δύνανται εδώ καταλλήλως να
παρεντεθώσι.

Πρώτον, η ζωή Του ήτο ζωή πτωχείας. Τινές των αρχαίων περί Μεσσίου
προφητειών, τας οποίας οι Ιουδαίοι εν γένει παρενόουν, είχον ήδη
προϋποδείξει την εκουσίαν υποταγήν Του εις ταπεινόν κλήρον. «Πλούσιος
υπάρχων, δι' ημάς καθ' ημάς επτώχευσεν». Εγεννήθη εν τω σπηλαίω, τω
σταύλω των αλόγων, ελικνίσθη εν τη φάτνη. Η μήτηρ Του προσέφερε προς
καθαρισμόν της τας περιστεράς, την προσφοράν των πτωχών. Η φυγή εις
Αίγυπτον αναμφιβόλως είχε πολλάς ταλαιπωρίας, και όταν υπέστρεψεν
έμελλε να ζήση ως τέκτων και υιός τέκτονος εις το περιφρονούμενον
μικρόν χωρίον. Ως πτωχός περιπλανώμενος διδάσκαλος, ακτήμων,
περιήρχετο την χώραν. Με τας λέξεις, «Μακάριοι οι πτωχοί τω
πνεύματι», ήρχισε την επί του Όρους διδαχήν Του· και έκαμεν ως πρώτον
σημείον της αρχομένης Διαθήκης ότι εις τους πτωχούς το Ευαγγέλιον
εκηρύττετο. Το δε συμπλήρωμα της πτωχείας Του υπήρξεν ότι μετά τρία
έτη του δημοσίου κηρύγματός Του επωλήθη αντί τριάκοντα αργυρίων υφ'
ενός των ιδίων μαθητών Του, τα οποία ήσαν το τίμημα του ευτελεστάτου
δούλου. «Ως δούλον φυγάδα απεμπολεί».

Και η απλότης του βίου Του ανταπεκρίνετο εις την εξωτερικήν πτωχείαν
της. Ουδέποτε δι' όλης της ζωής του έσχε στέγην, την οποίαν να
δύναται να ονομάση ιδικήν Του. Η ταπεινή οικία της Ναζαρέτ ήτο κοινή
εις πολλούς «αδελφούς» και οικείους. Και η οικία η εν Καπερναούμ, την
οποίαν τόσον συχνά επεσκέπτετο δεν ήτο κτήμα Του· εδανείσθη Αύτω υφ'
ενός των μαθητών Του. Ουδέποτε ανήκεν εις Αυτόν ενός ποδός πλάτος επί
της γης την οποίαν ήλθε να σώση. Δεν εμάθομεν αν τις εκ των επαιτών
οίτινες είνε τόσον πολυάριθμοι εις πάσαν ανατολικήν χώραν, και τόσον
οχληροί Του εζήτησέ ποτε ελεημοσύνην. Εάν τούτο εγίνετο, θα ηδύνατο
ν' απαντήση μετά του Πέτρου, «Αργύριον και χρυσίον ουκ έχω, ό έχω,
τούτο σοι δίδωμι». Η τροφή του ήτο λιτή. Ήτο πρόθυμος εντοσούτω όταν
εκαλείτο, να μετέχη της αθώας χαράς του Σίμωνος, του Λευί, της Μάρθας
ή το νυμφίου του εν Κανά γάμου. Αλλ' η συνήθης τροφή Του ήτο τόσον
απλή όσον η του ταπεινωτάτου των αγροτών· κρίθινος άρτος, οψάρια
αλιευόμενα εν τη λίμνη και οπτιόμενα επί της άμμου, και ενίοτε
τεμάχιον «μελισσίου κηρίου» ή μελόπηττας, ίσως εκ του αγρίου μέλιτος,
οποίον ευρίσκετο τότε άφθονον εν Παλαιστίνη. Και όμως οι εχθροί Του
έλεγον, «Ίδε, άνθρωπος φάγος και οινοπότης!» Εντοσούτω ο Ιησούς,
καίτοι πτωχός, δεν ήτο επαίτης. Ουδέποτε υπεστήριξε τον επαιτικόν
βίον, ουδ' είπε λέξιν ήτις να δύναται να διαστραφή εις σύστασιν υπέρ
της επαιτείας, την οποίαν ως τελειοποίησιν της ευσεβείας ανεκήρυξαν
θρησκευτικοί τινες μεταρρυθμισταί. Ουδέποτε εδέχθη ελεημοσύνην. Αυτός
και η μικρά συνοδία Του έζων από τας νομίμους κτήσεις των, ή από το
πρωιόν της εργασίας των, είχον δε και γλωσσόκομον ιδικόν των, προς τε
ιδίαν χρήσιν και διά τα ελέη τα εις άλλους. Εκ τούτου εφρόντιζον διά
τα απλούστερα τα αναγκαιούντα εις το Πασχάλιον γεύμα, και διένεμον
ό,τι ηδύναντο εις τους πτωχούς. Πλην ο Χριστός δεν φαίνεται ο ίδιος
να έδωκε χρήματα εις τους πτωχούς, επειδή τους έδιδε πλουσιώτερα δώρα
υπέρ το χρυσίον και το αργύριον. Όταν δε «οι τα δίδραχμα συλλέγοντες»
διά την υπηρεσίαν του ναού ήλθον προς τον Πέτρον, ούτε αυτός ούτε ο
Διδάσκαλος του είχον πρόχειρον το μικρόν ποσόν· ο Υιός του Ανθρώπου
δεν είχεν επιγείους κτήσεις ειμή τα ενδύματα τα οποία εφόρει.

Ήτο δε, ως είδομεν, και ζωή εργασίας και καμάτου· καμάτου κατ' αρχάς
διά να βοηθήση διά της εργασίας των χειρών τους οικείους Του, και
καμάτου ύστερον διά να σώση τον κόσμον. Είδομεν ότι «περιήρχετο
αγαθοποιών», και ότι τούτο αποτελεί την υψίστην πρωτοτυπίαν της
ανθρωπίνης ζωής Του. Εις πάσαν στιγμήν ήτο έτοιμος εις πάσαν
πρόσκλησιν, είτε από αιτούντα όστις επόθει να διδαχθή, είτε από
πάσχοντα όστις είχε πίστιν ίνα ιαθή. Διδάσκων, κηρύττων, οδοιπορών,
ποιών έργα ελέους, υπομένων μακροθύμως την φορτικην ανυπομονησίαν των
σκληροτραχήλων και αμαθών, υποφέρων αγογγύστως την ιδιοτελή
καταπίεσιν του πλήθους, εχάριζεν όλην την ενεργητικότητά του εις την
εργασίαν ταύτην. Οι Ευαγγελισταί διηγούνται ουχί άπαξ, ότι τοσούτοι
ήρχοντο και απήρχοντο, ώστε δεν έμενε καιρός «ουδέ δειπνήσαι». Δι'
Εαυτόν εφαίνετο μη ζητών άλλην αναψυχήν ειμή τας ησύχους ώρας της
νυκτός, οπότε συχνά απεχώρει ίνα προσευχηθή εις τον ουράνιον Πατέρα
Του εν μέσω της μοναξίας του όρους την οποίαν τόσον ηγάπα.

Ήτο δε η ζωή Του και ζωή υγιείας. Εν μέσω των πολλών θλίψεων και
δοκιμασιών της η αρρωστία έλειπεν. Ακούομεν ότι εθεράπευσε πλήθη
ασθενών· αλλ' ουδέποτε ηκούσαμεν ότι ο ίδιος ησθένησεν. Είνε αληθές
ότι ο Ησαΐας προφητεύει: «Αυτός ήνεγκε τας θλίψεις ημών και εβάστασε
τας οδύνας ημών· και ελογισάμεθα Αυτόν εν πληγή από Θεού και εν
θλίψει. Αυτός δε ετραυματίσθη διά τας αμαρτίας ημών και μεμωλώπισται
διά τας ανομίας ημών· παιδεία ειρήνης ημών επ' Αυτόν, και τω μώλωπι
Αυτού ημείς ιάθημεν». Αλλ' η αρίστη ερμηνεία της περικοπής ταύτης
εδόθη ήδη εκ του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, ότι συνέπασχε μετ' εκείνων
ους έβλεπε πάσχοντας. Συνεκινείτο από την αίσθησιν των αδυναμιών μας·
η θεία συμπάθειά Του έκαμνε τα παθήματα ταύτα ως ιδικά Του. Βέβαιον
είνε ότι η ιστορία της ζωής και του θανάτου Του δεικνύει εκτάκτους
δυνάμεις σημαντικής αντοχής. Ουδείς όστις να μη ήτο πεπροικισμένος με
εντελή ευρωστίαν θα ηδύνατο να επαρκέση εις τας βαρείας απαιτήσεις
τοιούτου πολυμόχθου βίου, οίον περιγράφουσι τα Ευαγγέλια, υπέρ παν
άλλο φαίνεται να είχε το δώρημα εκείνο του ευκόλου ύπνου, όστις είνε
το φυσικόν αντίδοτον του καμάτου, και το άριστον δραστικόν προς
καταπράυνσιν του κεκμηκότος πνεύματος. Και επί του μικρού
καταστρώματος του αλιευτικού πλοιαρίου, καθώς ελικνίζετο τούτο υπό
των κυμάτων της τρικυμιώδους θαλάσσης, εδυνήθη να κοιμηθή. Και συχνά
εις τας νύκτας εκείνας τας υπό τον έναστρον ουρανόν εις την ερημίαν,
δεν θα είχεν άλλην στρωμνήν παρά την χλόην, ουκ' άλλο σκέπασμα παρά
το ίδιον ιμάτιον. Και θα ίδωμεν εις την τελευταίαν θλιβεράν σκηνήν
πως η αυτή ευρωστία και ζωτικότης, μεθ' όσα υπέφερε, Τον έκαμαν να
βαστάση, ύστερον από νύκτα αϋπνίας, επί δεκαπέντε ώρας δίκης και
βασάνου, και την μακράν αγωνίαν του πικρού θανάτου.

Και πάλιν, πρέπει η ζωή Του να ήτο ζωή οδύνης, διότι ορθώς απεκλήθη ο
Άνθρωπος των Οδυνών. Αλλ' όμως νομίζομεν, ότι δυνατόν να υπάρξη πλάνη
εδώ. Οι όροι λ ύ π η  και χ α ρ ά, είνε λίαν σχετικοί, και
ειμπορούμεν να είμεθα βέβαιοι ότι εάν υπήρχεν υπερβάλλουσα λύπη, η
λύπη της συμπαθείας προς τους πάσχοντας (εκ των Ευαγγελιστών ο
Ματθαίος, ο Μάρκος και ο Λουκάς μαρτυρούσιν ότι ε σ π λ α χ ν ί ζ ε τ
ο, πάλιν ο Μάρκος ότι σ υ ν ε λ υ π ε ί τ ο, πάλιν ο Λουκάς ότι έ κ λ
α υ σ ε, και ο Ιωάννης ότι ε σ τ έ ν α ξ ε ν, ε ν ε β ρ ι μ ή σ α τ ο
τ ω  π ν ε ύ μ α τ ι, εδάκρυσε), η λύπη της απορρίψεως υπ' εκείνων
ους ηγάπα, η λύπη του ότι εμισείτο υπ' εκείνων ους ήλθε να σώση, αι
λύπαι του Αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου, αι λύπαι της τελευταίας
αγωνίας Του επί του σταυρού, όταν εφάνη ως εάν και ο ουράνιος Πατήρ
Του Τον εγκατέλιπε — βεβαίως όμως υπήρχε και χαρά άφθονος. Διότι η
χειρίστη όλων των θλίψεων, ήτις είνε η συνείδησις της αποξενώσεως από
του Θεού, η αίσθησις του αίσχους και της ενοχής και της εσωτερικής
ευτελείας, η φρενίτις της αυτοαπεχθείας, δι' ης ως διά πυρίνης
μάστιγος η εγκαταλελειμμένη ψυχή εξωθήται εις ανήκεστον απόγνωσιν,
αυτή έλειπεν ολοσχερώς· και αφ' ετέρου, η χαρά της ασπίλου
συνειδήσεως, η ευφροσύνη μιας ψυχής απείρως απεχούσης από πάσης σκιάς
ποταπότητος και πάσης ενοχής, η χαρμονή μιας υπάρξεως εντελώς
αφιερωμένης εις την υπηρεσίαν του Θεού και την αγάπην του ανθρώπου,
τούτο πάντοτε παρίστατο Αυτώ πληρέστατα. Βεβαίως τούτο δεν είνε ό,τι
ο κόσμος χαράν ονομάζει· δεν ήτο η ευθυμία της κουφότητος, δεν ήτο ο
γέλως της μωρίας· εκ του είδους τούτου της χαράς ελάχιστα έχει ο βίος
δι' άνθρωπον τι πράγματι σημαίνει ο βίος. Αλλά καθώς λέγει ο Λατίνος
πατήρ η αληθής χαρά έγκειται εις τα σοβαρά πράγματα, και εκ της
βαθείας πηγής της ζωής ήτις κείται εις την καρδίαν των πραγμάτων, και
ο Άνθρωπος των Οδυνών ηδυνήθη μεγάλας σταγόνας να πίη. Καίτοι δε οι
Ευαγγελισταί δεν μας λέγουν ότι εγέλασεν, ενώ μας λέγουν ότι
εστέναξε, και έκλαυσε, και εδάκρυσεν, αφ' ετέρου μας διηγούνται ότι,
«Εν εκείνη τη ώρα ο Ιησούς ηγαλλιάσατο τω πνεύματι». Μη τούτο άπαξ
μόνον συνέβη;



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ'.
Μεγάλα θαύματα του Ιησού



Αι παραβολαί. — Η παραβολή του σπορέως. — Η ανατολική όχθη. — Η
τρικυμία. — «Ποδαπός εστιν ούτος»; — Η χώρα των Γεργεσηνών. — Ο
γυμνός δαιμονιζόμενος από τους τάφους. — «Λεγεών όνομά μοι». — Ο
πνιγμός των χοίρων.

Ευθύς μετά την προειρημένην αποστολικήν πορείαν, ο Λουκάς προσθέτει
ότι, όταν ο Ιησούς είδεν ότι μέγα πλήθος Τον περιεστοίχιζεν εκ πάσης
πόλεως, ωμίλησεν εν παραβολή. Εκ των δύο άλλων Ευαγγελιστών
μανθάνομεν ότι αύτη ήτο η πρώτη φορά καθ' ην ωμίλησεν εν παραβολαίς,
και ότι ελάλει προς το πλήθος το πληρούν την όχθην ενώ ο Κύριος ημών
εκάθητο επί του προσφιλούς Αυτώ άμβονος του πλοίου, το οποίον
ετηρείτο δι' Αυτόν εν τη λίμνη.

Η παραβολική μορφή της διδασκαλίας δεν ήτο καινοφανής. Οι Ιουδαίοι
ήσαν συνειθισμένοι εις τας παραβολάς, πολλαί δε υπάρχουσι και εν τη
Παλαιά Διαθήκη. Αλλά το πνεύμα των παραβολών του Χριστού ήτο εις
ύπατον βαθμόν μοναδικόν και απαράμιλλον. Τίποτε το οποίον να πλησιάζη
εις το βάθος και την δύναμίν των, εις το σύντομον και εις το εξόχως
σοφόν και υψηλόν δεν υπάρχει ούτε εις την Παλαιάν Διαθήκην ούτε εις
όλην την φιλολογίαν της ανθρωπότητος.

Ο Χριστός αντί παντός προοιμίου έλεγεν «Ακούσατε». Ήθελε διά τούτου
να επιστήση την προσοχήν, όχι απλήν την περιέργειαν ή και το
ενδιαφέρον να κινήση, αλλ' ηξίου προ πάντων την προσοχήν, και
υπεδείκνυε την ευθύνην, των μη θελόντων ν' ακούσωσι και να
ωφεληθώσιν.

Και διά να δείξη εις αυτούς, ότι ο μόνος αληθής καρπός της αγαθής
διδασκαλίας είνε η αγιότης του βίου, και πολλά υπήρχον τα δυνάμενα να
παρεμποδίσωσι την επίτευξίν της, διηγήθη την πρώτην παραβολήν Του,
την παραβολήν του Σπείροντος. Τα χρώματα ταύτης ελήφθησαν ως συνήθως
από τα αμέσως προ των οφθαλμών Του αντικείμενα· τους εσπαρμένους
αγρούς της Γεννησαρέτ, τους αυξομένους αστάχυς, τον πεπατημένον
δρομίσκον όστις διήρχετο δι' αυτών· τα αναρίθμητα πετεινά του ουρανού
τα οποία περιίπτανται επ' αυτών, κτλ. Δι' ημάς τους παιδιόθεν
αναγνόντας την παραβολήν παραλλήλως με αυτήν του Χριστού την
ερμηνείαν, η έννοια είνε σαφεστάτη και εναργεστάτη. Αλλά δεν ήτο
τόσον εύκολος δι' εκείνους οίτινες την ήκουσαν. Αυτοί οι μαθηταί
επεφυλάχθησαν να ερωτήσωσι τον Ιησούν κατ' ιδίαν περί της εννοίας
της. Άλλας παραβολάς είπε, την ημέραν εκείνην ή ύστερον, την περί του
κόκκου του σινάπεως, την περί της ζύμης, περί του κρυπτού θησαυρού,
του μαργαρίτου, της σαγήνης κτλ.

Μέθοδος διδασκαλίας τόσον σπανία, τόσον ελκυστική και πλήρης
ενδιαφέροντος, μέθοδος ήτις, εις το απρόσιτον κάλλος και την
τελειότητά της, είνε μοναδική εις τα χρονικά του ανθρωπίνου λόγου,
αναμφιβόλως θα έτεινε ν' αυξήση πέρα παντός μέτρου τα πλήθη, τα οποία
συνέρρεον διά ν' ακούσωσι. Και καθ' όλην την δείλην εξηκολούθει να
διδάσκη αυτούς, μόλις κατορθώσας να τους απολύση την εσπέραν. Τότε
κόπωσις και ανάγκη μοναξίας και ύπνου φαίνεται ότι κατέλαβε τον
Κύριον, ήτις ίσως επεταχύνθη εκ της προσπαθείας της μητρός Του και
των οικείων Του να έλθωσι προς Αυτόν, μη δυνηθέντες να πλησιάσωσιν εκ
του συνωθισμού του πλήθους. Ο Κύριος επί μάλλον ησθάνθη τότε την
ανάγκην της μονώσεως. Αφού απέπεμψε το πλήθος, οι μαθηταί τον
επεβίβασαν «ως είχεν» εις το πλοίον. Επόθησε την ήρεμον μοναξίαν της
ανατολικής όχθης. Και η δυτική όχθη είνε ερημική την σήμερον, αλλ' η
ανατολική όχθη είνε η μοναξία αυτή. Ούτε δένδρον ούτε χωρίον ούτε
ψυχή ανθρωπίνη ούτε κατοικία απλή φαίνεται, ειμή μόνον η σειρά των
λόφων των χθαμαλουμένων βαθμηδόν προς την όχθην. Εις τους χρόνους του
Κυρίου, η αντίθεσίς της αραιώς κατοικουμένης ταύτης πλευράς προς τας
πολυανθρώπους πόλεις τας κειμένας επί της πεδιάδος Γεννησαρέτ θα ήτο
πολύ μεγάλη· καίτοι δε ο διεσπαρμένος πληθυσμός της Περαίας συνίστατο
εν μέρει εξ εθνικών, Τον ευρίσκομεν ουχί σπανίως διαπλέοντα την
λίμνην διά ν' απομακρυνθή από του πλήθους.

Αλλά πριν αναχθή το πλοίον, άλλη αξιοσημείωτος διακοπή επήλθε. Τρεις
των ακροατών Του αλλεπάλληλοι, εκπλαγέντες ίσως υπό της δυνάμεως της
νέας μεθόδου της διδασκαλίας Αυτού, έκθαμβοι δε εκ της άκρας
δημοτικότητός Του, επεθύμησαν, ή εφαντάσθησαν ότι επεθύμησαν, να
προσκολληθώσιν εις Αυτόν ως διαρκείς μαθηταί Του. Ο πρώτος ήτο είς
των Γραμματέων, όστις, νομίσας αναμφιβόλως ότι ο επίσημος βαθμός του
θα τον καθίστα οπαδόν ευπρόσδεκτον, έκραξε: «Κύριε, ακολουθήσω Σοι
όπου αν υπάγης». Αλλ' Εκείνος όστις εκάλεσε τον μισούμενον τελώνην,
απεθάρρυνε τον ευυπόληπτον Γραμματέα, επειδή εγνώριζεν, ότι η
επιθυμία του δεν ήτο σταθερά. «Αι αλωπεκές, είπε, φωλεούς έχουσι, και
τα πτηνά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του Ανθρώπου ουκ έχει
πού την κεφαλήν κλίνη».

Ο δεύτερος ήτο ήδη εν μέρει μαθητής, αλλ' επεθύμει να γείνη εντελής
ακόλουθος, μόνον ότι είχεν ανάγκην να θάψη τον πατέρα του. «Ακολούθει
μοι, απήντησεν Εκείνος, και άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών
νεκρούς». Ο Θεοφύλακτος ερμηνεύει ότι το αίτημα του ανθρώπου ήτο να
μείνη κατ' οίκον μέχρι του θανάτου του πατρός του, και είτα ν'
ακολουθήση τον Χριστόν.

Άλλοι δε παρετήρησαν ότι, αν είχεν αποθάνη πράγματι ο πατήρ του, δεν
θα ηδύνατο, ως ακάθαρτος, κατά τας λευιτικάς διατάξεις να πλησιάση
εις το πλήθος. Όπως και αν έχη η έννοια της απαντήσεως του Χριστού
είνε ανάλογος με το «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ Εμέ ουκ έστι Μου
άξιος».

Και η απάντησις εις τον τρίτον δεν ήτο ανόμοιος. Ούτος εζήτει άδειαν
ν' αποχαιρετίση τους οικείους του κατ' οίκον. «Ουδείς επιβαλών την
χείρα αυτού επί το άροτρον (είπεν ο Χριστός) και εμβλέπων εις τα
οπίσω εύθετος εστιν εις την βασιλείαν των ουρανών». Με τους λόγους
τούτους του Χριστού πόσοι άγιοι της Εκκλησίας, πόσοι όσιοι Ερημίται,
να παρηγορήθησαν διότι εγκατέλιπον τους οικείους των και έκοψαν πάντα
γήινον δεσμόν!

Ούτω παρήλθον και αι νέαι αύται βραδύτητες, και το πλοιάριον
ανεπέτασσε τα ιστία διά τον πλουν. Αλλά και τώρα ο Ιησούς
παρηκολουθείτο υπό οπαδών, διότι ως διηγείται ο Μάρκος και άλλα πλοία
έπλεον μετ' Αυτού. Αλλά ταύτα κατά πάσαν πιθανότητα εσκορπίσθησαν, ή
επόδισαν πτοηθέντα από τα σημεία της συναγομένης τρικυμίας. Ο δε
Ιησούς ανέκλινε την κεφαλήν επί το προσκεφάλαιον, ήτοι το βόρσινον
κάθισμα του πηδαλιούχου, και εκοιμήθη τον βαθύν ύπνον του κεκμηκότος,
τον γαλήνιον ύπνον εκείνων, οίτινες είνε εν ειρήνη μετά του Θεού.

Και αυτός ο ύπνος ο τόσον αναγκαίος, ήτο προωρισμένος ταχέως και
βιαίως να διαταραχθή. Όλοι οι περιηγηταί εκ συμφώνου μαρτυρούσι πόσον
βίαιαι και αιφνίδιαι γίνονται εις την λίμνην εκείνην αι μαρτυρίαι.
Τοιαύτη λαίλαψ ανέμου μεγάλη κατέβη τότε εις την λίμνην, ως διηγώνται
οι ιεροί Ευαγγελισταί. Εν ακαρεί σφοδρότητος ανεμοστρόβιλος ενέσκηψε,
και τα κύματα ωρχούντο μανιωδώς. «Το πλοίον εκαλύπτετο υπό τον
κυμάτων. Αυτός δε εκάθευδε». Τα κύματα έπεσον επ' Αυτόν τον Ιησούν,
αλλ' Αυτός δεν εξύπνα. Έως τώρα οι μαθηταί δεν ετόλμησαν να τον
εξυπνήσουν. Αλλ' ήδη το πλοίον ήρχισε να βυθίζεται, «Κύριε, σώσον
ημάς, απολλύμεθα», έκραξαν τότε οι μαθηταί. Η φοβερά τρικυμία ήτις
κατετρόμαξε τους μαθητάς δεν ετάραξε τον Ιησούν. Χωρίς κανέν σημείον
συγχύσεως, ο Χριστός υπηγέρθη επί του αγκώνος, και πρώτον επράυνε την
τρικυμίαν της ψυχής των μαθητών.

«Ινατί δειλοί εστε, ολιγόψυχοι;» τους είπεν.

Είτα εγερθείς, και σταθείς με όλην την γαλήνην φυσικού μεγαλείου επί
της πρύμνης, ενώ ο ανεμοστρόβιλος έσεισεν επί μίαν στιγμήν μόνον τα
κυματίζοντα ενδύματά Του και την κόμην Του, ενέβλεψεν εις το σκότος,
και η Φωνή Του ηκούσθη εν μέσω του ρόχθου και του μυκηθμού των
τεταραγμένων στοιχείων, λέγουσα (το αμετάφραστον εκείνο εις πάσαν
άλλην γλώσσαν):

«&Σιώπα! πεφίμωσο!&»

Και εν ακαρεί ο άνεμος εκόπασε, και έγεινε γαλήνη. Και καθώς τα άστρα
ήρχισαν ν' αντανακλώνται ακόμη επί των γαληνιασάντων κυμάτων, όχι
μόνον οι μαθηταί, αλλά και οι ναύται εψιθύριζον προς αλλήλους: «Τις
εστιν ούτος;»

Ω, το μεγαλείον του «Γενηθήτω φως» είνε ακαταλήπτου Θεού καταληπτόν
μεγαλείον· αλλά το μεγαλείον του Θεού, γενομένου ανθρώπου,
επιτιμώντος την τρικυμίαν, μ' εκείνο το «Σιώπα πεφίμωσο!» είνε πολύ
καταπληκτικώτερον.

Τούτο είνε καταπληκτικόν θαύμα, έν εξ εκείνων δι ων δοκιμαζόμεθα, αν
τω όντι πιστεύωμεν εις το πιστευτόν του θαυμασίου ή όχι· έν των
θαυμάτων εκείνων των κραταιών, τα οποία δεν δύνανται, όπως πολλά
θαύματα ιάσεων, να εξηγηθώσι διά των υφισταμένων νόμων. Ο σκοπός μου
δεν είνε εις το βιβλίον τούτο να πείσω τους απίστους, ή να λογομαχήσω
με τους αμφιβάλλοντας. Ουδέν ήττον, ας μοι συγχωρηθή να είπω ολίγας
λέξεις. Ηρώτησάν τινες αν πρέπει να εξηγηθή το θαύμα τούτο κατά
γράμμα, ή αν πρέπει να ερμηνευθή καθώς ερμηνεύουσιν άλλοι τα θαύματα
ονομαστών Αγίων, ως του Αγ. Νικολάου, φέρ' ειπείν — ότι δηλ. η γαλήνη
και η αταραξία του Χριστού μετέδωκε την γαλήνην και αταραξίαν εις τα
πνεύματα των μαθητών Του, και ότι εν τω μεταξύ η τρικυμία εκόπασεν εκ
φυσικών αιτίων(!!). Αποκρίνομαι ότι, εάν τούτο ήτο το μόνον θαύμα εν
τω βίω του Χριστού· εάν τα Ευαγγέλια ήσαν ανακριβή και αμάρτυρα· εάν
υπήρχέ τι εκ των προτέρων απίστευτον εις το υπερφυσικόν· εάν δεν
υπήρχον προβλέψεις του Θεού κατά τους δεκαεννέα τούτους αιώνας προς
επιμαρτυρίαν του έργου και της θεότητος του Χριστού, τότε ίσως δεν θα
υπήρχε δυσχέρεια εις τοιαύτην ερμηνείαν. Αλλ' εάν πιστεύωμεν ότι ο
Θεός διέπει τα σύμπαντα· εάν πιστεύωμεν ότι ο Χριστός ηγέρθη· εάν
έχωμεν λόγους να διατηρώμεν, μεταξύ των βαθυτάτων πεποιθήσεων της
υπάρξεώς μας, την βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν μετεβίβασε την κυριαρχίαν
Του ή την πρόνοιάν Του εις την άνουν, άψυχον, ανηλεή υπουργίαν των
υλικών δυνάμεων· εάν βλέπωμεν εις πάσαν σελίδα των Ευαγγελιστών την
ήρεμον απλότητα φιλαλήθων και πιστών μαρτύρων· εάν βλέπωμεν εις παν
έτος της μετέπειτα ιστορίας και εις πάσαν εμπειρίαν του ατομικού βίου
επιβεβαίωσιν της μαρτυρίας την οποίαν εκείνοι έδωκαν, τότε οφείλομεν
μήτε να προσκολλώμεθα εις ορθολογιστικάς ερμηνείας, μήτε πολύ να
σκανδαλιζώμεθα αν άλλοι προαιρούνται αυτάς. Όστις πιστεύει, όστις
γνωρίζει το λυσιτελές της προσευχής, όστις ησθάνθη πως η φωνή του
Σωτήρος, από γενεάς εις γενεάν ακουσθείσα, επράυνε και πραΰνει πολύ
αγριωτέρας τρικυμίας από εκείνας αίτινες ετάραξάν ποτε τους κόλπους
της λίμνης της Γαλιλαίας· όστις βλέπει εν τω προσώπω του Λυτρωτού
γεγονός πολύ καταπληκτικώτερον και μεγαλειότερον ή όλας εκείνας τας
παρατηρηθήσας σχέσεις, τας οποίας οι άνθρωποι προικίζουσι με
φανταστικήν παντοδυναμίαν και προσκυνούσιν υπό το όνομα των Νόμων της
φύσεως — δι' αυτόν τουλάχιστον δεν θα είνε ούτε δυσκολία ούτε
δισταγμός ίνα υποθέση ότι ο Χριστός, επιβαίνων του βυθιζομένου ήδη
πλοιαρίου, εξέφερε το πρόσταγμά Του, και ότι ο άνεμος και η θάλασσα
υπήκουσαν· ότι ο λόγος Του υπήρξεν όντως ισχυρότερος μεταξύ των
κοσμικών δυνάμεων από μίλια ταραττομένου ύδατος ή από λεύγας πνέοντος
ανέμου.

Υπάρχει άφατος δύναμις και ζωηρότης εις το «Σιώπα, πεφίμωσο», του
Μάρκου, και ο παρακείμενος της προστακτικής σημαίνει, ότι το
αποτέλεσμα ώφειλε να είνε ακαριαίον και αποφασιστικόν.

Ούτε εις την απωτέραν όχθην έμελλε να εύρη ο Ιησούς ησυχίαν και
ανάπαυσιν. Μόλις έφθασεν εις το μέρος εκείνο της Περαίας, το οποίον
καλείται υπό του Ματθαίου «η χώρα των Γεργεσηνών», και τον συνήντησε
δείγμα της ανθρωπίνης μανίας και εκπτώσεως πολύ τρομερώτερον από την
λύσσαν της τεταραγμένης θαλάσσης. Μόλις είχεν αποβιβασθή ότε ένδοθεν
των μνημείων ή πετρίνων τάφων ώρμησεν ενώπιόν του είς άνθρωπος
δαιμονισμένος. Δεν υπήρχον τότε ούτε φρενοκομεία ούτε σωφρονιστήρια
ούτε άσυλα, και οι δυστυχείς επικίνδυνοι μανιακοί απηλαύνοντο και
περιωρίζοντο εις έρημα και ακατοίκητα μέρη. Υπάρχει δε αφθονία
βραχωδών σπηλαίων και άντρων εν Παλαιστίνη, και ταύτα εχρησίμευον
συνήθως ως τάφοι. Η κατοικία δε την οποίαν εύρισκον εκεί οι
παράφρονες τους έκαμνε να χειροτερεύσουν, και ο περί ου ο λόγος είχε
καταντήσει εις το μη περαιτέρω της μανίας. Πολλάκις είχον αποπειραθή
να τον δέσουν, αλλ' ούτος εν τω παροξυσμώ της μανίας του είχεν
εξασκήσει την υπεράνθρωπον εκείνην δύναμιν, την οποίαν μετέδιδαν αυτώ
τα πονηρά πνεύματα, και είχε κόψει τας αλύσεις και τα δεσμά. Και τώρα,
ημέραν και νύκτα, τα άντρα αντήχουν από τους ολολυγμούς του, και ήτο
αφόρητος εις τον ίδιον εαυτόν του και εις τους άλλους.

Αυτή η φρικώδης μορφή του γυμνού μανιακού συνήντησε τον Κύριον ημών
ευθύς ως απέβη εις την όχθην περί όρθρον. Ο είς των Ευαγγελιστών
αναφέρει ενταύθα δύο δαιμονιζομένους, αλλά τούτο ουδόλως βλάπτει.
Έτερον εστι, λέγει ο θείος Χρυσόστομος, το διαφόρως ειπείν και το
μαχομένως ειπείν. Η παρουσία, το βλέμμα, η φωνή του Χριστού, και πριν
ομιλήση ακόμη εις τους πάσχοντας τούτους, φαίνεται ότι τους εξήπτε
πάντοτε και τους κατετρόμαζε, και ούτος ο δαιμονισμένος της χώρας των
Γεργεσηνών δεν απετέλεσεν εξαίρεσιν του κανόνος. Αντί να επιπέση κατά
των μαθητών, με λίθους και με αγρίας κραυγάς, καθώς έπραττε κατά των
άλλων ανθρώπων, έτρεξε προς τον Ιησούν από μακρόθεν, και έπεσε προ
Αυτού εις θέσιν προσκυνήσεως. Ενώσας την φωνήν του με την των
κατεχόντων αυτόν δαιμόνων, παρεκάλει μετ' αυτών τον Ιησούν να μη τους
βασανίση προ καιρού, μήτε να τους στείλη εις την άβυσσον.

Ποίον είνε το όνομά σου; Τον ηρώτησεν ο Ιησούς. Εκείνος ή τα δαιμόνια
απήντησαν: — «Λεγεών όνομά μοι, ότι πολλοί εσμεν». Ο άνθρωπος είχε
χάσει το ατομικόν όνομά του. Είχε χωθή τούτο ανάμεσα εις το πλήθος
εκείνο των δαιμόνων. Και πάλιν παρεκάλεσε να μη τους κλείση εις την
άβυσσον, αλλά να τους επιτρέψη να εισέλθουν εις την αγέλην των
χοίρων.

Η επακολουθούσα διήγησις είνε δύσληπτος δι' ημάς. Δεν έχομεν την
κλείδα της αληθούς σημασίας της. Η αφήγησις του Λουκά έχει ως εξής:
Ην δε εκεί αγέλη πολλών χοίρων βοσκομένη· και ικέτευσαν αυτόν όπως
επιτρέψη αυτοίς, εις τούτους εισελθείν. Και επέτρεψεν αυτοίς. Τότε
εξήλθον τα δαιμόνια από του ανθρώπου και εισήλθον εις τους χοίρους.
Και έπεσε πάσα η αγέλη επί τον κρημνόν και απεπνίγησαν».

Η μόνη δυσκολία συνίσταται ενταύθα εις το να εννοηθή, διατί ο Ιησούς
να επιτρέψη τον πνιγμόν των ζώων εκείνων. Η δε πιθανωτέρα εξήγησις
των αρχαίων πατέρων της εκκλησίας είνε ότι ηθέλησε να δείξη ότι
ηδύνατο και εγνώσμιον ζημίαν να κάμη εις τους ανθρώπους τους
αμαρτωλούς, μη ανεχθείς δε να βλάψη λογικόν πλάσμα, απέδειξε την
δύναμιν ταύτην εις τους πνιγέντας χοίρους και εις την ξηρανθείσαν
συκήν(5).

Ότι όλη η σκηνή υπήρξε βιαία και τρομακτική φαίνεται εκ του γεγονότος
ότι οι φυλάσσοντες τους χοίρους έφυγον εις την πόλιν και ανά την
χώραν. Ο λαός των Γεργεσηνών και των Γαδαρηνών και όλων των περιχώρων
έτρεξε να ίδη τον Ισχυρόν Ξένον όστις ούτω πως επεσκέφθη η επέσκηψεν
επί τας όχθας των. Ποίον πειστικώτερον τεκμήριον της ισχύος Του και
της αγαθοποιίας Του ηδύναντο να ίδωσιν, ειμή το θέαμα του ιαθέντος
ανθρώπου, «ιματισμένου και σωφρονούντος», καθημένου παρά τους πόδας
του Ιησού;

«Και εφοβήθησαν» — εφοβήθησαν περισσότερον εκείνην την Αγίαν
Παρουσίαν ή τας προλαβούσας μανίας του ενεργουμένου. Ο άνθρωπος
εσώθη· αλλά τι προς αυτούς αφού δισχίλιοι εκ των χοίρων των
επνίγησαν! Τα πολύτιμα θρέμματά των ήσαν προφανώς εις κίνδυνον. Η
πλεονεξία και απληστία παντός αποστάτου Ιουδαίου και παντός χαμερπούς
εθνικού διεκυβεύετο με το να δέχωνται εις την χώραν των τοιούτον
άνθρωπον, οποίος τους εφάνη ο Ιησούς. Μετ' επονειδίστου ομοθυμίας τον
παρεκάλεσαν ν' απέλθη το ταχύτερον από τα μέρη των. Εθνικοί άμα και
Ιουδαίοι είχον αναγνωρίσει ήδη την αλήθειαν ότι ο Θεός ενίοτε απαντά
εις τας κακάς παρακλήσεις εν τη βαθυτάτη οργή Του. Αυτός ο Ιησούς
είχε διδάξει τους μαθητάς Του να μη δίδωσι τα άγια εις τους κύνας
μηδέ να βάλλωσι τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων. Είχε διαβή
πέραν της λίμνης προς ησυχίαν και ανάπαυσιν, επιθυμών να μεταδώση και
προς τους ημιεθνικούς εκείνους τα ευεργετήματα της βασιλείας του
Θεού. Αλλ' εκείνοι ηγάπων τας αμαρτίας των και τους χοίρους των,
απέρριψαν δε τας ευεργεσίας Του, και Τον παρεκάλεσαν ν' απέλθη.

Εκείνος απήλθεν, αλλ' ουχί εν οργή. Είχε πράξει έν έργον ελέους· είς
αμαρτωλός είχε σωθή· από μίαν ψυχήν είχον εξέλθη τα ακάθαρτα
πνεύματα. Και ο πρώην δαιμονιζόμενος παρεκάλει να μένη μετ' Αυτού
πάντοτε. Αλλ' ο Ιησούς παρήγγειλεν αυτώ να υπάγη εις τους οικείους
του να διηγηθή, πως ο Κύριος τον εσπλαγχνίσθη και εποίησε μέγα
σημείον επ' αυτόν, και ούτως απήλθεν από της χώρας των Γεργεσηνών.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'
Εις την οικίαν του Ματθαίου



Επάνοδος εις Καπερναούμ — Ο παραλυτικός καταβιβαζόμενος διά της
στέγης. — «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». — Η οργή των Φαρισαίων. —
Περί νηστείας ζήτημα. — Ο νέος οίνος και ο παλαιός.

Ίσως ήτο μεσημβρία της αυτής ημέρας, όταν ο Ιησούς επέστρεψεν πάλιν
εις την κοιλάδα της Γεννησαρέτ. Οι λαοί ανεγνώρισαν το ιστίον του
επιστρέφοντος πλοίου, και πολύ πριν φθάση εις την όχθην, τα πλήθη
συνηθροισμένα τον επερίμεναν και τον υπεδέχθησαν ευφροσύνως.

Πρώτον ο Ιησούς επεσκέφθη την Καπερναούμ, ήτις εθεωρείτο νυν ως ιδία
Αυτού πόλις. Μετέβη εις την οικίαν, πιθανώς την του Πέτρου, την
οποίαν συνήθως μετεχειρίζετο οσάκις διέτριβεν εις Καπερναούμ. Εκεί το
πλήθος συνέρρευσεν αναρίθμητον, κ' εγέμισε την οικίαν και την αυλήν,
ώστε ούτε εις την θύραν ηδύνατό τις να πλησιάση. Αλλ' υπήρχεν είς
δυστυχής πάσχων, είς παραλυτικός επί κρεββάτου, όστις επεθύμει εκ
παντός τρόπου να πλησιάση. Και οι τέσσαρες οι βαστάζοντες αυτόν,
βλέποντες ότι δεν ηδύναντο να φθάσωσιν εις τον Ιησούν διά μέσου του
πλήθους, ανήλθον εις την οροφήν, χθαμαλήν καθώς αι των οικιών της
Ανατολής, και ανοίξαντες ρωγμήν εις την στέγην, δι' άρσεως των
κεράμων, κατεβίβασαν διά σχοινιών τον κράββατον μετά του παραλυτικού,
ακριβώς εις το μέρος όπου εκάθητο ο Ιησούς.

Ο άνθρωπος εσιώπα έντρομος, αλλ' ο Ιησούς ευχαριστηθείς από την
τόλμην και την πίστιν την οποίαν εμαρτύρει η πράξις, είπεν αυτώ:
«θάρσει, τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Ο Κύριος είχε
παρατηρήσει ήδη πρότερον την δυσμενή εντύπωσιν την οποίαν επροξένουν
οι εκπληκτικοί ούτοι λόγοι εις τους παρισταμένους. Πάλιν παρετήρησε
τούτο εις τα βλέμματα τα οποία αντήλλαξαν οι παρόντες Γραμματείς, και
από το ήθος του προσώπου των. Αλλά την φοράν ταύτην επροκάλεσεν ο
ίδιος την προσοχήν εις τους λόγους Του, και διά θαύματος τους
εδικαιολόγησε. «Τι ούτος λαλεί βλασφημίας;» έλεγον προς αλλήλους οι
Φαρισαίοι. Τι είνε ευκολώτερον, τους είπεν ο Χριστός, να είπη τις εις
τον παραλυτικόν «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», ή να είπη, «Έγειραι
και περιπάτει;» Δεν δύναται πας τις να είπη το πρώτον χωρίς να είνε
δυνατόν να είπη αν αι αμαρτίαι εσυγχωρήθησαν ή όχι; αλλά τις δύναται
να είπη το δεύτερον, και να επιφέρη αποτέλεσμα διά του λόγου του,
χωρίς δύναμιν άνωθεν; Εάν δύναμαι δι' ενός λόγου να θεραπεύσω τον
παραλυτικόν τούτον, δεν είνε προφανές ότι πρέπει να είμαι Είς, όστις
έχει και εξουσίαν επί της γης να συγχωρή αμαρτίας;

Την ερώτησιν ήκουσαν οι Φαρισαίοι εν σιωπή, προκατειλημμένοι και
ισχυρογνώμονες· αλλά στραφείς και πάλιν προς τον παραλυτικόν, ο
Ιησούς είπεν αυτώ: «Έγειραι, άρον σου τον κράββατον, και περιπάτει».
Πάραυτα η ρώμη επεδόθη εις το παράλυτον σώμα, η ειρήνη εις την
καταβεβλημένην ψυχήν. Ο άνθρωπος ιάθη. Ηγέρθη, εσήκωσε τον κράββατον,
εφ' ου έκειτο, και ενώ το πλήθος εν καταπλήξει του ήνοιγε τώρα
διέξοδον, απήλθεν οίκαδε δοξάζων τον Θεόν. Και το πλήθος, όταν ήρχισε
να διασπείρεται, εξέφερον προς αλλήλους επιφωνήματα εκπλήξεως μετά
φόβου μεμιγμένης. — «Παράδοξα είδομεν σήμερον! Ουδέποτε ούτως
είδομεν»!

Από της οικίας, ίσως διά να δυνηθώσι περισσότεροι ν' ακούσωσιν, ο
Ιησούς φαίνεται ότι εξήλθεν επ' ολίγον εις την όχθην, κ' εκείθεν,
αφού εδίδαξεν, ήλθεν εις την οικίαν του Ματθαίου, εν η ο τελώνης,
όστις ήτο νυν Απόστολος, είχε παρασκευάσει μέγα συμπόσιον
αποχαιρετισμού προς τους φίλους του. Επειδή υπήρξε τελώνης ο ίδιος,
φυσικόν ήτο πολλοί τούτων να ήσαν τελώναι και αμαρτωλοί, απόβλητοι
της κοινωνίας, αντικείμενα μίσους και περιφρονήσεως. Και όμως ο
Ιησούς και οι μαθηταί Του παρεκάθισαν μετ' αυτών εις το δείπνον.
Τόσον ελευθέριος αγάπη επροξένησε βαθείαν δυσαρέσκειαν εις δύο σώματα
ανθρώπων ή δύο ομάδας, τους Φαρισαίους και τους μαθητάς του Ιωάννου.
Εις τους πρώτους, κυρίως διότι η επαφή αύτη προς ανθρώπους αμελούς
και επιληψίμου βίου ηθέτει όλας τας παραδόσεις της υψηλόφρονος
λεπτολογίας των· εις τους δευτέρους, επειδή η πρόθυμος αύτη αποδοχή
των προσκλήσεων εις δείπνα εφαίνετο εναντία εις τας έξεις του
ασκητικού βίου των. Ο Ιησούς πιθανώς ήκουσε τι εψιθύριζον εναντίον
Του. Υπήρχε τι χαρακτηριστικόν εις τον τρόπον κάθ' ον εγίνετο η
επίκρισις. Οι Φαρισαίοι, αμφιβάλλοντες ακόμη περί του αληθούς
χαρακτήρος του Ιησού, προφανώς πτοούμενοι από την παρουσίαν Του,
τρομάζοντες από το μεγαλείον Του, και μη τολμώντες ακόμη να έλθωσιν
εις φανεράν προς Αυτόν ρύξιν, εξέσπων όλην την δυσθυμίαν των επί των
μαθητών Του, ερωτώντες αυτούς: — Διατί ο Διδάσκαλός σας τρώγει και
πίνει μαζύ με τους τελώνας και αμαρτωλούς;

Οι απλοϊκοί το πνεύμα Απόστολοι ήσαν βεβαίως ανίκανοι να λύσωσιν
αυτών την απορίαν. Αλλ' ο Ιησούς πάραυτα αντεμετώπισε την ένστασιν,
και είπεν εις τους μεμψιμοίρους τούτους σεμνολόγους, ότι δεν ήλθε να
καλέση τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς. Δεν ήλθε διά το εν τη
μάνδρα ποίμνιον, αλλά διά το πρόβατον το απολωλός. Διά να ευαγγελισθή
εις τους πτωχούς, διά να εφαπλώση το έλεός Του επί τους απολωλότας,
διά τούτο κατεσκήνωσεν εν τοις ανθρώποις. Η διδασκαλία Του έμελλε να
είνε «ως υετός επί χόρτων, και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην».
Τότε ανέφερε την φράσιν ενός των προφητών, του Ωσηέ, και τους είπε
«να υπάγουν να μάθουν», αυτοί, οίτινες εκαυχώντο ότι τόσα γνωρίζουν,
τι σημαίνει το, «Έλεον θέλω και ου θυσίαν». Ίσως ποτέ έως τότε δεν
τους είχεν έλθη εις τον νουν ότι η αγάπη ήτις συγκαταβαίνει μετά των
αμαρτωλών επί σκοπώ να τους κερδήση εις την μετάνοιαν είνε αρεστοτέρα
τω Θεώ υπέρ χιλιάδας κριών και μόσχων.

Η προς τους μαθητάς του Ιωάννου απόκρισις ήτο ολιγώτερον αυστηρά τον
τόνον. Οι μαθηταί του τότε εν τω δεσμωτηρίω Ιωάννου «ήσαν» τας ημέρας
εκείνας, «νηστεύοντες», και επεθύμουν να μάθουν διατί Αυτός και οι
μαθηταί Του δεν ενήστευον. Θα ηδύνατο να τους είπη ότι η νηστεία είνε
πράγμα ωφέλιμον, και υποχρεωτικόν, εάν τις αισθάνεται ότι δι' αυτής
ταπεινοί και καταβάλλει κάτι τι πονηρόν εις την φύσιν του, αλλ' όμως
άχρηστον και επιβλαβές, εάν συντελή μόνον εις υπερηφανίαν και εις
περιφρόνησιν των άλλων. Ηδύνατο και να είπη ότι, κατά τους ιδίους
προφήτας των, νηστεία δεν είνε μόνον η αποχή από των βρωμάτων, αλλ' η
αποχή από πονηρών πράξεων και λογισμών. Αλλ' επροτίμησεν,
αναφερόμενος εις το ρήμα του ιδίου διδασκάλου των, ειπόντος ότι δεν
ήτο αυτός ο Νυμφίος, αλλ' ο φίλος του Νυμφίου, και ότι ο αληθής
Νυμφίος ήτο Εκείνος όστις ήρχετο μετ' αυτόν, να τους ερωτήση απλώς:
«Μη δύνανται οι υιοί του νυμφώνος νηστεύειν οπότε μετ' αυτών εστιν ο
Νυμφίος;» Και είτα, εμβλέψας γαλήνιος εις την βαθείαν άβυσσον του
μέλλοντος, ήτις ηνοίγετο ενώπιόν Του, είπε ρήμα το οποίον (ει και
κατ' εκείνον τον χρόνον ουδείς πιθανώς το ενόησεν) υπήρξεν ίσως η
πρωιμωτέρα πρόρρησις ην εξέφερε περί του σταυρικού θανάτου, όστις τον
επερίμενεν: «Αλλ' ελεύσονται ημέραι όταν απαρθή απ' αυτών ο Νυμφίος;
και τότε νηστεύσουσιν εν εκείναις ταις ημέραις». Είτα προτέθηκε και
δύο άλλας παραβολικάς εκφράσεις· την μίαν περί «ράκους αγνάφου» μη
επιρραπτομένου επί ενδύματος παλαιού· και την άλλην περί οίνου νέου
μη εγκλειομένου εις ασκούς παλαιούς. Δι' όλων τούτων ο Κύριος ημών
εξήρε και πάλιν το φιλάνθρωπον και συγκαταβατικόν της ιδίας μεθόδου
Του.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'.
Εις την οικίαν του Ματθαίου (συνέχεια)



Ο Ιάειρος. — Η αιμορροούσα. — Αι θρηνωδοί. — Έγερσις της θυγατρός του
Ιαήρου. — Οι παρήκοοι τυφλοί.

