Home
  By Author [ A  B  C  D  E  F  G  H  I  J  K  L  M  N  O  P  Q  R  S  T  U  V  W  X  Y  Z |  Other Symbols ]
  By Title [ A  B  C  D  E  F  G  H  I  J  K  L  M  N  O  P  Q  R  S  T  U  V  W  X  Y  Z |  Other Symbols ]
  By Language
all Classics books content using ISYS

Download this book: [ ASCII | HTML | PDF ]

Look for this book on Amazon


We have new books nearly every day.
If you would like a news letter once a week or once a month
fill out this form and we will give you a summary of the books for that week or month by email.

Title: Analecta Volume 1 - Short stories - social images and studies
Author: Vlahos, Angelos
Language: Greek
As this book started as an ASCII text book there are no pictures available.
Copyright Status: Not copyrighted in the United States. If you live elsewhere check the laws of your country before downloading this ebook. See comments about copyright issues at end of book.

*** Start of this Doctrine Publishing Corporation Digital Book "Analecta Volume 1 - Short stories - social images and studies" ***

This book is indexed by ISYS Web Indexing system to allow the reader find any word or number within the document.



The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold
words are included in &, while words in italics in _. Footnotes
have been transferred at the end of the book. The book consists
of 424 pages.  Pages 223-233, part of "Πρώην και νυν Αθήναι"  -
"Αθηναϊκαί επιστολαί" are missing.

Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα.
Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με
έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις με πλάγιους
σε _.  Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος
του βιβλίου.  Το βιβλίο έχει 424 σελίδες.  Οι σελίδες 223-233,
μέρος τψν "Πρώην και νυν Αθήναι"  - "Αθηναϊκαί επιστολαί",
λείπουν.



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ


ΣΥΛΛΟΓΗ
ΕΚΚΡΙΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΞΕΝΩΝ ΤΕ ΕΝ ΕΛΛΗΝIΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ ΚΑΙ
ΠΡΩΤΟΤΥΠΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΗ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ Κ.Κ.

ΣΠ. ΒΑΣΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), Γ. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ (καθ. εν τω Πανεπ.),
ΑΓΓΕΛΟΥ ΒΛΑΧΟΥ, + Σ. Α. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗ (καθ. εν τω Πανεπ.), Π.
ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Α. ΚΟΥΡΤΙΔΟΥ (καθ. της φιλ.),
ΣΠΥΡ. Π. ΛΑΜΠΡΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Μ. ΛΑΠΠΑ (δ. φ.), Θ. ΛΙΒΑΔΑ
(δ. φ.), Μ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), + Ι. ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ
(καθ. εν τω Πανεπ.), Θ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. γυμν.), Ν. Γ.
ΠΟΛΙΤΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Α. ΠΡΟΒΕΛΕΓΙΟΥ (δ. φ.), Ε. ΡΟΪΔΟΥ
(δ. ν.), Σ. Κ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ (καθ. εν τω Πανεπ.), Ι. ΣΒΟΡΩΝΟΥ
(διευθ. νομισμ. μουσ.), Γ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ (γυμνασιάρχ.), ΧΡ ΤΣΟΥΝΤΑ
(εφ. τ. αρχ.), Δ. ΦΙΛΙΟΥ (εφ. τ. αρχ.), Γ. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ (καθ. εν τω
Πανεπ.) και άλλων λογίων

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΔΕ
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ Γ. Χ. ΚΩΝΣΤΑ



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΜΑΡΑΣΛΗ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 10.

ΑΓΓΕΛΟΥ ΒΛΑΧΟΥ


Α Ν Α Λ Ε Κ Τ Α



ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ



ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ


ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΚΑΡΟΛΟΥ ΜΠΕΚ
1901



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΡΑΣΛΗ

ΑΓΓΕΛΟΥ ΒΛΑΧΟΥ

ΑΝΑΛΕΚΤΑ



ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ



ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΤΥΠΟΙΣ Π. Δ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
1901



Τα εν τη διτόμω ταύτη συναγωγή αναλεχθέντα πεζογραφήματα
κατεχωρίσθησαν το πρώτον τα πλείστα, από τριακονταετίας ήδη και
πλέον, εις περιοδικά φύλλα, εφημερίδας και ημερολόγια, άλλα μεν
ως αυθόρμητα προϊόντα λογοτεχνικής διαθέσεως ή παρατηρήσεως, άλλα
δε ως υπαγορεύσεις καιρικών περιστάσεων ή γεγονότων, ων
διατηρούσιν ίσως έτι την μνήμην οι πλείστοι των αναγνωστών.

Αν δε η εν σώματι αναδημοσίευσις αυτών φανή πως ευπρόσδεκτος, ως
ελπίζει ο γράψας, ου μόνον εις τους παλαιούς των γνωρίμους, αλλά
και εις τους οπωςδήποτε περιέργους προς τα παλαιότερα προϊόντα
της συγχρόνου ελληνικής λογοτεχνίας, ας αποδώσωσι και ούτοι και
εκείνοι την χάριν εις τον φιλόμουσον χορηγόν της Βιβλιοθήκης
ταύτης, τον προθύμως παράσχοντα την ξενίαν της υψιδόμου του
στέγης εις τα από τοσούτου χρόνου ανεμοφόρητα και περιπλάνητα
ταύτα φύλλα.

Ίσως οι νεώτεροι των αναγνωστών εύρωσι πως ωχράς και εξιτήλους,
αν μη και ανομοίας πλέον κοινωνικάς τινας εικόνας εκ των εις τας
επομένας σελίδας αποτυπουμένων· ίσως οι αισιοδοξότεροι αυτών
υπολάβωσι μελανωτέρας του προσήκοντος τας σκιάς των, άλλοι δε
τουναντίον δυσοιωνότεροι κρίνωσι τα φώτα των ιλαρώτερα της
αληθείας. Και τούτους και εκείνους παρακαλεί ο γράψας να μη
λησμονήσωσι τον χρόνον, καθ' ον έκαστον των δημοσιευμάτων τούτων
 — ως υπ' αυτό σημειούται — είδε κατά πρώτον το φως, μήτε να
παραβάλωσιν εικόνας καιρών παρωχημένων προς την ενδεχομένως
κρείττονα ή χείρονα πραγματικότητα της σήμερον. Αν αι εικόνες
αύται δεν είνε πλέον όλαι ομοιώματα, εγράφησαν όμως πάσαι, —
τούτο δύναται να βεβαιώση ο γράψας — εξ ηρέμου και απαθούς
παρατηρήσεως· τούτο δε, ελπίζει, θέλουσιν αναγνωρίσει όσοι
διατηρούσιν έτι εν τη μνήμη αυτών τους καιρούς και τα πράγματα,
εις α αι προκείμεναι σελίδες αναφέρονται. Αν δε υπό την
παρατήρησιν εκείνην φανή που υπολανθάνουσα και τις βαρυθυμία, δεν
είνε μεν βεβαίως αύτη μείζων εκείνης, ην αισθάνονται και σήμερον
έτι πολλοί προς τας κοινωνικάς και πολιτικάς ημών αρρωστίας,
πηγήν της δε πάντως έχει γνώμην αγαθήν και κρείττονα πόθον.

Εν Αθήναις, κατά Μάρτιον, 1901

                                                          Α. Β.



ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ



Έρως και Ψυχή..................................... σελ.  1
Λαυριακής μετοχής απομνημονεύματα................... »  29
Εσπερίς του Κ. Σουσαμάκη............................ »  62
Καθολική μυστική διά σφαιριδίων ψηφοφορία εν Αφρική. »  80
Το ενθύμημα του Μιμίκου............................. » 102
Ο πρώτος λαχνός..................................... » 119
Τα χρήματα ......................................... » 148
Υιός εκ πατρός .... ................................ » 171
Το δώρον της θείας.................................. » 188
Η μπογάτσα ......................................... » 198
Ο επτάψυχος γάτος................................... » 203
Πρώην και νυν Αθήναι................................ » 208
Αθηναϊκαί επιστολαί (Α'.-Κ'.)....................... » 231
Πτωχεία και πλούτος................................. » 333
Ελληνική ανυπομονησία............................... » 344
Άρτος πιτυρίτης..................................... » 355
Φιλέλληνες και μισέλληνες........................... » 368
Συρμός ή πολιτισμός;................................ » 388
Το συμπόσιον των σκύλων............................. » 396
Τα εμπορικά και αι κυρίαι........................... » 400
Ανά τας οδούς των Αθηνών............................ » 406
Οι τραγουδισταί των οδών............................ » 413
Η Κυρία δέχεται..................................... » 419



ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ (1)

 (ΠΑΛΑΙΟΣ ΜΥΘΟΣ)



                                   «Τα παλαιά καινώς διεξελθείν».