Ο Ιησούς ησχολείτο ακόμη εις την ευμενή διδασκαλίαν, ήτις επήγασεν
από το ερώτημα των μαθητών του Ιωάννου, όταν άλλο συμβεβηκός επήλθε,
το οποίον ήγαγεν εις τρία αλλεπάλληλα εκ των μεγίστων θαυμάτων του
επιγείου βίου Του.

Είς αρχισυνάγωγος, αξίωμα το οποίον αι Εβραίοι μεγάλως ετίμων, ήλθε
προς τον Ιησούν εν άκρα ταραχή. Δεν είνε απίθανον ότι ο αρχισυνάγωγος
ούτος, υπήρξεν είς εκ της πρεσβείας, ήτις είχε συνηγορήσει παρά τω
Ιησού υπέρ του εκατοντάρχου — προσηλύτου υφ' ου είχε κτισθή η
Συναγωγή. Εάν ούτως έχη, θα εγνώριζεν εκ πείρας την δύναμιν Εκείνου
τον οποίον επεκαλείτο. Πεσών εις τους πόδας Του με διακοπτομένας
λέξεις του λέγει ότι το θυγάτριόν του, το μόνον του θυγάτριον,
αποθνήσκει, απέθανεν· αλλ' όμως, εάν θέλη μόνον Αυτός να έλθη και να
ψαύση αυτήν με την χείρα Του, θα ζήση. Με την τρυφερότητα ήτις δεν
ηδύνατο ποτε να κωφεύση εις την κραυγήν πενθούντος, ο Ιησούς ηγέρθη
παρευθύς από της τραπέζης και απήλθε μετ' αυτού, ακολουθούμενος ου
μόνον υπό των μαθητών Του, αλλά και υπό πλήθους πυκνού, το οποίον
είχε παραστή εις την σκηνήν. Και καθώς επορεύετο ο λαός εν τη
απληστία του συνωθείτο περί Αυτόν.

Αλλά μεταξύ του πλήθους, του περικλείοντος αναμφιβόλως καί τινας των
Φαρισαίων και των μαθητών του Ιωάννου, με τους οποίους είχεν
ομιλήσει, καθώς καί τινας των τελωνών και αμαρτωλών μεθ' ων είχε
συμφάγη, υπήρχεν έν πρόσωπον το οποίον δεν προσειλκύσθη υπό
περιεργείας διά να ίδη τι ηδύνατο να γείνη διά τον άρχοντα της
Συναγωγής. Ήτο μία γυνή, ήτις ήτο «εν ρύσει αίματος επί έτη δώδεκα»,
νόσω κακή και λίαν θλιβερή. Μάτην είχε δαπανήσει την ουσίαν αυτής εις
τους ιατρούς, τώρα δε ήθελε να δοκιμάση δωρεάν πλησίον του Μεγάλου
Ιατρού. Ίσως, εν τη αμαθεία της, το έπραττε διότι δεν είχε πλέον
χρήματα να δώση, ίσως συνεστέλλετο ως γυνή και ένεκα του είδους της
ασθενείας της· αλλά, δι' οιανδήποτε αφορμήν, απεφάσισεν, ούτως
ειπείν, να κλέψη απ' Αυτού άγνωστος την θεραπείαν. Και ούτω με την
δύναμιν και την επιμονήν της απελπισίας, επάλαισεν εις το πυκνόν
εκείνο πλήθος, εωσότου ήλθεν αρκετά πλησίον ώστε να Τον θίξη εκ τον
νώτων· και έδραξε το κράσπεδον του ιματίου Του, με τρέμουσαν χείρα,
αισθανθείσα δε ευθύς την ίασιν, ωπισθοχώρησεν εν μέσω του πλήθους,
απαρατήρητος υπό τον άλλων, πλην όχι υπό του Χριστού. Αισθανθείς ο
Κύριος ότι ιαματική δύναμις εξήλθεν απ' Αυτού, αναγνωρίσας την
μαγνητικήν επαφήν της πίστεως, εστάθη και ηρώτησε: «Τις μου ήψατο των
ιματίων;» Υπήρχέ τι το ανυπόμονον εις την απάντησιν του Πέτρου, ότι
εν μέσω τόσου συνωθισμού ήτο άτοπος τάχα η ερώτησις. Αλλ' ο Ιησούς
εμβλέπων εις πολλά πρόσωπα τον επληροφόρησεν, ότι υπήρχε διαφορά
μεταξύ του συνωθισμού της περιεργείας και της επαφής της πίστεως, και
όταν τέλος το βλέμμα Του έπεσεν επί την πτωχήν γυναίκα, εκείνη,
αισθανθείσα ότι έπταισε ζητούσα να κλέψη την ίασιν την οποίαν Εκείνος
ευμενής θα έδιδεν, ήλθεν ενώπιόν Του τρέμουσα, και πεσούσα εις τους
πόδας Του είπεν όλην την αλήθειαν. Η γυναικεία της συστολή και ο
φόβος ελησμονήθησαν εν τη επιθυμία να εξιλεώση το σφάλμα της.
Αναμφιβόλως εφοβείτο την οργήν Του, επειδή ο Νόμος εκέλευεν, ότι η
ψαύσις μιας ασθενούς επροξένει ακαθαρσίαν αγνισμού δεομένην, Αλλ'
όμως η αφή εκαθάρισεν αυτήν, δεν εμόλυνεν Εκείνον. Ο Σωτήρ δεν
ωργίσθη, αλλά είπεν αυτή: «Θάρσει, θύγατερ· η πίστις σου σέσωκε σε·
πορεύου εις ειρήνην, και ίσθι υγιής από της μάστιγός σου».

Διά του ονόματος θ ύ γ α τ ε ρ, δεν φαίνεται εις τα ιερά κείμενα να
προσηγόρευσεν άλλην γυναίκα ο Χριστός. Η δε παράδοσις λέγει ότι η
γυνή αύτη ήτο η Βερονίκη, εκ Καισαρείας της Φιλίππου, όπου εσώζετο
και χαλκούν άγαλμα παριστόν την αιμόφρουν απτομένην του κρασπέδου του
Ιησού, όπερ άγαλμα κατεστράφη κατά διαταγήν Ιουλιανού του Παραβάτου.

Το συμβεβηκός πρέπει να επέφερε μικράν βραδύτητα, και, καθώς είδομεν,
εις την αγωνίαν του Ικάρου πάσα στιγμή ήτο κρίσιμος. Αλλ' ούτος, δεν
ήτο ο μόνος πάσχων όστις είχε δικαιώματα επί το έλεος του Σωτήρος· κ'
επειδή δεν εξέφερε παράνομον, είνε προφανές ότι η λύπη δεν τον
κατέστησεν ιδιοτελή και άδικον. Αλλά την στιγμήν ταύτην έφθασεν εις
των οικείων του λέγων: «Η θυγάτηρ σου απέθανε· μη σκύλλε τον
Διδάσκαλον». Ήτοι μη ενόχλει αδίκως Αυτόν. Τούτο δε φαίνεται ότι το
είπε μετ' ειρωνείας.

Το άγγελμα δεν απηυθύνετο προς τον Ιησούν, αλλ' ούτος δεν ηθέλησε να
το ακούση, και μετά συμπαθούς επιθυμίας όπως απαλλάξη ματαίας αγωνίας
τον πατέρα, είπεν αυτώ: «Μη φοβού, μόνον πίστευε». Τάχιστα έφθασαν
εις την οικίαν, και εύρον αυτήν κατεχομένην υπό των θρηνωδών γυναικών
και τον αυλητών, των οποίων ο τεχνητός και μισθωτός αλαλαγμός ύβριζε
το άφωνον και ειλικρινές πένθος και το μεγαλείον του θανάτου. Πιθανός
το προσποίητον τούτο πένθος ήτο λίαν αντιπαθές εις τον Χριστόν.
Σταθείς εις την θύραν διά ν' απαγορεύση όπως μη τις εκ του πλήθους
Τον ακολουθήση εισήλθεν εις την οικίαν μετά τριών μόνον εκ των
μαθητών Του, του Πέτρου και Ιακώβου και Ιωάννου. Η πρώτη φροντίς Του
υπήρξε να κατασιγάση τον μάταιον θόρυβον. «Δεν απέθανεν, είπε, το
παιδίον (η κόρη ήτο δωδεκαέτις), αλλά κοιμάται». Και τότε οι
παρεστώτες τον επεριγέλασαν! Ο Χριστός μετ' αγανακτήσεως απέπεμψε
τους εμμίσθους θρηνωδούς. Ησυχίας γενομένης, έλαβε μεθ' εαυτού τον
πατέρα και την μητέρα της παιδίσκης και τους τρεις Αποστόλους Του,
και εισήλθον εις τον νεκρώσιμον θάλαμον. Είτα ψαύσας την κρύαν μικράν
χείρα εφώνησε τας δύο εκείνας ριγηλάς λέξεις:

«Ταλιθά κούμι!» (Η παις, εγείρου), και τότε το πνεύμα της επέστρεψε,
και η παιδίσκη ηγέρθη και περιεπάτησε. Τότε οι γονείς «εξέστησαν
εκστάσει μεγάλη», ο δε Ιησούς εκέλευσεν, όπως δώσωσιν αυτή να φάγη,
και συνέστησεν αυτοίς εχεμυθίαν διά το γεγονός.

Καθώς εξήρχετο εκείθεν ο Ιησούς, δύο τυφλοί τον ηκολούθησαν
κράζοντες. «Υιέ Δαυίδ, ελέησον ημάς». Ήδη ο Χριστός είχεν αρχίσει να
περιστέλλη, ούτως ειπείν, το αυθόρμητον των θαυμάτων Του. Είχεν
επιτελέσει υπεραρκούντα όπως μαρτυρήση την αποστολήν Του, συνέφερε δε
οι άνθρωποι να δώσωσι μεγαλειτέραν προσοχήν εις την θείαν διδασκαλίαν
Του παρά εις τας προσκαίρους ιάσεις Του. Ούτε είχε κυρώσει μέχρι
τούδε την άκαιρον και πρόωρον χρήσιν του τίτλου «Υιός Δαυίδ», τίτλου
όστις, εάν τον απεδέχετο δημοσία, δυνατόν να παρηνώχλει την υψίστην
αποστολήν Του, με το να έφερεν εις στάσιν προς χάριν Του εναντίον της
ρωμαϊκής εξουσίας. Χωρίς να δώση προσοχήν εις τους δύο ανθρώπους ή
εις την κραυγήν των, απήλθεν εις την οικίαν εν η έμενε· και μόνον
αφού Τον ηκολούθησαν εντός της οικίας, εδοκίμασε την πίστιν των διά
της ερωτήσεως. «Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;» Εκείνοι
απήντησαν, «Ναι, Κύριε». Τότε έψαυσε τους οφθαλμούς των λέγων, «Κατά
την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν». Και οι οφθαλμοί των ηνοίχθησαν. Καθώς
πολλοί άλλοι, τους οποίους εθεράπευσε, παρημέλησαν την προσταγήν Του
όπως μη το αποκαλύψωσιν.

Είνε δυνατόν ν' απατώμεν ημάς αυτούς· είνε δυνατόν να προσφέρωμεν εις
τον Χριστόν φαινομένην υπηρεσίαν διά της παρακοής εις τας ιδίας
εντολάς Του, να Τον λυπώμεν θέλοντες δήθεν να Τον τιμήσωμεν. Πλην με
το μέτρον τούτο δυνατόν να μετρώνται οι άνθρωποι, όχι ο Θεός. Η
υπακοή εις τον Θεόν είνε μεγαλειτέρα πάσης άλλης αρετή και θυσία. Οι
φλύαροι εκείνοι, οίτινες εκοινολόγησαν το συμβεβηκός, συνετέλεσαν
μόνον να διαταράξωσι, κατά το ανθρώπινον, την ησυχίαν Του και να
επιταχύνωσι τον θάνατόν Του.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'.
Ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα



Αποστολή των Δώδεκα. — Αι προς αυτούς οδηγίαι. — Εορτή των Ιουδαίων.
— Η παρουσία του Ιησού.

Όστις εμελέτησε μετά προσοχής τα ιερά Ευαγγέλια δυνατόν να
παρετήρησεν ευκρινώς εν τω βίω του Χριστού, τας επομένας περιστάσεις.

Πρώτον, ότι ο άκακος ενθουσιασμός της χαρμοσύνου υποδοχής μεθ' ου ο
Χριστός και οι λόγοι Του και τα έργα Του εγίνοντο το πρώτον δεκτά ανά
τα βόρεια της Γαλιλαίας, βαθμηδόν, αλλ' εν βραχεί χρόνω, υπεχώρησεν
εις υποψίαν, αποστροφήν, ως και έχθραν εκ μέρους μεγάλων και ισχυρών
του λαού μερίδων.

Δεύτερον, ότι ο εξωτερικός χαρακτήρ, καθώς και οι τόποι της αποστολής
του Κυρίου πολύ ηλλοιώθησαν μετά την σφαγήν Ιωάννου του Βαπτιστού.

Τρίτον, ότι το άγγελμα του φόνου, ομού μετά της αναπτύξεως σφοδράς
αντιδράσεως, και η συνεχής παρουσία Γραμματέων και Φαρισαίων από της
Ιουδαίας, όπως επιτηρώσι την διαγωγήν Του και ιχνηλατώσι τας κινήσεις
Του, φαίνονται να είνε σύγχρονα με επίσκεψιν εις Ιεροσόλυμα, μη
μνημονευμένην υπό των Συνοπτιστών (Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά), αλλά
προφανώς ταυτιζομένην με την ανώνυμον εορτήν την μνημονευομένην εν
κεφαλαίω Ε', εδ. 1, του Ιωάννου.

Τέταρτον, ότι η ανώνυμος αύτη εορτή πρέπει να συνέπεσε περίπου με την
περίοδον του κηρύγματός Του εις ην έχομεν φθάσει τανύν.

Της εορτής ταύτης προηγήθη άλλο συμβεβηκός· η αποστολή του Δώδεκα.

Περί το τέλος των αποστολικών περιπλανήσεων, κατά την διάρκειαν των
οποίων συνέβησαν τινα των προειρημένων, ο Ιησούς εις την θέαν του
πλήθους ησθάνθη βαθυτάτην συμπάθειαν. «Και ιδών εσπλαγχνίσθη επ'
αυτούς, ότι ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Ήσαν προσέτι όμοιοι
με σπαρτά ώριμα, αλλ' αθέριστα δι' έλλειψιν εργατών. Και εκέλευσε
τους μαθητάς Του να παρακαλέσωσι τον Κύριον του θερισμού όπως πέμψη
εργάτας εις την συγκομιδήν Του. Ευθύς ύστερον, αφού Αυτός διέτρεξεν
ήδη όλην την Γαλιλαίαν, έπεμψεν αυτούς ανά δύο και δύο όπως
ενισχύσωσι το κήρυγμά του και εκτελέσωσιν έργα ελέους εν τω ονόματι
Του.

Πριν ή αποστείλη αυτούς, ως εικός, έδωκεν αυτοίς τας αναγκαίας
οδηγίας. Προς το παρόν ώφειλον να περιορίσωσι την εκτέλεσιν της
εντολής των εις τα απολωλότα πρόβατα οίκου Ισραήλ και να μη
επεκτείνωσι ταύτην εις Σαμαρείτας ή εθνικούς. Το θύμα του κηρύγματός
των ώφειλε να είνε η προσέγγισις της βασιλείας των ουρανών, έμελλε δε
αφθόνως να υποστηριχθή δι' έργων δυνάμεως και ευποιίας. Δεν έπρεπε να
φέρωσι τίποτε μεθ' εαυτών· ούτε πήραν δι' άρτον· ούτε βαλάντιον διά
χρήματα· ούτε ενδύματα προς αλλαγήν· ούτε υποδήματα οδοιπορίας αντί
των συνήθων πεδίλων των· ούτε να προμηθευθώσι ράβδον διά την πορείαν,
εκτός αν είχον ήδη· η αποστολή των, καθώς όλαι αι μέγισται και
ανυσιμώταται αποστολαί όσας εγνώρισεν ο κόσμος, έπρεπε να είνε απλή
και αυτάρκης. Η συνήθης εν τη Ανατολή ξενία θα ήρκει δι' αυτούς. Άμα
εισερχόμενοι εις πόλιν, θα διευθύνοντο εις πάσαν οικίαν εν αυτή, όπου
θα είχον λόγους να πιστεύσουν ότι θα εγένοντο ευπρόσδεκτοι, και θα
εχαιρέτιζον αυτήν με τον συνήθη χαιρετισμόν ε ι ρ ή ν η  υ μ ί ν. Εάν
οι υιοί της ειρήνης ήσαν εκεί, η ευλογία θα ήτο λυσιτελής· εάν όχι,
θα επέστρεφεν εις τας ιδίας κεφαλάς των. Εάν τους απέρριπτον, έπρεπε
ν' αποτινάσσωσι και την κόνιν από των ποδών των εις μαρτυρίαν, ότι
πιστώς ελάλησαν, και ότι αποβάλλουσι πάσαν ευθύνην διά την μέλλουσαν
κρίσιν.

Αι πάνσοφοι αύται οδηγίαι του Κυρίου είνε απαραίτητοι και νυν διά
τους ιεραποστόλους, όσοι θέλουσι να είνε φρόνιμοι. Ελέχθη μετά
δηκτικής ειρωνείας ότι οι σημερινοί ιεραπόστολοι βάλλουσιν όλα τα
δυνατά των, πρώτον διά ν' ανακαλύψωσιν όλας των λαών τας προλήψεις
και τα έθιμα, και δεύτερον διά να προσβάλωσι και πολεμήσωσι ταύτα.
Αναμφιβόλως τούτο οφείλεται εις ζήλον ου κατ' επίγνωσιν. Αλλά δεν
έπραττεν ούτω ο Άγιος Παύλος, όστις ωμίλησε προς τους Αθηναίους
φιλοφρονέστατα και διαλλακτικώτατα, και έζησεν επί τρία και ήμισυ έτη
εν Εφέσω, χωρίς μηδέ άπαξ να προσβάλη ή να υβρίση τους λάτρεις της
Αρτέμιδος.

Έως εδώ ο Κύριος υπέδειξεν αυτοίς τα χρέη της πιστής φιλίας, της
αβράς φιλοφροσύνης, της εν αυταπαρνήσει απλότητος, ως πρώτους
ουσιώδεις όρους κατορθούσης αποστολής. Προέβη δε να ενισχύση αυτούς
εναντίον των αφεύκτων δοκιμασιών του αποστολικού έργου των.

Ώφειλον να είνε φρόνιμοι ως οι όφεις (οι οποίοι, όταν κινδυνεύωσι,
προφυλάττουσι την κεφαλήν των ως λίαν τρωτήν) και ακέραιοι ως αι
περιστέραι (αίτινες είναι ειρηνικαί και άχολοι). «Ιδού Εγώ αποστέλλω
υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων».

Ενταύθα, λέγει αρχαία παράδοσις, ηρώτησεν ο Πέτρος; «Εάν ουν
διασπαράξωσιν οι λύκοι τα αρνία;» Ο δε Ιησούς απεκρίθη: «Μη
φοβήσθωσαν τα αρνία τους λύκους μετά το αποθανείν αυτά». Και ευθύς
προσέθηκε, τα αναφερόμενα εν Ευαγγελίοις: «Μη φοβείσθε από των
αποκτεινόντων το σώμα την δε ψυχήν ου δυναμένων αποκτείναι, φοβείσθε
δε μάλλον τον έχοντα εξουσίαν μετά το αποθανείν υμάς εμβαλείν εις την
Γέενναν του πυρός». Είτα προείπεν αυτοίς ότι έμελλον να προσαχθώσιν
ενώπιον συνεδρείων, και να μαστιγωθώσιν εν ταις Συναγωγαίς (οι
προϊστάμενοι των Συναγωγών είχον εξουσίαν να τιμωρώσι διά μάστιγος),
και να σταθώσιν ενώπιον δικαστηρίων, και όμως, άνευ αγωνιώδους
προμελέτης, το πνεύμα θα εδίδασκεν αυτούς τι ν' απολογηθώσιν. Η
διδασκαλία της ειρήνης έμελλε να μεταβληθή διά των μοχθηρών παθών των
ανθρώπων εις πολεμικήν κραυγήν μανίας και μίσους, και δυνατόν ν'
απηλαύνοντο και να έφευγον από προσώπου των εχθρών των από πόλεως εις
πόλιν. Αλλ' ώφειλον να υπομείνωσι μέχρι τέλους, διότι πριν διατρέξωσι
τας πόλεις του Ισραήλ ο Υιός του Ανθρώπου έρχεται. Η έλευσις αύτη
σημαίνει εδώ την πτώσιν του Ιουδαϊσμού, και την ίδρυσιν πνευματικής
βασιλείας του Χριστού επί της γης, την οποίαν τινές των Αποστόλων
επέζησαν να ίδωσι.

Τελευταίον τους ενουθέτησε και τους ενίσχυσεν, αναμνήσας ό,τι Αυτός
υπέφερε και πως επολεμείτο. Ας μη φοβώνται. Ο Θεός όστις προνοεί διά
τα στρουθία, ο Θεός, υφ' ου και αι τρίχες της κεφαλής των είνε
ηριθμημέναι, ο Θεός όστις βαστάζει εις τας χείρας Του τας εξόδους ου
μόνον της ζωής και του θανάτου, αλλά της αιωνίου ζωής και του αιωνίου
θανάτου, είνε μετ' αυτών· θα αναγνωρίση εκείνους οίτινες ανεγνώρισαν
τον Υιόν Του, και θ' αρνηθή εκείνους οίτινες Τον ηρνήθησαν. Και αυτοί
οι οικείοι των, οι γονείς και αδελφοί των, θα τους καταγγείλωσι και
θα τους παραδώσωσιν. Αλλά και αυτοί θα είνε όπως Αυτός ήτο εν τω
κόσμω· ο δεχόμενος αυτούς δέχεται Αυτόν· και όστις θα χάση την ζωήν
του δι' Αυτόν, Εκείνος πράγματι θα την κερδήση· Και ότι ποτήριον
ψυχρού ύδατος διδόμενον εις ένα των ταπεινών τούτων των ελαχίστων, θα
έχη την αμοιβήν του.

Ελεήμων και σοφή ήτο η πρόβλεψις ότι έπρεπε ν' απέλθωσιν ανά δύο εις
την αποστολήν. Τούτο τους καθίστα ικανούς να συνδιαλέγωνται και να
συμβοηθώνται εναπληρούντες τας ελλείψεις αλλήλων. Αναμφιβόλως οι
αδελφοί και οι φίλοι απήλθον σύνδυο· ο πυρ πνέων Πέτρος και ο
θεωρητικός Ανδρέας· οι Υιοί της Βροντής, ο είς ευδόκιμος και
επιβάλλων, ο έτερος ευφράδης και ευαίσθητος· η ομαίμων πίστις και το
άδολον του Φιλίππου και του Βαρθολομαίου· ο βραδύς αλλ' αφωσιωμένος
Θωμάς μετά του σύννου και ευλαβούς Ματθαίου· ο Ιάκωβος μετά του
αδελφού του Ιούδα· ο ζηλωτής Σίμων διά ν' ανάψη με τον ένθεον ζήλον
του το σκοτεινόν, κυμαινόμενον, άπελπι πνεύμα του προδότου Ιούδα.

Κατά την απουσίαν των, ο Ιησούς εξηκολούθει το έργον Του μόνος, ίσως
καθώς κατήρχετο βραδέως προς τα Ιεροσόλυμα. Διότι εις την περίοδον
ταύτην φαίνεται ότι ανήκει το εδάφιον του Ιωάννου: «Μετά ταύτα ην
εορτή των Ιουδαίων, και ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα».

Φαίνεται δε ότι ο Ιησούς, έχων φίλους και θαυμαστάς πολλούς εις
Ιεροσόλυμα και εις τα πέριξ, έμεινεν εν τω μεταξύ μεμονωμένως,
περιμένων, την επάνοδον των μαθητών Του από το κήρυγμα. Ίσως έμενεν
εις Βηθανίαν, όπου ως γνωστόν υπήρχε μία ευσεβής οικογένεια αγαπώσα
Αυτόν και πιστεύουσα εις Αυτόν, η οικογένεια της Μάρθας και της
Μαρίας, και Λαζάρου του αδελφού των.

Ποία ήτο η εορτή αύτη των Ιουδαίων, εν καιρώ της οποίας ανέβη ο
Ιησούς εις Ιεροσόλυμα (και την οποίαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης δεν
ονομάζει) αγνοούμεν, όπως αγνοούμεν και αν χάριν της εορτής, ή κατά
συγκυρίαν, απήλθεν εκεί ο Χριστός. Αλλά δεν φαίνεται να ήτο ουδεμία
των μεγάλων εορτών των Ιουδαίων, ούτε το Πάσχα, ούτε η Πεντηκοστή,
ούτε η Σκηνοπηγία.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'.
Το θαύμα της Βηθεσδά



Η κολυμβήθρα Βηθεσδά. — Ίασις του Παραλύτου. — Ζηλότυποι ερωτήσεις. —
Αθέτησις του Σαββάτου. — Η αχαριστία του θεραπευθέντος. — Οργή των
αρχόντων. — Απόκρισις του Ιησού. — Επικίνδυνα αποτελέσματα.

Υπήρχεν εις Ιεροσόλυμα, πλησίον της Προβατικής Πύλης, μία δεξαμενή
ήτις επιστεύετο ότι είχεν εκτάκτως ιαματικάς ιδιότητας. Αύτη εκαλείτο
η κολυμβήθρα Βηθεσδά, ήτις δεν πρέπει να συγχέηται με την κολυμβήθρα
του Σιλωάμ, εκείνην εις ην ο Χριστός έστειλε τον εκ γενετής τυφλόν
όπως νιφθή. Εις το πεντάγωνον οικοδόμημα το περιβάλλον κύκλω την
Βηθεσδά υπήρχον πέντε στοαί, και εις ταύτας κατέκειτο πλήθος ασθενών,
οίτινες επερίμενον πότε να κινηθή το ύδωρ. «Άγγελος γαρ του Θεού κατά
καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα και ετάραττε το ύδωρ· ο ουν πρώτος
εμβάς μετά την ταραχήν του ύδατος υγιής εγίνετο».

Εναντίον των δύο τούτων εδαφίων του κατά Ιωάννην επέπεσε πλήθος πολύ
κριτικών, συζητητών και απίστων, ως άλλο «πλήθος πολύ τυφλών, χωλών,
ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν». Αλλ' ημείς μη
έχοντες την εξουσίαν να τους ρίψωμεν άκοντας εις την κολυμβήθραν,
αντιπαρερχόμεθα, και παρακολουθούμεν απλώς τον Σωτήρα επισκεπτόμενον
την Βηθεσδά. Εις τοιούτον τόπον, εις μέρος όπου υπήρχον κακοπάθειαι
όπως ανακουφισθώσι, εκεί κατηύθυνε τα βήματά Του ο Αγαθός Ιατρός, και
μάλιστα αφού ήτο Σάββατον. Ο Φαρισαϊσμός εφρόντιζε μόνον περί τελετών
και προσφορών και λεπτολογίας τύπων· αλλ' ο Ιησούς εγνώριζεν ότι το
αγαθοποιείν ήτο η θυσία εις ην ηρέσκετο ο Ουράνιος Πατήρ.

Μεταξύ των ασθενών έκειτο είς επί τριακονταοκτώ έτη παράλυτος. Ο
Ιησούς προσέβλεψε τον άνθρωπον μετά βαθυτάτης ευσπλαγχνίας. Ήτο
προφανές ότι και η θέλησίς του ασθενούς ήτο τόσον παραλυτική όσον
σχεδόν και το σώμα του. Ο Ιησούς αποταθείς προς αυτόν είπε:

 — «Θέλεις υγιής γενέσθαι;»

Ο ασθενής απεκρίθη: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω ίνα, όταν ταραχθή το
ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν. Ενώ δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού
καταβαίνει και λαμβάνει την ίασιν».

Ο Ιησούς τότε είπεν αυτώ:

 — «Έγειραι, άρον σου τον κράββατον και περιπάτει».

Τούτο επροφέρθη με τόνον εις ον ουδείς και ουδέν ηδύνατο να
παρακούση. Ο τρόπος του Λαλούντος, η φωνή Του, η εντολή Του, εδόνησαν
ως ηλεκτρικός σπινθήρ όλον το σώμα του παραλυτικού, το εξησθενημένον
διά πολλών κακοπαθειών και αμαρτιών. Μετά τριακονταοκτώ έτη
καταπτώσεως, ο άνθρωπος εν ακαρεί ηγέρθη, εσήκωσε τον κράββατόν του,
και ήρχισε να περιπατή. Εν χαρμοσύνω εκπλήξει εκύτταξε κύκλω διά να
ίδη και ευχαριστήση τον άγνωστον ευεργέτην του· αλλά το πλήθος ήτο
πυκνόν, και ο Ιησούς θέλων να διαφύγη την ανωφελή έξαψιν της
περιεργείας, ήτις τον εθεώρει ως θαυματουργόν μόνον, έφυγεν
απαρατήρητος, «εξένευσεν, όχλου όντος».

Και όμως πολλά ζηλότυπα όμματα ερρίφθησαν τάχιστα επί του ανθρώπου.
Όσον η εσωτερική δύναμις μιας θρησκείας είνε νεκρά, τόσω μεγαλειτέρα
σπουδαιότης αποδίδεται εις τους εξωτερικούς τύπους της. Προσκόλλησις
εις τους τύπους και αδιαφορία, σχολαστική λεπτολογία και απόλυτος
απιστία, είνε συσχετικά, και πάντοτε ακμάζουσιν εκ παραλλήλου. Ούτω
συνέβαινεν ως προς τον Ιουδαϊσμόν εις τας ημέρας του Χριστού. Ο ζων
ενθουσιασμός του ήχε σβύσει· η υψηλή πίστις είχεν εκπέσει· οι
προφήται είχον παύσει να προφητεύουν· οι ποιηταί είχον παύσει να
ψάλλουν· οι ιερείς δεν ενεδύοντο πλέον δικαιοσύνην· οι όσιοί του ήσαν
σπάνιοι. Η αξίνη έκειτο προς την ρίζαν του δένδρου, και ο οπός του
εχρησίμευε μόνον να τρέφη μυκητοειδή παραφυάδα τελετών και
παραδόσεων.

Και ούτω συνέβη η τήρησις του Σαββάτου, ήτις σκοπόν είχε να
εξασφαλίση διά τους κεκμηκότας ανθρώπους ανάπαυσιν πλήρη αγάπης και
ευσπλαγχνίας, είχε, καταστή εθνικόν ξόανον, γυμνόν έθιμον
περιβεβλημένον με ματαίους και ανοήτους περιορισμούς. Σήμερον ακόμη,
οι Εβραίοι της Γερμανίας, φέρ' ειπείν, το έχουσιν ως αμαρτίαν να
κρατώσι ράβδον εν ημέρα Σαββάτου. (6)

Όταν μία θρησκεία εκπέση εις δεισιδαιμονίαν, χωρίς να έχη χάσει την
πολιτικήν της ισχύν, τότε γίνεται τυραννικωτέρα και πλέον φιλύποπτος
εις την καταδίωξιν και την ιχνηλασίαν της αιρέσεως. Τον θεραπευθέντα
παραλυτικόν τάχιστα περιεκύκλωσε πλήθος εξεταστών. Τον εκύτταζον μετ'
εκπλήξεως και αγανακτήσεως.

«Είνε Σάββατον δεν είνε νόμιμον να σηκώνης τον κράββατόν σου».

Ιδού μία επ' αυτοφώρω παράβασις του Νόμου των! Μήπως είς άνθρωπος
κατά τας περιπλανήσεις εις την έρημον δεν ελιθοβολήθη διότι συνέλεγε
ράβδους εν Σαββάτω; Μήπως ο προφήτης Ιερεμίας δεν είπε ρητώς:
«Προσέχετε εαυτοίς, και μη βαστάζετε φορτίον εν Σαββάτω;»

Ναι, αλλά διατί; Διότι το Σάββατον ήτο διάταξις φιλάνθρωπος, σκοπόν
έχουσα να σώση τους εργάτας και τους καταπιεζομένους από βίον
ακαταπαύστου εργασίας· διότι ήτο ουσιώδες να σωθώσιν οι γεωργοί από
την υπέρογκον εργασίαν, ήτις θ' απητείτο επ' αυτών εν έθνει
κατατρυχομένω από το βαρύ αμάρτημα της πλεονεξίας· διότι η εξαίρεσις
μιας ημέρας εκ των επτά προς ιεράν ανάπαυσιν ήτο απείρου αξίας διά
τον πνευματικόν βίον καθόλου. Αύτη ήτο η έννοια της Τετάρτης Εντολής.
Κατά ποίαν έννοιαν παρεβιάζετο αύτη αν είς άνθρωπος διά θαύματος
ήθελε να φέρη οίκαδε το κλινίδιον, το οποίον ήτο ίσως το μόνον πράγμα
το οποίον εκέκτητο; Ότι ο άνθρωπος πράγματι παρεβίαζεν ήτο όχι ο
νόμος του Θεού, αλλά τα ελεεινά συμπεράσματα της τετριμμένης
λεπτολογίας των, της παγεράς παραδόσεώς των, ήτις σοβαρώς είχεν
αποφανθή ότι το Σάββατον υποδήματα με καρφία δεν έπρεπε να φορή τις,
επειδή ήσαν βάρος, αλλ' υποδήματα χωρίς καρφία, και ότι είς άνθρωπος
ηδύνατο να φέρη ένα άρτον, αλλ' ότι δύο άνθρωποι δεν έπρεπεν ομού να
τον κρατώσι, και ούτω καθεξής, μέχρι των άκρων της απεραντολογίας,
και της τυραννικής ατοπίας των.

«Ο ποιήσας με υγιή (απήντησεν ο άνθρωπος), Εκείνος μοι είπεν, Άρον
τον κράββατόν σου και περιπάτει».

«Τις ούτος;» τον ηρώτησαν. Παρατηρήσατε την μοχθηρίαν των Ιουδαίων
εκείνων· δεν τον ερωτώσι «τις ο ποιήσας σε υγιή», αλλά, «τις ο ειπών
σοι, Άρον σου τον κράββατον και περιπάτει;» Τούτο είνε πολύ κακόν
πρόσταγμα το οποίον σοι έδωκε. Δεν σηκώνουν κράββατον εν ημέρα
Σαββάτου.

Τόσω ολίγον, κατά τα φαινόμενα, μέχρι του καιρού εκείνου, ήτο το
πρόσωπον του Ιησού εν γένει γνωστόν εις τα προάστεια της Ιερουσαλήμ,
ή άλλως τόσον αμβλεία υπήρξεν η προσοχή του ανθρώπου ενώ ο Ιησούς
ωμίλει αυτώ, ώστε πράγματι δεν είξευρε τις ήτο ο ευεργέτης του! Αλλά
το επληροφορήθη ολίγω, ύστερον. Μετέβη εις το ιερόν, ίσως διά να
ευχαριστήση τον Θεόν ότι ανέκτησε την υγείαν του, κ' εκεί ο Ιησούς
τον είδε και έδωκεν αυτώ μίαν απλήν νουθεσίαν: «Ίδε, υγιής γέγονας,
μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον τι σοι γένηται».

Ίσως η νουθεσία εδόθη επειδή ο Χριστός έβλεπε την αναξίαν φύσιν του
ανθρώπου· όπως και αν έχη, υπάρχει τι το αποτρόπαιον εις το 15ον
εδάφιον. «Απήλθεν ο άνθρωπος και είπε τοις Ιουδαίοις ότι Ιησούς ην ο
ποιήσας αυτόν υγιή». Δυνατόν, καίτοι όχι πολύ πιθανόν, ότι ενόει να
μεγαλύνη το όνομα Εκείνου όστις είχεν επιτελέσει τοιούτο κραταιόν
έργον· αλλ' επειδή πρέπει να εγνώριζε κάλλιστα την οργίλην διάθεσιν
των Ιουδαίων, καθόσον δεν ακούομεν λέξιν περί της ευγνωμοσύνης του,
ούτε αν εδόξασε τον Θεόν — και καθότι μάλιστα πρέπει να ήτο σαφές
προς αυτόν ότι ο Ιησούς υπ' ευσπλαγχνίας μόνον παρεκινήθη να πράξη το
θαύμα, και έσπευσε ν' αποφύγη την δημοσιότητα — πρέπει να
ομολογήσωμεν, ότι εκ πρώτης όψεως η διαγωγή του ανθρώπου φαίνεται ότι
υπήρξεν ευτελής και τείνουσα προς καταγγελίαν του ευεργέτου του διά
να σωθή αυτός από την καταφοράν ότι έλυσε το Σάββατον, σχεδόν
ακατονόμαστων κράμα ευτελούς συκοφαντίας και χαμερπούς αχαριστίας.
Προφανώς η νουθεσία του Ιησού ήτο αναγκαιοτάτη, αν δε ορθώς κρίνομεν
τον άνθρωπον, υπήρξεν όλως αλυσιτελής.

Διότι αι συνέπειαι υπήρξαν δυσάρεστοι, επλήρωσαν δε πικρίας το
υπόλοιπον της επιγείου ζωής του Χριστού. Χωρίς να κατασυγώσιν από τας
αποδείξεις της τρυφεράς συμπαθείας Του, μήτε να συγκινηθώσιν από την
θαυματουργόν Του δύναμιν, οι Ιουδαίοι εξετασταί εκήρυξαν αληθή
πόλεμον προς υπεράσπισιν όλων των λεπτολογιών των εθίμων των.
«Ήρξαντο καταδιώκειν τον Ιησούν ότι τοιαύτα εποίει εν τω Σαββάτω».

Απαντών δε εις την κατηγορίαν ταύτην απήγγειλε την υψηλήν διδαχήν την
οποίαν ευρίσκομεν εν τω πέμπτω κεφαλαίω του κατά Ιωάννην. Αν αύτη
απηγγέλθη εν τω ναώ, ή ενώπιον επιτροπής τινος του Συνεδρίου, δεν
γνωρίζομεν αλλ' όπως και αν έχη, οι μεγάλοι Ραββίνοι και οι αρχιερείς
οίτινες Τον εκάλεσαν ενώπιόν των διά να Τον τιμωρήσωσιν επί αθετήσει
του Σαββάτου κατεπλάγησαν και ετρόμαξαν, αν και πικρώς εξεμάνησαν,
προς τους λόγους ους ήκουσαν.

Τον είχον φέρει ενώπιον των διά να Τον νουθετήσωσι, και αι νουθεσίαι
έπεσαν επ' αυτούς. Επεθύμουν ίσως να διδάξωσι και να επιπλήξωσι, και
είτα μετά συγκαταβάσεως εφάπαξ να συγχωρήσωσι, και ιδού! Εκείνος,
συγκιρνά δι' αυτούς το μεγαλείον της διδασκαλίας με την αυστηρότητα
της συμπαθούς επιτιμήσεως.

Εκάθισαν περί Αυτόν μεθ' όλων των πομπών του αξιώματός των, διά να
Τον τρομάξουν ως υποδεέστερον, και ιδού! τρέμουσι και τρίζουσι τους
οδόντας, καίτοι δεν τολμώσι να ενεργήσωσιν, ενώ Εκείνος με λέξεις ως
φλόγα πυρός εισερχομένας εις τους αρμούς και τον μυελόν, με λέξεις
εμπλεωτέρας σοφίας και μεγαλειότητος ή εκείναι αίτινες κατήλθον εν
μέσω των κεραυνών του Σινά, διεκδικεί το φοβερόν αξίωμα του Υιού του
Θεού.

Και ούτω η απόπειρα όπως εντυπώσωσιν επ' Αυτόν τους μικρολόγους
κανόνας των και τας τετριμμένας τελετάς των, όπως Τον διδάξωσι περί
του απηγορευμένου του ποιείν θαύματα εν ημέρα Σαββάτου — ίσως όπως
Τον τιμωρήσωσι διά το μέγα τόλμημα του να διατάξη ένα άνθρωπον να
σηκώση τον κράββατον του, εντελώς απέτυχε. Διά των πρώτων λέξεων Του
εκθέτει την υλοφροσύνην των και την αμάθειάν των. Εκείνοι εν τη
αδυναμία των είχον νομίσει περί του Σαββάτου ως εάν ο Θεός έπαυσε να
εργάζηται κατ' αυτό επειδή είχε κουρασθή. Εκείνος τους λέγει ότι η
αγία εκείνη ανάπαυσις είνε ευεργετική ενεργητικότης. Εφρόνουν
προφανώς, όπως φρονούσι πολλοί και σήμερον, ότι ο Θεός παρητήθη και
μετέδωκεν είς τινας αφώνους δυνάμεις την δημιουργόν ενέργειάν Του.
Εκείνος τους λέγει, ότι ο Πατήρ Του έως άρτι εργάζεται· και Αυτός,
γινώσκων τον Πατέρα Του, και αγαπώμενος υπ' Αυτού, εργάζεται μετ'
Αυτού, και μέλλει να ποιήση μεγαλείτερα έργα ή εκείνα όσα είχε
ποιήσει μέχρι τούδε. Ήδη εζωοποίει το πνευματικώς νεκρόν, και ημέρα
θα έλθη εν ή πάντες οι εν τοις μνημείοις θ' ακούσωσι την φωνήν Του.
Ήδη εχαρίζετο αιωνίαν ζωήν εις πάντας τους πιστεύοντας εις Αυτόν·
μετέπειτα η φωνή Του θ' ακουσθή εις την τελευταίαν εκείνην κρίσιν των
ζώντων και των νεκρών, την οποίαν ο Πατήρ Του παρέδωκεν εις χείρας
Του.

Αξιοσημείωτος είνε εν τη περικοπή ταύτη του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου
(ήτις αναγινώσκεται συνήθως εν τη ακολουθία των νεκρών), η διάκρισις
η γενομένη μεταξύ του «οι τα αγαθά  π ο ι ή σ α ν τ ε ς» και του «οι
τα φαύλα π ρ ά ξ α ν τ ε ς». Οι πρώτοι είνε οι αυτουργοί των αγαθών
εκείνων πράξεων αίτινες δεν δύνανται ν' αποθάνουν, οι δεύτεροι είνε
δούλοι και θύματα παντός του απατηλού και του παροδικού εν τω
προσκαίρω κόσμω.

Αυτός εμαρτύρει απλώς περί Εαυτού; Ήσαν τρεις ισχυροί μάρτυρες
οίτινες είχον μαρτυρήσει και εμαρτύρουν περί Αυτού· ο Ιωάννης, τον
οποίον, αφού επί βραχύ τον εθαύμασαν, ύστερον απέρριψαν· ο Μωυσής,
τον οποίον εκαυχώντο ότι ακολουθούσι, και δεν τον ενόουν· ο Θεός
αυτός, τον οποίον επηγγέλλοντο ότι λατρεύουσιν, αλλ' ουδέποτε είδον
ούτε εγνώρισαν. Αυτοί ούτοι έστειλαν προς τον Ιωάννην και ήκουσαν την
μαρτυρίαν του· αλλ' Αυτός δεν είχε ανάγκην της μαρτυρίας ανθρώπου,
την μνημονεύει δε μόνον προς χάριν των, επειδή προς καιρόν ηθέλησαν
να εγκαλλωπισθώσιν εις τον λύχνον του θείου φωτός, τον μέγαν εκείνον
προφήτην. Αλλ' είχε πολύ υψηλοτέραν μαρτυρίαν από την του Ιωάννου,
την μαρτυρίαν θαυματουργού δυνάμεως, εξασκουμένης όχι καθώς οι
προφήται είχον εξασκήσει αυτήν, εν τω ονόματι του Θεού, αλλ' εν τω
ιδίω Αυτού ονόματι, επειδή ο Πατήρ Του τοιαύτην εξουσίαν είχε δώσει
εις την χείρα Του. Τον Πατέρα εκείνον αυτοί δεν τον εγνώριζον· το φως
Του το είχον εγκαταλείψει χάριν του σκότους· τον λόγον Του χάριν της
ιδίας των νοθείας και αμαθείας· και απέριπτον Εκείνον τον οποίον
απέστειλεν. Αλλ' υπήρχε και τρίτη μαρτυρία. Εάν δεν εγνώριζον τίποτε
περί του Πατρός, τουλάχιστον εγνώριζον, ή ενόμιζον ότι γνωρίζουν τας
Γραφάς. Αι Γραφαί ήσαν εις τας χείρας των· είχον αριθμήσει αυτά τα
γράμματα τούτων· και όμως απέρριπταν Αυτόν, περί ου αι Γραφαί
εμαρτύρουν. Δεν ήτο πρόδηλον ότι αυτοί, οι δίκαιοι, οι ευσεβείς, οι
μικρολόγοι, οι ιερείς, οι θρησκευτικοί άρχοντες του έθνους των, δεν
είχον την αγάπην του Θεού εν εαυτοίς, αφού ούτως απέρριπτον τον
προφήτην Του, τον λόγον Του, τα έργα Του, τον Υιόν Του;

Και ποίος ο πυρήν της πικρίας ο εν αυτοίς, όστις παρήγεν όλον τούτον
τον πικρόν καρπόν; Δεν ήτο η έπαρσις; Πώς ηδύναντο να πιστεύσωσιν οι
ζητούντες τιμήν παρ' αλλήλων, και όχι την τιμήν την παρά του Θεού
μόνον; Εντεύθεν συνέβη ν' απορρίπτουν τον Ελθόντα επ' ονόματι του
Πατρός Του, ενώ ήσαν και θα είνε πρόθυμοι να γίνωνται θύματα παντός
ψευδομεσσίου, όπως του Ιούδα και του Θευδά και του Βαρ-Κοχεβά (εις
την Ιουδαϊκήν ιστορίαν υπήρξαν υπέρ τους εξήκοντα τοιούτοι), όστις
ήλθεν επί τω ιδίω αυτού ονόματι.

Και όμως δεν ήθελε να κατηγορήση αυτούς προς τον Πατέρα· είχον άλλον
κατήγορον, τον Μωυσήν, εις ον επίστευον. Ναι, τον Μωυσήν, εις του
οποίου τα σμικρότατα ρήματα επηγγέλλοντο ότι υπακούουν — επί των
μάλλον τετριμμένων εντολών του Νόμου, του οποίου είχον σωρεύσει όρη
όλα φορτίων παραδόσεως και σχολίων, και εις αυτόν ηπίστουν και
παρήκουον. Εάν επίστευον τον Μωυσήν θα επίστευον τον Λαλούντα μετ'
αυτών, διότι ο Μωυσής περί Αυτού έγραψεν, αλλ' εάν ούτως ηπείθουν εις
τα γράμματα, τα οποία επετήδευον ότι τιμώσι, πώς θα ηδύναντο να
πιστεύσουν εις τα ρήματα, τα οποία ήκουον μετά λύσσης και μίσους.

Γνωρίζομεν μετά πόσης θανασίμου αδημονίας ηκούσθησαν οι λόγοι ούτοι.
Ουδέποτε πρότερον ο Χριστός είχεν ομιλήσει τόσον εναργώς. Φαίνεται ως
εάν εν τη Γαλιλαία είχε θελήσει ίνα, η αλήθεια η αφορώσα Αυτόν
ανατείλη ως βαθμιαία ηώς επί τας ψυχάς εκείνων οίτινες ήκουον την
διδασκαλίαν Του και έβλεπον τα έργα Του· αλλ' ωσανεί εν Ιερουσαλήμ,
όπου το κήρυγμά Του υπήρξε βραχύτερον, και οι οπαδοί Του
ολιγαριθμότεροι, και οι πολέμιοι Του ισχυρότεροι, και τα έργα της
δυνάμεώς Του σπανιώτερα, είχεν αποφασίσει να καταστήση αναπολογήτους
τους προκρίτους και άρχοντας του λαού, αποκαλύπτων παραχρήμα εις τας
εκπλήκτους ακοάς των την φύσιν της υποστάσεώς Του. Ευκρινέστερον
τούτου δεν ηδύνατο να ομιλήση. Εκείνοι Τον είχον καλέσει ενώπιόν των,
όπως εξηγήση διατί ηθέτει το Σάββατον· αντί να δικαιολογήση την
πράξιν Του, καθώς έπραξεν ενίοτε εν Γαλιλαία, δεικνύων ότι ο
υψηλότερος και ηθικός νόμος της αγάπης υπερέχει και μηδενίζει τον
χθαμαλώτερον νόμον της εις το γράμμα προσηλώσεως και υποταγής· αντί
να δείξη ότι είχε πράξει εν τω πνεύματι εν ώ οι μέγιστοι των αγίων
ανδρών είχον πράξει προ Αυτού, και οι μέγιστοι των προφητών
εδίδασκον, κηρύττει ότι «Κύριος εστιν ο Υιός του Ανθρώπου και του
Σαββάτου», ως Υιός και διερμηνευτής Εκείνου όστις είχε ποιήσει το
Σάββατον, και όστις καθ' όλην την κραταιάν πορείαν της Φύσεως και της
Προνοίας εξηκολούθει να εργάζηται κατ' αυτό.

Εδώ άρα υπήρχον δύο θανάσιμοι κατηγορίαι κατά του Προφήτου τούτου της
Ναζαρέτ· ήτο βεβηλωτής του Σαββάτου· ήτο και βλάσφημος κατά του Θεού
των. Το πρώτον έγκλημα ήτο αρκούσα αιτία πολέμου και διωγμού· το
δεύτερον ήτο υπεραρκούσα δικαιολογία επιμόνων προσπαθειών, όπως
επιφέρωσι τον θάνατον Του. «Εδίωκον... και εζήτουν αποκτείναι Αυτόν».

Αλλά προς το παρόν δεν ίχυον να πράξωσι τίποτε· ηδύναντο μόνον να
λυσσώσιν εν οργή ματαία, να τρίζωσιν οδόντας και να τήκωνται.
Οιαδήποτε αν ήτο η αφορμή, άχρι τούδε δεν ετόλμων να ενεργήσωσι.
Δύναμις ανωτέρα της ιδικής των τους περιέστελλεν. Η ώρα του θριάμβου
των δεν είχεν έλθη ακόμη· μόνον από της στιγμής ταύτης εξήλθεν
εναντίον Του από των καρδιών των ιερέων εκείνων και Φαρισαίων
ανέκκλητος απόφασις θανάτου.

Τούτων ούτως εχόντων, ήτο ανωφελές και επιζήμιον δι' Αυτόν να μένη εν
Ιουδαία, όπου πάσα ημέρα ήτο ημέρα κινδύνου από τους ισχυρούς τούτους
συνωμότας. Δεν ηδύνατο πλέον να μένη εν Ιερουσαλήμ διά το εγγίζον
Πάσχα, αλλ' ώφειλε να επιστρέψη εις Γαλιλαίαν. Επέστρεψε δε μετά
εναργούς προβλέψεως του αφεύκτου τέλους· εν πλήρει γνώσει ότι αι ώραι
του φωτός, εν αις ηδύνατο έτι να εργάζεται έφθινον ολονέν,
επερχομένης σκοτίας, και ότι το λοιπόν του έργου Του έμελλε να
τελεσθή με το αίσθημα, ότι ο θάνατος επεκρέματο επί της θείας κεφαλής
Του.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'.
Η αποτομή του Βαπτιστού



Επάνοδος εις Γαλιλαίαν. — Ηρώδης ο Αντίπας. — Η Ηρωδιάς. — Το
συμπόσιον. — Σαλώμη η ορχηστρίς. — Το αίτημά της. — Η σφαγή του
Προδρόμου. — Αι τύψεις του Ηρώδου και το τέλος του.

«Είθε μη ώμοσας, Ηρώδη άνομε· ει δε και ώμοσας μη ευώρκησας», είπεν
είς των εγκωμιαστών της Ανατολικής Εκκλησίας. Αναμφιβόλως την σφαγήν
του Βαπτιστού είχεν εν τω νω και ο Άγγλος ποιητής Σαιξπήρος ότε
έγραφεν: «Είνε μεγάλη αμαρτία το να ομόση τις προς αμαρτίαν, αλλά
μεγαλειτέρα αμαρτία το να τήρηση αμαρτωλόν όρκον».

Πρέπει να είχε πλήρη θλίψεως την ανθρωπίνην καρδίαν Του ο Σωτήρ, όταν
επέστρεψεν εις την Γαλιλαίαν. Εις την ιδίαν Του αφανή Ναζαρέτ είχεν
απορριφθή βιαίως· τώρα απερρίφθη όχι ολιγώτερον αποφασιστικώς εν
Ιεροσολύμοις υπό των αρχόντων του ιδίου έθνους Του. Επέστρεφεν εις
ατμόσφαιραν συσκοτιζομένην ήδη υπό των νεφών της επιτεινομένης
αντιδράσεως· και μόλις είχεν επιστρέψει, όταν εις την ατμόσφαιραν
ταύτην, ως πρώτη δόνησις θανασίμου κώδωνος σημαίνοντος καταστροφήν,
ήλθεν η είδησις φοβερού μαρτυρίου. Ο θεοφεγγής και φαεινός λύχνος
εσβέσθη αίφνης εις το αίμα. Ο μέγας Πρόδρομος, ο μείζων εν γεννητοίς
γυναικών, ο Προφήτης, και προφήτου περισσότερος, ανοσίως εσφάγη.

Ηρώδης ο Αντίπας, της Γαλιλαίας ο τετράρχης, ήτο ασθενής και άθλιος
ηγεμών, οίος ητίμασέ ποτε τον θρόνον καταδυναστευομένης χώρας.
Σκληρός, άπληστος και φιλήδονος, ως ο πατήρ του, ήτο, ανομοίως προς
εκείνον, ασθενής εν πολέμω και κλονούμενος εν ειρήνη. Παρ' αυτώ, ως
συμβαίνει εις πολλούς χαρακτήρας επιφανείς επί της ιστορικής σκηνής,
απιστία και δεισιδαιμονία εκ παραλλήλου έβαινον. Αλλ' ο τρόμος ενόχου
συνειδήσεως δεν τον έσωζεν από των κακούργων παραφορών βιαίας
θελήσεως. Ήτο άνθρωπος παρ' ω απετελέσθη το χείριστον κράμα των
χαρακτήρων Ρωμαίου, Ασιάτου και Έλληνος.

Κατά τινα εν Ρώμη διατριβήν, όπου απήλθεν ίσως διά να συλλυπηθή τον
Τιβέριον επί τω θανάτω του υιού του Δρούσου, εφιλοξενήθη υπό του
ετεροθαλούς αδελφού του, Ηρώδου «Φιλίππου», όχι του τετράρχου όστις
έφερε το Φίλιππος ως κύριον όνομα, αλλ' ετέρου υιού του μεγάλου
Ηρώδου, όστις είχεν αποκληρωθή και έμενεν ιδιωτεύων εν Ρώμη. Εκεί
συνελήφθη εις τας παγίδας της Ηρωδιάδος, συζύγου του αδελφού του·
και αντήμειψε την φιλοξενίαν ης έτυχεν απαγαγών την γυναίκα. Οι
Ηρώδαι ήσαν εξ αρχής αιμομίκται. Η Ηρωδιάς θυγάτηρ ούσα του
Αριστοβούλου, ήτο ου μόνον νύμφη, αλλ' ανεψιά του Αντίπα. Είχε
γεννήσει ήδη εις τον σύζυγόν της κόρην, ήτις είχε μεγαλώσει. Ο
Αντίπας είχεν ήδη σύζυγόν την θυγατέρα του Αρέθα, ηγεμόνος της
Αραβίας, και ούτε αυτός ούτε η Ηρωδιάς ήσαν πλέον νέοι. Ο Αντίπας
υπεσχέθη να διαζευχθή την νόμιμον σύζυγόν του και να την νύμφευε.

Αι ελαφροτέραι των κακιών μας γίνονται όργανα προς τιμωρίαν μας. Από
της στιγμής ταύτης ήρχισε διά τον Ηρώδην Αντίπαν σειρά θλίψεων και
ατυχιών, ήτις απέληξεν ύστερον εις ανηλεή εξορίαν και εις άδοξον
θάνατον. Η Ηρωδιάς κατέστη απ' αρχής ο κακός δαίμων της οικίας. Η
ηγεμονίς η Αράβισσα, χωρίς να περιμείνη το διαζύγιον, έφυγεν εν
αγανακτήσει εις τα απρόσιτα όρη της Πετραίας Αραβίας, πλησίον του
πατρός της. Εκείνος, δικαίως αγανακτήσας, διέρρηξε πάσαν σχέσιν προς
τον γαμβρόν του, και ακολούθως εκήρυξε πόλεμον κατ' αυτού, εν ώ
εξεδικήθη νικήσας αυτόν κατά κράτος.

Εκεί ηκούσθη μία φωνή ήτις έφθασεν εις τας ακοάς του, και ετάραξε την
συνείδησίν του, και ήτις δεν ηδύνατο ευκόλως να κατασιγασθή. Ήτο η
μεγάλη φωνή του Βαπτιστού. Πώς ο Ηρώδης ήλθε το πρώτον εις σχέσιν
προς αυτόν, αγνοούμεν. Πιθανόν ότι τον είχε συλλάβη επί τη προφάσει
ότι η διδασκαλία του, και τα πλήθη τα συρρέοντα προς αυτόν, έτεινον
να διακυβεύσωσι την δημοσίαν ασφάλειαν. Ο Ηρώδης έπασχεν από είδος
δεισιδαίμονος περιέργειας, ήτις τον έκαμνε να σπεύδη επτοημένως ν'
ακούση τας θρησκευτικάς αληθείας, τας οποίας διά της καθημερινής ζωής
του τόσον καταφώρως περιβίαζεν. Εκάλεσε τον Ιωάννην ενώπιόν του. Ως
νέος Ηλίας ενώπιον άλλου Αχαάβ, φέρων το εκ τριχών καμήλου ένδυμα και
την δερματίνην ζώνην του, ο αυστηρός ερημίτης, όστις είχεν υπερβή
τους όρους της φύσεως, αλλ' είξευρε να «συντηρή τους θεσμούς της
δικαιοσύνης» προς τους κοινούς ανθρώπους, έστη άφοβος ενώπιον του
αιμομίκτου βασιλέως. Οι λόγοι του έπεσον ως πεπυρακτωμένος σίδηρος
επί της σκληράς εκείνης και παγεράς συνειδήσεως. Ο Ηρώδης εταράχθη
ουκ ολίγον, και ήτο έτοιμος να υποστή άλλας θυσίας προς χάριν του
Ιωάννου. Αλλ' έν μόνον δεν ηδύνατο να πράξη, και τούτο ήτο να
παραιτήση ή τον ένοχον έρωτα, ή ν' αποπέμψη την αλαζόνα γυναίκα, ήτις
διεύθυνε την ζωήν του, αφού είχε καταστρέψει την ειρήνην του. «Ουκ
έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου», είπε καθαρά ο
Προφήτης, ουδέ και των άλλων εγκλημάτων του Ηρώδου εφείσθη.

Άλλοι άνθρωποι είχον ηπίους λόγους διά τα αμαρτήματα των ηγεμόνων·
αλλ' εις την πυρίνην ψυχήν του Βαπτιστού, την κρατυνθείσαν διά της
μακράς ασκήσεως εν τη ερήμω, δεν υπήρχε φόβος της ανθρωπίνης
βασιλείας, ούτε συγκατάβασις προς τερατώδες αμάρτημα. Και τότε οι
αυλικοί του Ηρώδου είδον το παράδοξον θέαμα, τον βασιλέα να τρέμη
ενώπιον του δεσμώτου. Αλλ' ο Ιωάννης είξευρε πόσον ολίγην
εμπιστοσύνην έπρεπε να τρέφη τις εις ψυχήν καταβιβρωσκομένην από
κυριεύον αμάρτημα· και αφού Εκείνος τον οποίον εμαρτύρησε πέραν του
Ιορδάνου δεν ετέλεσε θαύμα δυνάμεως προς απελευθέρωσίν του, είνε
πιθανόν ότι ο ίδιος επερίμενε τον θάνατόν του.

Έως τώρα, όμως, η δειλία ή η σχετική ευσυνειδησία του Ηρώδου Αντίππα
προεφύλαττον τον Προφήτην από το άσπονδον μίσος της μοιχαλίδος. Αλλά
τέλος ό,τι αύτη δεν κατώρθωσε να επιτύχη διά της ικεσίας το εκέρδησε
διά της πανουργίας. Εγνώριζε καλώς ότι και από του δεσμωτηρίου η φωνή
του Ιωάννου δυνατόν να ήτο ισχυροτέρα από τας επιδράσεις της
φθινούσης καλλονής της, επερίμενε δε την ευκαιρίαν, ήτις δεν εβράδυνε
να παρουσιασθή.

Ο Ηρώδης, την ημέραν των γενεθλίων του ητοίμασε δείπνον εις τους
αυλικούς και τους μεγιστάνας του παλατιού, δείπνον πολυτελές εντός
των μεγαλοπρεπών αιθουσών του.

Αλλ' η Ηρωδιάς είχε προβλέψει διά τον βασιλέα απροσδόκητον και λίαν
ελκυστικήν τέρψιν, το θέαμα της οποίας ήτο βέβαιον ότι θα εγοήτευε
δαιτημόνας ως τους ιδικούς του. Ορχησταί και ορχιστρίδες ήσαν
περιζήτητοι τότε. Το πάθος του να θεώνται το είδος τούτο της πολλάκις
επιβλαβούς παραστάσεως, φυσικά είχεν εισχωρήσει εις τας Σαδδουκεϊκάς
και ημιεθνικάς αυλάς των Εδωμιτών τούτων των αρπάγων, και Ηρώδης ο
Μέγας είχε κτίσει εντός του παλατίου του θέατρον διά τους ορχηστάς
της θυμέλης. Πολυτελές συμπόσιον της εποχής δεν εθεωρείτο ποτέ
τέλειον αν δεν επεραίνετο διά τινος βαναύσου μιμικής παραστάσεως· και
βεβαίως ο Ηρώδης είχε προβλέψει περί τούτου. Αλλά δεν είχε προβλέψει
διά τους κεκλημένους του την σπανίαν πολυτέλειαν να ίδωσι μίαν
ηγεμονίδα — ανεψιάν του, εγγόνην Ηρώδου του Μεγάλου, και απόγονον
επομένως του αρχιερέως Σίμωνος και της γραμμής των Μακκαβαίων
ηγεμόνων — να τους τιμήση εκπίπτουσα η ιδία εις θεατρικήν όρχησιν.
Και όμως όταν το συμπόσιον ετελείωσεν, όταν οι δαιτημόνες είχον
εμπλησθή βρωμάτων και οίνου, η Σαλώμη, η θυγάτηρ της Ηρωδιάδος, εις
το έαρ τότε της λαμπράς καλλονής της, εσηκώθη κ' εχόρευσεν, ως
χορεύουν αι ορχηστρίδες της σκηνής, εις το μέσον των εκλελυμένων και
οινοβαρών συμποσιαστών. «Εισελθούσα ωρχήσατο, και ήρεσε τω Ηρώδη και
τοις συνανακειμένοις αυτώ». Κ' εκείνος, ως άλλος Ξέρξης, εν τω λήρω
της οινοφλυγίας του, ώμοσε προς την ευτυχή κόρην, επί παρουσία των
κεκλημένων του, ότι θα έδιδεν αυτή ό,τι αν εζήτει, «μέχρις ημίσους
της βασιλείας» του.

Η κόρη έτρεξε προς την μητέρα και την ηρώτησε: «Τι να ζητήσω;» Τούτο
ακριβώς επερίμενεν η Ηρωδιάς, και θα ηδύνατο να ζητήση εσθήτας ή
πολυτίμους λίθους ή παλάτια ή ότι τοιαύτη γυνή αγαπά. Αλλ' ως πνεύμα
οποίον το ιδικόν της η εκδίκησις ήτο γλυκυτέρα του πλούτου ή της
υπερηφανίας. Δυνάμεθα να φαντασθώμεν μετά ποίας αγρίας κακίας υπέβαλε
την απάντησιν, «Την κεφαλήν Ιωάννου του Βαπτιστού». Και εισελθούσα
ενώπιον του βασιλέως ευθύς μετά σπουδής (πόσον αξία μαθήτρια της
μητρός της!) η Σαλώμη έκραξε: «Δος μοι ώδε εξαυτής επί πίνακι την
κεφαλήν Ιωάννου του Βαπτιστού».

Ο τετράρχης ελυπήθη, εγένετο περίλυπος, λέγει ο Ευαγγελιστής Μάρκος.
«Αλλά διά τους όρκους και τους συνανακειμένους εκέλευσε αποτμηθήναι
την κεφαλήν». Περισσότερον εφοβήθη τας επικρίσεις των συμποτών του
παρά την μέλλουσαν βάσανον όσης συνειδήσεως του είχε μείνη ακόμη.
«Και αποστείλας ο βασιλεύς σπεκουλάτωρα, απεκεφάλισε τον Ιωάννην εν
τη φυλακή». Και ούτω, κατά προσταγήν ακολάστου τυράννου, και κατ'
εισήγησιν δύο ασελγών γυναικών, (7) ο πέλεκυς έπεσε και η κεφαλή του
ευγενεστάτου των προφητών απετμήθη.

Κρυφή και εν τω σκότει διεδραματίσθη η σκηνή, και άν τινες την είδον,
εσφραγισμένα ήσαν τα χείλη των· αλλ' ο δήμιος εξήλθεν εις το φως
βαστάζων από της κόμης την ευγενή εκείνην κεφαλήν, κ' εκεί, εν τη
ώχρα του προσφάτου θανάτου, ετέθη επί δίσκου από της βασιλικής
τραπέζης. Το κοράσιον την έλαβε, και φρικώδης ως Μέγαιρα την έφερε
προς την μητέρα της. Ας ελπίσωμεν ότι οι θλιβεροί εκείνοι χαρακτήρες
θα εβασάνισαν τας ψυχάς αμφοτέρων μέχρι θανάτου.

Τι απέγεινε τότε η κεφαλή του Βαπτιστού δεν γνωρίζομεν. Η παράδοσις
λέγει, ότι η Ηρωδιάς διέταζε να ριφθή ο ακέφαλος κορμός προς εδωδήν
εις τους κύνας. Αλλ' έπεσεν επ' αυτήν ταχεία η εκδίκησις. Και όσον
διά την θυγατέρα της, η παράδοσις αναφέρει ότι, ενώ διέβαινε
παγωμένην λίμνην, αίφνης ο πάγος εθραύσθη, αυτή εβυθίσθη μέχρι του
λαιμού εις το ύδωρ, η κεφαλή της έμεινεν άνω του πάγου, και απεκόπη
διά της πιέσεως του πάγου. Δεν εκτελείται πάντοτε εν τούτω τω κόσμω η
εκδίκησις του Θεού, αλλά δίδονται ενίοτε τοιαύτα παραδείγματα.

Οι μαθηταί του Ιωάννου (ίσως μετ' αυτών ήτο και Μαναείμ ο Εσσαίος, ο
ομογάλακτος Ηρώδου του Αντίπα), ήραν το σώμα και έθαψαν αυτό. Μετά
τούτο η πρώτη φροντίς των ήτο να έλθωσι προς τον Ιησούν και
διηγηθώσιν Αυτώ, ένιοι τούτων ίσως με καρδίας πικράς, ότι ο φίλος και
πρόδρομός Του, ο πρώτος όστις είχε μαρτυρήσει περί Αυτού, και περί ου
Αυτός είχεν απαγγείλη τον μέγιστον έπαινον, εθανατώθη.

Περί δε τον αυτόν χρόνον και οι Απόστολοί Του επέστρεψαν εκ της
αποστολής των, και διηγήθησαν Αυτώ πάντα όσα έπραξαν και εδίδαξαν.
Είχον κηρύξει μετάνοιαν· είχον εκβάλη δαιμόνια· είχον χρίσει ελαίω
τους ασθενείς και ιατρεύσει αυτούς. Παρ' όσα εν μέρει κατώρθωσαν,
εφαίνετο ως εάν η αδοκάμαστος πίστις των είχεν αποδειχθή μέχρι τούδε
ανεπαρκής διά το υψηλόν έργον το επιβληθέν αυτοίς.

Και μικρώ ύστερον, νέα φήμη έφθασεν εις τον Ιησούν· ότι ο φονεύς ο
τετράρχης εξήταζε περί Αυτού, επεθύμει να Τον ίδη· ίσως θα έστελλε να
ζητήση την παρουσίαν Του άμα θα επέστρεφεν εις το νεόδμητον παλάτιόν
του, εις την πόλιν Τιβεριάδα. Επειδή η αποστολή των Δώδεκα είχε
συντείνει μάλλον παρά ποτε, όπως διαδοθή η φήμη Αυτού μεταξύ του
λαού, και αι εικοτολογίαι περί Αυτού ήσαν εν ακμή. Όλοι παρεδέχοντο
ότι είχεν υψίστας αξιώσεις διά να επισύρη την προσοχήν. Άλλοι έλεγον
ότι ήτο ο Ηλίας, άλλοι, ο Ιερεμίας και άλλοι, είς των Προφητών· αλλ'
ο Ηρώδης προέβαλε την παραδοξοτάτην λύσιν του προβλήματος. Λέγουν
ότι, όταν ο Θεοδώριχος διέταξε τον φόνον του Συμμάχου, εβασανίζετο
«και τέλος παρεφρόνησεν από το φάντασμα του τεθνεώτος γέροντος,
επιφαινόμενον αυτώ όναρ και ύπαρ· ουδ' ηδύνατο άλλως να έχη το πράγμα
ως προς τον Ηρώδην τον Αντίπαν. «Εν μέσω των τρυφώντων η κεφαλή του
νηστεύοντος παρετέθη». Επί της τραπέζης του συμποσίου του εκομίσθη η
κεφαλή ανδρός τον οποίον, εις τα βάθη της ψυχής του ησθάνετο άγιον
και δίκαιον· και είχεν ιδεί, με την επίσημον αγωνίαν του θανάτου
αποτυπωμένην ακόμη επ' αυτών, τους αυστηρούς χαρακτήρας εφ' ους
πολλάκις μετά φόβου είχε προσβλέψει· «Σιγάν σου μεν την γλώσσαν
υπέλαβεν ο Ηρώδης· η δε, και σίγησα, πλέον ελέγχει». Δεν εξήρχετο ο
έλεγχος από τα παγωμένα εκείνα χείλη, μεγαλοφωνότερον ακόμη και
τρομερώτερον, ή όταν εκείνος έζη; Μη οι τόνοι οίτινες επρόφεραν, «Ουκ
έξεστί σοι έχειν αυτήν», επάγωσαν εις σιωπήν, ή εφαίνοντο να
εξέρχωνται μεθ' υπερφυούς θερμότητος από των ψυχρών χειλέων; Εάν δεν
ατώμεθα, η αποτετμημένη εκείνη κεφαλή σπανίως έλειπεν από τούδε από
της τεταραγμένης φαντασίας του Ηρώδου μέχρι της ημέρας του θανάτου
του. Και όταν, μετά βραχύ, ήκουσε την ακοήν άλλου Προφήτου, Προφήτου
απείρως ισχυροτέρου και θαυματουργού, η ένοχος συνείδησίς του
ερρίγησεν υπό δεισιδαίμονος φρίκης, και εις τους οικείους του ήρχισε
να ψιθυρίζη μετά τρόμου: «Ούτος εστιν Ιωάννης ο Βαπτιστής, ον εγώ
απεκεφάλισα· αυτός ηγέρθη από των νεκρών, και διά τούτο αι δυνάμεις
ενεργούσιν εν αυτώ». Μη ο Ιωάννης επανήλθεν ούτω αιφνιδίως εις την
ζωήν διά να επιβάλη φοβεράν τιμωρίαν; μη θα ήρχετο εις τας επάλξεις
και τους πύργους του άγων μέγα πλήθος εις αγρίαν αποστασίαν; ή θα
επαρουσιάζετο τρομερός, το μεσονύκτιον, εις το παλάτιόν του, με την
ρομφαίαν της εκδικήσεως;

Καθώς ο ζέων θυμός της Ηρωδιάδος υπήρξεν η μάστιξ της ειρήνης του
συζύγου της, ούτω και η μωρά φιλοδοξία της εγένετο ύστερον η άμεσος
αιτία της καταστροφής του. Όταν ο αυτοκράτωρ Γάιος (Καλιγούλας)
ήρχισε να σωρεύη χάριτας επί τον Ηρώδην Αγρίππαν Α' η Ηρωδιάς, έκφρων
εκ φθόνου και αδημονίας, παρεκίνησε τον Αντίπαν να πλεύση μετ' αυτής
εις Ρώμην, και να αξιωθή εκεί μερίδος τινός της ευνοίας της δοθείσης
εις τον αδελφόν της. Προ παντός επεθύμει ίνα ο σύζυγος της επιτύχη
τον τίτλον του βασιλέως, αντί να εξακολουθή φέρων τον ταπεινότερον,
του τετράρχου.

Μάτην ο δειλός και φίλος της ραστώνης Αντίπας υπέδειξεν αυτή τον
κίνδυνον εις τον οποίον θα ηδύνατο να εκτεθή διά τοιαύτης αιτήσεως.
Αύτη τον ηνόχλησε τόσον διά των απαιτήσεών της, ώστε εκείνος,
εναντίον της ιδίας κρίσεως του, εβιάσθη να ενδώση. Τα πράγματα
εδικαίωσαν τας κακάς υπονοίας του. Η αγάπη δεν εβασίλευε μεταξύ των
πολυαρίθμων θείων και ανεψιών και ετεροθαλών αδελφών της οικογενείας
του Ηρώδου, και ή εκ πολιτικού συμφέροντος ή εξ αντιζηλίας ο Αγρίππας
ου μόνον επολέμησε τα σχέδια της αδελφής του και του θείου του,
καίτοι ούτοι τον είχον βοηθήσει εις τας ιδίας ατυχίας του, αλλ'
έπεμψε τον απελεύθερόν του Φορτουνάτον εις Ρώμην όπως κατηγορήση τον
Αντίπαν διά προδοτικά σχέδια. Ο τετράρχης δεν εδυνήθη ν' απαλλάξη
εαυτόν της κατηγορίας ταύτης, και τω 39 έτος μ Χ. εξωρίσθη εις
Λούγδουνον της Γαλλίας. Η Ηρωδιάς τον ηκολούθησεν εις την εξορίαν, κ'
εκεί αμφότεροι εν αφανεία και ατιμία απέθανον.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ'.
Ο χορτασμός των πεντακισχιλίων και ο περίπατος επί της θαλάσσης



Το πεινών πλήθος. — Το θαύμα των πέντε άρτων. — Ο Ιησούς εις το όρος
— Οι μαθηταί εν τη τρικυμία. — «Εγώ ειμι». — Τόλμη του Πέτρου και
αποτυχία. — Φύσις του θαύματος.

Η τροφή των πεντακισχιλίων είνε έν των ολίγων θαυμάτων τα οποία μας
διηγούνται και οι τέσσαρες Ευαγγελισταί. Αι ασυμφωνίαι μεταξύ των
είνε μικραί και ασήμαντοι. «Όσον ακριβέστερον, παρατηρεί είς νεώτερος
κριτικός, δύο αφηγηταί του αυτού γεγονότος συμφωνούσι προς αλλήλους,
τόσον ύποπτοι γίνονται. Δύο άνθρωποι δεν βλέπουσι ποτέ τα πράγματα με
τους αυτούς οφθαλμούς, ούτε διευθύνουσι την προσοχήν των ακριβώς εις
τας αυτάς περιστάσεις. Όσον ακριβής και εμβριθής και αν είνε ο
Θουκιδίδης, θα έχωμεν δύο πολύ διαφέρουσας ιστορίας του
Πελοποννησιακού πολέμου, εάν και άλλος παρατηρητής κριτικός επίσης
είχεν αφιερώσει την προσοχήν του εις τα αυτά συμβεβηκότα». Αι μικραί
ασυμφωνίαι των Ευαγγελιστών χρησιμεύουν εις το ν' αποκαταστήσωσιν
κατά τον μάλλον ευχάριστον τρόπον την ουσιώδη ανεξαρτησίαν της
τετραπλής μαρτυρίας.

Κατά την βορειανατολικήν γωνίαν της λίμνης, μικρόν περαιτέρω του
μέρους όπου ο Ιορδάνης εμβάλλει, υπήρχε δευτέρα τις Βηθσαϊδά (η λέξις
σημαίνει οίκον αλιείας), η καλουμένη προς διαστολήν Ιουλιάς. Προς
νότον δε της πολίχνης ήτο η χλοερά και στενή κοιλάς Ελ Βατιχά,
ακατοίκητος και τότε όπως σήμερον. Προς τα εκεί διευθύνθη το
πλοιάριον το φέρον τον Ιησούν και τους μαθητάς Του, επιζητούντας
ανάπαυσιν από των κόπων. Αλλ' όσον κατ' ιδίαν και αν εγένετο η
αναχώρησις, δεν παρήλθεν απαρατήρητος. Απέχει μόνον έξ μίλια διά
θαλάσσης από της Καπερναούμ η ερημική παραλία προς την οποίαν
διευθύνοντο. Το μικρόν πλοίον, προφανώς υστερήσαν από αντιπνόους
ανέμους, εβραδοπλόει εις ουχί μεγάλην απόστασιν από της όχθης, και
μέχρις ου φθάση εις το τέρμα, ο σκοπός της αναπαύσεως διά τους
Αποστόλους εματαιώθη. Τινές εκ του πλήθους είχον προτρέξει του
πλοίου, και πλήθος ήδη ίστατο εις την όχθην όταν το πλοίον προσήγγισε
προς αποβίβασιν, ενώ απωτέρω εφάνησαν αι πολυάριθμοι ομάδες των
προσκυνητών διά το Πάσχα, οίτινες προσειλκύσθησαν έξω από τον δρόμον
των υπό της αυξανούσης φήμης του αγνώστου προφήτου. Ο Ιησούς εκινήθη
εις συμπάθειαν προς αυτούς, «ότι ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα».
Δυνάμεθα να εικάσωμεν εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, ότι αποβάντες
εις την ξηράν, Αυτός και οι Απόστολοί Του ανέβησαν την κλιτύν του
όρους, κ' εκεί επερίμειναν επί βραχύ άχρις ου το πλήθος συναθροισθή.
Είτα καταβάς πλησίον των εδίδαξεν αυτούς πολλά, κηρύττων αυτοίς την
βασιλείαν των ουρανών, και θεραπεύων τους ασθενείς των.

Η ημέρα έκλινε, και μετ' ολίγον θα επήρχετο νυξ, αλλ' όμως το πλήθος
προσεκαρτέρει ακόμη, θελγόμενον από την θείαν εκείνην φωνήν και από
τα ιερά λόγια. Η νυξ θα επήρχετο, και το περιπλανώμενον πλήθος, το
οποίον εν τη εξάψει του είχεν ολιγωρήσει των αναγκών του βίου, θα
ευρίσκετο εις το σκότος πειναλέων και μακράν πάσης ανθρωπίνης
κατοικίας. Οι μαθηταί ήρχισαν ν' ανησυχώσι μήπως η ημέρα αποβή εις
καταστροφήν τινα, ήτις θα έδιδε νέαν λαβήν εις τους λυσσώντας ήδη
εχθρούς του Κυρίου. Αλλ' η συμπάθειά Του είχε προλάβει την αγωνίαν
των, και είχεν υποδείξει την δυσχέρειαν εις το πνεύμα του Φιλίππου.
Μικρόν συμβούλιον εγένετο τότε. Διά ν' αγοράσωσι και ανά ένα βλωμόν
άρτου διά τοσούτον πλήθος, θα εχρειάζοντο τουλάχιστον διακόσια
δηνάρια, και επί τη υποθέσει ότι είχον το ποσόν τούτο εις το κοινόν
βαλάντιόν των, ούτε χρόνος ούτε ευκαιρία υπήρχε διά ν' αγοράσωσιν.
Εκεί ο Ανδρέας ανέφερεν ότι υπήρχεν έν παιδάριον έχον πέντε κριθίνους
άρτους και δύο μικρά οψάρια· αλλά τούτο είπε μόνον με απελπιστικόν
τρόπον, και όπως δείξη το άκρως ανεπαρκές της μόνης προσφυγής ήτις
συνέβη να είνε γνωστή αυτώ.

Ο Χριστός διέταξε τότε τους Αποστόλους να είπουν εις τους ανθρώπους
να καθίσωσι κάτω ως προς δείπνον. Εν θαυμασμώ και προσδοκία οι
Απόστολοι εκέλευσαν το πλήθος ν' ανακλιθώσιν επί της πρασίνης χλόης.
Τους έταξαν εις ομάδας ανά πεντήκοντα και εκατόν. Οι άνθρωποι
«ανέπεσαν πρασιαί πρασιαί» ή «συμπόσια συμπόσια», κατά τας γραφικάς
εκφράσεις των Ευαγγελιστών. Τότε σταθείς εις το μέσον των ξένων Του,
χαίρων τη καρδία επί τω έργω του ελέους όπερ ήθελε να πράξη, ο Ιησούς
ύψωσε τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν, ευχαρίστησεν, ευλόγησε τους
πέντε άρτους, τους έκοψεν εις τεμάχια, και ήρχισε να τους διανέμη εις
τους μαθητάς Του, και αυτοί προς το πλήθος· ομοίως και τα δύο οψάρια.
Ήτο ταπεινόν, αλλ' αρκετόν και προς πεινώντας οδοιπόρους ηδονικόν
δείπνον. Και όταν όλοι αφθόνως εχορτάσθησαν, ο Ιησούς, όχι μόνον όπως
δείξη εις τους μαθητάς Του το μέγεθος και την έκτασιν του γενομένου,
αλλ' όπως διδάξη αυτούς ότι η σπατάλη, ακόμη και της θαυματουργού
δυνάμεως, είνε όλως ξένη προς την θείαν οικονομίαν, παρήγγειλεν
αυτοίς να συναθροίσωσι τα τεμάχια όσα έμενον, όπως μηδέν χαθή. Οι
φαγόντες ήσαν άνδρες πεντακισχίλιοι, χωρίς γυναικών και παιδίων, και
όμως δώδεκα κόφινοι εγέμισαν από τα περισσεύματα των κλασμάτων.

Το θαύμα προυξένησε βαθείαν εντύπωσιν. Ήτο ακριβώς εις συμφωνίαν με
την υπάρχουσαν προσδοκίαν, και τα πλήθος ήρχισαν να ψιθυρίζουν προς
αλλήλους ότι ούτος χωρίς άλλο θα είνε «ο Προφήτης ο ερχόμενος εις τον
κόσμον». Ο άρχων της διά του Ιακώβ ευλογίας, το άστρον της προρρήσεως
του Βαλαάμ, ο Προφήτης εις ον ώφειλον ως εις τον Μωυσήν να
υπακούσωσιν, ο Ηλίας και ο Ιερεμίας ίσως, ο επανερχόμενος εις τον
κόσμον ίνα αποκαλύψη την κρύπτην της Κιβωτού. Ο Ιησούς παρετήρησε τον
απροκάλυπτον θαυμασμόν των, και κατενόησε τον κίνδυνον ότι ο
ενθουσιασμός των θα ηδύνατο να επιταχύνη τον θάνατον Του δι'
αποστασίας εναντίον της Ρωμαϊκής κυβερνήσεως, εν τη αποπείρα του να
κάμωσιν Αυτόν διά βίας βασιλέα. Κατείδε προσέτι ότι οι μαθηταί Του
εφαίνοντο συμμεριζόμενοι την εγκόσμιον ταύτην και επικίνδυνον έξαψιν.
Ο καιρός ήλθεν άρα προς στιγμιαίαν ενέργειαν. «Ηνάγκασε» τους μαθητάς
Του να εισέλθωσιν εις το πλοίον, και να διαβώσι την λίμνην προ Αυτού
κατά την Καπερναούμ ή την δυτικήν Βηθσαϊδά. Ολίγος ήπιος εξαναγκασμός
εχρειάζετο, διότι δεν ήθελον να Τον αφήσουν μεταξύ του εξημμένου
πλήθους επί της ερημικής εκείνης όχθης, και αν μέγα τι έμελλε να
συμβή εις Αυτόν, ησθάνοντο δικαίωμα να είνε παρόντες. Αφ' ετέρου ήτο
ευκολώτερον δι' Αυτόν ν' αποπέμψη το πλήθος, όταν θα έβλεπον ότι οι
ίδιοι φίλοι και μαθηταί Του απεπέμφθησαν.

Όθεν καθώς επήρχετο το σκότος, βαθμηδόν έπεισε το πλήθος να Τον
αφήση, και όταν όλος σχεδόν πλην των ενθουσιωδεστέρων απήλθαν εις τας
οικίας ή εις τας συνοδίας των, αιφνιδίως κατέλιπε τους λοιπούς, και
έφυγεν επ' αυτών εις την κορυφήν του όρους μόνος διά να προσευχηθή.
Είχε συνείδησιν ότι κρίσις είχεν επέλθη της Παρουσίας Του επί της
γης, και δι' επικοινωνίας με τον ουράνιον Πατέρα Του ήθελε να
ενισχύση την ψυχήν Του, καθόσον είχε περιβληθή την ανθρωπίνην
ασθένειαν, διά το έργον της επαύριον, καθό θέλων να γείνη υπήκοος
μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού. Ήδη άλλοτε είχε διέλθη εν τη
μονώσει του όρους μία νύκτα προσευχής, αλλά τότε ήτο προ της εκλογής
των Αποστόλων Του. Πολύ διάφορα ήσαν τα αισθήματα με τα οποία ο Μέγας
Αρχιερεύς, ο καθίσας εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς,
ο όσιος, άκακος, αμίαντος, ο μη έχων ανάγκην υπέρ των ιδίων αμαρτιών
να προσφέρη θυσίας, «τούτο γαρ εποίησεν εφάπαξ Εαυτόν ανενέγκας»,
ανέβαινε τώρα τα βραχώδη υψώματα του μεγάλου όρους. Η σφαγή του
πεφιλημένου Προδρόμου Του έφερε πλησιέστερον εις την ψυχήν Του την
σκέψιν του θανάτου· ουδ' επλανάτο από την βραχείαν λάμψιν της
προσκαίρου δημοτικότητος, την οποίαν κατά την επομένην ενόει να
σβύση. Η καταιγίς ήτις ήρχισε τώρα ορμητική να πνέη επί τα όρη, οι
άνεμοι οίτινες εφύσων κάτω εις τας φάραγγας, η λίμνη της οποίας τα
κύματα ήρχισαν να ταράττωνται και ν' αφρίζουν, το πλοιάριον το
οποίον, καθώς η σελήνη προέκοπτε στιγμιαίως διά μέσου των τρεχόντων
νεφών, έβλεπε να κινδυνεύη και ν' αγωνιά εις τα κύματα, όλα ήσαν λίαν
καταφανή εμβλήματα της μεταβληθείσης προσόψεως του επιγείου βίου Του.
Αλλ' εκεί επί της ερήμου κορυφής του όρους, κατά την νύκτα εκείνην
της τρικυμίας, ηδύνατο ν' ανακτήση ισχύν και ειρήνην ανεκλάλητον·
διότι εκεί ήτο μόνος μετά του Θεού. Και ούτω επί της μορφής της
κυπτούσης εις ερημικήν δέησιν επί των ορέων, και επί των εργατών
εκείνων επί της τεταραγμένης λίμνης, το σκότος έπιπτε και οι μεγάλοι
άνεμοι έπνεον.

Ώραι και ώραι παρήρχοντο. Ήτο ήδη τετάρτη φυλακή της νυκτός, ήτοι
μεταξύ της τρίτης και της έκτης ώρας προς την πρωίαν· το πλοίον είχε
διανύσει μόλις το ήμισυ της πορείας του· ήτο σκότος και ο άνεμος ήτο
αντίπνους, και τα κύματα απειλητικά, κ' εκείνοι εκοπίαζον
προσπαθούντες με τας κόπας. Δεν ήτο πλέον μετ' αυτών ουδείς ικανός να
καταπραΰνη και να σώση, επειδή ο Ιησούς ήτο μόνος εις την ξηράν.
Μόνος εις την ξηράν, κ' εκείνοι ηγωνίων εις την κινδυνώδη θάλασσαν.
Πλην Εκείνος ουχ ήττον τους είδε και τους ώκτειρε, και τέλος, εν τη
εσχάτη αδημονία των είδον μίαν ακτίνα εις το σκότος, και μίαν φοβεράν
μορφήν, και έν κυματίζον ιμάτιον, και Είς ήρχετο προς αυτούς πατών
επί των αφριζόντων κυμάτων της θαλάσσης, αλλ' εφαίνετο ως να ήθελε να
παρέλθη αυτούς. Εκραύγασαν εκ τρόμου εις το θέαμα, νομίσαντες ότι ήτο
φάντασμα το περιπατούν επί των κυμάτων. Αλλά διά μέσου της τρικυμίας
και του σκότους προς αυτούς, καθώς συχνά και προς ημάς, όταν, εν μέσω
του σκότους της ζωής μας, ο ωκεανός φαίνεται τόσον μέγας και τα
ακάτιά μας τόσον μικρά, ήχησεν η φωνή εκείνη, της ειρήνης ήτις
έλεγεν: «Εγώ ειμι· μη φοβείσθε».

Η φωνή εκείνη κατεσίγασε τον τρόμον των, και ήσαν πρόθυμοι να Τον
λάβωσιν εις το πλοίον αλλ' η ορμητική του Πέτρου αγάπη, ο σφοδρός
πόθος εκείνου όστις εν τη απεγνωσμένη αυτοσυνειδησία του είχε κράξει
ποτέ, «Έξελθε απ' εμού!» τώρα δεν δύναται ουδέ να περιμένη την
προσέγγισιν Του, και περιπαθώς κράζει:

«Κύριε, ει Συ ει, κέλευσόν με του ελθείν προς Σε επί του ύδατος».

«Ελθέ».

Παρά το πλευρόν του πλοίου επί των τεταραγμένων κυμάτων επήδησε, κ'
ενόσω το όμμα του ήτο προσηλωμένον προς τον Κύριον, ο άνεμος δυνατόν
να ερρίπιζε την κόμην του, και ο αφρός δυνατόν να έβρεχε τα κράσπεδά
του, πλην όλα είχον καλώς· αλλ' όταν, με σαλευομένην πίστιν, μετέφερε
το βλέμμα απ' Αυτού προς τα μανιώδη κύματα, και προς την βύθιον
μελανότητα την κάτω αυτών, ήρχισε να βυθίζεται (ω, πόσον ανόμοιον με
πλάσμα ή με μύθον είνε τούτο), και με τόνον απογνώσεως, ασθενώς
εφώνησε, «Κύριε, σώσον με!» Ο δε Ιησούς, με οίκτρου μειδίαμα, έτεινε
την χήρα Του, και έδραξε την χείρα του πνιγομένου μαθητού Του,
ειπών, «Ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας;» Και ούτω αμφότεροι ανέβησαν
εις το πλοίον. Και ο άνεμος εκόπασε, και έφθασαν εις την όχθην. Και
όλοι κατελήφθησαν υπό βαθυτέρας εκπλήξεως, καί τινες τούτων έκραξαν,
«Αληθώς, Συ ει ο Υιός του Θεού».

Ας σταθώμεν προς στιγμήν επί της θαυμασίας διηγήσεως, ίσως εξ όλων
των άλλων της δυσκολωτέρας διά την ασθενή πίστιν μας και την
κατάληψίν μας. Προσεπάθησάν τινες διά ποικίλων μεθόδων να εξηγήσωσι
το θαυμάσιον του χαρακτήρος της· εκοπίασαν όπως αποδείξωσιν ότι το ε
π ί  τ η ν  θ ά λ α σ σ α ν (Ιω. ΣΤ'. 15) (ίσως η αρίστη γραφή είνε
επί της θ α λ ά σ σ η ς, καθώς φέρεται και παρά τοις άλλοις
Ευαγγελισταίς) δυνατόν να σημαίνη ότι ο Ιησούς περιεπάτησεν επί της
όχθης της παραλλήλου προς την όχθην του πλοίου· ή ότι εις το σκότος
ίσως οι Απόστολοι υπέλαβον κατ' αρχάς ότι περιεπάτει επί της
θαλάσσης. Τοιαύτα σοφίσματα είνε μάταια και περιττά. Εάν τις βλέπει
ότι αδυνατεί να πιστεύση εις τα θαύματα, πλατεία κέλευθος, και
«έκαστος έχει τον κρίνοντα αυτόν». Καθώς είπον ήδη, εάν πιστεύοντες
εις Θεόν, πιστεύομεν εις θείαν Πρόνοιαν επί της ζωής των ανθρώπων —
και πιστεύοντες εις την θείαν εκείνην Πρόνοιαν πιστεύομεν εις το
θαυμάσιον — και πιστεύοντες εις το θαυμάσιον, δεχόμεθα ως αληθή την
ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού — και πιστεύοντες εις την
ανάστασιν εκείνην, πιστεύομεν ότι ήτο όντως ο Υιός του Θεού — τότε,
όσον βαθέως και αν ακριβώμεν το ομοιόμορφον των φυσικών νόμων, έτι
βαθύτερον κατανοούμεν την δύναμιν Εκείνου όστις τηρεί τους νόμους
τούτους εις την παλάμην Αυτού την ακήρατον. Δι' ημάς το θαυμάσιον,
όταν είνε ούτω μεμαρτυρημένον, ουδαμώς θα είνε εκπληκτικώτερον ή το
φυσικόν, ούτε θα υπολάβωμεν ως αδύνατον έννοιαν ότι Εκείνος όστις
απέστειλε τον Υιόν Αυτού επί της γης ίνα αποθάνη δι' ημάς, έδωκε
πάσαν την εξουσίαν εις την χείρα Του.

Όθεν ούτω, εάν, ως ο Πέτρος, προσηλώμεν τους οφθαλμούς μας επί του
Ιησού, και ημείς δυνάμεθα να περιπατήσωμεν θριαμβεύοντες επί των
ογκουμένων κυμάτων της απιστίας, και ατρόμητοι εν μέσω των
εγειρομένων άνεμων της αμφιβολίας· αλλ' εάν αποσπάσωμεν τα όμματα μας
απ' Αυτού, εάν, καθώς συχνά δελεαζόμεθα να πράττωμεν, αποβλέπωμεν
μάλλον προς την ορμήν και την μανίαν των καταστρεπτικών εκείνων
στοιχείων ή εις Αυτόν τον δυνάμενον να βοηθήση και να σώση, τότε και
ημείς αφεύκτως θα βυθισθώμεν. Ω, εάν αισθανώμεθα πάλιν και πολλάκις
ότι τα πλημμυρούντα κύματα απειλούσι να μας πνίξωσι, και ο βυθός να
καταπίη την χειμαζομένην ναυν της Εκκλησίας και της Πίστεως ημών,
είθε πάλιν και πολλάκις να δοθή ημίν ν' ακούσωμεν εν μέσω της
τρικυμίας και του σκότους, τας δύο εκείνας γλυκυτάτας του Σωτήρος
εκφράσεις:

«Μη φοβού. Μόνον πίστευε».

«Εγώ ειμι. Μη φοβού».



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.
Αι ομιλίαι εις Καπερναούμ



Το πλήθος ζητεί σημείον. — Απάντησις του Ιησού. — Ο άρτος της ζωής. —
Υλοφροσύνη των πολλών. — Θλιβερά ερώτησις των μαθητών.

Η ηώς της ημέρας εκείνης επανέτειλεν εις έν των θλιβερωτάτων
επεισοδίων της ζωής του Σωτήρος. Διδάσκων την ημέραν εν τη Συναγωγή
εις Καπερναούμ εσκεμμένως διεσκέδασε τους ατμούς της νόθου εκείνης
δημοτικότητος, την οποίαν το θαύμα των Πέντε Άρτων συνήγαγε περί το
πρόσωπόν Του, και έθεσεν ου μόνον τους επιπολαίους οπαδούς Του, αλλά
καί τινας των εγγυτέρων μαθητών του εις δοκιμασίαν, υφ' ην η προς
Αυτόν αγάπη των τελείως εξέλιπεν. Ο λόγος ούτος εν τη Συναγωγή
αποτελεί σημαντικήν κρίσιν εις το στάδιόν Του. Μετ' αυτόν επήλθον
εκδηλώσεις εκπλήξεως και απαρεσκείας, αίτινες υπήρξαν οι πρώτοι
μυκηθμοί της τρικυμίας εκείνης του μίσους ήτις έμελλε τουντεύθεν να
εκραγή κατά της θείας κεφαλής Του.