                                            (ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)

Ενθυμείσαι αναγνώστά μου, ότι υπήρξες ποτέ παιδίον; Ενθυμείσαι τα
ωραία και ταχύπτερα έτη της φαιδράς εκείνης ηλικίας, ήτις ήρχισεν
ότε ήρχισες να ομιλής, και ετελείωσεν ότε ήρχισες να σκέπτεσαι;
Ενθυμείσαι τα ξύλινα άλογά σου, τους μολυβδίνους σου στρατιώτας,
τας παραφώνους σου σάλπιγγας, τα μακρά καλάμια, εφ' ων ιππεύων
περιέτρεχες την αυλήν της πατρικής σου οικίας, κυνηγών απανθρώπως
τας ανακυκώσας το χώμα όρνιθας και ταράσσων τον ύπνον της
θερμαινομένης εις τον ήλιον γαλής; Ενθυμείσαι τας ατελευτήτους
εκείνας εσπέρας του χειμώνος, καθ' ας, οκλαδόν προ της μάμμης σου
καθήμενος, ητένιζες τον γοητευμένον μικρόν σου οφθαλμόν εις τα
στίλβοντα δίοπτρά της, δι' ων εκείνη προσείχε μη περιπλέξη τον
μίτον του νυκτερινού της εργοχείρου ;

Τι ωραίος καιρός! Ποσάκις τας ψυχράς του Δεκεμβρίου εσπέρας, ενώ
έδερεν έξω η βροχή τα φύλλα των παραθύρων, ή εστροβίλιζεν ο
βορράς τον ανεμοδείκτην της καπνοδόχης, εκάθισα, — ως εκάθισες
βεβαίως και συ — απέναντι των σπινθηρακιζόντων δαυλών της εστίας,
πορφυρών τας παρειάς μου εις τας φλόγας της, και στηρίζων την
κεφαλήν μου εις τα γόνατα της γραίας μου μάμμης, και την
παρεκάλεσα, θωπεύων το κατ αρχάς και κλαυθμηρίζων μετά ταύτα, να
ανοίξη τα μαραμμένα πλέον και επιχνοώντα ήδη αλλά φιλόμουσα
πάντοτε χείλη της, και μας διηγηθή κανέν παραμύθι! Ανθίστατο κατ'
αρχάς και ηρνείτο υπό μυρίας προφάσεις η αγαθή γραία· αλλά τι την
ωφέλουν προφάσεις και αρνήσεις; Ο ικετευτικός κλαυθμηρισμός
εκορυφούτο, αι θωπείαι και τα φιλήματα περιέλουον τας λαγαράς της
παρειάς, και εις το νωδόν της στόμα ανέτελλε τέλος το μειδίαμα
της υποχωρήσεως.

Πώς εκροτάλιζον τότε αι μικραί μου χείρες! Διέστελλον όσον
ηδυνάμην τους οφθαλμούς, ως ίνα διαψεύσω εκφανώς τας περί
νυσταγμού συκοφαντίας της μάμμης, και τοποθετούμενος ανέτως
πλησίον της, διά να μη χάσω συλλαβήν, ανέμενον άπληστος να
καταπέση το μάννα της γλυκείας της διηγήσεως, να ακουσθή τέλος το
πολυπόθητον εκείνο: Μίαν φοράν και ένα καιρόν.