Είδομεν ήδη ότι τινές εκ του πλήθους, εμπλησθέντες αορίστου θαυμασμού
και απλήστου περιεργείας, είχον προσκαρτερήσει επί της μικράς
κοιλάδος της παρά την Βηθσαϊδά την Ιουλιάδα όπως παρακολουθήσωσι τας
κινήσεις του Ιησού, και μετάσχωσι των ωφελημάτων και των θριάμβων των
οποίων προσεδόκων ταχείαν την φανέρωσιν. Τον είχον ιδεί αποπέμποντα
τους μαθητάς Του, και ίσως τον ανεκάλυψαν διά των οφθαλμών καθώς
ανέβαινε μόνος εις το όρος· είχον παρατηρήσει ότι ο άνεμος ήτο
εναντίος, και ότι ουδέν άλλο πλοίον ειμή το των Αποστόλων είχεν
αποπλεύσει. Εβεβαιώθησαν άρα ότι θα τον εύρισκον κάπου επί των
υψωμάτων, άνωθεν της κοιλάδος. Αλλ' όμως όταν η πρωία ανέτειλε, δεν
είδον ίχνος Αυτού ούτε επί της κοιλάδος ούτε επί των λόφων. Εν τω
μεταξύ πλοιάρια τινα, ίσως εξωσθέντα υπό της αυτής τρικυμίας ήτις
είχεν επιβραδύνει τον πλουν τον μαθητών, είχον φθάσει εκ Τιβεριάδος.
Επέβησαν εις ταύτα όπως περαιωθώσιν εις Καπερναούμ· κ' εκεί, λίαν
πρωί, Τον εύρον, μεθ' όλους τους κόπους και τας συγκινήσεις της χθες,
κατόπιν της νυκτός της μονώσεως, και της προσευχής, και της
τρικυμίας, γαλήνιον καθήμενον, και ατάραχον διδάσκοντα εν τη συνήθει
Συναγωγή.

«Ραββί, πότε ήλθες ώδε;» είνε η έκφρασις της φωτινής εκπλήξεώς των·
αλλ' Εκείνος σιωπά. Το θαύμα του περιπάτου επί του ύδατος ήτο θαύμα
ανάγκης και ελέους· δεν απέβλεπεν αυτούς, ουδ' εγένετο δι' αυτούς·
ούτε απλώς ως ποιητής θαυμάτων ο Χριστός ήθελε να πείση και να
προσελκύση αυτούς. Και διά τούτο, αναγινώσκων εις τας καρδίας των,
γνωρίζων ότι Τον εζήτουν μ' εκείνο το πνεύμα το οποίον Αυτός δεν
ηγάπα, ηρέμα ανέσυρε τον πέπλον της ίσως ημιασυνειδήτου υποκρισίας
ήτις απέκρυπτε τούτους αφ' εαυτών, και τους ήλεγξεν ότι τον εζήτουν,
όχι διότι είδον σημεία, αλλά διότι έφαγον εκ των άρτων και
εχορτάσθησαν. Αλλά προς χάριν των προσέθηκε το αιώνιον μάθημα:
«Εργάζεσθε μη διά την βρώσιν την απολλυμένην, αλλά διά την βρώσιν την
μένουσαν εις ζωήν αιώνιον, ην δώσει υμίν ο Υιός του Ανθρώπου, ότι
Αυτόν εσφράγισεν ο Πατήρ, ο Θεός».

Κατ' αρχάς εκείνοι συνεκινήθησαν και ησχύνθησαν. Είχεν αναγνώσει εις
τας καρδίας των ορθώς, όθεν τον ηρώτησαν: «Τι ποιήσωμεν ίνα
εργαζώμεθα τα έργα του Θεού;»

Τούτό εστι το έργον του Θεού ίνα πιστεύητε είς Ον απέστειλεν».

Αλλά ποίον σημείον θα τους έδιδεν ο Ιησούς ίνα πιστεύσωσιν εις Αυτόν;
Οι πατέρες των έφαγον το μάννα εν τη ερήμω, το οποίον ο Δαυίδ
ωνόμασεν άρτον εξ ουρανού.

Το συμπέρασμα ήτο κατάδηλον. Ο Μωυσής τους είχε δώσει μάννα εξ
ουρανού· ο Ιησούς άχρι τούδε, υπηνίσσοντο, τους έδωκε μόνον κριθίνους
άρτους εκ της γης. Εφαντάζοντο ότι, εάν ήτο ο αληθής Μεσσίας, έμελλε,
σύμφωνα με τας παραδόσεις του έθνους των, να τους πλουτίση και να
τους στεφανώση, και να τους σιτίση με καρπούς εκ της Εδέμ, και με
κρέατα Βεεμώθ και Λεβιάθαν, και με άμπελον ερυθρού οίνου. Δεν ηδύνατο
ο ίδιος ψαλμός τον οποίον ανέφερον να τους διδάξη πόσον ανωφελές θα
ήτο αν ο Ιησούς τους έδιδε μάννα, το οποίον υπέθετον ότι ήτο αγγέλων
τροφή; Δεν δεικνύει ρητώς ο ψαλμωδός ότι το να χαρίση τις τοιαύτα
ευεργετήματα σημαίνει να κάμη τους ανθρώπους να ζητώσιν απλήστως
πλείονα; Εάν ο Θεός είχε δώσει εις τους πατέρας των πλείονα, ήτο
μόνον διότι «ουκ επίστευσαν επί τον Θεόν, και ουκ έθεντο επ' Αυτώ την
ελπίδα αυτών». Αλλ' «έτι της βρώσεως ούσης εν τω στόματι αυτών, και
οργή Θεού ανέβη επ' αυτούς, και επάταξε τους ισχυρούς αυτών, και τους
ισχυρούς του Ισραήλ κατέβαλε». Και δεν διδάσκει ο ψαλμός ότι μεθ'
όλην την οργίλην εκείνην δωρεάν την γενομένην προς αυτούς εις το
πλήρες των επιθυμιών της καρδίας αυτών, αντί να πιστεύσωσι και να
ταπεινωθώσιν, επί μάλλον και μάλλον ημάρτησαν κατ' Αυτού και Τον
ηθέτησαν; Εάν δεν απεδείκνυεν όλη η ιστορία του έθνους των ότι η
πίστις πρέπει να εδράζηται επί ισχυροτέρων θεμελίων ή επί σημείων και
θαυμάτων, και ότι η πονηρά καρδία της απιστίας πρέπει να ελαύνηται
υπό ευγενεστέρων συγκινήσεων ή της εκπλήξεως προς την τεταμένην χείρα
και τον βραχίονα τον κραταιόν;

Αλλ' ο Ιησούς πάραυτα τους ωδήγησεν εις υψηλοτέρας σφαίρας ή τας των
ιστορικών παραδειγμάτων. Εκείνος όστις τους έδωκε το μάννα ήτο όχι ο
Μωυσής αλλ' ο Θεός· και ότι το μάννα ήτο μόνον κατά ποιητικήν
μεταφοράν άρτος ες ουρανού· αλλ' ότι ο Πατήρ Του, ο αληθής δοτήρ,
τους δίδει τον αληθή άρτον τον εκ του ουρανού τώρα, τον άρτον του
Θεού, τον εκ του ουρανού καταβάντα, και παρέχοντα ζωήν τω κόσμω.

Το πνεύμα των εισέτι προσεκολλάτο εις απλάς υλικάς εικόνας. Έσπευσαν
να Του ζητήσουν τον άρτον τούτον τον εκ του ουρανού, τόσον απλήστως
όσον η Σαμαρείτις είχε ζητήσει το ύδωρ το οποίον σβύνει πάσαν δίψαν.
«Κύριε, δος ημίν τον άρτον τούτον».

Ο Ιησούς είπεν αυτοίς, «Εγώ ειμι ο άρτος της ζωής. Ο ερχόμενος προς
Με ου μη πεινάσει, και ο πιστεύων εις Εμέ ου μη διψήσει εις τον
αιώνα». Προσέθηκε δε ότι Αυτός ήλθεν ίνα ποιήση το θέλημα του Πατρός,
και ότι το θέλημα Αυτού ήτο ίνα οι ερχόμενοι προς τον Υιόν Του έχωσι
ζωήν αιώνιον.

Τότε οι οργίλοι γογγυσμοί εξερράγησαν πάλιν, όχι από τον πολύν όχλον,
αλλ' από τους παλαιούς πολεμίους του, τους άρχοντας των Ιουδαίων: Πώς
ηδύνατο να λέγη ότι κατήλθεν εκ του ουρανού; πώς ηδύνατο να ονομάζη
τον Εαυτόν του άρτον της ζωής; «Ουχ ούτος εστιν Ιησούς, ο υιός Ιωσήφ
του τέκτονος, ο από Ναζαρέτ;»

Ο Ιησούς ουδέποτε απήντησεν εις τους μυρμυρισμούς τούτους περί της
υποτιθεμένης γενεαλογίας Του και του τόπου της γεννήσεως Του,
αποκαλύπτων εις τα κοινά πλήθη το υψηλόν μυστήριον της επί γης
παρουσίας Του. «Ουχ' αρπαγόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ». Δεν έσπευδε
να διεκδικήση την θεότητά Του, ή ν' απαιτήση την προσκύνησιν την
οφειλομένην Αυτώ. Ήθελε ν' αφήση την λάμψιν της θείας φύσεως Του, να
επιφυτίση εις τους ανθρώπους βαθμηδόν, όχι κατ' αρχάς ως φως της
μεσημβρίας, αλλά πραέως ως φως της πρωίας διά του λόγου και των έργων
Του. Κατά πληρεστάτην και βαθυτάτην έννοιαν, «Εαυτόν εκένωσε μορφήν
δούλου λαβών».

Αλλ' απήντησεν εις τους γογγυσμούς, καθώς πάντοτε έπραττε, δι'
εντονωτέρας, πληρεστέρας, σαφεστέρας ανακηρύξεως αυτής της αληθείας
την οποίαν εκείνοι απέρριπτον. Ούτω είχε πράξει προς τον Νικόδημον·
ούτω είχε διδάξει την Σαμαρείτιν· ούτω είχεν απαντήσει εις τους
διδασκάλους του Ναού οίτινες τον κατηγόρουν επί αθετήσει του
Σαββάτου. Αλλ' ο δειλός Ραββίς και η πλάνης γυνή έδειξαν αρκετήν
πίστιν ώστε να εμβλέψωσι βαθύτερον εις τους λόγους Του, και ταπεινώς
να ζητήσωσι την έννοιάν των, και ούτω να οδηγηθώσιν εις την αλήθειαν.
Ουχ ούτως οι ακροαταί ούτοι. Ο Θεός τους είχεν ελκύσει προς τον
Χριστόν, και ούτοι απέρριψαν την δωρεάν Του. Ότε ο Ιησούς υπέμνησεν
αυτούς ότι το μάννα δεν ήτο ζωηδότειρα ουσία, επειδή οι πατέρες των
είχον φάγη εκ τούτου και απέθανον, αλλ' ότι αυτός ήτο ο άρτος της
ζωής, εκ του οποίου όλοι οι εσθίοντες θα ζήσωσιν εις τον αιώνα· και
όταν εν εκπληκτικωτέρα ακόμη γλώσση προσέθηκεν, ότι ο άρτος τον
οποίον θα έδιδε θα ήτο η σαρξ Αυτού διά την ζωήν του κόσμου, τότε,
αντί να ζητήσωσι την βαθείαν έννοιαν των λεγομένων, ηγανάκτων και
εμάχοντο ερωτώντες, «Πώς δύναται ούτος δούναι ημίν την σάρκα Αυτού
φαγείν;»

Ούτως ήσαν σαρκικοί, και να είνε τις σαρκικός είνε θάνατος. Δεν
επεζήτουν την αλήθειαν, και αύτη επί μάλλον αφηρείτο απ' αυτών. «Από
του μη έχοντος, και ο έχει αρθήσεται απ' αυτού». Με γλώσσαν ακόμη
εμφαντικωτέραν, ο Ιησούς είπεν αυτοίς, «Εάν μη φάγητε την σάρκα του
Υιού του Ανθρώπου, και πίητε Αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν
εαυτοίς»· και πάλιν· «Ο εσθίων εκ του άρτου τούτου ζήσεται εις τον
αιώνα».

Είνε αβέβαιον αν, αποκαλών Εαυτόν Υιόν του Ανθρώπου, ο Κύριος ενόει Β
ε ν  Α δ ά μ, ήτοι αντιπρόσωπον της Ανθρωπότητος (καθώς λέγει και ο
Παύλος, «Ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος εξ ουρανού), η Β
α ρ  Ε ν ώ ς. Το εβραϊκόν Ε ν ώ ς σημαίνει τον άνθρωπον εν τη
ασθενεία Του. Πιθανώς ο τίτλος εσήμαινεν εν ταυτώ τον αντιπρόσωπον
της Ανθρωπότητος εν τε τη ασθενεία και τη τιμή αυτής.

Αναμφιβόλως οι λόγοι ήσαν δύσκολοι. Ο θάνατος και το πάθος του
Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και το μυστήριον της Ευχαριστίας Του, εν
ώ πνευματικώς και αυτουσίως εσθίομεν Αυτού την σάρκα και πίνομεν
Αυτού το αίμα, μας κατέστησεν ικανωτέρους να καταλαμβάνωμεν το νόημα
των λόγων Του. Εάν ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου επέχυσε δι' ημάς
αφθονώτερον φως επί της εννοίας των λεγομένων Του, ενυπήρχεν όμως εις
τα ρήματα αρκετή δόσις σαφήνειας όπως επιλάμψη εις πάντα προσέχοντα
ακροατήν η μεγάλη αλήθεια, η συνήθης ήδη προς αυτούς από του Νόμου
των, ότι «Ουκ επ' άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι
Θεού». Οι λόγοι Του, παρατηρεί ο Άγιος Αυγουστίνος, ήσαν τραχείς
μόνον εις τους τραχείς, και απίστευτοι μόνον εις τους απίστους. Το
μάθημα το οποίον ήθελε να τους διδάξη ήτο τούτο, ότι η αιώνιος ζωή
είνε ο Υιός του Θεού. Ηδύναντο να ασπασθώσιν ή ν' απορρίψωσι την
αλήθειαν την οποίαν απεκάλυπτεν εις τας συνειδήσεις των, αλλά δεν θα
υπήρχε δυνατή δικαιολογία διά την δήθεν ανικανότητά των όπως
εννοήσωσι την σημασίαν της.

Υπήρχε διδασκαλία ήτις είνε, και σκοπόν έχει να είνε, ου μόνον
παιδαγωγική, αλλά και δοκιμαστική· Τοιούτον υπήρξε το αντικείμενον
του λόγου τούτου. Όπως το εννοήσωσιν ορθώς απητείτο αγών, ου μόνον
της νοήσεως, αλλά και της βουλήσεως, είχε σκοπόν να θέση τέρμα εις
τας ιδιοτελείς και παχυλάς εννοίας και ελπίδας περί εγκοσμίου
βασιλείας του Μεσσίου. Όχι δε μόνον το πλήθος και οι άρχοντες, αλλά
και οι ίδιοι μαθηταί Του εσκανδαλίσθησαν εκ των λόγων. Και διά τούτο
ο Σωτήρ, όταν κατέλιπον την Συναγωγήν και απήλθον κατ' ιδίαν, ελάλησε
προς τους μαθητάς Του, και εξήγησεν Αυτοίς ότι, όχι μόνον κατά
γράμμα, αλλά κατά πνευματικωτέραν εκδοχήν έπρεπε να εκληφθώσιν οι
λόγοι Του. «Το πνεύμα εστι το ζωοποιούν· η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν. Τα
ρήματα α λαλώ υμίν πνεύμα εστι και ζωή εστι». Διατί άρα εύρον τους
λόγους Του τόσον σκληρούς; Λέγει αυτοίς· διότι τινές εξ αυτών δεν
επίστευον· διότι, ως είχεν ήδη ειπεί εις τους Ιουδαίους, το πνεύμα
της πίστεως είνε δώρημα και χάρις του Θεού, και την δωρεάν ταύτην οι
γογγυσταί εκείνοι απέριπτον, και κατά της χάριτος ταύτης εμάχοντο και
νυν έτι.

Φαίνεται ότι υπάρχει υπαινιγμός τις προς τον Ιούδαν τον Ισκαριώτην
εις τους λόγους τούτους· και είνε πιθανόν ότι, από της στιγμής
ταύτης, ότε αι παχυλαί ιδέαι περί κοσμικής βασιλείας του Μεσσίου
διεσκεδάσθησαν σκοπίμως υπό του Χριστού, απογοητευθείς ο μέλλων
προδότης ήρχισε να τείνη προς την προδοσίαν.

Και από του χρόνου τούτου πολλοί εκ των οπαδών Του εγκατέλιπον τον
Ιησούν. Και μεταξύ του πλήθους η ζωή του θα ήτο μοναχικωτέρα από
τούδε, επειδή ολιγώτεροι θα υπήρχον οι γνωρίζοντες και αγαπώντες
Αυτόν. Με καρδίαν βαθέως τεθλιμμένην, Εκείνος απηύθυνε προς τους
Δώδεκα την συγκινητικήν ερώτησιν:

&«Μη και υμείς θέλετε υπάγειν;»&

Τότε η καρδία του Σίμωνος Πέτρου ενθέρμως ωμίλησε και δι' όλους τους
λοιπούς. «Κύριε, έκραξε, προς τινα πορευσόμεθα; &Ρήματα ζωής αιωνίου
έχεις.& Και εγνώκαμεν και πεπιστεύκαμεν ότι Συ ει ο Άγιος του Θεού».

Ήτο μεγάλη ομολογία, αλλά κατά την πικράν εκείνην στιγμήν η καρδία
του Ιησού ήτο βαρέως τεθλιμμένη, και μόνον απήντησεν: «Ουχ υμάς τους
δώδεκα εξελεξάμην, και είς εν υμίν διάβολος;»

Η έκφρασις ήτο τρομερός ισχυρά, καίτοι δε ύστερον εγνώσθη ότι ενόει
τον Ιούδαν, αμφίβολον είνε αν τότε εγίνωσκόν τινες τούτο, εκτός αυτού
του προδότου.

Πολλοί ψευδείς και κίβδηλοι μαθηταί Τον εγκατέλιπον. Μήτοι αι λέξεις
αύται είχον ευμενή σκοπόν να δώσωσιν αφορμήν εις την σκληράν ψυχήν
του Ισκαριώτου, ώστε πριν βυθισθή εις βαθυτέραν ενοχήν, να Τον
εγκαταλίπη; Εάν ούτως έχη, η νουθεσία απερρίφθη. Εν θανασίμω αμαρτία
εναντίον της ιδίας συνειδήσεώς του, ο Ιούδας επέμενε να επισωρεύση
δι' εαυτόν οργήν, «εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως του δικαίου
κρίματος του Θεού».



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'.
Η λύσσα των εχθρών του Χριστού



«Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». — «Φάγος και οινοπότης». — «Οι
μαθηταί σου ου νηστεύουσι». — «Μετά τελωνών και αμαρτωλών». — «Έλεον
και ου θυσίαν». — Ο Άσωτος υιός. — Διατί αθετεί το Σάββατον; — Οι
στάχυς των σπορίμων. — Η διαγωγή του Δαυίδ — «Ει έξεστιν αγαθοποιείν
εν Σαββάτω». — Αι άνιπτοι χείρες. — «Ου τα εισερχόμενα αλλά τα
εξερχόμενα».

Καίτοι ο λόγος τον οποίον αρτίως διεξήλθομεν απετέλεσε σημαντικήν
περίοδον εις το κήρυγμα του Κυρίου, και από τούδε εις το εξής τα νέφη
σωρεύονται πυκνότερα εναντίον Του, δεν πρέπει όμως να υποτεθή ότι
αύτη ήτο η πρώτη φορά, και εν Γαλιλαία ακόμη, καθ' ην η έχθρα κατά
του προσώπου Του και της διδασκαλίας Του φανερά ανεπτύχθη.

Πρώτον, τα πρωιμώτερα ίχνη της αμφιβολίας και αστοργίας επήγασαν από
την έκφρασιν την οποίαν πολλάκις μετεχειρίσθη; «Αφέωνταί σοι αι
αμαρτίαι σου». Τας λέξεις ταύτας απηύθυνε προς την γυναίκα την
αμαρτωλόν και προς τον παράλυτον. Και κατά τας δύο περιστάσεις η
εκφώνησις αύτη διήγειρεν έκπληξιν και αποδοκιμασίαν. Εις την οικίαν
του Σίμωνος, όπου θαύμα δεν συνέβη, ο Ιησούς αντικατέστησε την φράσιν
δι' άλλης. Αλλά κατά την ίασιν του παραλυτικού, φανερός γογγυσμός
ηγέρθη μεταξύ των Γραμματέων και Φαρισαίων, κ' εκεί αποκαλύψας
πλειότερον εκ του αληθούς μεγαλείου Του, ο Ιησούς, διά της δυνάμεως
του ποιείν θαύματα, διεξεδίκασε το δικαίωμά Του όπως συγχωρή
αμαρτίας.

Το επιχείρημα ήτο αναντίρρητον, διότι ου μόνον η κρατούσα δοξασία
εσχέτιζε πάσαν ασθένειαν μετά της αμαρτίας, αλλά και γενικώς
υπεστηρίζετο υπό των ραββίνων ότι «ουδείς άνθρωπος θεραπεύεται από
της ασθενείας του μέχρις ου όλαι αι αμαρτίαι Του συγχωρηθώσιν. Ήτο
άρα εν πλήρει συμφωνία με τας δοξασίας των ότι Εκείνος όστις διά «της
ιδίας εξουσίας Του ηδύνατο να ιατρεύη ασθενείας, ηδύνατο προσέτι διά
της ιδίας εξουσίας Του ν' απαγγέλλη την άφεσιν. Είνε αληθές ότι
εδυσκολεύοντο να εννοήσουν ή ίασιν ή συγχώρησιν μεταδιδομένην διά
τοιούτων ανωμάλων μέσων, και άνευ των παραφέρνων των θυσιών και των
ιερατικών επεμβάσεων. Αλλ' όμως παρά πάντα ταύτα έμενε το γεγονός ότι
αι ιάσεις πράγματι ετελούντο, και ενώπιον χιλιάδων μαρτύρων.
Ησθάνθησαν άρα ότι το έδαφος τούτο της αντιδράσεως ήτο αστήρικτον,
και σιωπηλώς εγκατελείφθη. Το να λέγωσιν ότι υπήρχε «βλασφημία» εις
τας εκφράσεις Του θα εχρησίμευε μόνον εις το ν' αναδείξη εν μείζονι
λαμπρότητι το ότι υπήρχε θαύμα εις τας πράξεις του.

Δεύτερον, η κατηγορία ότι ήτο «φάγος και οινοπότης», η διατηρηθείσα
ημίν διά της μνείας Αυτού του Κυρίου, ήτο λίαν καταφώρως ψευδής ώστε
να μη αρκή να εξεγείρη πρόληψιν εναντίον Εκείνου όστις, ει και δεν
ησπάσθη τον ασκητικόν βίον του Ιωάννου, έζησεν όμως εν άκρα λιτότητι,
και απλώς έπραττεν ό,τι και οι λεπτολογώτατοι των Φαρισαίων,
δεχόμενος προσκλήσεις εις δείπνα, όπου συνεχώς εύρισκε νέας ευκαιρίας
όπως διδάσκη και αγαθοποιή. Η συκοφαντία πράγματι ανετράπη όταν ο
Σωτήρ έδειξεν ότι η γενεά εκείνη ήτο ομοία με παιδάρια ιδιότροπα και
διεστραμένα, τα οποία εις τίποτε δεν ηδύναντο να ευχαριστηθώσι, αφού
κατηγόρουν τον Ιησούν επί ακρασία, διότι δεν απέφυγεν έν αβλαβές
γεύμα, και τον Ιωάννην επί κατοχή δαιμονίου, διότι αντετάχθη κατά της
κοινωνικής διαφθοράς του αιώνος.

Τρίτον, και εις την ένστασιν, «Διατί οι μαθηταί σου ου νηστεύουσι;»
δεν φαίνεται να επέμειναν πολύ. Ο Ιησούς είχε δείξει το παράδειγμα
της εγκρατείας διά της τεσσαρακονθημένου νηστείας, και πάντοτε διά
των έργων και της διδασκαλίας Του υπέδειξεν ότι «Ουκ έστιν η βασιλεία
του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και άσκησις συν αγιασμώ».

Τέταρτον, μεγαλητέραν αντίδρασιν εκίνησεν η υπό του Χριστού εκλογή
του Ματθαίου ως ενός των Αποστόλων, και η ανοχή ην πάντοτε έδειξε
προς τους τελώνας και αμαρτωλούς. Πας λεπτολόγος Ιουδαίος εθεώρει ως
επικατάρατον το πλήθος του έθνους του, το μη γνωρίζων τον Νόμον. «Ο
όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον Νόμον επικατάρατοί εισι». Και καθώς πας
Ιουδαίος εθεώρει τον εθνικόν κόσμον μεθ' υπερτάτης περιφρονήσεως,
ούτω και η φατρία των άγαν ζηλωτών εθεώρουν τους αμελεστέρους
αδελφούς των ως όντας ολίγον τι καλλιτέρους των εθνικών. Και όμως
ιδού Άνθρωπος όστις ανεμιγνύετο ελευθέρως και οικείως μετά των
τελωνών και αμαρτωλών! Το δε χείριστον, υπέφερεν ώστε γυναίκες από
τας οποίας είχεν εκβάλη επτά δαιμόνια, να Τον συνοδεύωσιν εις τας
οδοιπορίας Του, και πόρναι να λούωσι τους πόδας Του με δάκρυα! Πόσον
διάφορος των Φαρισαίων, οίτινες ισχυρίζοντο ότι υπήρχε μολυσμός εις
την απλήν αφήν εκείνων οι οποίοι είχον αυτοί απλώς θιχθή υπό του
βεβήλου όχλου, είχον δε διατυπώσει ως κανόνα ότι ουδείς ώφειλε να
δεχθή ξένον εις την οικίαν του αν απλώς τον υπώπτευεν ως αμαρτωλόν!

Εν αρχή του κηρύγματός Του ο Ιησούς, μετά τρυφεράς ειρωνείας, είχεν
απαντήσει εις την κατηγορίαν, μνημονεύσας την βαθείαν εκείνην
έκφρασιν του Ωσηέ, όταν τους έστειλε να υπάγουν να μάθουν το τι
σημαίνει: «Έλεον θέλω και ου θυσίαν». Είπε προσέτι αυτοίς, «Ου χρείαν
έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού αλλ' οι κακώς έχοντες». Κατά τας
οψιμωτέρας ημέρας Του, όταν επορεύετο εις Ιεροσόλυμα, οι εχθροί
εκείνοι και πάλιν «διεγόγγυζον» λέγοντες «Ούτος ο άνθρωπος μετά
αμαρτωλών εσθίει και πίνει». Τότε ο Ιησούς απήντησε και εδικαιολόγησε
τους τρόπους Του, και σαφέστερον απεκάλυψε το έλεος την αγάπην του
Θεού προς τους μετανοούντας. Τούτο δε έπραξε διά των τριών ωραιοτάτων
παραβολών του Απολωλότος Προβάτου, της Απολεσθείσης Δραχμής, και, προ
πάντων, της του Ασώτου Υιού. Ληφθείσαι εκ των απλουστάτων στοιχείων
της καθημερινής πείρας, αι παραβολαί αύται, και η τελευταία μάλιστα,
αναδείκνυον, εις ανιούσαν κλίμακα τρυφερότητος, τα βαθύτατα μυστήρια
της θείας συμπαθείας, την χαράν την γινομένην εν τω ουρανώ, επί ενί
αμαρτωλώ μετανοούντι.

Εις το απολωλός βλέπομεν τον μωρόν και ανάλγητον αμαρτωλόν. Εις
απολομένην δραχμήν, τον αμαρτωλόν τον φέροντα το αποτύπωμα της θείας
εικόνος, αλλά κείμενον απολωλότα, άχρηστον και αγνοούντα την ιδίαν
αξίαν του. Εις τον άσωτον υιόν, βλέπομεν τον αμαρτωλόν τον εν γνώσει
και συνειδήσει.

Πού αλλού, εις όλην την βιβλιοθήκην της ανθρωπίνης φιλολογίας,
δύναται να ευρεθή τι τόσον εκλάμπρως γλαφυρόν, τόσον φαεινώς διαυγές,
τόσον ανάπλεων απείρου τρυφερότητος· τόσον πιστόν εις την εικόνα την
οποίαν παρέχει των συνεπειών της αμαρτίας, και όμως τόσον πλήρες
ελέους εις την ελπίδα την οποίαν εμπνέει προς διόρθωσιν και
επιστροφήν, όσον η μικρά αύτη διήγησις; Πώς συνοψίζει τας παραμυθίας
της θρησκείας και τας κακοπαθείας του βίου! Πάσα αμαρτία και τιμωρία,
πάσα μετάνοια και συγγνώμη, ως άριστα διαγράφονται διά των ολίγων
τούτων λέξεων. Αι ριζικαί διαφοραί ιδιοσυγκρασίας και κλίσεως,
αίτινες χωρίζουσι τας διαφόρους τάξεις των ανθρώπων, η νόθος
ανεξαρτησία ανησύχου ελευθέρας θελήσεως, η προτίμησις των απολαύσεων
του παρόντος υπέρ τας ελπίδας του μέλλοντος, η πόρρω περιπλάνησις από
της καθαράς και ειρηνικής χώρας, ήτις είνε αυτή η εστία μας, όπως
εκπέση ο υιός εκείνος εις παν πάθος το οποίον σκορπίζει και φθείρει
τα σπανιώτατα δώρα της ζωής, η βραχεία εξακολούθησις των αγρίων
εκείνων σπασμών της απηγορευμένης ηδονής, η δάκνουσα πείνα, η
φλέγουσα δίψα, η απεγνωσμένη δουλεία, η ανέκφραστος και ασυμπαθής
κατάπτωσις ήτις αφεύκτως θα επακολουθήση, πού εζωγραφήθησαν όλα ταύτα
τα μυριάκις επαναληφθέντα γνωρίσματα της αμαρτίας και της λύπης, αν
και εδώ ζωγραφούνται με ολίγας γραμμάς μόνον, υπό αβροτέρας και
αληθεστέρας χειρός; Απαραμίλλως εικονίζονται εις την εικόνα του
άφρονος εκείνου υιού απαιτούντος προώρως την μερίδαν την οποίαν
απαιτεί από τα αγαθά του πατρός του· αποδημούντος εις χώραν μακράν
σπαταλούντος την ουσίαν του δι' ασώτου βίου· υποφέροντος εξ ενδείας
εν τω ισχυρώ λιμώ· ηναγκασμένου να εκπέση εις την ατιμίαν του βόσκειν
χοίρους και ποθούντος να γεμίση την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων
ήσθιον οι χοίροι. (Σημειωτέον ότι οι Εβραίοι είχον τόσην αποστροφήν
εις τους χοίρους, ώστε ούτε τους ωνόμαζον, αλλά δι' ευφημισμού τους
εκάλουν δ α β ά ρ  α κ χ έ ρ, ήτοι, «άλλο πράγμα».) Και ύστερον πώς
ήλθεν εις τον εαυτόν του, πώς ενθυμήθη τους μισθίας του πατρός του,
οίτινες επερίσσευον άρτων, και αυτός απέθνησκε της πείνης, πώς
επέστρεψεν οίκαδε, πώς εξωμολογήθη εν αγωνία και συντριβή — όλη αύτη
η ασύγκριτος κλίμαξ ήτις, ως φωνή εξ ουρανού, τόσας εκατοντάδας
μυριάδων καρδιών εκίνησεν εις μετάνοιαν και δάκρυα.

«Και εγερθείς επορεύθη προς τον πατέρα αυτού. Έτι δε αυτού πόρρω
απέχοντος, ο πατήρ είδε και εσπλαγχνίσθη επ' αυτόν, και δραμών έπεσεν
επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν! Είπε δε αυτώ ο υιός,
Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και ουκ ειμί άξιος
κληθήναι υιός σου. Είπε δε ο πατήρ τοις οικέταις. Ενέγκατε την στολήν
την καλήν και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτύλιον επί την δεξιάν αυτού
και πέδιλα εις τους πόδας· και θύσαντες τον μόσχον τον σιτευτόν
φαγόντες ευφρανθώμεν· ότι ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε, και
απολωλώς ην και ευρέθη».

Και εκ πρώτης όψεως ήθελε φανή ότι εδώ έμελλε να τελειώση η παραβολή
ως εν μουσική αγγελικής κινύρας. Και εδώ θα ετελείωνεν αν το
μυστήριον της ανθρωπίνης κακίας ήτο άλλο παρ' ό,τι είνε. Αλλά το
συμπέρασμα της σχετίζεται αμεσώτερον προς τας περιστάσεις αίτινες την
προυκάλεσαν. Οι οργίλοι γογγυσμοί των Φαρισαίων και Γραμματέων είχον
δείξει εις πόσην άγνοιαν διετέλουν, εν τη πωρώσει και τη υπερηφανία
της καρδίας των, ότι, εις το όμμα του Θεού, το δάκρυ ενός αληθώς
μετανοούντος αμαρτωλού είνε αμετρήτως πολυτιμότερον ή η άστοργος
τυπικότης χιλίων Φαρισαίων. Ολίγον υπώπτευον ότι η μετάνοια δύναται
να φέρη την πόρνην και τον τελώνην εις στενωτέραν προς τον Δημιουργόν
των ή η πολύπονος επιτήδευσις μυρίων φορτικών και σεβασμίων
υποκρισιών. Και διά τούτο ο Ιησούς προσέθηκε πως ο υιός, ο πρωτότοκος
υιός εισήλθε, και ηγανάκτησε προς τον θόρυβον της χαράς, και ωργίσθη
επί τη προθύμω εκείνη συγγνώμη, και εμέμφθη την φιλόστοργον καρδίαν
του πατρός, και εξετραγώδησε τας αμαρτίας του αδελφού του, και
έδειξεν όλην την ανελεημοκακίαν καρδίας ήτις είχεν εκλάβη την
ευπρέπειαν την εξωτερικήν ως ιερόν έρωτα.

Ψυχολογικαί και δραματικώταται είνε αι εκφράσεις του πρωτοτύπου, του
κατά Λουκάν. Εκείνο το ι δ ο ύ, με το οποίον αρχίζει ο πρωτότοκος την
αποστροφήν του· το «εγώ τοσαύτα έτη δουλεύω», «εμοί ουκ έδωκας
ερίφιον», το «ούτος ο υιός σου» (αντί να είπη ο  α δ ε λ φ ό ς  μ ο
υ), το «ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών», δεν αποδίδονται
ευκόλως εις ουδεμίαν των νεωτέρων γλωσσών.

Όταν αναγινώσκωμεν την διήγησιν ταύτην, και μελετώμεν όλα όσα
εμπερικλείει — τον άσωτον βίον και την μετάνοιαν του νεωτέρου υιού,
εν αντιθέσει προς την πεπωρωμένην κακοβουλίαν και τον φθόνον του
πρεσβυτέρου — δυνάμεθα από καρδίας να ευχαριστήσωμεν τον Θεόν, ότι
εκείνος, ο εξάγων καλόν εκ του πονηρού, μέλι εκ του φονευμένου
λέοντος και ύδωρ εκ της ακροτόμου πέτρας, ηδύνατο και εκ του υλικού
τούτου ν' αντλήση την θειοτάτην έκφρασιν πάσης αποκαλύψεως την
παραβολήν του Ασώτου Υιού.

Η σχέσις του Ιησού προς τους Τελώνας και αμαρτωλούς εξηγήθη ούτω,
καθώς και ο πλήρης ανταγωνισμός μεταξύ του πνεύματος Αυτού κ' εκείνης
της πεφυσιωμένης θρησκοληψίας ήτις είνε η παραποίησις του αληθούς
θρησκεύματος. Ο Ιουδαϊσμός των ημερών εκείνων υποκαθιστά κενούς
τύπους και ανοήτους τελετάς αντί αληθούς ευθύτητος· υπελάμβανε την
ανελεήμονα αποκλειστικότητα ως γνησίαν ευσέβειαν. Ήτο τόσον βαθέως
υποκριτικός, ώστε να μη αναγνωρίζη την ιδίαν υποκρισίαν του.
Ευχαριστεί τον Θεόν διά τας κακίας του τας οποίας ενόμιζεν ως αρετάς,
κ' εφαντάζετο ότι Εκείνος θα ηρέσκετο εις λατρείαν εν ή ούτε
ταπείνωσις υπήρχεν, ούτε αλήθεια, ούτε ευορκία, ούτε αγάπη. Εκείνοι
οίτινες εφρόνουν ότι ήσαν τόσον πλούσιοι και ευθηνούντες εν αγαθοίς,
ώφειλον να μάθωσιν ότι ήσαν ελεεινοί και τρισάθλιοι και τυφλοί και
γυμνοί. Τα πρόβατα εκείνα, τα οποία εφαντάζοντο ότι δεν είχον
πλανηθή, ώφειλον να εννοήσωσιν ότι το δύστηνον απολωλός πρόβατον θα
ηδύνατο να προσαχθή εις την μάνδραν επί των ώμων του Ποιμένος του
Καλού, μετά βαθυτέρας ακόμη φιλοστοργίας. Εκείνοι οι υιοί οι
πρωτότοκοι είχον να μάθωσιν ότι το πνεύμα του Πατρός των ήτο τούτο,
το συμπέρασμα της δεσποτικής παραβολής: «Ευφρανθήναι δε και χαρήναι
έδει, ότι ο  α δ ε λ φ ό ς  σ ο υ  ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και
απολωλώς ην και ευρέθη.»

Αλλ' όσον και ήτο καταφανές ότι το πνεύμα του Χριστού και το πνεύμα
του Φαρισαίου αντέκειντο αδιαλλάκτως προς άλληλα, μέχρι τούδε οι
εχθροί του Χριστού δεν ηδυνήθησαν να βλάψωσι την επίδρασίν Του ή να
περιστείλωσι το έργον Του. Το να συγχωρή, διά του αυτού λόγου όστις
ιάτρευε τας νόσους, τας αμαρτίας εξ ων επίστευον ότι όλαι αι νόσοι
προέρχονται, το να συμμετέχη κοινωνικών εορτών, το να αναστρέφηται
μετά τελωνών και αμαρτωλών, όλα ταύτα δεν ηδύναντο να ερμηνευθώσιν ως
παραβάσεις του Νόμου. Αλλά μία βαρυτέρα κατηγορία, επιμονώτερον
επαναλαμβανομένη, σφοδρότερον υποστηριζομένη, υπελείπετο, η κατηγορία
ότι παρέβαινε τους νόμους του Μωυσέως διά της μη τηρήσεως του
Σαββάτου. Τούτο επροξένησε κατάπληξιν, αδημονίαν, μανίαν, δίψαν
εκδικήσεως, ήτις κατεδίωζε τον Χριστόν μέχρι του σταυρού. Διότι το
Σάββατον ήτο θεσμός όχι μόνον μωσαϊκός αλλ' αρχέτυπος, και κατέστη το
μάλλον διακριτικόν και το μάλλον εμπαθώς τηρούμενον εξ όλων των
δογμάτων, τα οποία εχώριζον τους Ιουδαίους από των εθνικών ως
ιδιαίτερον λαόν. Ήτο ενταυτώ το σημείον των αποκλειστικών προνομίων
των και το κέντρον της αγόνου τυπολατρείας των. Όχι μόνον ετηρείτο εν
τω ουρανώ, πριν υπάρξωσιν άνθρωποι, αλλ' ο λαός του Ισραήλ δι' αυτό
έγεινε, λέγει το Ταλμούδ, διά να τηρή το Σάββατον. Μήπως δεν τηρείται
θαυμασίως και υπ' αυτού του Σαββατιαίου λεγομένου ποταμού της Αγίας
Πόλεως; Εσεμνύνοντο διότι επροτίμησαν να χάσουν μάχας, να κατακοπώσιν
υπό των εχθρών των, ν' αφίσωσιν την Ιερουσαλήμ κινδυνεύουσαν, όπως μη
λύσωσι το Σάββατον. Κατά τον άγαν σχολαστικόν ραββίνον Σαμμαΐ ουδείς
εν Σαββάτω ώφειλε να βοηθήση τον ασθενή ή να παρηγορήση τον
τεθλιμμένον. Και αυτή η διατήρησις της ζωής ήτο παράβασις του
Σαββάτου. Το Σάββατον ώφειλον και οι πτωχοί να εστιώνται τρις, αλλά
χωρίς ν' ανάπτωσι πυρ μήτε να μαγειρεύωσιν. Αφ' ετέρου το να φονεύση
τις κώνωπα είνε το αυτό ως να φονεύση κάμηλον. Και η Μεγάλη Συναγωγή
εξέδωκε τριακονταεννέα διατάξεις και απειραρίθμους παραδιατάξεις όσον
αφορά την τήρησιν του Σαββάτου. «Δεν πρέπει εν Σαββάτω να διαβαίνης
ποταμόν επί καλοβάθρων, διότι πράγματι φέρεις τα καλόβαθρα. Γυνή δεν
πρέπει να φέρη ταινίας εν Σαββάτω, εκτός αν είνε ερραμέναι εις την
εσθήτα της. Αν έχη τις ψευδείς οδόντας δεν πρέπει να τους φέρει εν
Σαββάτω. Άνθρωπος πάσχων εξ οδονταλγίας δεν πρέπει να πλύνη το στόμμα
του με όξος, αλλά να το κρατή εις το στόμα του και να το καταπίνη.
Δύο γράμματα της αλφαβήτου δεν πρέπει να γράψη τις. Ο ασθενής δεν
πρέπει να στείλη να ζητήση ιατρόν εν Σαββάτω. Ράπτης δεν πρέπει να
εξέλθη με την βελόνην του την νύκτα της Παρασκευής, μήπως την
λησμονήση επάνω του, και ούτω λύση το Σάββατον φέρων την βελόνην.
Αλέκτωρ δεν πρέπει να φέρη ταινίαν περί το σκέλος του εν ημέρα
Σαββάτου, κτλ κτλ.

Και όμως, ιδού Άνθρωπος αξιών ότι είνε προφήτης, και περισσότερον
προφήτου, όστις εσκεμμένως έθετεν εκποδών, καθώς εφαίνετο αυτοίς, την
προαιώνιον αγιότητα της ημέρας ταύτης των ημερών! Και ο προσεκτικός
αναγνώστης των Ευαγγελίων θα εκπλαγή βλέπων οπόση μερίς της έχθρας
την οποίαν ο Κύριος ημών προεκάλει, ου μόνον εν Ιερουσαλήμ, αλλά και
εν Γαλιλαία και τη πέραν του Ιορδάνου χώρα, περί μόνον το κεφάλαιον
τούτο εστρέφετο. Επτά ιάσεις εν Σαββάτω ιστορούνται, και άλλαι
μνημονεύονται, εν τοις Ευαγγελίοις.

Ο χορτασμός των πεντακισχιλίων και η ομιλία εν τη Συναγωγή της
Καπερναούμ συνέβησαν αμέσως προ του Πάσχα. Ουδείς εκ των Ευαγγελιστών
διηγείται τα συμβάντα, τα αμέσως επακολουθήσαντα. Αν παρευρέθη ο
Ιησούς εις το Πάσχα τούτο, θα το έκαμεν όλως κατ' ιδίαν, και ουδέν
συμβεβηκός της επισκέψεώς Του απεμνημονεύθη. Είνε δε πιθανώτερον ότι
ο κίνδυνος και η αντίδρασις την οποίαν είχε συναντήσει εν Ιερουσαλήμ
ήρκεσαν να επιφέρωσι την αποχήν του, «έως αν παρέλθη τυραννία».
Δυνατόν εντοσούτω, αν δεν απήλθεν αυτοπροσώπως, τινές των μαθητών Του
να εξεπλήρωσαν την εθνικήν ταύτην υποχρέωσιν και δυνατόν ίσως η
επιτήρησις της διαγωγής των, συνδυαζομένη προς το μίσος το οποίον
είχεν εμπνεύσει το πρόσταγμά Του προς τον παράλυτον όπως άρη τον
κράββατον εν Σαββάτω, να έπεισε τους Γραμματείς και Φαρισαίους της
Ιερουσαλήμ να πέμψωσί τινας εκ των ιδικών των προς ιχνηλάτησιν των
διαβημάτων Του, και κατασκόπευσιν των πράξεων Του, και παρά τας όχθας
της αγαπητής Του λίμνης. Βέβαιον είνε ότι από τούδε, εις πάντα
σταθμόν του σταδίου Του, εις τους αγρούς, εις τας Συναγωγάς, εις τας
εορτάς, εις τας οδοιπορίας, εις Καπερναούμ, εις Μάγδαλα, εν Περαία,
εν Βηθανία, πανταχού Τον βλέπομεν να επιτηρήται, να στενοχωρήται, να
επιτιμάται, να επερωτάται, να πειράζηται, να υβρίζηται, υπό των
σκευωρών τούτων, των αντιπροσώπων των αρχόντων του έθνους Του, περί
των οποίων επανειλημμένως μας λέγουν οι Ευαγγελισταί ότι δεν ήσαν
εγχώριοι, αλλά «ελθόντες τινές από Ιεροσόλυμα. Η πρώτη εν Γαλιλαία
προσβολή προήλθεν εκ της περιστάσεως ότι, διερχόμενοι διά των
σπορίμων εν ημέρα Σαββάτου (ο Λουκάς έχει την φράσιν «εν Σαββάτω
δευτεροπρώτω», το οποίον κατά τινα εικασίαν ίσως σημαίνει, εν Σαββάτω
πρώτω του μηνός του δευτέρου), οι μαθηταί Του πεινάσαντες, έκοψαν
στάχυας, έτιλαν αυτούς εις τας παλάμας των χειρών των, εφύσησαν το
άχυρον, και έφαγον. Αναντιρρήτως, τούτο ήτο μέγιστον σφάλμα,
θανάσιμον μάλιστα, εις τους οφθαλμούς των νομοφυλάκων. Το θερίζειν
και το αλωνίζειν εν Σαββάτω βεβαίως ήσαν απηγορευμένα, αλλ' οι
Ραββίνοι απεφάνθησαν ότι το να κόψη τις στάχυν είνε το αυτό ως να
θερίση, και το να τίλη το στάχυν με την χείρα, το αυτό ως ν' αλωνίση!
Ίσως οι κατάσκοποι ούτοι Φαρισαίοι έχον ακολουθήσει τον Ιησούν κατά
το Σάββατον τούτο διά να επιτηρήσωσιν αν θα εβάδιζε περισσότερον ή
την κεκανονισμένην Σαββάτου οδόν, ήτοι περί τους δισχιλίους πήχεις.
Αλλ' εκεί έσχον το ευτύχημα ν' ανακαλύψωσιν έν πολύ χειρότερον
σκάνδαλον· μίαν πράξιν των μαθητών ήτις, κατά την τεχνικήν ερμηνείαν
του νόμου, καθίστα αυτούς ενόχους θανάτου διά λιθοβολισμού. Αυτός ο
Ιησούς δεν υπήρξε συναυτουργός εις το πταίσμα. Φαίνεται εκ των
εκφράσεων του ευαγγελιστού Μάρκου ότι περιεπάτει κατά μήκος των
εσπαρμένων αγρών διά της συνήθους οδού, υποφέρων την πείναν Του όσον
ηδύνατο, ενώ οι μαθηταί Του ήνοιξαν δρόμον αναμέσων των σταχύων,
κόπτοντες αυτούς καθόσον προυχώρουν. «Εγένετο παραπορεύεσθαι Αυτόν
διά των σπορίμων, και ήρξαντο οι μαθηταί Αυτού οδόν ποιείν τίλλοντες
τους στάχυας». Δεν υπήρχε δε ουδέν κακόν εις το τίλλειν τους στάχυας·
τούτο ου μόνον εκυρούτο διά των εθίμων, αλλά ρητώς επετρέπετο υπό του
Μωσαϊκού Νόμου, (Δευτερονομ. ΚΓ'. 25). Αλλά το έγκλημα συνίστατο εις
το ότι τούτο εγίνετο εν Σαββάτω! Πάραυτα οι Φαρισαίοι περικυκλούσι
τον Κύριον, και δεικνύουσι τους μαθητάς ερωτώντες οργίλως, «Ίδε, τι
ποιούσιν, ο ουκ έξεστι ποιείν εν Σαββάτω;»

Μετά θείας ετοιμότητος, με το βάθος εκείνο της οξυνοίας και το εύρος
της γνώσεως, το οποίον εχαρακτήριζε τας αποκρίσεις Του εις τας
εξαφνικωτέρας ερωτήσεις, ο Ιησούς υπεράσπισε τους μαθητάς Του. Επειδή
η κατηγορία την φοράν ταύτην δεν απηυθύνετο κατ' Αυτού αλλά κατά των
μαθητών Του, ο τρόπος της υπερασπίσεως Του, διαφέρει εξ ολοκλήρου από
εκείνον τον οποίον, ως είδομεν, είχε μεταχειρισθή εν Ιερουσαλήμ. Εκεί
εστήριξε την υποτιθεμένην αθέτησιν του Νόμου επί της προσωπικής Του
εξουσίας· εδώ, ενώ ακόμη εκήρυττεν Εαυτόν Κύριον του Σαββάτου, ηρύσθη
από την ιστορίαν των και από τον Νόμον των παράδειγμα το οποίον
απέλυε πάσης μομφής τους μαθητάς Του. «Ουκ ανέγνωτε, (είπε, μετά
τινος ίσως λεπτής ειρωνείας) πως ο Δαυίδ, ου μόνον εισήλθεν εις τον
Οίκον του Θεού εν Σαββάτω, αλλ' έφαγε τους άρτους της Προθέσεως, ους
ουκ έξεστι φαγείν ειμή τοις ιερεύσι μόνοις;» Εάν ο Δαυίδ, ο ήρως των,
ο ευνοούμενός των, ο άγιός των, φανερώς ούτω παρέβη το γράμμα του
Νόμου, και όμως έμεινεν ανεύθυνος λόγω ανάγκης υπερτέρας πάσης
λειτουργικής διατάξεως, πως ήσαν άξιοι μομφής οι μαθηταί διά την
αθώαν πράξιν ότι εθεράπευον την πείναν των; Και πάλιν αν οι ραββίνοι
διετύπωσαν ότι δεν υπάρχει Σαββατισμός εν τω Ναώ, και οι ιερείς
ανάπτουσι πυρ και σφάζουσι τα θύματα εν τω Ναώ κατά το Σάββατον, και
ο Νόμος όστις θεσπίζει το Σάββατον τους συγχωρεί, δεν ηδύνατο μείζον
τι του Ναού να συγχωρήση τούτους; Και υπήρχε Τις μείζων του Ναού
ενταύθα. Και είτα πάλιν τους υπομιμνήσκει ότι ο έλεος είνε κρείττων
της θυσίας. Το Σάββατον επίτηδες εθεσπίσθη δι' έλεον, και διά τούτο
ου μόνον δύνανται όλαι αι πράξεις του ελέους αμέμπτως να επιτελώνται
εν αυτώ, αλλά τοιαύται πράξεις θα είνε αρεστοτέραι τω Θεώ ή όλαι αι
αυτάρεσκοι λεπτολογίαι, αίτινες μετέβαλον πλούσιον ευεργέτημα εις
φόρτον και εις παγίδα. Το Σάββατον έγεινε διά τον άνθρωπον, όχι ο
άνθρωπος διά το Σάββατον, και διά τούτο, «Κύριος εστιν ο Υιός του
Ανθρώπου και του Σαββάτου.