Αγνοώ, αν η μαγεία των παιδικών χρόνων παρέμεινε γλυκεία και
ζωηρά εις των αναγνωστών μου την μνήμην· αγνοώ, αν το ίνδαλμα των
πρώτων εκείνων εντυπώσεων, των πρώτων εκείνων απολαύσεων και
συγκινήσεων, το σβεννύμενον βαθμηδόν και ωχριών υπό την πνοήν του
χρόνου, επιζή έτι ποθεινόν εις τας ψυχάς των· το κατ' εμέ, όσον
και αν περιέδραμον βραδύτερον τα μυθιστορικά πεδία του Δουμά, του
Σύη και της Σάνδης, όσον και αν επλανήθην ως άσωτος υιός εις τας
ολισθηράς τρίβους του αγνώστου, όσας και αν εμάσσησα βαλάνους,
όσον σίκερα και αν έπιον κατά την πρώτην μου ταύτην διανοητικήν
περιπλάνησιν, δεν απημβλύνθην όμως την γεύσιν, ούτε απέβαλον την
γλυκύτητα της παιδικής μου μυθολογίας· αλλ' επί των χειλέων μου
παρέμεινε πάντοτε αμιγές το μέλι της πρώτης εκείνης αφηγήσεως της
μυθολόγου μάμμης μου, και εις την μνήμην μου βαθύ και ανεξίτηλον
το χαρίεν αυτής σύμβολον: «Μίαν φοράν και ένα καιρόν».

Διά τούτο δε, προτιθέμενος να σου διηγηθώ, αναγνώστα μου, ένα
παλαιόν, παμπάλαιον μύθον, και αποφασίσας να περιβάλω αυτόν το
ένδυμα της εποχής, να του φορέσω δηλαδή λοξωτήν εσθήτα και ψευδή
κόρυμβον εντός δικτυωτού κεκρυφάλου και πέτασον ομοιάζοντα προς
ανάβαθον πινάκιον, ίνα καταστήσω αυτόν ευπρόσδεκτον εις τας
δεσποίνας και δεσποινίδας του καθ' ημάς καιρού, καθ' έν και μόνον
όμως δεν κατώρθωσα να πείσω εμαυτόν εις νεωτερισμόν, και αρχίζω
ως θα ήρχιζεν η μάμμη μου, ως θα ήρχιζεν η μάμμη όλων σας.

Α'.

Μίαν φοράν — λοιπόν — και ένα καιρόν ήτο είς βασιλεύς και μία
βασίλισσα εις μίαν πολιτείαν του παλαιού κόσμου, μικράν,
εννοείται, αδιάφορον δε ποίαν, καθότι τότε εβασιλεύοντο πολύ
πλείονες πόλεις ή σήμερον, και έκαστον σχεδόν πλέθρον γης είχε
και ένα σκηπτούχον άρχοντα. Οι βασιλείς ούτοι είχον τρεις
βασιλοπούλας χαριεστάτας και πολυφέρνους, ως ήθελε γράψει σήμερον
αθηναϊκή τις εφημερίς, αναγγέλλουσα τους αρραβώνας ή τους γάμους
των. Και αι μεν δύο εξ αυτών, αι πρεσβύτεραι, ωραίαι και πλούσιαι
νύμφαι ως ήσαν, εζητήθησαν ταχέως εις γάμον, και ηυξήθησαν από
βασιλοπαίδων βασίλισσαι. Της τρίτης όμως και νεωτάτης η καλλονή
ήτο κάλλος υπέρ θνητήν· κάλλος εξ εκείνων, άτινα καταπλήττουσι το
βλέμμα και αποθαρρύνουσι τον πόθον, αντί δε να εμπνεύσωσιν έρωτα
επιβάλλουσι θαυμασμόν και υπαγορεύουσιν άφωνον λατρείαν. Όσοι την
έβλεπον, όχι μόνον να την επιθυμήσωσι σύζυγον δεν ετόλμων, όχι
μόνον να την αγαπήσωσι δεν ησθάνοντο το θάρρος, αλλά μόλις είχον
την γενναιότητα να ατενίσωσιν επί τον μέλανα οφθαλμόν της και να
ανίδωσι προς το υπερήφανον αυτής μέτωπον. Την ελάτρευον λοιπόν,
την εσέβοντο, την εφοβούντο σχεδόν, ως ελάτρευον και εφοβούντο
την απειροπληθή χορείαν του Ολύμπου των, πολλοί δε μάλιστα, οι
δεισιδαιμονέστεροι, και υπέθετον, ότι η ωραία Ψυχή — όπως
εκαλείτο η ηρωίς μου — δεν ήτο θνητόν θνητής γέννημα, αλλά θείας
υπάρξεως μεταμόρφωσις, έμψυχος ενσωμάτωσις της θεάς του κάλλους,
γήινη ανάπλασις της ουρανίας Αφροδίτης. Επειδή δε οι άνθρωποι
τότε ήσαν θεοσεβέστεροι των σημερινών και επομένως λίαν
δεισιδαίμονες, η ευσεβής των αύτη υπόνοια ανεκλαδώθη βαθμηδόν εις
γενικήν πεποίθησιν, το άκουσμα διεδόθη εις τα περίχωρα, και εκ
των περιχώρων εις όλην την Ελλάδα, τα δε ανάκτορα του πατρός της
Ψυχής, όσον μεγάλα και αν ήσαν — και δεν ήσαν πολύ μεγάλα, — δεν
εχώρουν μετ' ολίγον τους λάτρεις της νεοφανούς θεάς, οίτινες
αθρόοι προσέτρεχον πανταχόθεν, ίνα θύσωσιν, ουχί πλέον εις τους
βωμούς της αοράτου θεάς, άλλα προ των ποδών της καλλιβλεφάρου
ενσαρκώσεώς της.

Η προσκύνησις αύτη, η εν αγαλλιάσει και χαρά πανδήμως τελουμένη,
δύο μόνον όντα δεν ευηρέστει παντάπασι· τον πατέρα της Ψυχής και
την αληθή θεάν Αφροδίτην. Και εκείνου μεν την λύπην ευκόλως θέλει
εννοήσει πας πατήρ, ούτινος η θυγάτηρ, μ' όλην αυτής την
ωραιότητα και τον πλούτον και την επιμελημένην, ως λέγομεν
σήμερον, ανατροφήν, παρήλλαξεν ήδη άνυμφος την πρώτην νεότητα·
της θεάς δε το πείσμα θέλει δικαίως εκτιμήσει πάσα ωραία γυνή,
ήτις, συνειθισμένη εις όλου του κόσμου το θυμίαμα, βλέπει αίφνης
το θυμιατήριον στρεφόμενον προς νέαν θεότητα. Εσκέφθησαν λοιπόν
φυσικώς και οι δύο, χωρίς διόλου μεταξύ των να συνεννοηθώσι, πώς
ήτο δυνατόν να απαλλαγώσι της οχληράς εκείνης υπάρξεως, η δε
δυστυχής κόρη ευρέθη συγχρόνως, χωρίς καν να το υποπτεύη,
αντικείμενον διπλής επιβουλής.