Εις έν των παλαιών χειρογράφων, των ευρισκομένων εν τη βιβλιοθήκη του
Πανεπιστημίου Καντεβριγίας, φέρεται εν τω κειμένω του Ευαγγελιστού
Λουκά, μετά το εδάφιον 5 του ΣΤ' κεφαλαίου, αξιοσημείωτος προσθήκη.
Κατ' αυτήν, ο Χριστός την ιδίαν ημέραν, ιδών τινα εργαζόμενον εν
Σαββάτω, είπεν αυτώ ότι, εάν μεν γνωρίζη τι κάμνει, θα είνε
ευλογημένος, εάν δε όχι, θα είνε επικατάρατος και παραβάτης του
νόμου. Η προσθήκη είνε προδήλως απόκρυφος και υποβολιμαία. Πλην, όπως
και αν έχη, η ιδέα δεν φαίνεται απορριπτέα. Και ο Άγιος Αυγουστίνος
λέγει, ότι καλλίτερον ν' αροτριά τις παρά να χορεύη.

Περί την δείλην της αυτής ημέρας, ο Κύριος εισήλθεν εις την
Συναγωγήν. Άνθρωπός τις (η παράδοσις λέγει ότι ήτο κτίστης, πηρωθείς
ένεκα ατυχήματος εν τη εργασία, όστις παρεκάλεσε τον Χριστόν να τον
θεραπεύση διά να μη βιασθή να επαιτή) εκάθητο εν τη Συναγωγή. Η
παρουσία του, και ο σκοπός της παρουσίας του ήσαν γνωστά εις όλους·
και εις τας πρώτας έδρας εκάθηντο Γραμματείς, Φαρισαίοι και
Ηρωδιαναί, των οποίων το κακόβουλον βλέμμα ήτο προσηλωμένον προς τον
Ιησούν, διά να ίδωσι τι θα έπραττεν, όπως τον κατηγορήσωσιν. Εκείνος
δεν τους άφησεν επί μακρόν εν τη αμφιβολία. Πρώτον εκάλεσε τον
άνθρωπον με την ξηράν χείρα να σταθή εις το μέσον. Και τότε ανέφερεν
εις την κρίσιν της ιδίας συνειδήσεώς των το ζήτημα τα οποίον ήτο εις
τας καρδίας των, διατυπώσας μόνον αυτό κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να
τους δείξη την αληθή σημασίαν του. «Έξεστιν (είπεν) εν Σαββάτω
αγαθοποιείν ή κακοποιείν; ζωοποιείν (ως Εγώ πράττω δηλ) ή αποκτείνειν
(ως υμείς εν ταις καρδίαις υμών μελετάτε να πράξητε);» Μία μόνον
απάντησίς θα υπήρχεν εις τοιούτον ερώτημα, αλλ' εκείνοι δεν είχον
έλθη εκεί διά να ζητήσωσιν ή διά να είπωσι την αλήθειαν. Ο μόνος
σκοπός των ήτο να επιτηρήσωσι τι Αυτός θα έπραττε, και να στηρίζωσιν
επί τούτου κατηγορίαν ενώπιον του Συνεδρίου, ή τουλάχιστον να Τον
στηλιτεύσωσιν από τούδε με το στίγμα καταλύτου του Σαββάτου. Εις την
ερώτησιν έμειναν βωβοί και ανάλγητοι. Αλλ' Εκείνος δεν ήθελε να τους
επιτρέψη να διαφύγωσι την κρίσιν της ιδίας αυτών συνειδήσεως, ήθελε
να τους δείξη ότι είνε αυτοκατάκριτοι, και διά τούτο εδικαιώθη εκ της
ιδίας πρακτικής πείρας των ως και εκ της αδυναμίας των εις το ν'
αποκριθώσιν. Είνε τις εξ υμών, ηρώτησεν, όστις, εάν έν μόνον πρόβατον
εμπέση εις λάκκον ύδατος, δεν θα το δράξη διά να τα εξαγάγη εκείθεν;
Πόσον καλλίτερος είνε ο άνθρωπος από έν πρόβατον; Το επιχείρημα ήτο
ακαταμάχητον, αλλ' όμως η σιωπή των εξηκολούθει ακόμη. Εκείνος τους
εθεώρησε μετ' οργής και αγανακτήσεως. Και είτα, καταστείλας την
πικράν συγκίνησίν Του, διά να εκτελέση την πράξιν του ελέους Του,
είπε προς τον άνθρωπον: «Έκτεινόν σου την χείρα». Δεν ήτο η χειρ
εξηραμμένη; Πώς ηδύνατο να την εκτείνη; Το ρήμα του Χριστού έδωκε την
δύναμιν προς εκτέλεσιν του προστάγματός Του· την εξέτεινε, και η χειρ
ιάθη όλη.

Ούτω κατά πάντα τρόπον οι εχθροί Του ηττώντο· ηττώντο εις τα
επιχειρήματα, κατησχύνοντο εις σιωπήν, εκωλύοντο εις τας προσπαθείας
των όπως εύρωσιν αφορμήν τινα προς κατηγορίαν επί εγκλήματι. Διότι
ιατρεύσας τον άνθρωπον ο Χριστός ουδέν έπραξε το οποίον και η
ασπονδοτέρα έχθρα των θα ηδύνατο να διαστρέψη εις αθέτησιν της
εντολής του Σαββάτου. Ούτε έθιξε τον άνθρωπον, ούτε τον εξήτασε, ούτε
τον διέταξε να εκτελέση ασκήσεις· μόνον έν ρήμα είπε, και ουδέ
Φαρισαίος ηδύνατο να ισχυρισθή ότι το να είπη τις έν ρήμα ήτο
αθέτησις του Σαββάτου, και αν ακόμη τούτο συνωδεύετο υπό θαυματουργού
ευλογίας! Πρέπει να ησθάνθησαν πόσον κατακράτος ενικήθησαν, αλλά
τούτο μόνον ηρέθησεν επί μάλλον την λύσσαν των. Ήσαν έμπλεοι «ανοίας,
πωρώσεως, και σκληροκαρδίας», και ανεκοίνουν προς αλλήλους τι
ηδύναντο να πράξωσι προς τον Ιησούν. Μέχρι τούδε ήσαν εχθροί των
Ηρωδιανών, τους εθεώρουν σχεδόν ως αποστάτας, αφού ούτοι ησπάζοντο
την Ρωμαϊκήν κυριότητα, εμιμούντο τα έθιμα των εθνικών, απεδέχοντο
τας δοξασίας των Σαδδουκαίων, και τόσον εκολάκευον τον βασιλεύοντα
οίκον, ώστε είχον προσπαθήσει βλασφήμως να παραστήσωσιν Ηρώδην τον
Μέγαν ως τον επηγγελμένον Μεσσίαν. Αλλά τώρα αι παλαιαί εχθροπάθειαί
των διηλλάγησαν εν τη μανιώδει λύσση των εναντίον του κοινού εχθρού.
Κάτι τι, ίσως ο φόβος του Αντίπα, ίσως πολιτική υποψία, ίσως το
φυσικόν μίσος των φιλοκόσμων και αποστατών εναντίον διδασκαλιών
καταισχυνουσών τον βίον των, είχε προσφάτως προσθέσει τους Ηρωδιανούς
τούτους εις τον αριθμόν των διωκτών του Σωτήρος. Επειδή η Γαλιλαία
ήτο το κύριον κέντρον της ενεργείας του Χριστού, οι Φαρισαίοι των
Ιεροσολύμων έχαιρον να καρπωθώσι βοήθειαν τινα παρά του Γαλιλαίου
τετράρχου και των οπαδών του· έλαβον δε κοινόν συμβούλιον πώς θα
ηδύναντο να καταστρέψωσι βία τον Προφήτην, ον δεν ηδύναντο ούτε διά
συλλογισμών ν' αναιρέσωσιν ούτε διά νόμων να συλλάβωσιν εις τα δίκτυά
των.

Η έχθρα αύτη των αρχόντων δεν είχεν ακόμη αποξενώσει από του Χριστού
τα πνεύματα των πολλών. Κατέστη όμως ευκταίον δι' αυτόν να μεταβή εις
άλλον τόπον, επειδή δεν είχεν έλθη ακόμη ο καιρός του Πάθους Του.
Αλλά προ της αναχωρήσεώς Του συνέβησαν σκηναί βιαιοτέραι ακόμη, και
εκρήξεις μανίας εναντίον Του ακόμη σημαντικώτεραι και
κινδυνωδέστεραι. Αναγκαιότερον οσημέραι καθίστατο όπως δεικνύη ότι η
ρήξις μεταξύ Αυτού και των θρησκευτικών αρχόντων του έθνους Του ήτο
βαθεία και οριστική· αναγκαιότερον οσημέραι απέβαινεν όπως εκθέτη το
ανειλικρινές των δογμάτων των, και την λεπτολόγον θεατρικότητα ήτις
ήτο μόνον το άνθος της βαθυρρίζου υποκρισίας των.

Η πρώτη φανερά καταγγελία Του κατά των αρχών εφ' ων εβασίζετο το
Φαρισαϊκόν σύστημα, έλαβεν αφορμήν έκ τινος νέας αποπείρας των εν
Ιεροσολύμοις γραμματέων, όπως βλάψωσι την θέσιν των μαθητών Του. Μια
των ημερών παρετήρησαν ότι οι Απόστολοι είχον καθίσει εις δείπνον
χωρίς να νίψωσι πρώτον τας χείρας των. Οι Ιουδαίοι των μεταγενεστέρων
χρόνων διηγούντο μετά μεγάλου θαυμασμού, πως ο ραββίνος Αχίβας, όταν
ήτο φυλακισμένος και επρομηθεύετο δι' ύδατος τοσούτου μόνον ώστε να
μη αποθάνη εκ δίψης, επροτίμησε ν' αποθάνη εκ πείνης μάλλον ή να φάγη
χωρίς να πλύνη τας χείρας. Οι Φαρισαίοι λοιπόν ερχόμενοι προς τον
Ιησούν εν σώματι, ως συνήθως, Τον ερωτώσι, με αίσθημα πεφυσιωμένης
σοβαρότητος επί τω δικαίω της μομφής των. «Διατί οι μαθηταί Σου
παραβαίνουσι την παράδοσιν των πρεσβυτέρων; ου γαρ νίπτουσι τας
χείρας εν τω εσθίειν».

Έν ραββινικόν βιβλιάριον πραγματευόμενον περί παραθέσεως τραπέζης,
περιέχει εικοσιέξ προσευχάς δι' ων οι Φαρισαίοι συνώδευον την πλύσιν
των χειρών. Το να ολιγωρή τις την Φαρισαϊκήν παράδοσιν ήτο ως να
εφόνευεν άνθρωπον, και συνεπήγετο απώλειαν της αιωνίου ζωής. Και όμως
οι μαθηταί του Χριστού ετόλμων να δειπνώσι με ανίπτους τας χείρας!

Ως συνήθως, ο Κύριος υιοθέτησε την συμπεριφοράν των μαθητών Του, και
δεν τους άφησεν, εν τη απλότητι και τη αμαθεία των, να τρομάξωσιν από
τους δεινούς Φαρισαίους. Εις την ερώτησίν των απήντησε δι' άλλης
σοβαρωτέρας. Διατί σεις, είπεν, αθετείτε την εντολήν του Θεού διά των
παραδόσεων των ιδικών σας; Η εντολή του Θεού ήτο: «Τίμα τον πατέρα
σου και την μητέρα σου», αλλ' η ιδική σας ερμηνεία είνε ότι, αντί να
δίδη τις εις τον πατέρα του, και την μητέρα του, δύναται να δίδη εις
τον κορβανάν. «Υποκριταί! καλώς αθετείτε την εντολήν του Θεού διά των
παραδόσεων υμών· και καλώς προεφήτευσεν Ησαΐας λέγων: Ο λαός ούτος
τοις χείλεσί με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ' εμού· αλλά
μάτην λατρεύουσί μοι, διδάσκοντες διδασκαλίας εντάλματα ανθρώπων».

Τούτο ήτο φανερά επιτίμησις ενός λαμβάνοντος υπερτέραν εξουσίαν. Ήτο
η αποδοκιμασία του Χριστού καθ' όλου του προφορικού νόμου, όστις είχε
καταντήσει να τιμάται περισσότερον από την Πεντάτευχον. Η ουσία του
συστήματος τούτου ήτο να θυσιάζηται το πνεύμα εις το γράμμα.
Εμυθολόγουν δε οι Ιουδαίοι, ότι ο Θεός διά στόματος παρέδωκε τον
προφορικόν τούτον νόμον εις τον Μωυσήν, και διά στόματος ούτος
μετεβίβασεν εις τους νεωτέρους μέχρι των εσχάτων. Επί τούτου
θεμελιούται το Ταλμούδ (ήτοι «διδασκαλία») το οποίον συνίσταται από
την Μισνά («επανάληψιν») και την Γεμάρα («συμπλήρωσιν»). Και τόσον
άμετρος κατέστη ο σεβασμός ο προς το Ταλμούδ, ώστε ελέγετο ότι ήτο,
εν σχέσει προς τον Νόμον, ως οίνος προς ύδωρ. Ο Θεός ο ίδιος, κατά
τους μωροτέρους των Ραββίνων, ασχολείται αναγινώσκων το Ταλμούδ!

Και όλον εκείνο το κολοσσιαίον πλήθος των σχολίων, των μικρολογιών
και των μύθων, ο Χριστός το κατεδίκαζε! Και δεν ήτο μόνον τούτο. Μη
αρκούμενος να διασαλεύη τας βάσεις της θρησκοληψίας των, εδίδασκεν
εις τα πλήθη διδασκαλίας αίτινες υπενόμευον όλον το κύρος των, και
εδυσφήμουν την ανεγνωρισμένην σοφίαν των. Το αποφασιστικόν της
αποδοκιμασίας Του ήτο εις ακριβή αναλογίαν προς το απεριόριστον των
ιδίων των αγερώχων αξιώσεων. Και στραφείς απ' αυτών, ως εάν ήσαν
απεγνωσμένοι, εκάλεσε το πλήθος, και είπε προς πάντας τας ολίγας και
βαρυσημάντους ταύτας λέξεις:

«Ου τα εισερχόμενα εις το στόμα κοινοί τον άνθρωπον· αλλά τα
εξερχόμενα του στόματος κοινοί τον άνθρωπον».

Οι Φαρισαίοι πικρώς προσεβλήθησαν εκ του λόγου τούτου. Καταδικαστική
όπως ήτο της κοινής ιερατικής οιήσεως η έκφρασις εκείνη του Ιησού,
έμελλε να είνε ο επιθανάτιος κώδων της περισσείας του τελετουργικού,
δι' ην είς των πατέρων της Εκκλησίας έπλασε την αμίμητον λέξιν
«εθελοπερισσοθρησκεία». Οι μαθηταί Του δεν εβράδυναν να Τον
πληροφορήσουν περί της αγανακτήσεως την οποίαν επροξένησαν οι λόγοι
Του, διότι πιθανώς μετείχον ου μικράν μερίδα εκ της λαϊκής ευλαβείας
προς την κορυφαίαν των Ιουδαϊκών αιρέσεων. Αλλ' η απάντησις του Ιησού
υπήρξεν έκφρασις γαληνίου αδιαφορίας προς πάσαν επίγειον κρίσιν, και
τελευταία παραπομπή εις μόνον το κριτήριον του Θεού. «Πάσα φυτεία ην
ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο Ουράνιος εκριζωθήσεται. Άφετε αυτούς είνε
τυφλούς τυφλών οδηγούς. Και ει τυφλός τυφλόν οδηγεί, ουκ εις βόθρον
πεσούνται αμφότεροι;»

Ολίγω ύστερον, ενώ ήσαν εν οικία και μόνοι, ο Πέτρος έσπευσε να Τον
ερωτήση αιτών εξήγησιν των λόγων ους είχεν εκφέρει εμφαντικώς προς το
πλήθος. Ο Ιησούς είπε τότε ότι εκ της καρδίας εκπορεύονται πονηροί
λογισμοί, μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι, κλοπαί, αρπαγαί, ανομίαι, απάτη,
ακολασία, βασκανία, βλασφημία, υπερηφανία, μωρία. Ταύτα εστι τα
κοινούντα τον άνθρωπον· το δε εσθίειν ανίπτους χερσίν ου κοινοί τον
άνθρωπον.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.
Η λύσσα των εχθρών Του



Η Κυριακή προσευχή. — Ο τυφλός και κωφός δαιμονιζόμενος. — Η διαβολή
των Γραμματέων. — Ο Βεελζεβούλ — Απόκρισις του Ιησού. — Νουθεσία
εναντίον της αργολογίας. — Τίνες οι μακάριοι; — «Διδάσκαλε, θέλομεν
σημείον ιδείν». — «Το σημείον Ιωνά του Προφήτου». — Επέμβασις των
συγγενών Του.

Έμελλε να επέλθη και άλλη ημέρα εναντιότητος, πικροτέρας
επικινδυνωτέρας, απηνεστέρας, ημέρα φανεράς και τελειωτικής ρήξεως
μεταξύ του Ιησού και των Φαρισαίων κατασκόπων των από Ιερουσαλήμ,
πριν ή υποχωρήση προς καιρόν εις το θανάσιμον μίσος των εχθρών Του,
και αποσυρθή όπως εύρη εις χώρας ειδωλολατρών την αναψυχήν την οποίαν
δεν ηδύνατο πλέον να εύρη εις τα πλούσια πεδία και τους χλοάζοντας
λόφους της Γεννησαρέτ. Ολίγαι υπήρξαν ημέραι της επιγείου ζωής Του
αίτινες να διήλθον διά τοσαύτης δοκιμασίας και εξάψεως, όσης εκείνη
ην θα περιγράψωμεν νυν.

Ο Ιησούς προσηύχετο κατά μόνας, πιθανώς περί όρθρον, εν μια των
πόλεων της Γαλιλαίας. Ενόσω Τον έβλεπαν ιστάμενον με τους οφθαλμούς
ανατεταμένους προς τον ουρανόν (διότι η ορθοστασία και όχι η κλίσις
των γονάτων ήτο και είνε ακόμη η κοινή ανατολική στάσις εν τη
προσευχή) οι μαθηταί έμενον μετά σεβασμού εις απόστασιν· αλλ' όταν αι
δεήσεις Του ετελείωσαν, ήλθον προς Αυτόν παρακαλούντες να τους διδάξη
να προσεύχωνται, όπως και ο Ιωάννης εδίδαξε τους μαθητάς του. Αυτός
παραχρήμα εχαρίσθη εις το αίτημά των, και εδίδαξεν αυτούς την
τελειοτάτην εκείνην προσευχήν, ήτις εγένετο έκτοτε η εκλεκτοτάτη
κληρονομία πάσης χριστιανικής λειτουργίας, και το πρότυπον και
υπόδειγμα προς ό πάσα άλλη προσευχή οφείλει να συμμορφούται. Ουδέποτε
υπήρξε τοιαύτη προσευχή, συνδυάζουσα παν ό,τι η καρδία του ανθρώπου,
διδασκομένη υπό του Πνεύματος του Θεού, ευρίσκει αναγκαιότατον προς
θεραπείαν των αληθεστάτων πόθων της. Εν τη μεμιγμένη μετά σεβασμού
αγάπη μεθ' ης διδάσκει ημάς να προσερχώμεθα εις τον Πατέρα ημών τον
εν τοις ουρανοίς, εν τη πνευματικότητι εν ή οδηγεί ημάς να ζητώμεν
πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, εν τω
πνεύματι της καθολικής αγάπης και της συγγνώμης την οποίαν εμφυτεύει,
εν τω πληθυντικώ αριθμώ δι' ου θέλει να μας δείξη ότι πάσα ιδιοτέλεια
πρέπει να είνε εσαεί αποκεκλεισμένη από των προσευχών μας, και ότι
ουδείς άνθρωπος δύναται να προσέλθη προς τον Θεόν ως Πατέρα του
χωρίς ν' αναγνωρίζη ότι και οι χείριστοι εχθροί του είνε ομοίως τέκνα
του Θεού· εν τω γεγονότι ότι εκ των επτά αιτημάτων της έν και μόνον
έν είνε διά τας επιγείους ανάγκας, και τούτο διά την απλουστέραν
τούτων μορφήν· εν τω τρόπω μεθ' ου αποβάλλει πάσαν ματαίαν επανάληψιν
και βαττολογίαν εν τη εξαιρέτω εκείνη βραχύτητι, είνε πράγματι ότι οι
πατέρες την ωνόμασαν, Σύνοψις του Ευαγγελίου, και το κειμήλιον των
προσευχών.

Όχι ολιγώτερον θεσπέσια ήσαν τα ένθερμα και απλά λόγια τα οποία την
ηκολούθησαν, και τα οποία εδίδαξαν τους μαθητάς ότι οι άνθρωποι
οφείλουν πάντοτε να προσεύχωνται και να μη ραθυμώσιν, επειδή, αν η
οχληρία κρατεί εν τη ιδιοτελεία του ανθρώπου, η προθυμία πρέπει να
είνε πανσθενής εν τη δικαιοσύνη του Θεού. Ο Ιησούς ενετύπωσεν εις
αυτούς το μάθημα ότι, εάν η ανθρωπίνη φιλοστοργία δίδει μόνον ωφέλιμα
και αγαθά δώρα, πολλώ μάλλον η αγάπη του Μεγάλου Πατρός όστις όλους
μας αγαπά θα δώση το άριστον και υψηλότατον δώρον του, αυτήν την
δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, εις πάντας τους αιτούντας Αυτόν.

Και μετά ποίας ζωηράς χάριτος εκφέρονται τα μαθήματα ταύτα! Εάν
απηγγέλλατο με το ξηρόν, μονότονον, διδακτικόν ύφος των συνήθων
ηθικών διδασκαλιών, πώς θα ηδύναντο να συγκινήσουν τας καρδίας, ή να
θερμάνουν τας φαντασίας, ή να εντυπωθώσιν ανεξιτήλως εις την μνήμην
των ακροωμένων; Αλλ' αντί να ενδύωνται με φορτικήν σχολαστικότητα,
εξεφέροντο εν σχήματι παραβολής βασιζομένης επί κοινοτάτων συμβάντων
καθημερινής ζωής πλήρους απλότητος και πτωχείας. Οδοιπορών διά νυκτός
όπως αποφεύγη τον πνιγηρόν καύσωνα, άνθρωπός τις φθάνει εις την
οικίαν φίλου. Ο ξενίζων είνε πτωχός και δεν έχει τίποτε δι' αυτόν·
αλλ' όμως, επειδή με όλον το παράωρον δεν θέλει να παραβλέψη τα χρέη
της ξενίας, εγείρεται, και μεταβαίνει εις την οικίαν άλλου φίλου όπως
δανεισθή τρεις άρτους. Πλην ο άλλος ούτος είνε επί της κλίνης· τα
τέκνα του είνε μετ' αυτού· η θύρα του είνε κλειστή και μανδαλωμένη.
Εις την έκθυμον ικεσίαν του φίλου απαντά αποτόμως. Δεν επιστρέφει την
προσηγορίαν, φ ί λ ε. «Μη μοι κόπους πάρεχε· η θύρα κέκλεισται, ου
δύναμαι», απαντά ένδοθεν. Αλλ' ο φίλος του γνωρίζει ότι ήλθε διά
καλόν θέλημα, επιμένει δε κρούων την θύραν, εωσότου τέλος, εκ της
πολλής επιμονής του, βαρυνθείς ο φίλος εγείρεται και του δίδει το
αιτούμενον. Ούτω (παρετήρησέ τις λίαν καλώς) και όταν η καρδία, ήτις
ήτο ως εν οδοιπορία, αίφνης εν μέση νυκτί, επιστρέφει προς ημάς,
τουτέστιν έρχεται εις εαυτήν και αισθάνεται πείναν, και δεν έχομεν
τίποτε όπως την παρηγορήσωμεν, ο Θεός απαιτεί παρ' ημών τολμηράν και
οχληράν πίστιν. Εάν τοιαύτη επιμονή νικά την απέχθειαν απροθύμου
ανθρώπου, πόσω περισσότερον θα κρατή πλησίον Εκείνου όστις μας αγαπά
καλλίτερον ή ημείς ημάς αυτούς, και είνε προθυμότερος να επακούσή ή
ημείς να δεηθώμεν!

Καλώς παρετηρήθη ότι η διήγησις του βίου του Χριστού επί της γης είνε
πλήρης φωτός και σκιάς. Βραχείαι περίοδοι του βίου τούτου ιστορούνται
εν τοις Ευαγγελίοις, πλείσται δε και μακρόταται αποσιωπώνται. Δεν
πρέπει να λησμονώμεν ότι, κατά την διάρκειαν του κηρύγματός Του, δεν
έπαυσεν εις τας κατ' ιδίαν διατριβάς να διδάσκη και να εξασκή τους
μαθητάς εις την μοναδικήν εν τω κόσμω διακονίαν και αποστολήν δι' ην
τους είχε προορίσει. Μακάριοι όντως ήσαν εκείνοι υπέρ βασιλείς και
προφήτας, μακάριοι υπέρ άπαντας τους ποτέ ζήσαντας, εν τω πλούτω του
προνομίου των, επειδή ηδύναντο να συμμερίζωνται τας ενδομύχους
σκέψεις Του, και να παρακολουθώσι το καθημερινόν θέαμα του
αναμαρτήτου βίου του θείου προσώπου Του. Αλλ' εάν η μακαριότης αύτη
εδόθη ιδία εις αυτούς, τούτο δεν έγεινε προς χάριν αυτών των ιδίων,
αλλά χάριν αυτού του κόσμου ον είχον αποστολήν να εγείρωσιν από της
απογνώσεως και ανομίας εις καθαρότητα και αλήθειαν· χάριν των αγίων
εκείνων καρδιών αίτινες έμελλον τουντεύθεν ν' απολαύσωσι παρουσίας
εγγυτέρας, καίτοι πνευματικής, ή αν μετά των Αποστόλων είχον ανέλθη
συν Αυτώ εις τα ερημικά όρη, ή είχον συμπεριπατήσει μετ' Αυτού καθώς
εβάδιζε την εσπέραν πλησίον της λίμνης της διαυγούς.

Η ημέρα ήτις είχεν αρχίσει με το μάθημα εκείνο της προσευχής της
πλήρους αγάπης και εμπιστοσύνης δεν ήτο προωρισμένη να προβή ούτω
γαληνίως. Ολίγαι ημέραι της ζωής Του κατά τους χρόνους εκείνους
δυνατόν να παρήλθον χωρίς να έλθη εις θλιβεράν επαφήν με τα
γνωρίσματα της αμαρτίας και της ταλαιπωρίας· αλλά την ημέραν εκείνην
το θέαμα παρέστη ενώπιόν Του εν τη αγριωτέρα μορφή. Άνθρωπός τις
τυφλός και κωφάλαλος και δαιμονιζόμενος προσήχθη έμπροσθέν Του. Ο
Ιησούς δεν ηθέλησε να τον αφήση εις την εξουσίαν του πονηρού. Διά του
βλέμματος και του λόγου Του απήλλαξε τον πάσχοντα από της φρικώδους
τυραννίας, τον κατεπράυνε και τον εθεράπευσεν, ώστε ο τυφλός και
βωβός και έβλεπε και ελάλει.

Φαίνεται εκ των υστέρων λόγων του Κυρίου ότι υπήρχον παρά τοις
Ιουδαίοις τύποι τινές εξορκισμών, οίτινες μέχρι τινός ήσαν
λυσιτελείς· αλλ' υπάρχουσιν ενδείξεις ότι αι ούτως επιτευχθείσαι
ιάσεις εγένοντο μόνον εις ηπιωτέρας μορφάς νοσημάτων. Η διάλυσις
τόσον βδελυράς γοητείας ως εκείνη ήτις είχε δεσμεύσει τον άνθρωπον
τούτον, η δύναμις του μεταδούναι φως εις τον εσκοτισμένον οφθαλμόν,
φθόγγον εις την παραλελυμένην γλώσσαν, νουν εις την εξηγριωμένην
ψυχήν, ήτο τι το οποίον οι λαοί ποτέ άλλοτε δεν είχον ιδεί. Το θαύμα
επροξένησε ρίγος εκπλήξεως, έκρηξιν θαυμασμού απροκαλύπτου. Διά
πρώτην φοράν φανερά συνεζήτουν αν Εκείνος όστις τοιαύτην είχε δύναμιν
ηδύνατο να είνε άλλος παρά τον πρεσδοκώμενον λυτρωτήν των. «Μη τι
ούτος εστιν ο υιός Δαυίδ;»

Οι εχθροί Του δεν ηδύναντο ν' αρνηθώσιν ότι μέγα θαύμα είχε γείνη,
και αφού τούτο δεν τους έκαμνε να επιστραφώσι, μόνον τους εσκλήρυνεν.
Αλλά πώς θα ηδύναντο να διασκεδάσωσι την βαθείαν εντύπωσιν την οποίαν
είχεν εμποιήσει εις το πνεύμα των αυτοπτών; Οι Γραμματείς οίτινες
είχον έλθει εξ Ιερουσαλήμ, πανουργότεροι και δεινότεροι από τους
συναδέλφους των τους εν τη Γαλιλαία, επενόησαν νέαν λύσιν διά την
δυσχέρειαν ταύτην. «Εν τω Βεελζεβούλ τω άρχοντι των δαιμονίων,
εκβάλει τα δαιμόνια». Περίεργον ότι δεν ήλθεν εις παν στόμα η
πρόχειρος απάντησις, ως συνέβη ύστερον είς τινας εις τα στόματά τινων
οίτινες ήκουον την αυτήν κατηγορίαν φερομένην εναντίον Του εις
Ιερουσαλήμ, ότι ταύτα δεν είνε λόγια δαίμονιζομένου. Αλλ' ο λαός της
Γαλιλαίας ήτο εύπιστος και αμαθής· οι αιδέσιμοι εκείνοι ιερεξετασταί
οι εκ της Αγίας πόλεως κατείχον κληρονομικήν υπεροχήν επί της απλής
διανοίας του, και επειδή το πλήθος πολλάκις είχε προσβληθή από τους
λόγους του Ιησού, τα πνεύματα των ανθρώπων εταράσσοντο από
αμφιβολίας. Το φοβερόν της προσωπικής υπεροχής Του, η αισθητή
παρουσία και μεθ' όλην την τρυφερωτάτην συγκατάβασίν Του τινός πλέον
ή κατ' άνθρωπον, η δύναμίς Του του αναγινώσκειν λογισμούς καρδιών, η
ακοίμητος ενέργεια της αγαθοποιίας Του, ο παράδοξος τρόμος τον οποίον
ενέπνεεν εις τους δαιμονιζομένους· ο λόγος όστις πότε εξήρετο εις
απαθή σφοδρότητα καταγγελίας και πότε, διά της ποιότητος και της
καλλονής του, τους εκράτει ως παιδία γαλουχούμενα εις την θηλήν της
μητρός· η διατάραξις των απίστων καρδιών των εναντίον του νέου
εκείνου κόσμου των φόβων και των ελπίδων τον οποίον εκήρυττε προς
αυτούς ως την βασιλείαν του Θεού· ενί λόγω, το ριγηλόν συναίσθημα ότι
κατά τινα τρόπον η όψις και η παρουσία Του τους έθετεν εις εγγυτέραν
σχέσιν ή όσον ποτέ υπήρξαν πρότερον προς τον Αόρατον Κόσμον· όλα
ταύτα, επειδή δεν τους είχον παρασκευάσει προς αποδοχήν της αληθείας,
έτεινον να τους αφήσουν υποχείρια θύματα του ιταμού, του βλασφήμου
και αυθαιρέτου ψεύδους.

Και διά τούτο, δι' ολίγων αταράχων λέξεων, ο Ιησούς συνέτριψε το
βδελυρόν σόφισμα εις κόνιν. Έδειξεν αυτοίς το βαναύσως παράλογον της
υποθέσεως ότι ο Σατανάς ηδύνατο να εκβάλλη τον ίδιον Σατανάν. Δι'
ακαταμαχήτου επιχειρήματος τους απεστόμωσεν αναφερόμενος εις τους
ιδίους εξορκισμούς των, τους οποίους μετεχειρίζοντο τόσον συχνά αυτοί
και οι μαθηταί των. Και αφού ούτως απέδειξεν ότι η δύναμις την οποίαν
Αυτός εξήσκει πρέπει να ήτο άμα υπερτέρα του Σατανά και εναντία εις
τον Σατανάν, άρα πνευματική και θεία, τους ενουθέτησε περί της
τρομεράς αμαρτίας και του κινδύνου της βλασφημίας των ταύτης εναντίον
του Αγίου Πνεύματος του Θεού. «Ος αν βλασφημήση κατά του Πνεύματος
του Θεού ουκ αφεθήσεται αυτώ, ούτε εν τω νυν αιώνι ούτε εν τω
μέλλοντι».

Μετά την μυστηριώδη ταύτην νουθεσίαν, ομιλών τρανωτέρα τη γλώσση,
είπε προς αυτούς ότι όταν ο καρπός είνε σαπρός και το δένδρον θα είνε
σαπρόν, και ότι οι λόγοι και αι πράξεις των είνε πονηροί και
ερπετοειδείς (Γεννήματα εχιδνών). Τέλος με τόνον νουθεσίας όστις ποτέ
έκτοτε δεν έπαυσε να δονή και να πάλλη εις τας καρδίας είπεν αυτοίς,
ότι οι λόγοι του ανθρώπου αποκαλύπτουσι την αληθή φύσιν της καρδίας
(εκ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα λαλεί) και ότι δι' αυτούς
των τους λόγους ως και «διά παν αργόν ρήμα ό αν λαλήση άνθρωπος», θα
δώσωσι λόγον εν ημέρα κρίσεως. Το φοβερόν και επίσημον της
παραινέσεως ταύτης φαίνεται επί τινα καιρόν να έφερε τους Φαρισαίους
εις σιωπήν, και να περιέστειλε την επανάληψιν της παραλόγου
βλασφημίας των. Εν μέσω δε της επελθούσης σιωπής, γυνή τις εκ του
όχλου, εν ακαθέστω εκρήξει θαυμασμού — συνειθισμένη να σέβηται τους
μακροχίτωνας Φαρισαίους, με όλα τα κράσπεδα και τα φυλακτήριά των,
αλλ' αισθανομένη εις το βάθος της καρδίας πόσον υψηλά υπεράνω αυτών
ίστατο ο Λαλών — ύψωσε φωνήν και είπε προς Αυτόν.

«Μακάρια η κοιλία η βαστάσασά Σε και μαστοί ους εθήλασας».

«Αυτός δε είπε. — Μενούνγε: (Ναι μεν, αλλ' άρα) μακάριοι οι ακούοντες
τον λόγον του Θεού, και φυλάσσοντες αυτόν».

Η γυνή, με την περιπαθή εκείνην στοργήν του φύλου της, έκραξε: Πόσον
ευλογημένη πρέπει να είνε η μήτηρ τοιούτου Υιού! και βεβαίως
ευλογημένη ήτο εν γυναιξί, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας
αυτής· μακαρία ήτο βεβαίως, και μακαρία διότι επίστευσεν· αλλ' όμως
αυτής δεν ήτο αποκλειστική η μακαριότης· υπάρχει μακαριότης βαθυτέρα
ακόμη και γενικωτέρα, η μακαριότης της υπακοής εις τον λόγον του
Θεού. «Οπόσαι γυναίκες (λέγει ο ιερός Χρυσόστομος) την Παρθένον
εμακάρισαν και επόθησαν τοιαύται γενέσθαι μητέρες! Τι το κωλύον; Ο
Χριστός πλατείαν ημίν κατεσκεύασε της μακαριότητος την τρίβον, και ου
μόνον γυναιξίν, αλλ' ανδράσιν έξεστιν αυτήν πορεύεσθαι· την της
υπακοής οδόν τούτο μητέρα τοιαύτην ποιεί, ουκ αι ωδίνες του τοκετού».

Αλλ' οι Φαρισαίοι, καίτοι καταισχυνθέντες προς στιγμήν, δεν είχον
διάθεσιν ν' αφήσωσι τον Ιησούν επί μακρόν εν ειρήνη. Είχεν ομιλήσει
προς αυτούς εν γλώσση αυστηρού έλεγχου· προς αυτούς, τους αρχηγούς
και θρησκευτικούς διδασκάλους του καιρού Του και της πατρίδος Του.
Πόθεν είχε τόσην τόλμην Αυτός, ο τέκτων της αφανούς πολίχνης, και πώς
εθρασύνετο να ομιλή ούτω προς αυτούς; Ας τους δώση τουλάχιστον
σημείον, έν σημείον εξ ουρανού, όχι απλούν εξορκισμόν ή ιατρείαν,
αλλά μέγα, αναντίρρητον, αποφασιστικόν σημείον της εξουσίας Του.
«Διδάσκαλε, θέλομεν σημείον ιδείν παρά Σου».

Ήτο αυτό το αίτημα το οποίον είχον απευθυνθή προς Αυτόν εν αρχή του
θείου κηρύγματός Του. «Ποίον σημείον δεικνύεις ημίν, επειδή ταύτα
ποιείς;»

Προς τοιαύτας εκκλήσεις, γινομένας μόνον προς πειρασμόν και προς
ύβριν, γινομένας υπ' ανθρώπων οίτινες, άπιστοι και αμάλακτοι, αρτίως
είχον ιδεί μέγα σημείον, και είχον αποδώσιι αυτό ανερυθριάστως εις
δαιμονικήν ενέργειαν, εκώφευε πάντοτε ο Ιησούς. Το θείον δεν
κατέρχεται να περιορίση την εξάσκησιν των δυνάμεών του διά των όρων
της πεπερασμένης κριτικής, ουδέ είνε σύμφωνον προς την βουλήν του
Θεού το να κατορθώση την επιστροφήν τον ανθρωπίνων ψυχών δι' απλής
πτοήσεως προς εξωτερικά σημεία. Εάν ο Ιησούς τους είχε δώσει σημείον
εξ ουρανού, είνε πιθανόν ότι θα επέφερεν αποτέλεσμα επί των
πνευματικών τέκνων προγόνων οίτινες, κατά την ιδίαν παραδεδεγμένην
ιστορίαν των, εις την θέαν, και μάλιστα υπ' αυτούς τους κρημνούς του
πυρπολουμένου όρους, εκάθισαν να φάγουν και να πίουν, και ηγέρθησαν
διά να παίξουν; Θα είχε διαρκή τινα σημασίαν διά τους ηθικούς
κληρονόμους εκείνων οίτινες ηλέγχθησαν υπό τον ιδίων προφητών των ότι
έλαβον τα σκηνώματα Μολώχ και τον αστέρα του Θεού των Ρεμφάν, ενώ
οδηγούντο υπό του πυρίνου στύλου και έπινον από της πληγείσης πέτρας;
Σημεία είχον ιδεί και θαύματα άφθονα, και τώρα έβλεπον το υψηλότατον
σημείον αναμαρτήτου βίου, και όμως απεστάτουν και εβλασφήμουν μάλλον.
Σημείον δεν θα δοθή εις αυτούς άρα ειμή εν προφητείαις τας οποίας δεν
ηδύναντο να εννοήσουν. «Γενεά πονηρά και μειχαλίς, έκραξε στραφείς
προς το πλήθος, σημείον επιζητεί, και σημείον ου δοθήσεται αυτή, ειμή
το σημείον Ιωνά του προφήτου». Σωθείς τριήμερος εν μέσω των σκοτεινών
και τρικυμιωδών θαλασσών, εγένετο σημείον προς τους Νινευίτας· ούτω
και ο Υιός του Ανθρώπου θα σωθή από της καρδίας της γης. Και οι
Νινευίται εκείνοι άνδρες, οίτινες μετενόησαν προς το κήρυγμα του
Ιωνά, και η βασίλισσα Σαβά, η ελθούσα από των περάτων της γης διά ν'
ακούση την σοφίαν του Σολομώντος, θα εγερθώσιν εν τη κρίσει και θα
καταδικάσωσι γενεάν ήτις απέρριπτε τον Μείζονα και του Ιωνά και του
Σολομώντος. Διότι η γενεά αύτη είχε λάβη τόσα ευεργετήματα. Πλην,
φευ! αγαθόν πνεύμα δεν προσεκλήθη να καταλάβη την κενωθείσαν θήκην,
και τώρα ο παλαιός πονηρός κάτοχος επέστρεψε με επτά πνεύματα
πονηροτέρα εαυτού, και τα έσχατα εγένοντο χείρονα των πρώτων.

Αιφνιδία διακοπή επήλθεν εις τους λόγους Του. Πάλιν οι οικείοι Του
είχον λάβη είδησιν ότι Αυτός ήτο περικυκλωμένος υπό πλήθους πυκνού,
και ελάλει προς αυτούς ρήματα παραδοξότερα έτι και τρομερώτερα ή όσα
είχε ποτε λαλήσει· προ πάντων, ότι είχον αποκρούσει μετά
περιφρονήσεως και κατακρίνει μετ' αγανακτήσεως τους μεγάλους
διδασκάλους οίτινες είχον σταλή εις Ιερουσαλήμ διά να επιτηρώσι τους
λόγους Του. Μεγάλη ανησυχία τους κατέλαβεν. Ίσως ο πληροφορών
εψιθύρισε προς αυτούς την φοβεράν συκοφαντίαν ήτις είχε προκαλέσει
τας αυστηράς επιτιμήσεις Του. Εκ των ολίγων τα οποία μανθάνομεν περί
των νομιζομένων αδελφών Του, δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι ήσαν
Εβραίοι εξ Εβραίων, και υποκείμενοι εις το να επηρεάζωνται σφόδρα εκ
ραββινικών και ιερατικών εισηγήσεων· άχρι τούδε ή δεν επίστευον εις
Αυτόν ή εθεώρουν λίαν υπερβολικάς τας αξιώσεις Του. Δεν ήτο καιρός να
επεμβώσι και πάλιν; δεν θα ηδύναντο να σώσωσιν τον Ιησούν από τον
ίδιον Εαυτόν του; δεν θα ηδύναντο να Τον σώσωσιν από τους κινδύνους
εις ους το κήρυγμά Του Τον εξέθετε; Δεν θα ήτο δυνατόν να Τον πείσωσι
ν' απομακρυνθή εις χώραν άγνωστον όπως σωθή; Αν δεν δυνηθώσι να Τον
πλησιάσωσιν εκ του συνωθισμού του πλήθους, δεν θα εύρωσί τινα όστις
να δώση Αυτώ είδησιν περί της παρουσίας των.

Αίφνης είς των ακροατών Τον πληροφορεί· «Ιδού, η μήτηρ Σου και οι
αδελφοί Σου ίστανται έξω επιζητούντες λαλήσαι μετά Σου». Οίμοι! ακόμη
δεν είχον μάθη ότι, εάν δεν ήθελον να εισέλθωσιν, η μόνη πρέπουσα
θέσις των θα ήτο να ίστανται έξω; ότι η ώρα Του είχεν έλθη τώρα ίνα
μεταβή πολύ πέραν του κύκλου της ανθρωπίνης συγγενείας, απείρως
υπεράνω του ελέγχου των αδελφών εν ανθρώποις; Έπρεπε το τολμηρόν
πνεύμα της επεμβάσεώς των να λάβη και άλλον περιορισμόν ακόμη; Ούτω
συνέβη. Αλλ' ο περιορισμός έπρεπε να δοθή ηπίως, και ούτως ώστε να
είνε μεγάλη παραμυθία εις άλλους. «Τις η μήτηρ Μου (είπε προς τον
άνθρωπον τον ομιλήσαντα) καί τινες οι αδελφοί Μου;» Τότε δε εκτείνας
την χείρα προς τους μαθητάς Του είπεν: «Ιδού η μήτηρ Μου και οι
αδελφοί Μου! ος αν ποιή το θέλημα του Πατρός Μου του εν ουρανοίς,
ούτος εστιν αδελφός Μου και αδελφή και μήτηρ!» Δεν υποβιβάζει την
Μητέρα Του, παρατηρεί είς των κριτικών, αλλά τάσσει πρώτον τον Πατέρα
Του.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'.
«Εγγύς μαχαίρας, εγγύς Θεού»



Μόνος μετά Φαρισαίων. — Φανερά ρήξις. — Κίνδυνος του Ιησού. —
Καταδίκη της υποκρισίας. — Η παραβολή του Άφρονος Πλουσίου. — Η
ερώτησις του Πέτρου. — Ο Ιησούς τεταραγμένος τω Πνεύματι.

Μέχρι του σημείου τούτου τα συμβεβηκότα της μεγάλης ταύτης ημέρας
υπήρξαν αρκούντως ταραχώδη, πλην επηκολούθησαν περιστάσεις πολύ
αλγεινοτέραι.

Η ώρα διά το μεσημβρινόν γεύμα είχε φθάσει, και είς των Φαρισαίων τον
εκάλεσεν εις τον οίκον του. Μικρά ύπαρχε ξενία ή και φιλοφροσύνη εις
την πρόσκλησιν. Εάν δεν εγένετο μάλλον προς έχθραν και παγίδευσιν, ως
γνωρίζομεν ότι συνέβη εις άλλας Φαρισαϊκάς προσκλήσεις· η αφορμή της
το πολύ θα ήτο η περιεργία, όπως ίδη καλλίτερον τον νέον Διδάσκαλον,
ή κενοδοξία όπως έχη ξένον τόσον επιφανή. Και ο Ιησούς, άμα εισελθών,
ευρέθη, ουχί εν μέσω τελωνών και αμαρτωλών, όπου θα ηδύνατο να διδάξη
και να μαλάξη και να ευεργετήση, ουχί μεταξύ των πτωχών προς ους θα
ηδύνατο να κηρύξη την βασιλείαν των ουρανών, ουχί μεταξύ φίλων και
μαθητών οίτινες ηκροώντο μετά φιλοστόργου σεβασμού τους λόγους Του,
αλλ' εν μέσω σκληρών, απειλητικών όψεων, εν μέσω των μορφασμών και
της χλεύης φανερών εχθρών. Οι Απόστολοι δεν φαίνεται να
προσεκλήθησαν. Δεν υπήρχεν η συμπάθεια του Θωμά όπως Τον υποστηρίξη,
ούτε η πραότης του Ναθαναήλ όπως Τον ενθαρρύνη, ούτε η θερμότης Του
Πέτρου όπως Τον υπερασπίση, ούτε ηγαπημένος Ιωάννης όπως κλίνη την
κεφαλήν προς το στήθος Αυτού. Γραμματείς, Νομικοί και Φαρισαίοι, οι
συνδαιτυμόνες επιδεικτικώς εξετέλεσαν τας περιτέχνους πλύσεις των,
και τότε, έκαστος μετ' άκρας επιμελείας διά την ιδίαν πρωτοκαθεδρίαν
του, εκάθησαν παρά την τράπεζαν. Άνευ τοιούτων επιτηδευμένων και
φανταστικών διατυπώσεων, ο Ιησούς άμα «εισελθών ανέπεσε» παρά την
τράπεζαν. Έξω συνέρρεεν ο λαός, πεινών και διψών ακόμη όπως ακούση τα
ρήματα της αιωνίου ζωής. Το γεύμα θα ήτο σύντομον, πρόγευμα μάλλον.
Δεν ηθέλησεν άρα να βραδύνη ο Ιησούς και υποθάλψη μάταια έθιμα διά
πλύσεων, αίτινες κατά την στιγμήν εκείνην συνέβη να είνε περιτταί,
και εις τας οποίας μωρά και ψευδοθρησκευτική σπουδαιότης απεδίδετο.

Πάραυτα η υψηλόφρων έκπληξις του ξενίζοντος εξεφράσθη διά της
συμπεριφοράς του, και αι επηρμέναι οφρύες και αι αποδοκιμαστικαί
χειρονομίαι των συνδαιτυμόνων έδειξαν όσον ετόλμων να δείξωσιν εκ της
αποδοκιμασίας και της υπερφροσύνης των. Ελησμόνουν εντελώς τις ήτο
Εκείνος και τι είχε πράξει. Κατάσκοποι και συκοφάνται εξ αρχής,
εύρισκον τώρα ευκαιρίαν προς νέας σκευωρίας. Ο καιρός είχεν έλθη προς
σαφεστέραν ακόμη γλώσσαν, και εφείσθη αυτών, ώκτειρε και εταλάνισε
την υποκρισίαν των, τους παρωμοίασε με τάφους κεκονιαμένους, και
προείπεν ότι επί της ενόχου ταύτης γενεάς θα έλθη το αίμα όλων των
προφητών, από του αίματος του Άβελ μέχρι του αίματος του Ζαχαρίου.

Η αυτή ομιλία, αλλά πληρεστέρα και τρομερωτέρα, εξηνέχθη ύστερον υπό
του Ιησού εν τω Ναώ της Ιερουσαλήμ κατά την τελευταίαν και μεγίστην
εβδομάδα της επιγείου ζωής Του. Αλλά τώρα, εν τη Γαλιλαία, το γεύμα
εν συγχύσει διεκόπη. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι απέβαλον το
προσωπείον. Από προσποιητών φίλων και ενδιαφερομένων εξεταστών
αιφνιδίως ανεπήδησαν υπό το αληθές σχήμα των, ως θανάσιμοι αντίπαλοι.
Περιεκύκλωσαν τον Ιησούν, τον εστενοχώρησαν βιαίως, επιμόνως, σχεδόν
απειλητικώς. Ήρχισαν να επιχύνωσιν επ' Αυτόν πλήμμυραν ερωτήσεων, να
εξετάζωσι, να Τον κατηχώσι, να προσπαθώσιν όπως αποσπάσωσι λόγους απ'
Αυτού, ελλοχώντες εις ενέδραν ως θηρευταί άπληστοι, ιχνηλατούντες
μήπως ανακαλύψωσι παρ' Αυτώ και μικρόν αιρέσεως κόκκον, επί του
οποίου να στηρίξωσι κατηγορίαν, όπως ποιήσωσιν Αυτόν εκποδών.

Εν τω μεταξύ μυριάδες λαού είχεν συναθροισθή έξω, και ίσως οργίλοι
ψιθυρισμοί έδωκαν είδησιν εις τους Φαρισαίους εν καιρώ ότι
επικίνδυνον θα ήτο να προβώσι πολύ μακράν, και ο Ιησούς εξήλθε προς
το πλήθος, και απευθυνόμενος πρωτίστως προς τους μαθητάς Του, είτα
δι' αυτών εις τας χιλιάδας των ακροατών ήρχισε: «Φυλάττεσθε από της
ζύμης των Φαρισαίων, ήτις εστιν υποκρισία». Επληροφόρησεν αυτούς ότι
υπήρχεν Είς, εις του οποίου το όμμα, μυρίων ηλίων λαμπρότερον, ουδέν
μυστικόν υπάρχει. Παρήνεσεν αυτούς να μη φοβώνται άνθρωπον, αλλά να
φοβώνται Εκείνον όστις ου μόνον ηδύνατο ν' αφανήση το σώμα, αλλά να
εμβάλη την ψυχήν εις την Γέεναν του πυρός. Ο Θεός ο αγαπών αυτούς θα
εμερίμνα προ αυτών· και ο Υιός του Ανθρώπου, ενώπιον των Αγγέλων του
Θεού, θα ομολογήση εκείνους οίτινες Τον ομολογούσιν έμπροσθεν των
ανθρώπων.

Ενώ ούτως ωμίλει, άνθρωπός τις κοινός εκ του πλήθους, απηύθυνε τον
λόγον προς τον Ιησούν και είπε:

«Διδάσκαλε, είπε τω αδελφώ μου όπως διαμερίσηται την κληρονομίαν προς
με».

Σχεδόν αυστηρά υπήρξεν η απάντησις του Ιησού. Ο άνθρωπος εκείνος
φαίνεται, ότι ήτο είς εκ των πολλών χυδαίων και περιωρισμένων
ανθρώπων, και εφαντάζετο ότι ο κύριος σκοπός της ελεύσεως του Μεσσίου
θα ήτο όπως εξασφαλίση δι' αυτόν την μερίδα της κληρονομίας του, και
δαμάση την δύστροπον γνώμην του αδελφού του. Ο Ιησούς παρευθύς
διεσκέδασε τας παχυλάς προσδοκίας του, και είτα ενουθέτησεν αυτόν και
όλους τους ακούοντας να μη προσκολλώνται τόσον εις τα επίγεια αγαθά.
Πόσον βραχεία, και όμως πλήρης εννοίας, είνε η μικρά εκείνη παραβολή
την οποίαν είπε προς αυτούς, περί του άφρονος πλουσίου όστις, εν τη
απλήστω και επιλήσμονι του Θεού ιδιοτελεία του, εμελέτα να κατεδαφίση
τας αποθήκας του και να τας κτίση μεγαλειτέρας, και, ως να μην υπήρχε
θάνατος, εσκέπτετο μόνον τους καρπούς του, και τα αγαθά του, «και ερώ
τη ψυχή μου· φάγε, πίε, ευφραίνου». Αλλ' εξ ουρανού, ως τρομερά ηχώ
εις τους λόγους του, ήλθεν η φοβερά απόφασις. «Άφρον, άφρον, ταύτη τη
νυκτί!....»

Είτα ο Κύριος και πάλιν τους ανέμνησε πως ο Θεός ενδύει, λαμπρότερον
ή εν πάση τη δόξη του Σολομώντος, τα κρίνα του αγρού, και τρέφει τα
πετεινά του ουρανού, τα οποία δεν σπείρουν ουδέ θερίζουν, και τους
συνεβούλευσε να μη μετεωρίζωνται επί της τεταραγμένης θαλάσσης των
μεριμνών και της τύρβης του βίου. Αι παρατηρήσεις απηυθύνοντο κυρίως
προς τους μαθητάς, αλλά και το πλήθος τας ήκουεν. Ενταύθα η περιεργία
εκυρίευσε τον Πέτρον, και έσπευσεν ούτος να ερωτήση αν η παραβολή
απηυθύνετο προς αυτούς ή προς πάντας.

Εις την ερώτησιν ταύτην ο Κύριος δεν απήντησε, και η σιωπή Του ήτο η
αρίστη απάντησις. Ευθύς δε τότε, εις την ιδέαν της φοβεράς κρίσεως
της αναμενούσης τους ανθρώπους, ταραχή και αγωνία διήλθεν εις το
πνεύμα του Χριστού. Ανελογίσθη την απορριπτομένην ειρήνην, την οποίαν
Αυτός ήλθε να κτίση, οι δε υιοί του αιώνος τούτου την απέρριπτον και
τότε φοβερός πόλεμος έμελλε να επέλθη. Ενταύθα αναμιμνησκόμεθα ενός
των λογίων, των μη αναφερομένων εν τοις Ευαγγελίοις, όσα αποδίδονται
εις τον Χριστόν, και το οποίον αναφέρει ο Δίδυμος εν τη ερμηνεία των
Ψαλμών: «Ο εγγύς μου εγγύς του πυρός· ο δε μακράν απ' εμού μακράν από
της βασιλείας».

Αλλ' από των θλιβερών τούτων σκέψεων και πάλιν συγκατέβη εις τας
αμέσους ανάγκας του πλήθους. Από τους πυρακτουμένους και
ερυθραίνοντας ουρανούς και από τα συναγόμενα νέφη ηδύναντο να
προείπωσιν ότι βροχή θα πέση ή ότι θα πνεύση καυστικός άνεμος. Πώς
δεν διέκρινον τα σημεία των καιρών; Ας επιληφθώσι της παρούσης
ευκαιρίας όπως ποιήσωσιν ειρήνην προς τον Θεόν. Διά τους ανθρώπους
και διά τα έθνη έρχεται ώρα, και είνε πολύ αργά.

Κ' εδώ φαίνεται να ετελείωσεν ο λόγος Του. Ήτο η τελευταία φορά διά
πολλάς ημέρας καθ' ην θα ήκουον τους λόγους Του. Περικυκλούμενος υπό
εχθρών οίτινες ου μόνον ισχυροί ήσαν, αλλά σφόδρα παρωργισμένοι ήδη,
ύποπτος και δυσάρεστος εις τους αυλικούς του τετράρχου της Γαλιλαίας
εις την κυριότητα του οποίου έζη, καταδιωκόμενος υπό του φανερού
μίσους και των κρυφίων σκευωριών κατασκόπων τους οποίους το πλήθος
είχε μάθη να σέβηται, αισθανόμενος ότι ο λαός δεν τον ενόει, και ότι
εις τα πνεύματα των αρχηγών και των διδασκάλων του απόφασις θανάτου
και καταδίκης είχεν ήδη εκδοθή κατ' Αυτού, έστρεψε προς καιρόν τα
νώτα εις την γενέθλιον χώραν Του, και απήλθε να ζητήση εις
ειδωλολατρικάς και αλλοτρίας πόλεις την ειρήνην και την ανάπαυσιν την
οποίαν ηρνούντο Αυτώ εν τη πατρίδι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'.
Μεταξύ των εθνικών



Αι χώραι Τύρου και Σιδώνος. — Η Συροφοίνισσα. — Η πίστις αυτής. — Αι
χώραι των εθνικών. — Επιστροφή εις Δεκάπολιν. — Ο κωφάλαλος. —
Υποδοχή υπό του πλήθους. — Ο χορτασμός των τετρακισχιλίων.

«Οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου, φως επέλαμψεν αυτοίς».
(Ησαΐας).

«Τότε ο Ιησούς απήλθεν εκείθεν και ανεχώρησεν εις τα μέρη Τύρου και
Σιδώνος». Τοιαύτη η βραχεία είδησις ήτις προλογίζει τας βραχείας
εκθέσεις περί μιας περιόδου της ζωής Του, περί ης θα είχομεν βαθύ
ενδιαφέρον όπως πλέον τι μάθωμεν. Αλλά μόνον έν απλούν συμβεβηκός της
επισκέψεως ταύτης εις τους εθνικούς αναγράφεται. Ήθελε φανή ίσως ότι
εις την μακρινήν εκείνην χώραν θα υπήρχε βεβαιότης, όχι ασφαλείας
μόνον, αλλά και αναπαύσεως· αλλά δεν συνέβη ούτω. Είδομεν ήδη
ενδείξεις ότι η φήμη των θαυμάτων Του είχε διαδοθή και μέχρι των
παλαιών πόλεων της Φοινίκης, και μόλις έφθασεν εις τα σύνορά των,
κατέστη γνωστόν ότι δεν ηδύνατο να μείνη κρυπτόμενος. Μία γυνή τον
ανεζήτησε, και ηκολούθησε την μικράν συνοδίαν με παθητικάς ικεσίας.
«Ελέησόν με, Κύριε, Υιέ Δαυίδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται».

θα ηδυνάμεθα να φαντασθώμεν ότι ο Κύριος ημών θ' απήντα εις τοιαύτην
ικεσίαν δι' αμέσου ελέους, όσω μάλλον, παραχωρών αυτή το αίτημά Της,
συμβολικώς θα παρίστα την επέκτασιν της βασιλείας Του εις τους τρεις
μεγίστους κλάδους του ειδωλολατρικού κόσμου. Διότι η γυνή ήτο
Χαναναία την καταγωγήν και Συροφοίνισσα· την θέσιν Ρωμαία υπήκοος·
την δε γλώσσαν και την μόρφωσιν Ελληνίς. Και η επίκλησίς της προς
έλεος εις τον Μεσσίαν του εκλεκτού λαού θα ηδύνατο κάλλιστα να φανή
εις τα πρωτόλεια της συγκομιδής εν η το αγαθόν σπέρμα θα εβλάστανεν
ύστερον εν Τύρω και Σιδώνι και Καρχηδόνι και Ελλάδι και Ρώμη. Αλλ' ο
Ιησούς (και δεν είνε αύτη μία των αναριθμήτων ενδείξεων ότι
ασχολούμεθα εδώ όχι με ψευδή παράδοσιν, αλλά με αληθή γεγονότα;) ο
Ιησούς δεν απήντησεν αυτή λέξιν.

Εις ουδεμίαν άλλην περίστασιν δεν βλέπομεν παρομοίαν φαινομένην
ψυχρότητα εκ μέρους του Χριστού. Ουδέ πληροφορούμεθα εδώ περί των
αιτίων. Δύο δε αίτια φαίνονται πιθανά. Δυνατόν να ηθέλησε να δοκιμάση
τα αισθήματα των μαθητών Του, οίτινες, εν τω στενώ πνεύματι της
Ιουδαϊκής αποκλειστικότητος δυνατόν να ήσαν απαράσκευοι όπως Τον
ίδωσι παρέχοντα τας ευεργεσίας Του, ου μόνον εις εθνικήν, αλλ' εις
Χαναναίαν, και απόγονον της επαράτου φυλής. Είνε αληθές ότι είχε
θεραπεύσει τον δούλον του εκατοντάρχου, αλλ' ούτος ήτο ίσως Ρωμαίος,
βεβαίως δε ευεργέτης των Ιουδαίων, και κατά πάσαν πιθανότητα
προσήλυτος. Αλλ' είνε πιθανώτερον ότι, γνωρίζων τι έμελλε να συμβή,
επεθύμει να δοκιμάση περισσότερον την πίστιν της γυναικός. Και
περιπλέον, δυνατόν να ήθελεν εις πάντε χρόνον να ενθαρρύνη ημάς εις
τας προσευχάς και τας ελπίδας μας, και να μας διδάξη να
προσκαρτερώμεν, και όταν θα εφαίνετο ότι το προσωπόν Του είνε
αυστηρόν προς ημάς, ή ότι το ους Του είνε επιστραμμένον.

Βεβαρημένοι από την ενόχλησιν των κραυγών της, οι μαθηταί Τον
παρεκάλεσαν να την αποπέμψη· Εκείνος δε είπε προς αυτούς, «Ουκ
απεστάλην ειμή επί τα απολωλότα πρόβατα οίκου Ισραήλ».

Τότε η γυνή ήλθε και έπεσε παρά τους πόδας Του, και ήρχισε να Τον
προσκυνή λέγουσα, «Κύριε, βοήθησόν μοι». Ηδύνατο να μένη αμάλακτος
εις την λύπην εκείνην; Ηδύνατο ν' απορρίψη την ικεσίαν αυτήν; Και θα
την άφηνε να επιστρέψη εις την ισόβιον αγωνίαν του να παρίσταται εις
τους παροξυσμούς της δαιμονιζομένης παιδίσκης της; Γαληνίως και
ψυχρώς εξήλθεν εκ των χειλέων εκείνων, τα οποία δεν απήντησαν ειμή
λόγους ελέους και ευσπλαγχνίας εις την παράκλησιν παντός ικέτου, η
απάντησις; «Ου καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις
κυναρίοις».

Τοιαύτη απάντησις θα ηδύνατο βεβαίως να ψυχράνη την καρδίαν της· και
αν Εκείνος δεν προέβλεπεν ότη αυτή είχε την σπανίαν πίστιν, ήτις
ηδύνατο να ίδη έλεος και αποδοχήν ακόμη και εν τη φαινομένη αρνήσει,
δεν θα απήντα ούτω προς αυτήν. Πλην ουδέ όλαι αι χιόνες του Λιβάνου,
του όρους της πατρίδος της, ηδύναντο να σβύσουν το πυρ της αγάπης, το
οποίον έκαιεν εις το θυσιαστήριον της καρδίας της, και ταχεία ως ηχώ
ήλθεν η λαμπρά απάντησις: — «Ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει
από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης»·

Τότε εκείνη εθριάμβευσεν. Ουδέ στιγμήν περισσότερον παρέτεινεν ο
Κύριος την αγωνίαν της προσδοκίας της. «Ω γύναι, εφώνησε, μεγάλη σου
η πίστις, γενέσθω σοι ως θέλεις». Και με την συνήθη γραφικήν απλότητα
του, ο Ευαγγελιστής Μάρκος περαίνει την διήγησιν διά των συγκινητικών
λέξεων: Και ότε ήλθεν εις την οικίαν, εύρεν εξεληλυθός το δαιμόνιον,
και την παιδίσκην ανακεκλιμένην.

Πόσον έμεινεν ο Κύριος εις τας χώρας ταύτας, και εις ποίον μέρος
διέτριψε, δεν γνωρίζομεν. Πιθανώς η αναχώρησίς Του επεταχύνθη διά της
δημοσιότητος ήτις παρηκολούθει τας κινήσεις Του κ' εδώ. Εντεύθεν
αναχωρήσας εστράφη ανατολικώς, και φθάσας εις τας πηγάς του Ιορδάνου
οδοιπόρησε προς τας χώρας της Δεκαπόλεως.

Η Δεκάπολις, προς ανατολάς του Ιουρδάνου κειμένη, ήτο ομοσπονδία δέκα
ελευθέρων πόλεων, το μέρος δε κατείχετο υπό εθνικών, αποτελούντων
χωριστόν τμήμα της Ρωμαϊκής επαρχίας. Η υποδοχή του Ιησού εις την
ημιεθνικήν ταύτην χώραν φαίνεται να υπήρξεν ευνοϊκή. Όπου και αν
επορεύετο, δεν ηδύνατο ν' απέχη Του να εξασκή τας θαυματουργούς
δυνάμεις Του προς χάριν των πασχόντων, όσοι εζήτουν την βοήθειάν Του.
Και εις μίαν των πόλεων τούτων (τα ονόματα τινών εκ των πόλεων τουτων
είνε κατά τον Πλίνιον, Γερασά, Γάδαρα, Γεργεσά, Ίππος, Πέλλα,
Βεθσηάν, Σκυθόπολις, κτλ) παρεκλήθη να θεραπεύση ένα άνθρωπον κωφόν
και μογίλαλον. Θα ηδύνατο να τον θεραπεύση μόνον δι' ενός λόγου, αλλ'
υπήρχον προφανώς περιστάσεις εις το πάθημα του ανθρώπου, αίτινες
καθίστων ευκταίον να γείνη βαθμιαία η ίασίς του, και δι' ορατών
σημείων να εκτελεσθή. Έλαβε τον άνθρωπον κατά μέρος, έβαλε τους
δακτύλους εις τα ώτα αυτού, και έπτυσε, και έψαυσε την γλώσσαν του·
και είτα ο Μάρκος μας λέγει ότι εστέναξε, και ύψωσεν άνω το όμμα,
και είπεν: «Εφφαθά! Διανοίχθητι!» Κ' εδώ πάλιν δεν μας αποκαλύπτεται
ποία ήσαν τα άμεσα αίτια τα οποία έθλιβον το πνεύμα Του. Δυνατόν να
εστέναξεν εξ οίκτου προς τον άνθρωπον· δυνατόν να εστέναξεν εξ οίκτου
προς την φυλήν· δυνατόν να εστέναξε δι' όλας τας αμαρτίας αίτινες
εξευτελίζουν και δι' όλας τας ταλαιπωρίας όσαι τυραννούν το
ανθρώπινον γένος· αλλά βεβαίως, εστέναξεν εν πνεύματι βαθείας
ευσπλαγχνίας, και βεβαίως ο στεναγμός εκείνος ανέβη ως πανσθενής
μεσολάβησις εις τας ακοάς Κυρίου των Δυνάμεων. «Δεν ήτο στεναγμός
(λέγει ο Λούθηρος) διά την γλώσσαν και τα ώτα εκείνου του πτωχού
ανθρώπου· αλλ' ήτο κοινός στεναγμός δι' όλας τας γλώσσας και τα ώτα,
προς δε, δι' όλας τας καρδίας, τα σώματα, και τας ψυχάς, και δι'
όλους τους ανθρώπους, από τον Αδάμ μέχρι του τελευταίου απογόνου
του».

Το συμπέρασμα το οποίον εξήγαγόν τινες ότι ο Κύριος ημών ελληνιστί
ωμίλει συνήθως, και ότι ο Ευαγγελιστής Μάρκος διετήρησε μόνον ολίγας
αραμαϊκάς λέξεις κατά τας σπανίας περιστάσεις καθ' ας ο Χριστός
μετεχειρίζετο την γνησίαν γλώσσαν της πατρίδος Του (καθώς ενταύθα την
λέξιν Ε φ φ α θ ά), είνε λίαν ακροσφαλές. Πλείστοι εκ των Ιουδαίων
του καιρού εκείνου, και μάλιστα οι εν τοις εμπορικοίς κέντροις
οικούντες, ωμίλουν δύο γλώσσας, Ελληνικήν και Αραμαϊκήν· αλλ' ημείς
εύρομεν εν αρχή, του παρόντος βιβλίου λόγους ίνα πιστεύωμεν, ότι ο
Κύριος ωμίλει συνήθως, αραμαϊστί.

Τα πλήθη της μεμακρυσμένης εκείνης χώρας, ασυνείθιστα εις τα θαύματά
Του, υπερμέτρως εξεπλάγησαν. Η περί εχεμυθίας σύστασίς Του ως συνήθως
ωλιγωρήθη, και μεγάλα πλήθη ηκολούθησαν τον Ιησούν εις την κορυφήν
όρους υπεράνω της λίμνης προς τα ανατολικά, σχεδόν αντικρύ των
Μαγδάλων, κ' εκεί φέροντες τους τυφλούς των και τους χωλούς και
πηρούς και αλάλους, τους έθεσαν παρά τους πόδας του Αγαθού Ιατρού,
και όλους τους εθεράπευσεν. Εμπλησθέντες εκπλήξεως, οι άνθρωποι της
Δεκαπόλεως δεν ηδύναντο ν' αποσπασθώσιν από πλησίον Του, και
ημιειδωλολάτραι αυτοί, εδόξαζον τον Θεόν του Ισραήλ.

Τρεις ημέρας ήδη είχον διατρίψει μετ' Αυτού, κ' επειδή πολλοί τούτων
ήρχοντο εξ αποστάσεως, αι τροφαί των εξηντλήθησαν. Ο Ιησούς τους
ώκτειρε, και βλέπων την πίστιν των, πάλιν παρέθηκεν διά τον λαόν Του
τράπεζαν εν τη ερήμω. Ηπόρησάν τινες ότι, εις απάντησιν της εκφράσεως
του οίκτου Του, οι μαθηταί δεν προέβλεψαν ουδέ υπέβαλον γνώμην τι
έπρεπε να πράξη. Αλλ' ενταύθα βεβαίως υπάρχει απόχρωσις λεπτότητος
και αληθείας. Εγνώριζον ότι δεν υπήρχε παρ' Αυτώ σπατάλη του
υπέρφυούς, ουδέ περιττή εξάσκησις θαυματουργού δυνάμεως. Πολλάκις
είχον συνυπάρξει με πλήθη πρότερον, και όμως εις μίαν μόνην
περίστασιν τους είχε θρέψει· και περιπλέον, αφού ούτως έπραξεν, είχεν
επιτιμήσει αυστηρώς εκείνους οίτινες ήρχοντο προς Αυτόν εν προσδοκία
τοιούτων δωρεών, και είχε ποιήσει ομιλίαν τόσον αυστηράν ώστε
απεξένωσεν αφ' Εαυτού και πολλούς των φίλων Του. Διά αυτούς να
προτείνωσιν επανάληψιν της τροφοδοσίας των πεντακισχιλίων θα ήτο
οίησις και κενοδοξία, την οποίαν ο βαθύς σεβασμός των τους απηγόρευε,
και τοσούτω μάλλον όσω ενθυμούντο πόσον επιμόνως είχεν αρνηθή να
ποιήση σημείον κατ' εισήγησιν άλλων. Αλλά μόλις τους έδωκε νύξιν περί
της προθέσεώς Του, και μετ' εντελούς πίστεως κατέστησαν πρόθυμοι
υπουργοί Του. Έβαλαν το πλήθος να καθίση επί του εδάφους, και ήρχισαν
να διανέμωσι προς αυτούς τα τεμάχια των θαυμασίως πολλαπλασιασθέντων
επτά άρτων και των ολίγων ιχθυδίων· και εσήκωσαν τα περισσεύματα επτά
σπυρίδας πλήρεις, αφού το πλήθος, τετρακισχίλιοι άνδρες, χωρίς
γυναικών και παιδίων, έφαγε και εχορτάσθη. Και είτα ο Κύριος και οι
μαθηταί Του απέπεμψαν το πλήθος χαίρον και ευγνωμονούν.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'.
Η μεγάλη ομολογία



Υποδοχή του Ιησού κατά την επάνοδόν Του εις την Γαλιλαίαν. — Σημείον
επιζητούσιν. — Άρνησις και αποδοκιμασία. — Θλίψις του Ιησού και
απόπλους. — Το προφητικόν Ουαί. — Η ζύμη των Φαρισαίων και του
Ηρώδου. — «Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος». — «Μακάριος
ει, Σίμων βαρ-Ιωνά». — Διαστροφαί και παρερμηνείαι. — Προρρήσεις περί
του Πάθους Του. — Τολμηρά επέμβασις του Πέτρου. — «Ύπαγε οπίσω μου,
Σατανά». — Ο Υιός του Ανθρώπου ερχόμενος εν τη βασιλεία Αυτού».

Πολύ διάφορος ήτο η υποδοχή ήτις περιέμενε τον Ιησούν επί της άλλης
όχθης. Οι πτωχοί ειδωλολάτραι της Δεκαπόλεως Τον είχον δεξιωθή μετ'
ευλαβείας και ενθουσιασμού· οι φιλόθρησκοι Φαρισαίοι της Ιερουσαλήμ
το συντήντησαν μετά χλεύης και μίσους. Δυνατόν, μετά την απουσίαν
ταύτην, η ψυχή Του να επόθησε την μόνην γωνίαν της γης, την οποίαν θα
ηδύνατο να ονομάση οικίαν Του. Εισελθών εις το μικρόν πλοιάριόν Του,
διεπορθμεύθη εις Μάγδαλα. Είνε, πιθανόν ότι σκοπίμως απέφυγε να
πλεύση εις Βηθσαϊδά ή εις Καπερναούμ, ολίγω βορειότερον των Μαγδάλων
κειμένας, όπου δε οι Φαρισαίοι είχον ιδρύσει το στραταρχείον των.
Αλλ' οι άνθρωποι ούτοι παρεμόνευον την άφιξίν Του. Ως να είχον στήσει
σκοπιάν επί του πύργου των Μαγδάλων διά ν' ανακαλύψωσι το ιστίον του
πλοιαρίου Του, μόλις επάτησε τον πόδα επί της όχθης, και ήλθον εις
συνάντησίν Του. Ουδέ ήσαν μόνοι· την φοράν ταύτην συνωδεύοντο (ω της
λυκοφιλίας!) από τους ασπόνδους εχθρούς των, τους Σαδδουκαίους, την
δύσπιστον εκείνην αίρεσιν, την ημιθρησκευτικήν και ημιπολιτικήν, εις
την οποίαν τώρα ανήκον οι δύο αρχιερείς ως και ο βασιλεύων οίκος. Όλα
τα κρατούντα στοιχεία της τότε κοινωνίας οι Φαρισαίοι, επίφοβοι εκ
της θρησκευτικής βαρύτητός των παρά τω πλήθει· οι Σαδδουκαίοι,
ολιγάριθμοι, αλλ' ισχυροί επί πλούτω και θέσει· οι Ηρωδιανοί,
αντιπροσωπεύοντες την επιρροήν των Ρωμαίων και των οργάνων των, των
τετραρχών· οι Γραμματείς και οι Νομικοί, εξασκούντες το κύρος των
παραδεδεγμένων δοξασιών και της μαθήσεώς των· όλοι ήσαν ηνωμένοι κατ'
Αυτού εις μίαν πυκνήν φάλαγγα σκευωρίας και αντιδράσεως, και απόφασιν
είχον προ παντός άλλου να παρακωλύωσι το κήρυγμά Του, και ν'
απαλλοτριώσιν απ' Αυτού, όσον το δυνατόν, την στοργήν του λαού,
μεταξύ του οποίου πολλά εκ των κραταιών έργων Του εγένοντο.

Είχον ανακαλύψει εκ της πείρας ότι το ανυσιμώτερον όπλον προς
δυσφήμησιν της αποστολής Του και υπονόμευσιν της επιρροής Του ήτο η
απαίτησις σημείου, προ παντός, σημείου εξ ουρανών. Εάν ήτο ο Μεσσίας,
διατί να μη τους δώση άρτον εξ ουρανού, ως ο Μωυσής; πού η βροντή του
Σαμουήλ και η φλοξ του Ηλία; διατί ο ήλιος να μη σκοτισθή και η
σελήνη να μη τραπή εις αίμα; διατί να μη φανή πύρινος στήλος και να
μη ενσκήψη λαίλαψ και καταιγίς όπως επικυρώση τους λόγους Του;

Εγνώριζον ότι τοιούτον σημείον δεν θα παρεχωρείτο εις αυτούς, κ'
εγνώριζον ότι είχεν εξείπει ήδη τους ισχυροτάτους λόγους της τριπλής
αρνήσεώς Του, όπως χαρισθή εις το αλαζονικόν και προκλητικόν αίτημά
των. Εάν είχον μάθη το μυστικόν του πειρασμού Του εν τη ερήμω, θα
εγνώριζον ότι αι πρώται απαντήσεις Του εις τον πειράζοντα εγένοντο εν
τω πνεύματι τούτω της υψίστης αυταπαρνησίας. Εάν παρεχώρει το αίτημά
των, ποίος σκοπός θα υπηρετείτο;, όχι η επίδρασις των εξωτερικών
δυνάμεων, αλλ' η φυτική αρχή της ζωής έσωθεν, ποιεί το αγαθόν σπέρμα
να βλαστήση. Η σκληρά καρδία δεν δύναται να μετατραπή, ούτε η
ισχυρογνώμων απιστία να εκριζωθή, διά σημείων και τεράτων, αλλά δι'
εσωτερικής ταπεινώσεως, και διά της χάριτος του Θεού ήτις μετέρχεται
ως η δρόσος του ουρανού, εν σιγή και αόρατος. Τι θα επηκολούθει εάν
το σημείον εδίδετο; υπ' αυτών των αυτοπτών θ' απεδίδετο εις
δαιμονικήν ενέργειαν υπό των ακουόντων θα εσχολιάζετο ούτως ή ούτως·
υπό της προσεχούς γενεάς θα ηθετείτο ως επίνοια, ή θα εξητμίζετο εις
μύθον.

Αλλά παρά πάντα ταύτα, οι Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι ησθάνοντο ότι
προς το παρόν η άρνησις αύτη του να παραχωρήση το αίτημά των τους
έδιδε λαβήν κατά του Ιησού, και ήτο τελεσιουργόν μηχάνημα προς
μείωσιν του θαυμασμού του λαού. Και όμως εκείνος ουδ' επί στιγμήν
εδίστασε ν' απορρίψη τον πειρασμόν τούτον. Δεν θα ειργάζετο ποτέ
κανέν επιδεικτικόν θαύμα κατά το κέλευσμά των, όπως ουδέ εις το
κέλευσμα του πειράζοντος θα ενέδιδε ποτέ. Είπεν αυτοίς και πάλιν, ως
πρότερον, ότι σημείον δεν θα δοθή εις αυτούς ειμή το σημείον του
Ιωνά, τουτέστιν η ιδία έκκλησις προς μετάνοιαν την οποίαν είχεν
απευθύνει προς τους Νινευίτας. Δεικνύων δε προς το δυσμικόν του
ουρανού, είπεν: Υποκριταί! γνωρίζετε να διακρίνετε την όψιν του
ουρανού· δεν δύνασθε να μάθητε τα σημεία των καιρών;

Καθώς ωμίλει εξέπεμψε βαθύν εκ μυχίων στεναγμών· ανεστέναξε τω
πνεύματι Αυτού, λέγει ο Μάρκος. Επί τινα χρόνον είχεν αποδημήσει εκ
των ενταύθα. Τον είχον επιζητήσει μετά πίστεως εις τας χώρας Τύρου
και Σιδώνος. Τον είχον δεξιωθή μετά προθύμου ευγνωμοσύνης εις την
Δεκάπολιν την ειδωλολάτριδα· εδώ, εις την πατρίδα Του, τον προϋπήντα
η πανοπλία θριαμβευούσης αντιδράσεως, υπό το σχήμα του υποκριτικού
ζήλου. Βαδίζει προς την όχθην ανά την ωραίαν πεδιάδα, όπου είχε
ποιήσει τόσα έργα ελέους και αγάπης θαυμαστά, και είχεν ομιλήσει τόσα
αθάνατα λόγια. Επανήλθε διά να εργασθή άπαξ ακόμη εις την μικράν
γωνίαν όπου τα βήματά Του είχον παρακολουθήσει τόσαι χαίρουσαι
χιλιάδες, κρεμάμεναι εν βαθεία σιωπή εις τα αθάνατα χείλη Του. Καθώς
πλησιάζει εις τα Μάγδαλα, το μικρόν χωρίον το προωρισμένον εις πάντα
χρόνον να δανείζη το όνομά Του εις λέξιν εκφραστικήν της θειοτάτης
συμπαθείας Του — καθώς επιθυμεί να εισέλθη και πάλιν εις τας μικράς
πόλεις και τας κώμας όσαι προσέφεραν εις την άστεγον κεφαλήν Του την
μόνην σκιάν οικίας, ευρίσκει όλην την επίσημον υποκρισίαν της
εκπτώσεως και της παρακμής του Ιουδαϊσμού ηκονημένην και πάνοπλον
εναντίον Του!

Δεν επέβαλε τα ελέη Του εις εκείνους οίτινες Τον απέρριπτον. Καθώς
ολίγω ύστερον το έθνος Του κατήντησε να προτιμήση τον Βαραββάν, τον
φονέα και ληστήν, από τον Κύριον της Ζωής, ούτω τώρα οι Γαλιλαίοι
έπεσαν εις παραχώρησιν καταδικασθέντες να κρατήσωσι τους Φαρισαίους
των και να χάσωσι τον Χριστόν των. Αφήκεν αυτούς, καθώς είχεν αφήσει
τους Γαδαρηνούς, απερριμμένος, χωρίς μήτε ν' αναπαυθή εις την οικίαν.
Υπάρχει τι το εμφαντικόν εις το «καταλιπών αυτούς» του Ματθαίου, και
εις το «αφείς αυτούς» του Μάρκου. Με λυπημένην καρδίαν, πανδήμως και
θλιβερώς τους άφησε, τους άφισε διά να επισκεφθή και πάλιν τα
παρακείμενα χωρία, αλλά διά να μη επανέλθη ποτέ πλέον δημοσία, μήτε
θαύματα να κάμη, και να διδάξη ή να κηρύξη.

Πρέπει να ήτο αργά κατά την φθινοπωρινήν εκείνην εσπέραν όταν εισήλθε
και πάλιν εις το πλοιάριον, και διέταξε τους μαθητάς Του να
διευθύνωσι τον πλουν προς την Βηθσαϊδά την Ιουλιάδα, κατά το βόρειον
άκρον της λίμνης. Εις τον δρόμον των πρέπει να παρέπλευσαν παρά την
στιλπνήν άμμον της δυτικής Βηθσαϊδά, επί της οποίας ο Πέτρος και οι
υιοί του Ζεβεδαίου είχον παίξει εις την παιδικήν ηλικίαν των, και
πρέπει να είδαν την λευκήν μαρμαρίνην Συναγωγήν της Καπερναούμ,
ρίπτουσαν την σκιάν της εις τα ύδατα, τα ερυθραινόμενα από τα
ανταυγάζοντα χρώματα της δύσεως. Άρα κατά τοιαύτην στιγμήν, ότε
κατέλειπε την Γαλιλαίαν εν πλήρει γνώσει ότι το έργον Του εκεί είχε
λάβη πέρας, και ότι απέπλεεν απ' αυτής ως αποκήρυκτος και κατάδικος
εις θάνατον, άρα κατά την υπερτάτην ταύτην στιγμήν της λύπης
απήγγειλε τον έρρυθμον εκείνον ταλανισμόν, εν ώ κατεδίκαζε τας
αμετανοήτους πόλεις εν αις πλείστα εκ των κραταιών έργων Του είχον
πραχθή;

«Ουαί σοι, Χοραζίν! ουαί σοι, Βηθσαϊδά! ότι ει αι δυνάμεις αι
γενόμεναι εν υμίν εγένοντο εν Τύρω και Σιδώνι, πάλαι αν μετανοήσατε
εν σάκκω και σποδώ.

«Αλλά λέγω υμίν ότι ανεκτότερον έσται Τύρω και Σιδώνι εν ημέρα
κρίσεως ή υμίν.

«Και συ, Καπερναούμ, η έως του ουρανού υψωθείσα, έως άδου
καταβιβασθείση· ότι ει αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν συ εγένοντο εν
Σοδόμοις, παρέμενον αν έως της ημέρας ταύτης.

«Αλλά λέγω σοι, ότι ανεκτότερον έσται γη Σοδόμων εν ημέρα κρίσεως ή
σοι.

Αν αι πανδήμως ωραίαι και κατανυκτικαί αύται λέξεις εξηνέχθησαν κατά
την ευκαιρίαν ταύτην, ως αυστηρός και θλιβερός αποχαιρετισμός προς το
δημόσιον κήρυγμά Του εν τη χώρα ην ηγάπα, αδυνατούμεν να είπωμεν·
αλλά βεβαίως η ψυχή Του ήτο ακόμη πλήρης λύπης επί τη απιστία και
σκληροκαρδία, επί ταις εσκοτισμέναις διανοίαις και τη διεφθαρμένη
συνειδήσει εκείνων οίτινες δεν άφινον ούτω δι' Αυτόν την δύναμιν να
πατήση τον πόδα εις την γενέθλιον χώραν Του. Ελέχθη υπό τινος μεγάλου
δικανικού ρήτορος ότι, «ουδείς τρόπος απάτης είνε απεχθέστερος και
βδελυρώτερος ή εκείνος όστις περιβάλλει την πεισμονήν και το ψεύδος
με το σχήμα της ειλικρινείας, και όπισθεν του δόγματος της
θρησκείας». Η απέχθεια κατά της βδελυράς ταύτης κακίας πρέπει να ήτο
εξέχουσα εν τη τεθλιμμένη καρδία του Ιησού, ότε, καθώς το πλοιάριον
παρέπλεε την τερπνήν όχθην κατευθυνόμενον προς βορράν, έλεγε προς
τους μαθητάς Του: «Προσέχετε από της ζύμης των Φαρισαίων και
Σαδδουκαίων». Ή, «της του Ηρώδου» κατ' άλλον Ευαγγελιστήν. Φαίνεται
δε ότι οι Ηρωδιανοί ήσαν κατά το πλείστον Σαδδουκαίοι.

Ουδέν περισσότερον προσέθηκε· και την παρατήρησιν ταύτην η απλοϊκότης
των μαθητών μωρώς παρενόησεν. Ούτοι εξελάμβανον πάντοτε κατά γράμμα
όλας τας τροπικάς εκφράσεις Του, μεταφορικώς δε τας κυριωλεκτικάς.
Όταν απεκάλεσεν Εαυτόν «τον άρτον τον εκ του ουρανού», έλεγον
«σκληρός ο λόγος ούτος»· όταν είπεν, «έχω βρώμα φαγείν ο υμείς ουκ
οίδατε», παρετήρησαν μόνον, μη τις έφερεν Αυτώ να φάγη. Όταν είπε,
«Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται», απήντησαν, «Κύριε, ει κεκοίμηται
σωθήσεται». Ούτω και τώρα, υπέθεσαν ότι ένδει να μη λαμβάνωσιν άρτους
από τους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους, και ανελογίζοντο ότι ένα μόνον
άρτον είχον λάβη μεθ' εαυτών διά τον πλουν. Υπέθετον λοιπόν αυτοί,
οίτινες μετά την θρέψιν των πεντακισχιλίων είχον συναθροίσει δώδεκα
κοφίνους περισσεύματα, και μετά την τροφοδοσίαν των τετρακισχιλίων
είχον συλλέξει επτά σπυρίδας πλήρεις, υπέθετον ότι ήτο κίνδυνος μη
υποφέρωσιν εκ της πείνης; «Διατί λογίζεσθαι ούτω περί άρτου; τους
είπε. Δεν εννοείτε ακόμη ούτε καταλαμβάνετε; έχετε την καρδίαν ακόμη
εσκληρυμμένην; έχοντες οφθαλμούς, δεν βλέπετε; και έχοντες ώτα, δεν
ακούετε; και δεν ενθυμείσθε;» Και είτα πάλιν, αφού τους ανέμνησε των
θαυμάτων εκείνων, «Πώς δεν εννοείτε;» Δεν ετόλμησαν να Του ζητήσωσιν
εξήγησιν· υπήρχε τι περί Αυτόν, υπήρχέ τι τόσον φοβερόν και εξηρμένον
εν τω προσώπω Του, ώστε η αγάπη των προς Αυτόν, όσον ζωηρά και αν
ήτο, συνεκερνάτο δι' υπερβάλλοντος σεβασμού· αλλά τώρα ήρχισαν να
εννοώσιν ότι κάτι άλλο έλεγεν ο Ιησούς, και ότι τους εκέλευε να
φυλάττωνται όχι από την ζύμην του άρτου, αλλ' από την διδασκαλίαν των
Φαρισαίων και Σαδδουκαίων.

Εις Βηθσαϊδά την Ιουλιάδα, πιθανώς την επομένην πρωίαν, τυφλός τις
προσήχθη εις Αυτόν προς ίασιν. Η θεραπεία επετελέσθη κατά τρόπον λίαν
παραπλήσιον προς την του κωφού και αλάλου εν Δεκαπόλει. Δεν είχε
τίποτε εκ της ελευθέρας ετοιμότητος, εκ της ακτινοβόλου αυθορμησίας
των πρωιμωτέρων θαυμάτων. Κατά μίαν έποψιν διαφέρει παντός άλλου
αναγεγραμμένου θαύματος, επειδή ήτο οιονεί δοκιματιστήριος. Ο Ιησούς
έλαβε τον άνθρωπον από της χειρός, τον ωδήγησεν έξω της πολίχνης,
ενέπτυσεν εις τους οφθαλμούς αυτού, και είτα, επιθείς επ' αυτών την
χείρα, τον ηρώτησεν αν έβλεπεν. Ο άνθρωπος προσέβλεψεν εις τους
ανθρώπους, μακράν, και ατελώς ακόμη ιατρευμένος είπε: Βλέπω τους
ανθρώπους ως δένδρα περιπατούντα. Μόνον δε αφού ο Ιησούς επέθηκε
δευτέραν φοράν την χείρα επί των οφθαλμών του, είδε καθαρώς. Και τότε
ο Ιησούς τον προσέταξε να υπάγη εις την οικίαν του, ήτις δεν ήτο εις
Βηθσαϊδά· διότι, δι' εμφαντικής επαναλήψεως της λέξεως, απηγορεύθη
αυτώ ή να εισέλθη εις την πόλιν ή να είπη τι είς τινα των εν τη
πόλει. Αδυνατούμεν να εξηγήσωμεν τα αίτια της μεθόδου την οποίαν
μετήλθεν ενταύθα ο Χριστός. Το αδύνατον του εννοήσαι τι ωδήγησε τας
πράξεις Του προέρχεται εκ της βραχύτητος της αφηγήσεως, εν η ο
Ευαγγελιστής, καθώς συχνά συμβαίνει εις συγγραφείς εντριβείς περί το
θέμα των, παρέρχεται πολλάς λεπτομερείας, αίτινες, επειδή ήσαν πολύ
οικείαι εις αυτόν φαίνονται ως αυτοεξήγητοι διά τους αναγνώστας. Ό,τι
δυνάμεθα αμυδρώς να ίδωμεν είνε η απέχθεια του Χριστού και η αποφυγή
των Ηρωδιανών τούτων πόλεων, με την δάνειον ελληνικήν αρχιτεκτονικήν
των, με τ' αμελή έθιμα των, και τας ρωμαϊκάς ονομασίας των. Βλέπομεν
εν αυτοίς τοις Ευαγγελίοις ότι ο πλούτος και η δύναμις η
αναπτυσσομένη ης τα θαύματα, ήτο ανάλογος με την πίστιν των
αξιουμένων αυτών· εις μέρη όπου η πίστις ήτο σπανία φυσικόν ήτο τα
θαύματα να είνε ολίγα και φειδωλά.

Εκείθεν ο Ιησούς επορεύθη εις την Καισάρειαν την Φιλίππου. Εδώ πάλιν
φαίνεται ότι δεν εισήλθεν εις την πόλιν, αλλ' επεσκέφθη τα περίχωρα.
Κατά δε την πορείαν Του προς τα βόρεια μέρη συνέβη έν επεισόδιον το
οποίον ευλόγως δύναται να θεωρηθή ως το μεσουράνημα του επιγείου
διακονήματός Του. Ήτο μόνος. Το πλήθος, το οποίον συνέρρεε τόσον
θορυβωδώς πλησίον Του εις πλέον συχναζόμενα μέρη, εδώ ηκολούθει εξ
αποστάσεως. Μόνον οι μαθηταί Του ήσαν πλησίον Αυτού καθώς ίστατο κατά
μέρος εις προσευχήν εν μονώσει. Και όταν η προσευχή του ετελείωσεν,
Εκείνος τους εκάλεσε πλησιέστερον καθώς εξηκολούθουν την οδοιπορίαν,
και τους ηρώτησε τα δύο ταύτα βαρυσήμαντα ερωτήματα, εκ της
απαντήσεως των οποίων εξηρτάτο όλον το πόρισμα του έργου Του επί της
γης·

Πρώτον ηρώτησεν αυτούς:

«Τίνα Με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον Υιόν του Ανθρώπου;»

Η απάντησις υπήρξε θλιβερά. Οι Απόστολοι δεν ετόλμων και δεν ήθελον
να είπωσι άλλο τι ειμή λέξεις εγκρατείας και αληθείας, και
αποθαρρυντικώς λίαν εμαρτύρησαν ότι ο Μεσσίας δεν ανεγνωρίσθη υπό του
κόσμου τον οποίον ήλθε να σώση. Είχον μόνον να επαναλάβωσι τας
ματαίας εικασίας του λαού. Άλλοι μεν, απηχούντες την κραυγήν της
ενόχου συνειδήσεως του Αντίπα, έλεγον ότι ήτο Ιωάννης ο Βαπτιστής·
άλλοι, οίτινες δυνατόν να ήκουσαν τας αυστηράς καταγγελίας της
απαθούς λύπης Του, ανεκάλυψαν εις τας ισχυράς εκείνας εκφράσεις τους
κεραυνίους τόνους νέου Ηλία· άλλοι, οίτινες είχον ενωτισθή τους
φθόγγους της τρυφερότητός Του, είδον εν αυτοίς την θρηνωδούσαν ψυχήν
του Ιερεμίου, και ενόμισαν ότι είχεν έλθη ίσως διά να τους σώση εκ
της νέας Βαβυλώνος και ν' αποδώση» αυτοίς την Κιβωτόν, άλλοι, και
ούτοι οι πολυαριθμότεροι, Τον εθεώρουν μόνον ως ένα των προφητών.
Ουδείς, μεθ' όλην την αυθόρμητον κραυγήν την εξελθούσάν ποτε εκ του
θαυμασμού του πλήθους, δι' ης εκηρύσσετο Μεσσίας, ουδείς εσκέπτετο
τις ήτο πράγματι Αυτός. «Το φως έφαινεν εν τη σκοτία, και η σκοτία
αυτό ου κατέλαβεν».