Και η μεν θεά, άμα συλλογισθείσα, εύρεν αμέσως και το μέσον της
εκδικήσεως. Εκάλεσε τον παράλυτον υιόν της, το χαριτωμένον εκείνο
ζιζάνιον της οικιακής ειρήνης και ευδαιμονίας των θνητών, το
καλούμενον Έρως, και αφού τον έσφιγξε τρυφερώτατα εις τας λευκάς
της αγκάλας, και κατεφίλησε φιλοστόργως τας ροδίνας του παρειάς,
και τον ηρώτησε μετά πολλού ενδιαφέροντος περί της υγείας του,
των έργων του και των ασχολιών του — προς μεγίστην εκείνου
έκπληξιν, όστις ουδέν άλλο συνήθως ήκουε παρά της μητρός του ή
επιπλήξεις, και ουδέν άλλο ελάμβανε παρ' αυτής ή ραπίσματα — τον
εκάθισε πλησίον της, του ενεπιστεύθη τον κρύφιον της ψυχής της
πόνον, και εζήτησε παρ' αυτού εκδίκησιν. Τον παρεκάλεσε να
εμφυσήση εις την καρδίαν της τολμηράς θνητής, ήτις ετόλμα να
σφετερίζεται την λατρείαν της, σφοδρόν και ακαταμάχητον πάθος
προς τον έσχατον των θνητών, ούτως ώστε η ως θεά υπό πάντων
λατρευομένη να προσφέρη της ιδίας της αγάπης την λατρείαν εις τον
ελάχιστον υπαλληλίσκον του πατρικού της βασιλείου, και αντί
πλουσίου μεγαλεμπόρου της Αλεξανδρείας, ή θυσανοφόρου αξιωματικού
ή ισχυρού βουληφόρου ή σοφού επιστήμονος, να επιθυμήση ως σύζυγόν
της γραμματέα τινα ειρηνοδικείου ή τελωνοσταθμάρχην,
δημοδιδάσκαλόν τινα τρίτης τάξεως ή γυρολόγον ή και χειρώνακτα. Ο
Έρως, μη δυνάμενος να αντιστή εις την γοητείαν των δακρυσμένων
οφθαλμών της μητρός του, και πρόσφατον έτι έχων την γεύσιν των
φιλημάτων της, υπεσχέθη πρόθυμος ό,τι του εζητήθη, και ανεχώρησε
συλλογιζόμενος, ότι η άγνωστος εκείνη της μητρός του εχθρά θα ήτο
βεβαίως πολύ, παραπολύ ωραία, ίνα κινήση τόσον την ζηλοτυπίαν της
αγαθής του μητρός, και ότι αφεύκτως έπρεπε να την ίδη.

Ο δε πατήρ της Ψυχής εξ ετέρου, μη θέλων να υποβάλη τόσον
μυστικήν οικογενειακήν υπόθεσιν εις τα φώτα του ανακτοβουλίου
του, μήτε γνωρίζων πού αλλού να εύρη συμβουλήν, ετράπη την συνήθη
τότε εις τους αμηχανούντας οδόν, επορεύθη τουτέστι προς τον
Απόλλωνα, όστις ήτο μεν θεός, αλλά προς εξοικονόμησιν των
επιγείων του αναγκών μετήρχετο και την μαγείαν επί γης, και
έρριπτεν εν Δελφοίς τα χαρτιά εις τους θέλοντας να μάθωσι την
τύχην των. Αφιχθείς ο βασιλεύς εις το μαντικόν κατάστημα του
Απόλλωνος, εζήτησεν αμέσως ακρόασιν παρά του θεού· αλλ' ήκουσεν
όμως παρά του γενειήτου και ρασοφόρου θυρωρού, ότι ο Κύριος
έλειπεν. Εννόησεν όμως ο πατήρ της Ψυχής, ότι ο θυρωρός εξετέλει
απλώς παράγγελμα, και υποπτεύσας, ότι ο Απόλλων είχεν απαγορεύσει
την εις αυτόν είσοδον των κοινών θνητών, τις οίδε τίνας έχων
σπουδαίας άλλας ασχολίας, επέμεινε παρακαλών να αγγελθή το όνομά
του και ο σκοπός της ελεύσεως αυτού εις τον χρησμοδότην Λοξίαν. Ο
θυρωρός προσέκλινεν, εννοείται, εις τον βασιλέα, ίσως δε μάλλον
και εις το τετράδραχμον, δι' ου συνώδευσεν ούτος την αίτησίν του,
και επέστρεψε μετά μικρόν, παρακαλών αυτόν να επανέλθη την
επαύριον. Ο Θεός, είπε, δεν ηδύνατο να τον δεχθή την στιγμήν
εκείνην, διότι ητοιμάζετο να αναβή εις τον Όλυμπον, όπου ήτο
προσκεκλημένος εις δείπνον παρά του Διός.

Αληθώς δε ο Απόλλων ήτο προσκεκλημένος την εσπέραν εκείνην εις
συμπόσιον των θεών. Νέος Θεός, ο υιός της Αλκμήνης και ουχί του
συζύγου της Αμφιτρύωνος, αλλά του Διός, ο Ηρακλής, έμελλε να
εισαχθή εις την χορείαν των Ολυμπίων, νομιμοποιούμενος δι'
αναγνωρίσεως υπό του πατρός αυτού.