«Υμείς δε τίνα Με λέγετε είνε;»

Εάν άλλη εδίδετο απάντησις εις το μέγα τούτο ερώτημα, εάν άλλη
απάντησις ηδύνατο να δοθή, όλη η τύχη του κόσμου δυνατόν να
μετεβάλλετο. Εάν άλλως εδίδετο η απάντησις, τότε, ανθρωπίνως αν
ομιλήσωμεν, άχρι τούδε η αποστολή του Σωτήρος θ' απετύγχανεν (;) εξ
ολοκλήρου, χριστιανισμός δε και χριστιανοσύνη δεν θα υπήρχε (;).
Διότι το έργον του Χριστού επί γης εστηρίζετο το πλείστον επί των
μαθητών Του. Εκείνος έσπειρε το σπέρμα, ούτοι συνεκόμισαν τον
θερισμόν. Εκείνος επέστρεψεν αυτούς και αυτοί τον κόσμον. Δεν είχε
ποτε ομιλήσει φανερά περί του αξιώματός Του ως Μεσσίου. Ο Ιωάννης εν
τοσούτω είχε μαρτυρήσει περί Αυτού, και εις όσους ηδύναντο να δεχθώσι
τούτο, είχεν εμμέσως ανακοινώσει λόγω τε και έργω ότι Εκείνος ήτο ο
Υιός του Θεού. Αλλά το θέλημά Του ήτο ώστε το φως της αποκαλύψεως να
επιλάμψη βαθμηδόν εις τας καρδίαν των τέκνων Του· να εκπηγάση δε
περισσότερον εκ των αληθειών τας οποίας ελάλει και εκ του βίου τον
οποίον έζη ή εκ των θαυμάτων όσα επετέλει· και να μεταδοθή όχι εν
αστραπαίς και βρονταίς υπερφυούς μεγαλειότητος ή εν οπτασίαις
ανεκλαλήτου δόξης, αλλά διά του ηρέμου μέσου αναμαρτήτου και πλήρους
αυτοθυσίας βίου. Εν τω Υιώ του Ανθρώπου έμελλον ν' αναγνωρίσωσι τον
Υιόν του Θεού.

Αλλ' η απάντησις ήλθεν οποία προ αιώνων είχε γραφή εν τη βίβλω της
θείας προγνώσεως ότι έμελλε να έλθη, και ο Πέτρος, «ο πανταχού
θερμός, ο του χορού των Αποστόλων κορυφαίος», ως λέγει ο ιερός
Χρυσόστομος, ηξιώθη της αθανάτου τιμής να την εκφράση εκ μέρους όλων
και δι' όλους:

&«Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος».&

Ενδιαφέρον είνε ενταύθα να σημειώσωμεν τας προτέρας ομολογίας των
διαφόρων Αποστόλων.

Ήδη εις Βηθαβαρά ο Πέτρος είχεν ειπεί τω Ανδρέα: «Ευρήκαμεν τον
Μεσσίαν».

Και ο Φίλιππος είχεν είπη: «Ον έγραψε Μωσής εν τω νόμω και οι
προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν, τον υιόν του Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ».

Και ο Ναθαναήλ είχεν είπη: «Ραβδί, Συ ει ο Υιός του Θεού, Συ ει ο
Βασιλεύς του Ισραήλ».

Και μετά τον περίπατον τον επί της θαλάσσης, οι μαθηταί είχον
αναφωνήσει: «Αληθώς, Συ ει ο Υιός του Θεού».

Και πάλιν εις Καπερναούμ, ο Πέτρος είχεν ειπεί: «Πιστεύομεν και
πεποίθαμεν ότι Συ ει ο Άγιος του Θεού».

Αλλ' η απάντησις περί ης ο λόγος ήτο η σαφεστάτη και πληρεστάτη
πασών· και τοιαύτη απάντησις εκ μέρους του κορυφαίου των Αποστόλων
εξηγόραζε διά του πλήρους της διορατικότητος και της βεβαιότητός της
την ελλιπή εκτίμησιν του πλήθους. Εδείκνυεν ότι επί τέλους το μέγα
μυστήριον είχεν αποκαλυφθή, το από αιώνων και γενεών κεκρυμμένον. Οι
Απόστολοι τουλάχιστον ου μόνον ανεγνώρισαν τον Ιησούν τον Ναζωραίον
ως τον επηγγελμένον Μεσσίαν του έθνους των, αλλ' απεκαλύφθη προς
αυτούς διά της ιδιαιτέρας χάριτος του Θεού ότι ο Μεσσίας εκείνος ήτο
όχι μόνον οποίον προσεδόκων οι Ιουδαίοι, ηγούμενος, και άρχων, και
υιός του Δαυίδ, αλλ' ήτο περισσότερον τούτου, ο υιός του Θεού του
ζώντος.

Μετά φοβεράς επισημότητος εκύρωσεν ο Σωτήρ την μεγάλην ταύτην
ομολογίαν.

«Αποκριθείς δε είπεν αυτώ ο Ιησούς, Μακάριος ει Σίμων Βαρ Ιωνά, ότι
σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς.
Καγώ δε σοι λέγω, ότι συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω
μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. Και δώσω
σοι τας κλεις της βασιλείας των ουρανών· και ό αν δήσης επί της γης,
εσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ό αν λύσης επί της γης έσται
λελυμένον εν τοις ουρανοίς».

Ουδέποτε τα χείλη του Ιησού εξέφεραν πλέον αξιομνημονεύτους λέξεις.
Ήτο η ιδία περί Εαυτού μαρτυρία Του. Ήτο η υπόσχεσις ότι όσοι
συνομολογήσωσιν αυτήν είνε μακάριοι. Ήτο το αποκεκαλυμμένον γεγονός,
ότι εκείνοι μόνον δύνανται να την συνομολογήσωσιν όσοι άγονται προς
τούτο υπό του πνεύματος του Θεού· έλεγε προς την ανθρωπότητα διά
πάντοτε ότι ουχί δι' επιγείων επικρίσεων, αλλά μόνον διά της ουρανίου
χάριτος, δύναται η πλήρης γνόσις της αληθείας εκείνης να επιτευχθή.
Ήτο η κατάθεσις του θεμελίου λίθου της του Χ ρ ι σ τ ο ύ  Ε κ κ λ η σ
ί α ς, και η πρώτη φορά καθ' ην εξηνέχθη η λέξις  Ε κ κ λ η σ ί α
διά ν' αναμιχθή εντεύθεν τόσον ισχυρώς εις την ιστορίαν του κόσμου.
Ήτο η επαγγελία δη η Εκκλησία αύτη, τεθεμελιωμένη επί της πέτρας της
θεοπνεύστου ομολογίας, έμελλε να μείνη ανάλωτος εις όλας τας δυνάμεις
της Κολάσεως. Ήτο η απονομή εις την Εκκλησίαν ταύτην, εν τω προσώπω
του τυπικού αντιπροσώπου της — όστις ήτο μόνον «πρώτος εν ίσοις» και
ουδεμίαν είχε προσωπικήν ηγεμονίαν επί των άλλων Αποστόλων — της
δυνάμεως του ανοίγειν και κλείειν, του λύειν και δεσμείν, και η
υπόσχεσις ότι η δύναμις αύτη πιστώς ενασκουμένη επί της γης θα
κυρούται εν τέλει εν τοις ουρανοίς.

«Όλα ταύτα ασφαλώς λέγονται (παρατηρεί συγγραφεύς τις)· αλλά προς την
Ρώμην;» Όλον το ρητόν τούτο του Χριστού ευρίσκεται κεχαραγμένον διά
κολοσσιαίων γραμμάτων έσωθεν του θόλου του ναού του Αγ. Πέτρου εν
Ρώμη. Ολίγη δύναμις χρειάζεται προς ανατροπήν των πυραμίδων των
σοφισμάτων και του ψεύδους όσαι έχουν κτισθή επ' αυτού. Εάν δεν ήτο
ιστορικόν γεγονός, θα εφαίνετο απίστευτον ότι επί τόσον φαντασιώδους
θεμελίου εστηρίχθη η φανταστική αξίωσις των επισκόπων μιας πόλεως,
εις ην, και αν είνε πιθανόν ότι απήλθεν ο Πέτρος και εδίδαξε, και
ετελειώθη μαρτυρικώς εκεί, και αν ακόμη εθεμελίωσε την εκκλησίαν της,
αλλ' όμως είνε πολύ γνωστόν ότι οι Απόστολοι προεχειρίσθησαν παρά του
Χριστού οικουμενικοί επίσκοποι και ουχί επίσκοποι τοπικοί μιας
πόλεως, ο δε Πέτρος πριν φθάση εις Ρώμην, αν έφθασεν εκεί, είχεν
ιδρύσει και άλλας εκκλησίας. Είνε ωσαύτως γνωστόν ότι το πρωτείον το
διοικητικόν εδόθη εις τον επίσκοπον Ρώμης, καθώς βραδύτερον εις τον
Κωνσταντινουπόλεως, επειδή αι πόλεις εκείνων ήσαν αι βασιλεύουσαι του
τότε κόσμου, και διότι η Εκκλησία του Χριστού, μη ζητούσα ποτέ να
ιδρύση κοσμικόν κράτος, συνεμορφούτο πάντοτε προς τας πολιτικάς
εξουσίας.

Δυνατόν να λεχθή, ότι από του χρόνου εκείνου κ' εντεύθεν, ο Σωτήρ θα
ηδύνατο να εθεώρει μέγα μέρος του έργου Του επί της γης ως
συντελεσθέν. Οι Απόστολοί Του τώρα ήσαν πεπεισμένοι περί του
μυστηρίου της υπάρξεώς Του· αι βάσεις είχον τεθή εφ' ων, μετ' Αυτού
ως ακρογωνιαίου λίθου, όλον το μέγα οικοδόμημα έμελλε να κτισθή.

Αλλ' απηγόρευσεν εις αυτούς ν' αποκαλύψωσι την αλήθειαν ακόμη. Ήσαν
έτι όλως εν αγνοία της αληθούς μεθόδου της φανερώσεώς του. Ήσαν έτι
αστερέωτοι εν τη πίστει και όπως μείνωσι πιστοί εις Αυτόν κατά την
ώραν της υπερτάτης δοκιμασίας. Άχρι τούδε θα εγνωρίζετο ως Χριστός
εις εκείνους μόνον των οποίων η πνευματική διορατικότης ηδύνατο να
Τον βλέπη αμέσως εις τον βίον και εις τα έργα Του. Όταν η πίστις των
θα εστερεούτο ασάλευτος διά του πανεκλάμπρου γεγονότος της αναστάσεώς
Του, όταν αι καρδίαι των θα επληρούντο διά του νέου φωτισμού του
Αγίου Πνεύματος και οι οφθαλμοί των θα ενισχύοντο με της Πεντηκοστής
τας φλόγας, τότε θα ήρχετο δι' αυτούς η ώρα να εξέλθωσι και διδάξωσι
πάντα τα έθνη, ότι ο Ιησούς όντως ήτο ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του
ζώντος.

Αλλά καίτοι Τον εγίνωσκον ήδη, ουδέν εγνώριζον ακόμη περί του τρόπου
καθ' ον ήτο η θέλησίς Του όπως εκτελεσθώσιν οι θείοι σκοποί Του. Ήτο
καιρός όπως περιπλέον ετοιμασθώσιν· ήτο καιρός όπως μάθωσιν ότι,
καίτοι Βασιλεύς ήτο, η βασιλεία Του δεν ήτο εκ του κόσμου τούτου· ήτο
καιρός όπως όλαι αι μάταιαι εγκόσμιαι ελπίδες περί λαμπρότητος και
προαγωγής εν τη βασιλεία του Μεσσίου σβεσθώσιν εν αυτοίς διά πάντοτε,
και γνωρίσωσιν ότι η βασιλεία του Θεού δεν είνε βρώσις και πόσις,
αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και πίστις χαίρουσα.

Τούτου ένεκα ήρχισεν αταράχως και εσκεμμένως ν' αποκαλύπτη προς
αυτούς την μελετωμένην πορείαν Του εις Ιερουσαλήμ, την απόρριψίν Του
υπό των αρχόντων του έθνους, την αγωνίαν και την ύβριν ήτις Τον
ανέμενε, τον βίαιον θάνατόν Του, την ανάστασίν Του την τριήμερον. Και
άλλοτε είχεν εκφέρει διαφόρους και απωτέρας προρρήσεις των εγγιζόντων
τούτων παθημάτων, αλλά τώρα διά πρώτην φοράν ενδιέτριβεν επ' αυτών
εναρκώς, και «παρρησία τον λόγον ελάλει». Αλλ' όμως και τώρα δεν
απεκάλυψεν εν όλη τη φοβερότητί του τον τρόπον του εγγίζοντος θανάτου
Του. Κατέστησε γνωστόν εις αυτούς ότι έμελλε ν' απορριφθή υπό των
πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων, αλλ' όχι ότι έμελλε να
παραδοθή εις τους εθνικούς. Προείπεν αυτοίς ότι μέλλει να θανατωθή,
αλλ' επεφύλαξε διά τον χρόνον της τελευταίας πορείας Του εις
Ιερουσαλήμ το φρικτόν γεγονός ότι ήθελε σταυρωθή. Ούτω απεκάλυψεν
αυτοίς το μέλλον μόνον εφ' όσον ηδύναντο να το βαστάσωσι, και τότε
δε, όπως παραμυθήση την αγωνίαν των και στηρίξη την πίστιν των,
προείπεν εναργέστατα, ότι τη τρίτη ημέρα θα εγερθή πάλιν.

Αλλά το ανθρώπινον πνεύμα έχει παράδοξον ικανότητα εις το ν'
απορρίπτη εκείνο το οποίον αδυνατεί να εννοήση. Οι Ευαγγελισταί
πιστοί και απλοϊκοί εν τη μαρτυρία των, ουδέποτε κρύπτουσιν αφ' ημών
την αμβλύτητα της πνευματικής διορατικότητός των, ουδέ την
επικράτησιν των Ιουδαίων προκαταλήψεων επί του πνεύματός των.
Ομολογούσι προς ημάς πως ενίοτε εξελάμβανον κατά γράμμα ό,τι ήτο
τροπικόν, και τανάπαλιν. Ηχούσαν οι Απόστολοι την αγγελίαν, αλλά δεν
την κατενόησαν. «Ου συνήκαν τα λεγόμενα, και απεκρύβη απ' αυτόν, ώστε
μη νοήσαι». Τώρα, καθώς πολλάκις άλλοτε, υπερφυής φόβος κατέλαβεν
αυτούς, και ηυλαβούντο να τον ερωτήσουν. Η περί της τελετής Του
πρόρρησις ήτο τόσον αλλοτρία από της συνήθους έξεως τον σκέψεών των,
ώστε την έβαλαν κατά μέρος ως ασυνάρμοστον και ακατάληπτον, ως
μυστήριόν τι εις ό δεν ηδύναντο να εμβαθύνωσι· και όσον αφορά την
ανάστασιν, όταν και πάλιν προεφητεύθη αύτη εις τους πνευματικωτέρους
εν αυτοίς, ήρχισαν μόνον να συζητώσι προς αλλήλους τι άρα εσήμαινεν η
εκ νεκρών έγερσις.

Αλλ' ο Πέτρος, εν τη ορμητικότητί του, ενόμισεν ότι ενόησε, και
ενόμισεν ότι ηδύνατο να προλάβη· και ούτω διέκοψε τας επισήμους
εκείνας εκφράσεις διά του αμαθούς και αλαζονικού ζήλου του. Το
συναίσθημα ότι εδόθη αυτώ να νοήση και να εκφράση νέαν και ισχυράν
αλήθειαν, ομού με το λαμπρόν εγκώμιον και την επαγγελίαν την οποίαν
αρτίως είχε λάβη, συνετέλεσαν να φυσιώσωσι την διάνοιάν του και ν'
αποπλανήνωσι την καρδίαν του. Λαβών τον Ιησούν από της χειρός ή από
του ιματίου, τον είλκυσεν έν ή δύο βήματα παράμερα από τους άλλους
μαθητάς, και ήρχισε να συμβουλεύη, να διδάσκη, να επιτιμά τον Ιησούν.
«Ιλεώς Σοι, Κύριε» είπε, Θεός φυλάξοι, τούτο δεν θα γείνη εις Σε!

Αλλ' ο Κύριος, εν αγανακτήσει, εις επήκοον πάντων, τον ήλεγξεν:
«Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά! σκάνδαλόν μου ει· δη ου φρονείς τα του
Θεού, αλλά τα των ανθρώπων». Αύτη η σαρκική και παχυλή και ανθρωπίνη
σκέψις σου, αύτη η απόπειρα όπως με αποτρέψης από το βάπτισμα του
θανάτου, είνε αμάρτημα κατά των σκοπών του Θεού. Ο Πέτρος ώφειλε να
μάθη — είθε και η εκκλησία εκείνη, ήτις επαγγέλλεται ότι έχει
κληρονομήσει απ' αυτού τας αποκλειστικάς και υπερανθρώπους αξιώσεις
της να είχε μάθη εν καιρώ! — ότι πόρρω απείχε του να είνε
αναμάρτητος, και ότι «ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση.

«Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!» αυτάς τας ιδίας λέξεις τας οποίας είχε
μεταχειρισθή προς τον πειράζοντα εν τη ερήμω. Σημειωτέων ότι ενταύθα
η εβραϊκή λέξις Σ α τ ά ν σημμαίνει απλώς τον εναντίον, τον πολέμιον.
Και ονομάσας τον Πέτρον «σκάνδαλον» ο Κύριος, ίσως έκαμνε πάλιν
υπαινιγμόν εις το όνομά του. (Λίθος προσκόμματος, και σκανδάλου π έ τ
ρ α).

Αλλ' αφού ούτω επετίμησε τον κορυφαίον των Αποστόλων Του, ο Κύριος
ευδόκησε να λάβη εκ του επεισοδίου τούτου αφορμήν προς βαθυτάτην
διδασκαλίαν, την οποίαν απηύθυνε προς τε τους μαθητάς Του και προς
πάντας. Μανθάνομεν εκ του Ευαγγελιστού Μάρκου ότι και εις τα απώτερα
ταύτα μέρη τα βήματά Του παρηκολουθούντο ενίοτε από πλήθη, τα οποία
συνήθως εβάδιζαν είς τινα απόστασιν απ' Αυτού και των μαθητών Του,
αλλ' ενίοτε εκαλούντο πλησίον Του όπως ακούσωσι τους χαριτοβρύτους
λόγους του στόματός Του. Απευθυνόμενος λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς,
εδίδαξε την υψίστην αρετήν της αυτοθυσίας. «Τι ωφελήσει άνθρωπος εάν
όλον τον κόσμον κερδήση και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει
άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» Ενταύθα επροφήτευσεν ο Ιησούς
ότι ήσαν τινες «των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου
έως αν ίδωσι τον Υιόν του Ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία Αυτού.»
Εάν εδώ η βασιλεία του Υιού του Ανθρώπου νοείται εν αρχετύπως
πνευματική έννοια, δεν θα είνε δύσκολον να εννοήσωμεν την προφητείαν
ταύτην εν τη εκδοχή ότι, πριν όλοι μεταστώσιν εκ του προσκαίρου
κόσμου, τα θεμέλια της βασιλείας εκείνης θα κατετίθετο διά πάντοτε.
Τρεις εκ των μαθητών έμελλον να Τον ίδωσιν αμέσως μεταμορφούμενον·
όλοι εκτός ενός έμελλον να γείνωσι μάρτυρες της αναστάσεώς Του· είς
τουλάχιστον, ο ηγαπημένος μαθητής, έμελλε να επιζήση τη αλώσει της
Ιερουσαλήμ και τη καταστροφή του Ναού, τα οποία θα καθίστων αδύνατον
πάσαν κατά γράμμα πλήρωσιν του Μωσαϊκού νόμου. Και η προφητεία
δυνατόν να είχε βαθύτερα ακόμη νοήματα, νοήματα πραγματικώτερα άμα
και πνευματικώτερα. «Εάν θέλωμεν να μη φοβώμεθα τον θάνατον, λέγει ο
Άγιος Αμβρόσιος, ας ιστάμεθα όπου είνε ο Χριστός· ο Χριστός είνε η
ζωή ημών· είνε η ζωή αυτή, ήτις δεν δύναται ν' αποθάνη.»



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ'.
Η Μεταμόρφωσις



Θαβώρ και Ερμών. — Μωυσής και Ηλίας. — «Τα περί της εξόδου Αυτού». —
Έξαλλοι λόγοι του Πέτρου. — Η φωνή εξ ουρανών. — «Συ το άχρονον φως».

«Και ταύτην την φωνήν εξ ουρανού ημείς ηκούσαμεν συν Αυτώ όντες εν τω
όρει τω αγίω». (Πέτρ. Β'. α'. 18.)

«Διά της εν γνόφω θείας ομφής το πρόσωπόν ποτε εδοξάσθη Μωσής·
Χριστός δε ως ιμάτιον φως και δόξαν αναβάλλεται». (Κοσμάς ο Ποιητής.)

Ουδείς των Ευαγγελιστών μας λέγει τι περί της εβδομάδος ήτις
επηκολούθησε μετά την μεγάλην ομολογίαν του Πέτρου. Μας λέγουσι μόνον
ότι μεθ' ημέρας έξ παρέλαβεν ο Ιησούς τον Πέτρον, και Ιάκωβον, και
Ιωάννην, «και αναφέρει αυτούς εις όρος υψηλόν κατ' ιδίαν».

Η αρχαία παράδοσις είνε, ότι το όρος τούτο ήτο το Θαβώρ, και κατά την
6 Αυγούστου, ότε εορτάζεται η Μεταμόρφωσις εν τη Ελληνική Εκκλησία,
πολλοί προσκυνηταί μεταβαίνουσιν ακόμη εις το όρος Θαβώρ, όπου τρεις
παλαιαί εκκλησίαι και έν μοναστήριον προσμαρτυρούσι την αρχαιότητα
της παραδόσεως. Πολλοί κριτικοί όμως, επιχωρίως μελετήσαντες το
πράγμα, πιθανολογούσιν ότι η Μεταμόρφωσις συνέβη μάλλον επί του όρους
Ερμών. Και ο στίχος του προφητάνακτος συνάπτει διθυραμβικώς τα δύο
ταύτα μεγαλοπρεπή όρη, λέγων: «Θαβώρ και Ερμών εν τω ονόματί Σου
αγαλλιάσονται».

Ήτο εσπερινή ώρα όταν ανέβαινε το όρος· και καθώς ανήρχετο την κλιτύν
μετά των τριών εκλεκτών μαρτύρων Του «των υιών της Βροντής, και του
ανθρώπου του Βράχου (της Πέτρας)», βεβαίως ένθεος αγαλλίασις εύφρανε
την ψυχήν Του· το αίσθημα ου μόνον της γαλήνης, την οποίαν η κοινωνία
εκείνη μετά του Πατρός Του, η διά της εν μονώσει προσευχής επί του
όρους, θα εδαψίλευεν εις το πνεύμα Του, αλλ' έτι περισσότερον ή
τούτο, το αίσθημα ότι θα υπεστηρίζετο κατά την επερχομένην ώραν της
υπερτάτης δοκιμασίας δι' υπηρεσιών ουχί γηίνων. Ανήρχετο διά να
ετοιμασθή προς τον θάνατον, και προσέλαβε τους τρεις Αποστόλους Του
μεθ' Εαυτού, όπως «επόπται γενηθέντες της Εκείνου μεγαλειότητος», και
«θεασάμενοι την δόξαν Αυτού, δόξαν ως Μονογενούς παρά Πατρός, πλήρους
χάριτος και αληθείας», αισθανθώσι τας καρδίας των ενδυναμουμένας, την
πίστιν των κρατυνομένην, όπως προσβλέψωσιν ακλόνητοι εις την άρρητον
ταπείνωσιν του Σταυρού. «Προ του Σταυρού Σου, Κύριε, όρος ουρανόν
εμιμείτο, νεφέλη ως σκηνή εφηπλούτο».

Εκεί λοιπόν ο Σωτήρ ήρχισε να προσεύχεται, και καθώς προσηύχετο,
μετηρσιώθη από των μόχθων και της αθλιότητος του κόσμου, όστις Τον
είχεν απορρίψει. «Μεταμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαμψε το πρόσωπον
Αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια Αυτού εγένετο λευκά ως το φως».
Περιεβλήθη άφνω τοσαύτην αίγλην υπερφυούς δόξης και λαμπρότητος, ώστε
το φως, η χιών, η αστραπή είνε τα μόνα πράγματα προς ά οι
Ευαγγελισταί δύνανται να παραβάλωσι την ουράνιον εκείνην λάμψιν. Και
ιδού! δύο μορφαί ώφθησαν πλησίον Αυτού. Το ι δ ο ύ τούτο εμφαίνει
πόσον ισχυρά ήτο η εντύπωσις την οποίαν η σκηνή αύτη ενεποίησεν εις
την φαντασίαν των παρισταμένων. Οι δύο, οίτινες επεφάνησαν Αυτώ, ήσαν
οι αντιπρόσωποι του Νόμου και των προφητών, οι δύο επιφανέστατοι και
λαμπρότατοι άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μωυσής και ο Ηλίας.
Αμφότεροι είχον μεταστή από του κόσμου τούτου μυστηριώδει τω τρόπω.
Αμφότεροι ήσαν οι πρόκριτοι του Νόμου, ενώ οι τρεις μαθηταί ήσαν οι
πρόκριτοι της Χάριτος· ο είς των δύο εφαίνετο ως να ήρχετο εξ
ουρανού, οι τρεις Απόστολοι ήσαν εκ της γης, και ο Μωυσής εκ των
καταχθονίων. Αμφότεροι, καθώς ο Μείζων τούτων προς ον ελάλουν, είχον
υποφέρει την υπερφυά εκείνην νηστείαν των τεσσαράκοντα ημερών και
τεσσαράκοντα νυκτών· αμφότεροι εγένοντο θεόπται επί του όρους Χωρήβ.
Και τώρα ήρχοντο επισήμως ίνα παρακαταθέσωσιν εις χείρας Του την
δάνιον και λήξασαν εξουσίαν των.

Ίσταντο πλησίον Του, εν σχήματι σεβασμού και υποκλίσεως, αι δύο
μεγάλαι μορφαί του Μωυσέως και του Ηλία, και ελάλουν «τα περί της
εξόδου (ήτοι της τελευτής) Αυτού, ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ».

Και τότε οι τρεις Απόστολοι έπεσον πρηνείς εις την γην, μη ισχύοντες
ν' ατενίσωσιν εις το καταπληκτικόν θέαμα. Και τότε ο Πέτρος,
έκθαμβος, παράφορος, άλλος εξ άλλου γεγονώς, μη γνωρίζων τι έλεγε· μη
γνωρίζων ότι ο Γολγοθάς θα ήτο θέαμα ασυγκρίτως λαμπρότερον ή το
Θαβώρ· μη γνωρίζων ότι ο Νόμος και οι Προφήται τώρα επληρούντο· μη
γνωρίζων πληρέστερον ότι ο Κύριός Του ήτο ανεκλαλήτως μεγαλείτερος
και από τον Νομοθέτην του Σινά και από τον εκδικητήν του Καρμήλου,
ανεφώνησε, «Κύριε, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι πονήσωμεν ουν τρεις
σκηνάς, Σοι μίαν, και μίαν Μωυσή, και μίαν Ηλία». Οι Απόστολοι
ανεγνώρισαν τας δύο μορφάς, όχι μόνον από τα γνωρίσματά των τα οποία
ήσαν γνωστά εις τον Ιουδαϊκόν λαόν, της περιβολής και του σχήματος
εκατέρου, αλλά και από τους λόγους τους οποίους έλεγον μετά τρόμου
και σεβασμού προς τον Κύριον, «περί της εξόδου Αυτού» της διά του
Σταυρού. Αλλά δεν απέκειτο εις τον Πέτρον να μεταβάλη την ιστορίαν
του πεπολιτισμένου κόσμου κατ' αρέσκειαν. Ώφειλε και έμελλε να μάθη
την έννοιαν του Γολγοθά ουχ' ήτον ή την του Θαβώρ. Όχι εν γνόφω και
θυέλλη ή εν πυρίνω άρματι έμελλε να παρέλθη απ' αυτών ο Ιησούς, αλλά
με τους βραχίονας τεταμένους εν αγωνία επί του επαράτου ξύλου· όχι
μεταξύ του Μωυσέως και του Ηλία, αλλά μεταξύ δύο ληστών, σταυρωθέντων
μετ' αυτού, «εντεύθεν και εντεύθεν».

Απαντήσις άλλη δεν εδόθη εις τους εξάλλους και ονειρώδεις λόγους του·
αλλά καθώς ελάλει, νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς, και φωνή εξήλθεν
εκ της νεφέλης λέγουσα: «Ούτος εστιν ο Υιός Μου ο αγαπητός, εν ώ
ηυδόκησα· Αυτού ακούετε». Οι μαθηταί πρηνείς έκρυψαν τας όψεις των
εις την χλόην. Και όταν ανέκυψαν και προέβλεψαν, ουδένα άλλον είδον
ειμή τον Ιησούν. Ήσαν οι τρεις μόνοι μετ' Εκείνου. Αλλ' εφοβούντο να
κινηθώσιν ή να ομιλήσωσιν. Αλλ' ο Ιησούς, με την συνήθη ανθρωπίνην
όψιν Του ήλθε προς αυτούς, τους έψαυσε, και είπεν: «Εγέρθητε, και μη
φοβείσθε».

Και ούτω διηύγασεν η ημέρα εις το Θαβώρ και κατέβαινον το όρος· και
καθώς κατέβαινον, τους προσέταξε να μη είπωσιν εις κανένα ό,τι είδον
άχρις ου ο Υιός του Ανθρώπου εκ νεκρών αναστή. Τώρα δεν ήτο καιρός να
ομιλήσωσι. Μετά την ανάστασιν η πίστις όλων θα εκρατύνετο, και δεν θα
υπήρχε πλέον αντιζηλίαι μεταξύ των. Ετήρησαν οι τρεις το πρόσταγμα
του Χριστού, αλλά μόνον ηρώτων αλλήλους, ή ανελογίζοντο εν σιωπή τι
έμελλε να είνε τάχα αυτή η εκ νεκρών ανάστασις. Και άλλο σπουδαίον
ζήτημα εβάρυνεν εις το πνεύμα των. Είχον ιδεί τον Ηλίαν. Εγίνωσκον
ήδη πληρέστερον είπερ ποτέ ότι ο Κύριός των ήτο τω όντι ο Χριστός.
Αλλ' όμως πώς λέγουσιν οι Γραμματείς (και δεν είχον οι Γραμματείς την
προφητείαν του Μαλαχίου προς χάριν των) ότι ο Ηλίας μέλλει να έλθει
πρώτον και ν' αποκαταστήση πάντα; Και τότε ο Κύριος ημών πραέως τους
ωδήγησε να εννοήσωσιν ότι ο Ηλίας, ήλθεν ήδη, και δεν ανεγνωρίσθη,
και έλαβεν από το έθνος του τον αυτόν κλήρον, όστις έμελλε τάχιστα να
έλθη και εις Εκείνον τον οποίον αυτός, προκατήγγειλε. Τότε ενόησαν
ότι ωμίλει αυτοίς περί Ιωάννου του Βαπτιστού.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'.
Ο δαιμονιζόμενος νεανίσκος



Οι Μαθηταί και οι Γραματείς. — Η ίασις του δαιμονιζομένου. — «Πίστιν
ως κόκκον συνάπεως». — Φιλονικεία περί του τις ο μείζων. — , «Εάν μη
γένησθε ως το παιδίον τούτο». — Η ερώτησις του Ιωάννου. — Ο ανελεήμων
δανειστής.

Η φαντασία όλων των αναγνωστών των Ευαγγελίων επλήγη από την
αντίθεσιν την μεταξύ της ειρήνης, της δόξης, της θείας επικοινωνίας
των υψωμάτων του όρους, και της συγχύσεως, της λύπης, της απιστίας,
της αγωνίας, τα οποία εχαρακτήρισαν την πρώτην σκηνήν ήτις παρέστη
εις τα όμματα του Ιησού και των Αποστόλων του άμα κατελθόντων εις τα
χθαμαλά εδάφη του ανθρωπίνου βίου.

Διότι κατά την απουσίαν των επήλθε συμβεβηκός τι, το οποίον ενέπλησε
τους άλλους μαθητάς ταραχής και εξάψεως. Είδον πλήθος συνηθροισμένον
και Γραμματείς μετ' αυτών, οίτινες μετά ερίδων και απειλών
εστενοχώρουν και κατεδίωκον την ηλαττωμένην ομάδα των εκκλεκτών φίλων
του Χριστού.

Αίφνης εν μέσω της κρίσεως ταύτης το πλήθος βλέπει τον Ιησούν. Κάτι
εις την όψιν Του, ασυνήθης τις μεγαλειότης, φθίνουσα τις μαρμαρυγή,
τους επλήρωσεν εκπλήξεως, και έτρεξαν προς Αυτόν μετά προσρήσεων. Τις
η φιλονικεία σας προς αυτούς; ερωτά απτόητος τους Γραμματείς. Αλλ' οι
Γραμματείς δεν ήθελον και οι μαθηταί δεν ετόλμων να δώσωσιν
απάντησιν. Τότε εκ μέσου του πλήθους εξήλθεν είς άνθρωπος, όστις
γονυπετήσας έμπροσθεν του Ιησού, έκραζε μεγάλη τη φωνή, «Κύριε,
ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει». Είχε φέρει
τον άθλιον πάσχοντα εις τους μαθητάς, όπως εκδιώξωσι το πονηρόν
πνεύμα, και η αποτυχία των έδωκεν αφορμήν εις τα σκώμματα των
Γραμματέων.

Όλη η σκηνή ελύπησε τον Ιησούν κατάκαρδα. «Ω γενεά άπιστος και
διεστραμμένη, εφώνησεν· έως πότε έσομαι μεθ' υμών, έως πότε ανέξομαι
υμάς;» Η κραυγή αύτη της αγανακτήσεως εφαίνετο απευθυνομένη προς
πάντας· προς το απλώς περίεργον πλήθος, προς τους κακοβούλους
Γραμματείς, προς τους βραδείς την πίστιν και κλονουμένους μαθητάς.
«Φέρετε Μοι αυτόν ώδε».

Ο ταλαίπωρος νέος εκομίσθη, και μόλις το όμμα του έπεσεν επί τον
Ιησούν, κατελείφθη υπό δεινού παροξυσμού του νοσήματος. Έπεσεν εις το
έδαφος μετά βιαίων σπασμών, κ' εκυλίσθη με αφρίζοντα χείλη. Ήτο
δεινότατον είδος δαιμονιώδους επιληψίας υφ' ης έπασχεν.

Ο Ιησούς εβράδυνεν ολίγον. Ήθελε να στηρίξη την κλονισμένην πίστιν
του πατρός.

«Πόσος χρόνος εστιν εξ ου τούτο συνέβη αυτώ;,» ηρώτησεν ο Κύριος.

«Παιδιόθεν· και πολλάκις έρριψεν αυτόν εις το πυρ και πολλάκις εις το
ύδωρ· αλλ' ε ι  τ ι  δ ύ ν α σ α ι, βοήθησον ημίν σπλαγχνισθείς».

«Ει δύνασαι; είπεν ο Ιησούς· πάντα δυνατά τω πιστεύοντι».

Τότε ο δύστηνος πατήρ έρρηξε την φωνήν εκείνην, την εξενεχθείσαν υπό
εκατοντάδων μυριάδων έκτοτε, και τόσω βαθέως αρμόζουσαν εις γενεάν
ήτις, καθώς η ημετέρα, εχαρακτηρίσθη ως άμοιρος μεν πίστεως, αλλά
τρομάζουσα προς την απιστίαν: «Π ι σ τ ε ύ ω, Κ ύ ρ ι ε· β ο ή θ ε ι
μ ο υ  τ η  α π ι σ τ ί α».

Εν τω μεταξύ, εφόσον διήρκει ο βραχύς διάλογος, η συρροή του πλήθους
ηύξανεν επί μάλλον, και ο Ιησούς, στραφείς προς τον πάσχοντα, είπε:
«Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, Εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε απ' αυτού,
και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν». Κραυγή τις αγριωτέρα, φοβερώτεροι
σπασμοί επηκολούθησαν τους λόγους τούτους, και είτα ο νεανίσκος
έκειτο επί του εδάφους, όχι πλέον ασπαίρων και αφρίζων, αλλ' ακίνητος
ως νεκρός. Τινές δε είπον, «Απέθανεν». Αλλ' ο Ιησούς τον έλαβεν από
της χειρός, και εν μέσω των επιφωνημάτων της εκπλήξεως του πλήθους,
τον απέδωκεν εις τον πατέρα του, ήσυχον και υγιά.

Ο Ιησούς είχε δώσει προηγουμένως εις τους μαθητάς Του την δύναμιν να
εκβάλλωσι δαιμόνια, και η δύναμις μάλιστα εξησκήθη επ' ονόματι Του
υπό τινων οίτινες δεν ήσαν μεταξύ των ανεγνωρισμένων μαθητών Του.
Ουδέ είχον αποτύχη πρότερον. Φυσικόν άρα ήτο να Τον ερωτήσωσι το
αίτιον της παρούσης αδυναμίας των. Είπε δε αυτοίς παρρησία ότι, διά
την απιστίαν αυτών δεν ηδυνήθησαν να εκβάλωσι το δαιμόνιον. Δυνατόν η
αίσθησις της απουσίας Του να τους εξησθένισε. Τους εδίδαξε προσέτι
δύο μεγάλα μαθήματα. Πρώτον, ότι υπάρχουσι νοσήματα πνευματικά άμα
και σωματικά και ηθικά, εξ αμαρτιών και διά της συνεργείας του εχθρού
προσφυόμενα εις τους ανθρώπους, τα οποία δεν δύνανται να εξορκισθώσιν
ειμή διά προσευχής και νηστείας. «Τούτο το γένος ουκ εκπορεύεται ειμή
εν προσευχή και νηστεία». Δεύτερον, ότι εις την τελείαν πίστιν όλα
είνε δυνατά. Εάν έχη τις πίστιν, ως κόκκον σινάπεως, θα ηδύνατο να
είπη εις το όρος τούτο, «Εγέρθητι εντεύθεν, και βλήθητι εις την
θάλασσαν, και γενήσεται».

Ο Ιησούς είχε φθάσει ήδη εις το βόρειον άκρον της Αγίας Γης, και
ήρχισε να στρέφεται προς τα οπίσω. Βλέπομεν εκ του Ευαγγελιστού
Μάρκου ότι η επιστροφή Του ήτο εσκεμμένως κρυφία και ιδιωτική, ίσως
διά των ορέων και κοιλάδων της Άνω Γαλιλαίας προς τα δυτικά του
Ιορδάνου. Ο σκοπός Του δεν ήτο, πλέον να διδάσκη τα πλήθη, τα οποία
είχον αποπλανηθή και τον απέρριψαν, αλλά να εξακολουθήση το
ουσιωδέστερον εκείνο έργον, την διδασκαλίαν και μόρφωσιν των
Αποστόλων Του. Και τώρα το διαρκές υποκείμενον της διδασκαλίας Του,
ήτο η εγγίζουσα παράδοσίς Του, ο θάνατος και η ανάστασις. Αλλ' ωμίλει
προς βραδείς την καρδίαν και αμβλείς, οίτινες και ηγνόουν και δεν
ετόλμων να ερωτήσωσι. Το μόνον πράγμα το οποίον φαίνεται να ησθάνοντο
βαθέως ήτο, ότι παράδοξος τις έκβασις της ζωής του Χριστού,
συνοδευομένη από τινος μεγάλης αναπτύξως της βασιλείας του Μεσσίου,
επέκειτο· και τούτο επέφερεν επ' αυτούς το μόνον αποτέλεσμα το οποίον
δεν έπρεπε να επιφέρη. Αντί να κεντρίζη την αυταπαρνησίαν των,
εξήγειρε την φιλοδοξίαν των· αντί να κρατύνη την αγάπην και την
ταπείνωσίν των, διήγειρεν αυτούς εις ζηλοτυπίαν και υπερηφανίαν. Καθ'
οδόν ενθυμούμενοι ίσως την προτίμησιν την απονεμηθείσαν εν τω Θαβωρίω
εις τον Πέτρον και τους υιούς του Ζεβεδαίου συνεζήτουν προς αλλήλους,
«Τις εξ αυτών ήτο ο μεγαλείτερος;»

Όταν έφθασαν εις Καπερναούμ και ήσαν εν τη οικία, ο Κύριος τους
ηρώτησε, «Τι συνεζήτουν προς αλλήλους εν τη οδώ;» Βαθεία συστολή τους
έκαμε να σιωπώσι, και η σιωπή αύτη ήτο η ευγλωττοτέρα ομολογία των
ενόχων φιλοδοξιών των. Τότε καθίσας, τους εδίδαξε πάλιν ότι εκείνος
όστις ήθελε να είνε πρώτος ώφειλε να είνε ο πάντων έσχατος, και
διάκονος πάντων, και ότι η οδός η άγουσα προς την τιμήν είνε η
ταπείνωσις. Θελήσας δε να εξάρη το μάθημα τούτο δι' ορατού συμβόλου
αβροτάτης τρυφερότητος και καλλονής, εκάλεσε προς Εαυτόν έν μικρόν
παιδίον, και το έστησεν εις το μέσον, και λαβών τούτο εις τους
αχράντους βραχίονάς Του, είπε: «Εάν μη γένησθε ως το παιδίον τούτο,
ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών». Και όστις δέχεται έν
τοιούτον παιδίον εν τω ονόματι Αυτού, δέχεται Αυτόν και τον Πατέρα
όστις Τον απέστειλεν.

Η έκφρασις «εν τω ονόματί Μου» φαίνεται ότι ενέπνευσεν εις τον
Ιωάννην αιφνιδίαν ερώτησιν. Είδον, είπεν ούτος, ένα άνθρωπον όστις
εξέβαλλε δαιμόνια εν τω ονόματι του Χριστού· αλλ' επειδή ο άνθρωπος
δεν ήτον εκ των ιδικών των, τον παρεκώλυσαν. Έπραξαν καλώς;,

Ουχί, είπεν ο Ιησούς. Όστις δύναται να πράξη έργα ελέους εν τω
ονόματι του Χριστού, ας τα πράξη. «Ό μη ων καθ' ημών μεθ' ημών εστι».

Και είτα αναλαβών τον λόγον Του, έχων το παιδίον ακόμη εις τους
βραχίονάς Του, τους ενουθέτητε περί της φοβεράς ενοχής και του
κινδύνου του να προσβάλη τις, να δελεάση, ν' αποπλανήση από της οδού
της ακακίας και της ευθύτητος, να διδάξη άνομόν τι πράγμα, να υποβάλη
πονηράν τινα σκέψιν εις έν των μικρών τούτων, «Προσέχετε μη
καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτων· λέγω γαρ υμίν ότι οι άγγελοι
αυτών εν τοις ουρανοίς διαπαντός βλέπουσι το πρόσωπον του Πατρός Μου
του εν ουρανοίς». Τοιούτους ανόμους ανθρώπους και εκμαυλιστάς,
τοιούτους ανθρώπους εκτελεστάς των έργων του διαβόλου (εδώ
μετεχειρίσθη πικροτέρας λέξεις ή όσας ποτέ εξέφερε) σκληροτέρα
τιμωρία τους περιμένει, παρά να είχε κρεμασθή μύλος ονικός περί τον
τράχηλον αυτών και να ερρίπτοντο εις την θάλασσαν».

Προβαίνει δε και διδάσκει τους μαθητάς Του ότι προκριτωτέρα θα ήτο
πάσα θυσία οσονδήποτε μεγάλη, αν τους καθίστα ικανούς ν' αποφύγωσι
πάντα ενδεχόμενον πειρασμόν, όπως παρεμβάλλωσι σκάνδαλα εις την οδόν
των ψυχών των ή των ψυχών των άλλων. Καλλίτερον να κόψης την δεξιάν
σου χείρα, καλλίτερον να κόψης τον δεξιόν πόδα, καλλίτερον να
εξορύξης τον δεξιόν οφθαλμόν, παρά να έχης δύο χείρας, δύο πόδας, και
δύο οφθαλμούς και να εισέλθης εις την Γέενναν του πυρός την
καιομένην, «όπου ο σκώληξ αυτών ου τελευτά και το πυρ ου σβέννυται».
Καλλίτερον να πνιγής εις αυτόν τον κόσμον με μύλον ονικόν περί τον
τράχηλον, παρά να φέρης τον ηθικόν εκείνον και πνευματικόν μύλον του
απολεμήτου πειρασμού, όστις δύναται να πνίξη την απηλλοτριωμένην
ψυχήν εν τη ενοχή και τη απογνώσει. Καθώς το άλας ρίπτεται επί πάσης
θυσίας προς καθαρισμόν, ούτως οφείλει πάσα ψυχή να καθαρισθή διά του
πυρός· διά του πυρός, εάν δέη, της αυστηροτάτης και τρομερωτάτης
αυτοθυσίας. Το πυρ τούτο το λεπτύνον, το καθαίρον, το εξαγνίζον, το
πυρ της εταστικής αυτοκρίσεως και αυτοαυστηρότητος, ας είνε μετ'
αυτών. Το άλας τούτο μηδέποτε να μωρανθή, και το πυρ ταύτο να μη
μαρανθή πώποτε. «Έχετε άλας εν εαυτοίς, και έστε εν ειρήνη προς
αλλήλους».

Και διά να κρατύνη το χρέος της αμοιβαίας ταύτης ειρήνης, το οποίον
είχον παραβή, και διά να τους δείξη ότι, όσον βαθεία και αν είνε η
οργή του Θεού εναντίον εκείνων οίτινες οδηγούσι σκολιώς τους άλλους,
αυτοί οφείλουσι να μη θάλπωσί ποτε μίσος μηδέ κατ' εκείνων οίτινες
βαρύτατα τους ηδίκησαν, εδίδαξεν αυτούς πως, πρώτον διά ιδιαιτέρας
εξηγήσεως, είτα, εν ανάγκη, και δι' εκκλήσεως δημοσίας, να φέρωνται
λυσιτελέστατα προς αδικούντα αδελφόν. Ο Πέτρος, εν τω αληθεί πνεύματι
της Ιουδαϊκής τυπικότητος, επεθύμει να μάθη ορισμένως, ποσάκις πρέπει
να συγχωρώμεν τον εχθρόν. Οι Ραββίνοι έλεγον ότι δις ή τρις πρέπει να
δίδεται η συγχώρησις. Αλλ' ο Χριστός εδίδαξεν ότι ο αριθμός των
συγχωρήσεων πρέπει να είναι κατ' ουσίαν απεριόριστος. Εβδομηκοντάκις
επτά, είπεν — όσας φοράς ο Λάμεχ απαιτεί εκδίκησιν εν τη  Γ ε ν έ σ ε
ι  του Μωυσέως. Εξήρε δε την διδασκαλίαν ταύτην διά της ωραίας
παραβολής του δούλου, όστις, ενώ ο βασιλεύς του τού εχάρισε μύρια
τάλαντα, ευθύς ύστερον συνέλαβε τον σύνδουλόν του από του λαιμού, και
δεν ήθελε να χαρίση ελεεινόν μικρόν χρέος εκατόν δηναρίων, ποσόν
1,250,000 μικρότερον από εκείνο το οποίον είχεν αφεθή εις αυτόν. Το
παιδίον το οποίον εκράτει ο Ιησούς εις τους βραχίονάς Του θα ηδύνατο
να εννοήση την παραβολήν ταύτην· αλλ' όμως πόσον βαθυτέρα πρέπει να
είνε η έννοια της προς ημάς, οίτινες ανετράφημεν παιδιόθεν εν τη
γνώσει της θείας αγάπης Του, ή όσον θα ήτο καθ' ον χρόνον ελαλήθη,
και εις αυτόν τον Πέτρον ή τον Ιωάννην!



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.
Βραχεία διατριβή εις Καπερναούμ



Ο φόρος του Ναού. — Η απαίτησίς του από του Πέτρου. — Η απόκρισις του
Αποστόλου. — Ο στατήρ εις το στόμα του ιχθύος. — Ιδιάζοντες
χαρακτήρες του θαύματος. — Όπου ο Λυτρωτής πληρώνει λύτρα.

Έν ακόμη συμβεβηκώς, μνημονευόμενον υπό μόνον του Ματθαίου,
εχαρακτήρισε την βραχείαν διατριβήν Του εις Καπερναούμ.

Εξ αμνημονεύτων χρόνων ήτο συνήθεια να συλλέγωσιν ένα φόρον προς
διατήρησιν του Ναού, ήμισυ σεκέλ κατ' έτος, από πάντα Ιουδαίον όστις
είχε φθάσει εις ηλικίαν είκοσιν ετών, ως «λύτρον υπέρ της ψυχής αυτού
τω Κυρίω». Ο φόρος επληρώνετο υπό παντός Ιουδαίου πανταχού του
κόσμου, πλουσίου ή πτωχού, όπως δειχθή ότι αι ψυχαί πάντων είνε ίσαι
ενώπιον του Θεού. Διά του φόρου τούτου συνελέγοντο μεγάλα ποσά
χρημάτων, τα οποία εστέλοντο εις Ιερουσαλήμ δι' ιεροπομπών, όπως τας
ονομάζη ο Φίλων.

Ευθύς άμα τη εις Καπερναούμ επανόδω του Κυρίου ήλθον, λοιπόν, «οι τα
δίδραχμα, συλλέγοντες» (δίδραχμον είνε το ήμισυ σεκέλ τετράδραχμον δε
το ακέραιον), και ηρώτησαν τον Πέτρον: — Ο διδάσκαλός σας δεν
πληρώνει τα δίδραχμα;

Το υποκείμενον τούτο παρέχει δύο δυσκολίας. — Πρώτον, διατί από τον
Κύριον δεν εζήτησαν την εισφοράν κατά τα προλαβόντα έτη; και δεύτερον
διατί τώρα εζητείτο κατά φθινόπωρον, ότε προσήγγιζεν η εορτή της
Σκηνοπηγίας, αντί να ζητηθή κατά τον μήνα Αδάρ, έν εξάμηνον
πρωιμώτερα; Αι απαντήσεις φαίνεται να είνε, ότι ιερείς και εξέχοντες
Ραββίνοι εθεωρούντο ως εξηρημένοι του φόρου· ότι η συχνή απουσία του
Κυρίου από της Καπερναούμ είχεν επιφέρει αταξίαν τινά, και ότι
επετρέπετο να πληρώνωνται καθυστερούντα μετά τινα χρόνον.

Το γεγονός ότι οι εισπράκτορες απηυθύνθησαν προς τον Πέτρον αντί ν'
απευθυνθώσι προς Αυτόν τον Ιησούν, είνε άλλη εκ των πολυαρίθμων
ενδείξεων του φόβου τον οποίον ενέπνεε και εις των ασπονδοτέρων
εχθρών Του τας καρδίας, καθότι, κατά πάσαν πιθανότητα, η απαίτησις
του φόρου εγένετο εν τη επιθυμία του να καταθλίψωσι τον βίον Του και
να παραβλέψωσι το αξίωμά του. Αλλ' ο Πέτρος, με την συνήθη αυτώ
ορμητικήν ετοιμότητα, χωρίς να περιμένη, ως έπρεπε, να συμβουλευθή
τον Διδάσκαλόν του, απήντησε, «Ναι».

Εάν εσκέπτετο ολίγω επί μακρότερον, εάν περισσοτέρα εγνώριζεν, εάν
ανεπόλει τουλάχιστον την ιδίαν του μεγάλην ομολογίαν την προσφάτως
γενομένην, η απάντησίς του δυνατόν να μην ήρχετο μετά τόσης
γοργότητος. Το αργύριον τούτο ήτο, οπωσδήποτε, εν τη πρώτη σημασία
του, λύτρον της ψυχής εκάστου των εισφερόντων· και πώς ηδύνατο ο
Λυτρωτής, όστις απελύτρωσεν όλας τας ψυχάς διά της θυσίας της ζωής
Του, να πληρώσει λύτρα διά την άμωμον ψυχήν Του; Ήτο δε και φόρος διά
τας υπηρεσίας του Ναού. Πώς άρα ηδύνατο να οφείλεται υπ' Εκείνου τον
οποίου το θνητόν σκήνωμα ήτο ο νέος πνευματικός Ναός του ζώντος Θεού;
Ούτος έμελλε να εισέλθη εις τα Άγια των Αγίων διά της θυσίας του
ιδίου αίματός Του. Επλήρωσεν ό,τι δεν ώφειλεν, όπως σώση ημάς απ'
εκείνου το οποίον ωφείλομεν, αλλά δεν ηδυνάμεθα να πληρώσωμεν ποτέ.

Επομένως, όταν ο Πέτρος εισήλθεν εις την οικίαν, συναισθανθείς ίσως
εν τω μεταξύ ότι η απάντησίς του υπήρξε πρόωρος, ίσως δε και
αναλογισθείς ότι κατ' εκείνην την στιγμήν δεν υπήρχον πόροι ούτε προς
απότισιν του ευτελούς τούτου ποσού εις τον πενιχρόν των γλωσσόκομον,
ο Ιησούς, χωρίς να περιμένη έκφρασίν τινα της αμηχανίας του
Αποστόλου, είπεν αυτώ, «Τι φρονείς, Σίμων; οι βασιλείς της γης από
τίνας λαμβάνουσι τους φόρους; από τους υιούς των, ή από όσους δεν
είνε τέκνα των;»

«Από όσους δεν είνε τέκνα των», απήντησεν ο Πέτρος.

«Τότε, είπεν ο Ιησούς, οι υιοί είνε ελεύθεροι». Εγώ, ο Υιός του
Μεγάλου Βασιλέως, και συ δε, όστις είσαι ωσαύτως, υιός Του κατά χάριν
και υιοθεσίαν, δεν είμεθα υπόχρεοι να πληρώσωμεν αυτόν τον φόρον. Εάν
δε τον πληρώσωμεν, η πληρωμή θα είνε πράγμα, όχι θετικής υποχρεώσεως,
όπως έκριναν τελευταίον οι Φαρισαίοι, αλλ' ελευθέρας και προθύμου
δόσεως.

Υπάρχει τι το ωραίον και τερπνόν μάλιστα εις τον αβρόν τούτον τρόπον
του δείξαι εις τον ορμητικόν Απόστολον το δίλημμα εις ό η εσπευσμένη
απόκρισίς του ενέβαλε τον Κύριόν του. Βλέπομεν εν τούτω, ως
παρετήρησεν είς των νεωτέρων μεταρρυθμιστών, την λεπτοφυά, φιλικήν,
φιλόστοργον ομιλητικότητα, ήτις πρέπει να υπήρχε μεταξύ του Χριστού
και των μαθητών Του. Φαίνεται δε συγχρόνως ν' αποκαθιστά την αιώνιον
αρχήν ότι αι θρησκευτικαί διακονίαι πρέπει να συντηρώνται δι'
εκουσίων εισφορών και όχι δι' αναγκαστικής εισπράξεως. Αλλ' όμως,
εξηκολούθησεν ο Σωτήρ, διά να μη σκανδαλίσωμεν αυτούς, ύπαγε εις την
θάλασσαν, και ρίψον άγκιστρον, και λάβε τον πρώτον ιχθύν όστις θα
έλθη· και ανοίξας το στόμα αυτού, θα εύρης ένα στατήρα (είς στατήρ
ήτο ισοδύναμος με τετράδραχμον)· τούτον λάβε και δος αυτοίς αντί Εμού
και σου».

Εν αυτή τη πράξει της υποταγής, η μεγαλειότης Του απείρως εκλάμπει.
Ηθέλησε να πληρώση την εισφοράν, όπως αποφύγη το να προσβάλη τινός τα
αισθήματα, και μάλιστα, επειδή ο Απόστολος Του είχεν υποσχεθή τούτο
ως εκ μέρους Του· αλλά δεν ηδύνατο να την πληρώση κατά τον συνήθη
τρόπον, διότι τούτο θα ήτο ως να διεκύβευε μίαν αρχήν. Υπείκων εις
τον νόμον της αγάπης και της υποταγής, ήθελεν ωσαύτως να υπείξη και
εις τους νόμους της αξιοπρεπείας και αληθείας. Πληρώνει άρα τον
φόρον, αλλά τον λαμβάνει από το στόμα ενός ιχθύος, όπως το μεγαλείον
Του αναγνωρισθή.

Όταν ο Χριστομάχος Πάουλος, με την συνήθη βάναυσον φιλοπαιγμοσύνην
του, ονομάζη τούτο «θαύμα δι' ήμισυ τάλληρον», αποδεικνύει μόνον την
ιδίαν κακήν αντίληψίν του περί των ωραίων ηθικών μαθημάτων τα οποία
εμπερικλείονται εις την διήγησιν, και τα οποία εις τούτο, ως και εις
πάσαν άλλην περίστασιν, διακρίνουσι τα αληθή θαύματα του Κυρίου από
των εν τοις Αποκρύφοις. Και αν επρόκειτο περί θαυμασίας ευρέσεως
μυρίων ταλάντων ή χιλιάδων λίτρων χρυσού, ουδείς βεβαίως σοβαρός
κριτικός θα έπειθε τον εαυτόν του ή τους άλλους, ότι εις το ποσόν
τούτο θα συνίστατο το μεγαλείον του θαύματος.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'.
Η εορτή της Σκηνοπηγίας



Ερωτήσεις και διχογνωμίαι του πλήθους. — Ο Ιησούς εν τω Ναώ. —
«Δαιμόνιον έχεις». — Αγανάκτησις του Συνεδρίου. — «Ποταμοί ύδατος
ζώντος». — «Ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο Άνθρωπος». — Δειλή
ερώτησις του Νικοδήμου. — Έλεγχος των Φαρισαίων.

Δεν ήτο πιθανόν ότι ο Ιησούς θα εξηκολούθει διατριβών εις Καπερναούμ
χωρίς η επίσκεψίς Του να γείνη γνωστή είς τινας των κατοίκων.

Αλλ' είνε πρόδηλον ότι η διατριβή Του εν τη πόλει υπήρξε λίαν
βραχεία, και ότι ήτο όλως ιδιωτική. Ο λόγος και το επεισόδιον το
μνημονευόμενον εν το προλαβόντι κεφαλαίω είνε τα μόνα αναγραφόμενα εκ
ταύτης.

Αλλ' ήτο ήδη φθινόπωρον, και όλη η Γαλιλαία διετέλει εις τον πυρετόν
της ετοιμασίας ήτις προηγείτο της αναχωρήσεως της ενιαυσίου συνοδίας
των προσκυνητών εις μίαν των τριών μεγάλων του έτους εορτών, την
Σκηνοπηγίαν. Η εορτή αύτη εγίνετο εις ανάμνησιν της διόδου των
Ισραηλιτών διά της ερήμου, ήγετο δε μετά πολλής χαράς και ευφροσύνης,
και εκαλείτο μεταξύ των Ιουδαίων «η εορτή» κατ' εξοχήν. Διήρκει επί
επτά ημέρας, από της 15 μέχρι της 21 του μηνός Τισρί, η δε ογδόη
ημέρα επανηγυρίζετο δι' ιεράς συνάξεως. Κατά το εφθήμερον τούτο οι
Ιουδαίοι, εις ανάμνησιν των εν τη ερήμω περιπλανήσεων, κατοικούν εις
μικράς σκηνάς ή καλύβας κατασκευαζομένας εκ κλάβων ελαιών και
φοινίκων και πευκών και μύρτων, και έκαστον άτομον έφερεν εις την
χείρα κλάδους φοινίκων και ιτεών, ή καρπούς κίτρων και ροδακίνων.
Εβδομήκοντα βόες προσεφέροντο εις θυσίαν υπέρ των εβδομήκοντα εθνών
του κόσμου (13 την πρώτην ημέραν της εορτής, 12 την β', 11 την γ', 10
την δ', 9 την ε', 8 την στ', και 7 την ζ' ημέραν)· ο Νόμος
ανεγινώσκετο καθ' ημέραν, και εν εκάστη των ημερών αι σάλπιγγες του
Ναού ήχουν εικοσάκις και άπαξ, μεγαλόφωνον και θριαμβικόν σάλπισμα.
Το χαρμόσυνον της εορτής ηύξανεν αναμφιβόλως εκ της περιστάσεως ότι
αύτη είπετο μόνον τέσσαρας ημέρας μετά τας σεβασμίας και παρηγόρους
τελετάς της μεγάλης ημέρας του Ιλασμού, καθ' ην εγίνετο πάνδημος
αγνισμός υπέρ των αμαρτιών του λαού.

Την προτεραίαν της αναχωρήσεως των διά την εορτήν ταύτην, οι
συγγενείς και οικείοι του Κυρίου ημών (εκείνοι οίτινες εν τοις
Ευαγγελίοις καλούνται αείποτε «οι αδελφοί Αυτού» (8) καί τινες εκ
των απογόνων των οποίων εγνωρίζοντο, εις την αρχαίαν παράδοσιν υπό το
όνομα «Οι Δεσπόσυνοι»), ήλθον προς Αυτόν διά τελευταίαν φοράν επί
σκοπώ ευπροαιρέτου μεν, αλλ' αλγεινής και αδικαιολογήτου επεμβάσεως.
Ούτοι, όπως οι Φαρισαίοι, και όπως το πλήθος, και όπως ο Πέτρος,
εφαντάζοντο ότι εγνώριζον καλλίτερον ή αυτός ο Ιησούς ποίαν διαγωγήν
ώφειλε να τηρήση, όπως εκτελέση το έργον του και επιταχύνη την
καθολικήν αναγνώρισιν των αξιώσεων Του. Ήλθον προς Αυτόν με γλώσσαν
επικρίσεως, δυσφορίας, σχεδόν μομφής και επιπλήξεως. — Διατί αυτή η
παράλογος και ακατάληπτος μυστικότης; Αύτη εναντιούται εις τας
αλώσεις Σου· αποθαρρύνει τους οπαδούς Σου. «Έχεις μαθητάς εν Ιουδαία·
«μετάβηθι εντεύθεν, όπως κακείνοι ίδωσι τα έργα ά ποιείς. Ει ταύτα
ποιείς, φανέρωσον Σεαυτόν τω κόσμω».

Εάν τοιαύτην ηδύναντο να μετέρχωνται γλώσσαν προς τον Κύριον και
Διδάσκαλόν των, εάν ηδύναντο οιονεί ούτω να προκαλώσι την δύναμίν Του
εις δοκιμασίαν είνε προδηλότατον ότι η γνώσις των περί Αυτού ήτο
τόσον στενή και ανεπαρκής, ώστε να δικαιολογή την θλιβεράν παρένθεσιν
του Ευαγγελιστού του ηγαπημένου: «Ουδέ γαρ οι αδελφοί Αυτού επίστευον
εις Αυτόν». «Απηλλοτριωμενος εγεννήθη τοις αδελφοίς Αυτού, και ξένος
τοις υιοίς της μητρός Αυτού».

Τοιαύτη υπαγόρευσις εκ μέρους των, ο πικρός καρπός της ανυπομόνου
κενοδοξίας και της περί τα πνευματικά αγνοίας, απεδείκνυε τω όντι
αξιόμεμπτον οίησιν· αλλ' όμως ο Κύριος απήντησεν αυτοίς μετά ηρεμίας:
«Ουχί, ο καιρός Μου όπως φανερωθώ τω κόσμω (όστις είνε και ο κόσμος
σας προσέτι, και άρα δεν δύναται να σας μισή καθώς μισεί εμέ) ούπω
ελήλυθε. Ανάβητε υμείς εις την εορτήν. Εγώ! ούπω αναβαίνω, ότι ο
καιρός μου ούπω πεπλήρωται». Ούτως απήντησεν αυτοίς, και έμεινεν εν
Γαλιλαία.

Ήτο ουσιώδες διά την ασφάλειαν της θεσπεσίας ζωής Του, ήτις έπρεπε να
περατωθή επί έξ μήνας εισέτι, ήτο ουσιώδες διά την εκτέλεσιν των
θείων σκοπών Του, οίτινες ήσαν στενώς συνυφασμένοι με τα συμβησόμενα
κατά τας ημέρας τας επιούσας, ώστε οι αδελφοί Του να μη γνωρίζωσι
περί των σχεδίων Του. Και διά τούτο αφήκεν αυτούς ν' αναχωρήσωσι εν
πληρεστάτη αβεβαιότητι αν προυτίθετο ν' ακολουθήση μετ' αυτούς.
Επειδή ούτοι ήσαν βέβαιοι ότι πλήθη ανθρώπων θα τους ηρώτων καθ' οδόν
αν ο Ιησούς έρχεται εις την εορτήν, αναγκαίον ήτο όπως δύνανται ν'
απαντώσι μετά φιλαληθείας, ότι τουλάχιστον ομού μετ' αυτών δεν
έρχεται, και ότι, αν θα έλθη πριν λήξη η εορτή αδυνατούσι να είπωσι.
Και ότι τούτο πρέπει να συνέβη, και ότι αύτη πρέπει να ήτο η
απάντησίς των, είνε προφανές εκ του γεγονότος ότι η μόνη ερώτησις
ήτις περιίπτατο από στόμα εις στόμα ανά τας οδούς εκείνας τας
πολυθορύβους και πλήρεις κόσμου ήτο: «Πού είνε; Ήλθεν ήδη; Έρχεται;»
Κ' επειδή δεν εφαίνετο, όλος ο χαρακτήρ Του, και η αποστολή Του,
συνεζητούντο. Αι φράσεις της επιδοκιμασίας ήσαν αόριστοι και δειλαί:
«Είνε καλός άνθρωπος». Αι λέξεις της καταδίκης ήταν πικραί και
εμφατικαί! «Είνε πλάνος· απατά τον λαόν». Αλλ' ουδείς ετόλμα να
εκστομίση φανερά την όλην γνώμην του περί Αυτού. Έκαστος εφαίνετο
δυσπιστών εις τον πλησίον του· και όλοι εφοβούντο να εκτεθώσι πολύ,
ενόσω η γνώμη των «Ιουδαίων» (το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον Ιουδαίους
εννοεί τους άρχοντας του Ιουδαϊκού λαού) και των αρχιερέων και
Φαρισαίων δεν είχεν οριστικώς εκδηλωθή.

Αίφνης μεσούσης της εορτής, εν μέσω όλων των ψιθυρισμών και των
συζητήσεων τούτων, ασυνόδευτος, ως φαίνεται υπό των οπαδών Του,
ακήρυκτος υπό των φίλων Του, εφάνη εν τω Ναώ και εδίδαξε. Διά ποίας
οδού έφθασεν εις την Αγίαν Πόλιν, πώς διήλθε διά των πολυανθρώπων
οδών απαρατήρητος, αν συμμετέσχε της αθώας ευφροσύνης της εορτής, αν
και Αυτός κατώκησεν εις καλύβην φοινικοστέγαστον κατά το λοιπόν της
εβδομάδος, δεν γνωρίζομεν. Το μόνον το οποίον μας διηγείται ο
Ευαγγελιστής είνε ότι, ρίψας οιονεί Εαυτόν εν πλήρει εμπιστοσύνη εις
την προστασίαν των μαθητών Του των από της Γαλιλαίας και των εν
Ιερουσαλήμ, ευρέθη αίφνης καθήμενος εις μίαν των μεγάλων στοών των
ανοιγομένων προς τας αυλάς του Ναού, και εκεί εδίδαξε.

Προς καιρόν τον ηκροάσθησαν εμβρόντητοι εν σιωπή. Αλλ' ευθύς οι
παλαιοί γογγυσμοί επανήρχισαν. «Δεν είνε ανεγνωρισμένος Ραββί· δεν
ανήκει εις γνωστήν σχολήν, ούτε οι οπαδοί του Ιλλέλ ούτε οι του
Σαμμαΐ τον αντιποιούνται· είνε Ναζωραίος· εμεγάλωσεν εις το
εργαστήριον του Γαλιλαίου τέκτονος. &Πώς ούτος γράμματα οίδε μη
μεμαθηκώς;&»

Παραπλησίω τω τρόπω, η ευπαίδευτος αμάθεια, ήτις φυσιούται επί
γνώσει, πολλάκις ήλεγξε τους αντιπάλους της ως μη όντας «θεολόγους».
Ας ευχαριστήσωμεν τον Θεόν ότι δεν ήσαν. Διότι «θεολογία» πολλάκις
εξέπεσε να σημαίνη επιπόλαιον γνώσιν τεχνικών λεπτολογιών και απλής
ονοματολογίας, της απείρως απέχει πόρρω της γνώσεως του Θεού. Είς
σπινθήρ ειλικρινείας, μία ακτίς εμπνεύσεως, αξίζει δι' ολοκλήρους
βιβλιοθήκας τοιαύτης θεολογίας, και κατώρθωσε πλείονα προς ωφέλειαν
του κόσμου ή όσα οι καθηγηταί του σύμπαντες. «Ούτος, (έλεγον οι
βρενθυόμενοι Φαρισαίοι) γράμματα ου μεμάθηκε!» Ως εάν οι ολίγιστοι
θεοδίδαχτοι άνδρες, ων η ευμάθεια είνε ευμάθεια καθαράς καρδίας και
πεφωτισμένου οφθαλμού και αμέμπτου βίου, δεν υπερέβαλον ανεκλαλήτως
εκείνους, ων η γνώσις εξ ανθρώπων προήλθε. «Πουλυμαθίη νόον ου
ποιέει», ως έλεγεν ο αρχαίος Έλλην φιλόσοφος· η δε θεία φωνή της
Εμπνεύσεως είνε εκείνη, ήτις, εκφράζουσα απλά και απέριττα πράγματα,
διαπερά και καταλάμπει διά χιλιάδων ετών, άτε εκ Θεού.

Κατενόησεν ο Ιησούς τα βλέμματά των. Ηρμήνευσε τους μορμυρισμούς των.
Είπε προς αυτούς ότι η μάθησίς Του, ήρχετο αμέσως παρά του Ουρανίου
Πατρός Του, και ότι και αυτοί, εάν έπραττον του Θεού το θέλημα, θα
ηδύναντο να μάθωσι και να εννοώσι τα αυτά υψηλά μαθήματα. Εις πάσας
τας γενεάς υπάρχει ροπή τις εις το εκλαμβάνειν την μάθησιν ως
παιδείαν, την γνώσιν ως σοφίαν· καθ' όλους τους αιώνας υπήρξε
βραδύτις τις εις το κατανοείν ότι αληθής μάθησις του βαθυτάτου
χαρακτήρος δύναται να συνυπάρχη με πλήρη άγνοιαν παντός του
αποτελούντος την μάθησιν των σχολών. Κατά μίαν έννοιαν, έλεγεν ο
Ιησούς προς τους ακροατάς Του, εγνώριζον τον νόμον, τον οποίον είχε
δώσει αυτοίς ο Μωυσής, κατ' άλλην, διετέλουν εν οικτρά αγνοία τούτου.
Δεν ηδύναντο να κατανοήσωσι τας αρχάς του, επειδή δεν ήσαν πιστοί εις
τας εντολάς του. Και είτα τους είπε φανερά, «Ίνα τι μέλλετε φονεύειν
Με;»

Η απόφασις αύτη όπως Τον φονεύσωσιν ήτο γνωστή Αυτώ τω των καρδιών
γνώστη, και γνωστή είς τινας μόνον των ακροατών, αλλ' ως ένοχον
μυστικόν ετηρείτο από του πλήθους. Ούτοι (ο όχλος) απήντησαν εις το
ερώτημα, ενώ οι άλλοι (οι Ιουδαίοι) ετήρησαν την ένοχον σιωπήν των.
«Δαιμόνιον έχεις, (εκραύγασεν ο λαός)· τις θέλει φονεύσαι Σε;»

Ο Ιησούς δεν έδωκε προσοχήν εις την βάναυσον ύβριν. Τους ανέφερε περί
του έργου εκείνου της ιάσεως του παραλύτου εν Σαββάτω, και μηδέποτε
οκνών να διδάσκη ότι η αγάπη, όχι η προσήλωσις εις τους τύπους, είνε
η πλήρωσις του Νόμου, έδειξεν αυτοίς ότι το προς ίασιν πρόσταγμά Του
ουδόλως παρεβίασε το Σάββατον. Φέρ' ειπείν, ο Μωυσής είχε διατάξει
την περιτομήν τη ογδόη ημέρα, και αν η ογδόη αύτη ημέρα ετύγχανε να
είνε Σάββατον, εθυσίαζον άνευ δισταγμού την μίαν διάταξιν εις την
άλλην, και με όλην την εργασίαν την οποίαν απήτει, εξετέλουν εν
Σαββάτω την περιτομήν. Εάν ο νόμος της περιτομής υπερέχει του νόμου
του Σαββάτου, ο νόμος του Ελέους δεν υπερέχει αυτού; Εάν είνε ορθόν
διά σειράς πράξεων να εντρίβηται το τραύμα τούτο, είνε σφαλερόν δι'
απλού λόγου να επιτελήται ολοσχερής ίασις; Αν εκείνο δεν ηδύνατο
χάριν του Σαββάτου, επί μίαν ημέραν ν' αναβληθή, διατί ν' αναβληθή η
πλήρης ίασις και απαλλαγή ενός ανθρώπου; «Μη κρίνετε κατ' όψιν, αλλά
την δικαίαν κρίσιν κρίνατε.» Αντί να ευχαριστήσθε διαρκώς εις
επιπόλαιον τρόπον κρίσεως, έλθετε εισάπαξ είς τινα αρχήν δικαίας
αποφάσεως.

Οι ακροαταί του περιήρχοντο εις αμηχανίαν και έκπληξιν. Είνε ούτος,
κατά της ζωής του οποίου τινές σκευωρούσι; Μήπως Αυτός είνε ο
Μεσσίας; Όχι, δεν ημπορεί να είνε· επειδή γνωρίζομεν πόθεν Αυτός ο
λαλών έρχεται, ενώ λέγουν ότι ουδείς θα γνωρίζη πόθεν ο Μεσσίας θα
έλθη όταν εμφανισθή.

Υπήρξε μικρά τις ειρωνεία εν τη απαντήσει του Ιησού, εγνώριζον πόθεν
έρχεται και όλα τα κατ' Αυτόν, και όμως, εν πάση αληθεία, δεν ήρχετο
εξ Εαυτού, αλλ' εξ Ενός περί ου τίποτε δεν εγνώριζον. Η λέξις αύτη
έκαμέ τινας των ακροατών Του περισσότερον να εκμανώσιν. Επεθύμουν,
αλλά δεν ετόλμουν να Τον συλλάβωσι, και τόσω μάλλον όσω υπήρχόν τινες
τους οποίους οι λόγοι ούτοι έπεισαν, και οίτινες ανέφερον τα πολλά
θαύματά Του ως ακαταμάχητον απόδειξιν των ιερών αξιώσεών Του.

Είνε αξιοσημείωτον γεγονός, ότι οι Ιουδαίοι ουδέποτε απεπειράθησαν ν'
αρνηθώσι τα θαύματα του Ιησού. Το μόνον όπερ λέγουν οι Ταλμουδισταί
είνε, ότι είχε μάθη την μαγείαν εν Αιγύπτω, και διά της μαγείας
ταύτης εξετέλει τα θαύματα. Λέγουν προσέτι ότι τα εξετέλει διά του
«τετραγραμμάτου» ή του ιερού ονόματος. Διηγούνται δε τερατώδεις και
βλασφημοτάτους μύθους περί του τρόπου καθ' ον έμαθε δήθεν να προφέρη
το τετραγράμματον όνομα «ο Άνθρωπος εκείνος», όπως εν τη θεοκτόνω
λύσση των Τον ωνόμαζον πάντοτε.

Το ιερατικόν κόμμα, εδρεύον εν μέσω των περιβόλων του Ναού,
επληροφορείτο δι' απεσταλμένων εν τω μεταξύ περί όσων έπραξε και
είπεν ο Ιησούς την ημέραν εκείνην εν τω Ναώ και χωρίς να φαίνονται,
επετήρουν πάσας τας κινήσεις Του, μετά μοχθηρής λύσσης. Τα
υποψιθυριζόμενα εκείνα υπέρ Αυτού επιχειρήματα, ο βαθυνόμενος εκείνος
φόβος η και ευλάβεια και η εις Αυτόν πίστις, ήτις, εναντίον του ιδίου
κύρους και της εξουσίας των, ηύξαναν υπ' αυτούς τους οφθαλμούς των,
όλα ταύτα εφαίνοντο εις αυτούς και επικίνδυνα και ταπεινωτικά.
Απεφάσισαν δε να προβώσιν εις ευτολμοτέραν ενέργειαν. Έπεμψαν
εντολοδόξους όπως Τον συλλάβωσιν αιφνιδίως και λαθραίως, κατά την
πρώτην ευκαιρίαν ήτις ήθελε παρουσιασθή. Αλλ' ο Ιησούς δεν έδειξε
φόβον. Έμελλε να είνε μετ' αυτών επί μικρόν εισέτι, και τότε, και
μόνον τότε, θα επέστρεφε προς Εκείνον όστις Τον απέστειλε. Τότε δε
έμελλον να ζητώσιν Αυτόν και να ζητώσιν Αυτόν, όχι όπως τώρα με
εχθρικούς σκοπούς, αλλ' εν όλη τη αγωνία της τύψεως και της αισχύνης·
αλλ' η ζήτησίς των θα ήτο εις μάτην. Οι εχθροί Του δεν ηδυνήθησαν να
εννοήσωσι τον υπαινιγμόν. Εν ταις τρομεραίς ημέραις αίτινες έμελλον
να έλθωσι θα τον ενόουν λίαν καλώς. Τώρα ηδύναντο μόνον να
συμπεραίνωσι σκωπτικώς, ότι δυνατόν ίσως να είχεν έκφρονά τινα
πρόθεσιν όπως απέλθη εις την διασποράν τον Ελλήνων να διδάξη.

Ούτω διήλθεν η ημέρα αύτη της διαμάχης. Και πάλιν, «τη εσχάτη ημέρα
τη μεγάλη της εορτής», ο Ιησούς ίστατο εν τω Ναώ. Εν εκάστη ημέρα της
εορτής εγίνοντο μεγάλαι τελεταί και πανηγύρεις, και οι ιερείς ήντλουν
πανηγυρικώς ύδωρ από της κολυμβήθρας του Σιλωάμ, της παρά τους
πρόποδας του όρους Σιών, αι σάλπιγγες ήχουν, ο δε λαός έψαλλεν εν
χορώ, το Μέγα Ωσαννά, ήτοι τον ψαλμόν «Ώ Κύριε, σώσον δη», και το
Μέγα Αλληλούια, ήτοι τον ψαλμόν «Εξομολογείσθε τω Κυρίω ότι χρηστός,
ότι εις τον αιώνα το έλεος Αυτού».

Αινιττόμενος το χαρμόσυνον τούτο έθιμον, της αντλήσεως του ύδατος, ο
Ιησούς «έστη και έκραξε λέγων: Ει τις διψά, ερχέσθω προς Με και
πινέτω. Ο πιστεύων εις Εμέ, ως είπεν η Γραφή, ποταμοί ρεύσουσιν εκ
της κοιλίας Αυτού ύδατος ζώντος». Οι άριστοι εξ αυτών ησθάνοντο (και
τούτο είνε το ισχυρότατον πάντων των τεκμηρίων της Χριστιανοσύνης δι'
όσους πιστεύσωσιν εις Θεόν αγάπης) ότι είχον βαθείαν ανάγκην
παραμυθίας, και αναψυχής και σωτηρίας, της εκχύσεως του Αγίου
Πνεύματος, όπερ Εκείνος μόνος όστις ωμίλει προς αυτούς ηδύνατο να
δαψιλεύση. Αλλά το γεγονός ότι τινές ήρχιζον αναφανδόν να λέγωσι περί
Αυτού «ο Προφήτης» και «ο Χριστός», μόνον εξώργιζε τους άλλους. Είχον
μικράν δυσχέρειαν, την εξής:

«Μη εκ της Γαλιλαίας ο Χριστός έρχεται; ουκ εκ της Βηθλεέμ, εκ
σπέρματος Δαυίδ, ο Χριστός έρχεται;»·

Εν μέσω της διαιρέσεως ταύτης των γνωμών, οι αξιωματικοί τους οποίους
οι Φαρισαίοι είχον στείλη όπως συλλάβωσι τον Ιησούν, επέστρεψαν προς
αυτούς χωρίς ν' αποπειραθώσι να εκτελέσωσι το σχέδιόν των. Καθώς
ενήδρευον και κατά το ήμισυ εκρύπτοντο όπισθεν των κιόνων του Ναού,
ουχί απαρατήρητοι βεβαίως υπ' Εκείνου δι' ον παρεμόνευον, και ούτοι
θα ήκουσάν τινας των λόγων των εκβλυζόντων εκ του θείου στόματος Του.
Και ακούοντες αυτούς, δεν ηδύναντο να εκτελέσωσι την εντολήν των.
Ιερά γοητεία τους εκυρίευε, καθ' ης ν' αντισταθώσι δεν ίσχυον·
δύναμις απείρως ανωτέρα της ιδικής των εμηδένιζε την ρώμην των και
παρέλυε την θέλησίν των. Το ν' ακροώνται Αυτού εσήμαινεν ου μόνον ότι
αφοπλίζονται προς πάσαν απόπειραν εναντίον Του, αλλά και ότι κατά το
ήμισυ μετετρέποντο από ασπόνδων εχθρών τους εμφόβους μαθητάς Του.
«Ουδέποτε άνθρωπος ελάλησεν ως ούτος ο Άνθρωπος». Τούτο υπήρξε το
μόνον το οποίον ηδυνήθησαν να είπωσιν. Εκείνη η τολμηρά παρακοή εις
τας διαταγάς των Φαρισαίων πρέπει να τους κατέστησε περιδεείς ως προς
τας συνεπείας δι' εαυτούς, αλλ' η υπακοή θα απήτει θάρρος πολύ
μεγαλείτερον, και αι τύψεις του συνειδότος θα έδακνον αυτούς εις
αφόρητον βαθμόν.

Οι Φαρισαίοι τους επετίμησαν οργίλως. Μήπως και σεις θέλετε να
δεχθήτε Αυτόν τον Προφήτην των αμαθών, τον ευνοούμενον του επαράτου
και αθλίου όχλου; «Ο όχλος ούτος, ο μη γινώσκων τον Νόμον,
επικατάρατοί εισιν». Τότε ο Νικόδημος απετόλμησεν έν δειλόν ρήμα. Δεν
πρέπει να δοκιμάσητε, πριν Τον καταδικάσητε; Ουδεμίαν λογικήν
απάντησιν είχον ειμή λέξεις θυμού και οργής. «Μη και συ Γαλιλαίος ει;
Ερεύνησον και ίδε, ότι προφήτης εκ της Γαλιλαίας ουκ εγήγερται».

Πόθεν λοιπόν ήτο ο Ιωνάς; Πόθεν ο μέγας Ηλιού; Πόθεν ο Ναούμ και
πόθεν ο Ωσηέ; Όλοι ούτοι δεν ήσαν εκ της Γαλιλαίας; Οι νεώτεροι
Ιουδαίοι εν τοσούτω λέγουσιν ότι εκ Γαλιλαίας θα έλθη ο Μεσσίας, τον
οποίον περιμένουν ακόμη· και πολλοί τούτων εγκαθίστανται εις
Τιβεριάδα, πιστεύοντες ότι θα εξέλθη εκ των υδάτων της λίμνης· και
εις Σαφέδ, «την πόλιν την ορεινήν» πιστεύοντες ότι εκεί πρώτον θα
στήση τον θρόνον του. Αλλά δεν υπάρχει άγνοια τόσον βαθεία όσον η
άγνοια ήτις δεν θέλει να μάθη· ουδέ τυφλότης τόσον ανίατος όσον η
τυφλότης ήτις δεν θέλει να ίδη. Και ο δογματισμός των στενοκεφάλων
και των ηλιθίων όστις πιστεύει εαυτόν ότι είνε θεολογική μάθησις,
είνε υπέρ παν άλλο ο αμαθέστατος και ο τυφλότατος. Και τυφλός και
αμαθής ο Φαρισαϊσμός ο ανίατος εξηκολούθει να δάκνη ακόμη τον χαλινόν
και να άγχηται, μη θέλων να προσεγγίση εις την αλήθειαν. «Εν κημώ και
χαλινώ τας σιαγόνας αυτών άγξαις, των μη εγγιζόντων προς Σε».



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'.
Η επ' αυτοφόρω μοιχαλίς



Ο Ιησούς εις το Όρος των Ελαιών. — Η χαμερπής σκληρότης των
Φαρισαίων. — Η γυνή συρομένη εις τον Ναόν. — «Ο αναμάρτητος πρώτος
τον λίβον βαλέτω». — «Πορεύου, και μηκέτι αμάρτανε». — Η αταραξία του
Ιησού προς πάσαν προσβολήν. — «Το φως του Κόσμου». — Συζητήσεις των
Ιουδαίων και η λύσσα των.

«Η συνείδησις μας κάμνει όλους ανάδρους», έγραψε μέγας Άγγλος
ποιητής, ο Σαιξπήρος, του οποίου η πεφωτισμένη ψυχολογία πολύ ωφελήθη
εκ των Ευαγγελίων.

Την εσπέραν της ημέρας, καθ' ην συνέβησαν τα εν τω προηγουμένω
κεφαλαίω αναγραφόμενα, ο Ιησούς απεσύρθη εις το Όρος των Ελαιών. Αν
απήλθεν εις τον κήπον Γεθσημανί, και εις την οικίαν Του αγνώστου,
αλλά φίλα φρονούντος κτήτορός του, ή αν, μη έχων πού την κεφαλήν
κλίνη, απλώς εκοιμήθη, κατά τον ανατολικόν τρόπον, επί της πρασίνης
χλόης υπό τα αρχαία εκείνα ελαιόδενδρα, αδυνατούμεν να είπωμεν· αλλ'
είνε ενδιαφέρον να σημειωθή και πάλιν παρ' Αυτώ η απέχθεια εκείνη των
πολυανθρώπων πόλεων, η αγάπη εκείνη προς τον καθαρόν και δροσερόν
αέρα και προς την ηρεμίαν του όρους του ερημικού, την οποίαν βλέπομεν
πανταχού του επιγείου σταδίου Του. Αλλ' όμως δεν υπήρχεν, ως εικός,
παρ' Αυτώ τίποτε εκ της υπέρφρονος εκείνης αισθηματικότητος και της
νοσηράς φιλαυτίας, ήτις κάμνει τους δοκούντας εκλεκτούς μεταξύ των
θνητών ανθρώπων ν' αποφεύγωσι την κοινωνίαν. Τουναντίον, ημέραν μεθ'
ημέραν, ενόσω η επί της γης εργασία Του εξηκολούθει, Τον βλέπομεν
θυσιάζοντα ό,τι προσφιλέστατον εις την ψυχήν Του, και με όλον τον
καύσωνα, και την σύνθλιψιν, και την ενόχλησιν, εξακολουθούντα τα έργα
της αγάπης Του εν μέσω της πληθύος του όχλου. Αλλ' εν ώρα νυκτός, ότε
οι άνθρωποι δεν εργάζονται, ουδεμία κλήσις καθήκοντος απήτει την
παρουσίαν Του εντός των τειχών της Ιερουσαλήμ· και όσοι γνωρίζουσι
την ρυπαρότητα των παλαιών πόλεων δύνανται κάλλιστα να φαντασθώσι την
ανακούφισιν την οποίαν ησθάνθη το Πνεύμα Του όταν εδυνήθη να εκφύγη
από τας στενάς οδούς και τας πολυσυχνάστους αγοράς, να διασχίση την
χαράδραν και να ανέλθη την πρασίνην κλιτύν την πέραν ταύτης, και να
είνε μόνος μετά του Ουρανίου Πατρός Του υπό τον αστερόεντα ουρανόν.

Αλλ' όταν η ημέρα υπέφωσκε τα χρέη Του Τον εκάλουν και πάλιν εντός
των τειχών της πόλεως, και εις το μέρος εκείνο της πόλεως όπου σχεδόν
μόνον ακούομεν περί της παρουσίας Του· εις τας αυλάς του οίκου του
Πατρός Του. Και άμα τω όρθρω, οι εχθροί Του εξύφαναν νέαν σκευωρίαν
κατ' Αυτού, αι περιστάσεις της οποίας κατέστησαν την κακίαν των
αλγεινοτέρων ή όσον ήτο κινδυνώδης εκ προθέσεως.

Είνε πιθανόν ότι η ιλαρότης και το νωχελές της εορτής της Σκηνοπηγίας
έδιδεν αφορμήν εις ατοπήματα και εις πράξεις ακολασίας. Μία τοιαύτη
πράξις ανεκαλύφθη κατά την προλαβούσαν νύκτα, και η ένοχος γυνή
παρεδόθη εις τους Γραμματείς και Φαρισαίους.

Και αν ακόμη τα ήθη του έθνους κατά τους χρόνους εκείνους ήσαν
άμεμπτα, και αν οι άρχοντες αυτοί και οι διδάσκαλοι του έθνους ήσαν
τόσον υπεράνω των συγχρόνων των κατά την πραγματικήν, όσον ήσαν κατά
την επιτηδευμένην, αγιότητα του βίου, η ανακάλυψις και η απειλουμένη
τιμωρία της αθλίας ταύτης μοιχαλίδος δεν θα ηδύνατο να μη κινήση παν
ευγενές πνεύμα εις συμπάθειαν, ίσην τουλάχιστον με την φρίκην την
οποίαν το αμάρτημά της ενέπνεεν. Η αυστηρότης καθαρού την καρδίαν
δικαστού δεν είνε αυστηρότης αποκλείουσα πάντα οίκτον· είνε
αυστηρότης ήτις δεν θα επέβαλλεν εκουσίως ένα ανωφελή σπασμόν, είνε
αυστηρότης ουχί ασυμβίβαστος με ευγενή επιείκειαν, πλην όλως
ασυμβίβαστος: με κράμα δευτερευουσών αφορμών, όλως αδιάλλακτος με
πνεύμα κακοβούλου ελαφρότητος και απεχθούς φιλοπαιγμοσύνης.

Αλλά το πνεύμα το οποίον εκείνη τους Γραμματείς τούτους και
Φαρισαίους ουδαμώς ήτο το πνεύμα ειλικρινούς και προσβεβλημένης
αγνότητος. Εν τη παρακμή του εθνικού βίου, εν τη καθημερινή
εξοικειώσει προς ειδωλολατρικάς ακολασίας, εν τη βαθμιαία
υποκαταστάσει της λευιτικής λεπτολογίας αντί της εγκαρδίου ευσεβείας,
τα ήθη του έθνους διεφθάρησαν εις το έπακρον. Η δοκιμασία η διά του
«ύδατος της ζηλοτυπίας» προ πολλού είχε καταργηθή, και ο διά
λιθοβολισμού θάνατος ως ποινή της μοιχείας από μακρού είχε πέσει εις
αχρηστίαν. Ουδ' αυτοί οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, μεθ' όλα τα
μακρά κράσπεδα και τα πλατέα των φυλακτήρια, ησθάνοντο ειλικρινή
φρίκην προς μίαν ακαθαρσίαν δι' ης ο ίδιος βίος των συχνά εκηλιδούτο.
Ουδέν άλλο εύρον εν τω επεισοδίω το οποίον παρέδωκε την ένοχον ταύτην
γυναίκα εις χείρας των ειμή αφορμήν και ευκαιρίαν όπως ενοχλήσωσι,
παγιδεύσωσιν, ή και εμβάλωσιν ίσως εις κίνδυνον τον Προφήτην τούτον
της Γαλιλαίας, τον οποίον εθεώρουν ως τον ασπονδότερον εχθρόν των.

Ήτο συνήθεια μεταξύ των Ιουδαίων να συμβουλεύονται διακεκριμένους
ραββίνους εις αμφιβόλους και δυσχερείς περιστάσεις· αλλ' εδώ δεν
υπήρχεν αμφιβολία ή δυσχέρεια. Προ μακρού χρόνου είχε παύσει να
εφαρμόζηται η διάταξις του Μωσαϊκού νόμου ως προς τας μοιχαλίδας· και
ο νόμος ο Ρωμαϊκός θα παρακώλυε κατά πάσαν πιθανανότητα, τοιαύτην
απόφασιν να εκτελεσθή. Αφ' ετέρου αι πολιτικαί και θρησκευτικαί
ποιναί αι διά του διαζυγίου, ήσαν ανοικταί εις τον αδικηθέντα
σύζυγον· ουδέ διέφερεν η περίπτωσις της γυναικός ταύτης από τας των
άλλων, όσαι πα[ρα]πλησίως ημάρτησαν. Ούτε δε, αν εντίμως και
ειλικρινώς επεθύμουν την γνώμην του Ιησού, ηδύνατο να υπάρχη η
ελαχίστη δικαιολογία όπως σύρωσι την γυναίκα αυτήν ενώπιόν Του, και
ούτως υποβάλωσιν αυτήν εις ηθικήν βάσανον, ήτις θα ήτο τόσω μάλλον
αφόρητος ένεκα του εγκλείστου βίου των γυναικών εν τη Ανατολή.

Και διά τούτο, το να την υποβάλωσιν εις την εκ περισσού φρίκην της
βδελυράς ταύτης δημοσιότητος, να την σύρωσι, νωπήν ακόμη εκ της
αγωνίας της ανακαλύψεως, εις τους ιερούς περιβόλους του Ναού, να
υποβάλωσι την ακάλυπτον, λυσίκομον, περίτρομον ταύτην γυναίκα εις την
ψυχράν και σαρκικήν περιεργίαν κακεντρεχούς όχλου, να την
καταστήσωσιν, εν πλήρει αδιαφορία προς τας ιδίας ταλαιπωρίας της,
παθητικόν όργανον του μίσους των κατά του Ιησού· και να διαπράξωσιν
όλα ταύτα, όχι υπό το κράτος ηθικής αγανακτήσεως, αλλά προς θεραπείαν
της ιδιοτελούς και υπολογιζούσης κακοβουλίας των, απεδείκνυεν εκ
μέρους των ψυχρόν, σκληρόν κυνισμόν, άχαριν, ανελεήμονα, βάρβαρον
βαναυσότητα καρδίας και συνειδήσεως, ήτις δεν ηδύνατο ειμή να φανή
αποτρόπαιος εις Εκείνον όστις μόνος ήτο απείρως τρυφερός και
επιεικής, επειδή μόνος ήτο απείρως καθαρός.

Και ούτω την έσυραν προς Αυτόν, και την έστησαν εις το μέσον· την
αυτόφωρον ενοχήν υπό το βλέμμα της ασπίλου Αθωότητος, την έκπτωτον
αθλιότητα ενώπιον του βήματος του απείρου Ελέους. Και τότε, ως εάν αι
καρδίαι των δεν ήσαν μεσταί ύβρεως αρχίζουσι γλοιωδώς, μετά ειρωνικής
ευλαβείας, να εκθέτωσιν ενώπιόν Του τα κατ' αυτήν. «Διδάσκαλε, η γυνή
αύτη ελήφθη επ' αυτοφώρω μοιχευομένη. Μωσής δε έγραψεν εν τω Νόμω
λιθοβολείσθαι τας τοιαύτας· (το  τ α ς  τ ο ι α ύ τ α ς είνε εκ
προθέσεως περιφρονητικόν·) Συ δε τι λέγεις περί αυτής;»

Ενόμισαν ότι τέλος τον συνέλαβαν εις δίλημμα. Εγνώριζον την θείαν
ευσπλαχνίαν Του, δι' ης ηγάπησεν όπου άλλοι εμίσουν, και παρηγόρησεν
όπου άλλοι κατεφρόνουν· και εγνώριζον πως η ευσπλαγχνία εκείνη είχεν
εφελκύσει προς Αυτόν τον θαυμασμόν πολλών, την παριπαθή αφοσίωσιν όχι
ολίγων. Εγνώριζον ότι είς τελώνης ήτο μεταξύ των εκλεκτών Του, ότι
αμαρτωλοί είχον καθίσει παρ' Αυτόν εις δειώνα, και πόρναι ακατακρίτως
είχον νίψει τους πόδας Του και είχον ακροασθή των λόγων Του. Έμελλεν
άρα, ν' απολύση την γυναίκα ταύτην, και ούτω να καταστήση Εαυτόν
ένοχον αιρέσεως, αντιτιθέμενος ούτω διαρρήδην προς τον ιερόν νόμον; ή
μη έμελλε να κατανικήση την ιδίαν Του συμπάθειαν, και να φανή ανηλεής
και να καταδικάση; Και αν ούτως έπραττε, δεν θα προσέβαλλεν εν τω άμα
το πλήθος, το οποίον ήτο συγκεκινημένον υπό της τρυφερότητός Του, και
δεν θα προσέβαλλεν άμα τους πολιτικούς κρατούντας, γινόμενος ένοχος
αποστασίας; Πώς ηδύνατο άρα να εξέλθη της δυσχερείας; Και το έν και
το άλλο, είτε αίρεσις είτε προδοσία, κατηγορία ενώπιον του Συνεδρίου
ή καταγγελία προς τον Ρωμαίον πραίτωρα, εναντίωσις εις τους
ορθοδοξούντας ή απαλλοτρίωσις από των πολλών, αμφότερα θα υπηρέτουν
καλώς τους ασυνειδήτους σκοπούς των. Και το έν των δύο ώφειλεν,
εφρόνουν, να επακολουθήση. Ποία ευτυχής συγκυρία, ότι η ένοχος αύτη,
η δύστυνος γυνή έπεσεν εις τας χείρας των!

Όχι ακόμη! Μία αίσθησις όλης της ευτελείας των, της κακίας των, της
κυνικής διαπομπεύσεως παντός αισθήματος το οποίον ο οίκτος θα
συνεκίρνα και η αβρότης θα περιέστελλε, κατέθλιβε το πνεύμα του
Ιησού. Ηρυθρία διά το έθνος Του, διά την φυλήν Του· ηρυθρία όχι διά
τον εξευτελισμόν της αθλίας υποδίκου, αλλά διά την βαθυτέραν ενοχήν
των ανερυθριάστων κατηγόρων. Αγανακτών (διότι δεν θα είνε ασσεβές να
φανταζόμεθα παρ' Αυτώ μέγαν βαθμόν συγκινήσεων, τον οποίον και ο
ταπεινότατος των αληθών οπαδών Του θα συνεμερίζετο) επί τω ότι
εγίνετο ακουσίως το κέντρον τοιαύτης επονειδίστου σκηνής, και ότι η
ιερότης της ιδίας επιφυλάξεώς Του αναισχύντως ούτω παρεβιάζετο, και
τα πράγματα ταύτα, τα οποία ανήκουν ει