Μεγάλη επί τούτω ευωχία είχε παρασκευασθή εις τους θεούς του
Ολύμπου. Ο Ερμής είχε καταβή προ μιας εβδομάδος εις την γην, ίνα
προμηθευθή κωπαίας εγχέλεις και κλαζομένειον οίνον — διότι η
επιούσιος αμβροσία και το καθημερινόν νέκταρ δεν εκρίθησαν
αρμόζοντα εις το έκτακτον της περιστάσεως, κομψά δε και
καλλιγραφημένα υπό της Ήβης προσκλητήρια είχον διανεμηθή προ μιας
ήδη εβδομάδος εις τους παλαιούς θεούς. Ο Απόλλων επομένως δεν
ηδύνατο να λείψη, και κλείσας το εργαστήριόν του, απήλθε να
λησμονήση εις την τράπεζαν του Διός την εκ της προσωρινής
απεργίας χρηματικήν αυτού ζημίαν. Φύσει δε γυναικάρεσκος ων και
ερωτύλος, εκάθισε πλησίον της Αφροδίτης και ήρχισε να ερωτολογή
μετ' αυτής, προς μέγαν σκανδαλισμόν του συζύγου της Ηφαίστου και
του εραστού της Άρεως, και να την διασκεδάζη, αφηγούμενος παν από
της γης σκανδαλώδες καινολόγημα και πάσαν κακόγλωσσον τερθρείαν
των πελατών του μαντείου του. Ούτω δε μεταξύ άλλων κατεπρόδωκε
και την πρόσφατον αίτησίν του πατρός της Ψυχής. Την αγανάκτησιν,
ήτις επορφύρωσε τας παρειάς της θεάς του κάλλους, ότε ήκουσεν
αύτη προφερόμενον το όνομα της θνητής αντιπάλου της, συνεκέρασεν
η ενδόμυχος χαρά, ην ησθάνθη, αναλογισθείσα πάραυτα, οποία
ευκαιρία παρείχετο εις αυτήν, να τιμωρήση την αυθάδειαν της
περικαλλούς νεάνιδος διά στόματος του γυναικαρέσκου θεού, όστις
ερωτολόγει μεν την στιγμήν εκείνην προς την θείαν συνδαιτυμόνα
του, έμελλε δε να χρησμολογήση την επαύριον προς εύπιστον θνητόν.
Συνενώσασα το ιλαρώτατον βλέμμα της μετά του γλυκυτάτου
μειδιάματός της και των τρυφερωτάτων της λόγων, παρεκάλεσε τον
θείον γόητα να μαντεύση εις τον πατέρα της πτωχής κόρης ό,τι
απαισιώτερον περί της τύχης και του μέλλοντος της θυγατρός του,
και να είπη προς αυτόν, ότι δεν ηδύνατο άλλως να αποτρέψη της
κεφαλής του όσας συμφοράς παρεσκεύαζεν εις αυτόν η δυσοίωνος
κόρη, ή εκθέτων αυτήν εις βοράν των θηρίων. Ο δε χαρτόμαντις
θεός, το μεν χαριζόμενος εις τα απροσμάχητα θέλγητρα της
συναδέλφου του, το δε και πιστεύων εις τους ιδίους αυτού χρησμούς
πολύ ολιγώτερον ή όσον επίστευον εις αυτούς οι θνητοί του
πελάται, υπεσχέθη το ζητηθέν, και ετήρησε την υπόσχεσιν αυτού την
επομένην ημέραν, ότε λίαν πρωί προσήλθε και πάλιν ο βασιλεύς και
έκρουσε την θύραν του εργαστηρίου του. «Τέρας, είπεν εις αυτόν,
αλλ' όχι άνθρωπος θα νυμφευθή την θυγατέρα σου. Στόλισέ την ως
νύμφην, και άφες αυτήν εκτεθειμένην επί τινος βράχου. Εκεί θα την
ζητήση ο νυμφίος της.»

Β'.

Εις τους πρόποδας αποτόμου βράχου, δεσπόζοντος πυκνοτάτου δάσους,
κατάκειται την επομένην εσπέραν λιπόθυμος και λυσιπλόκαμος η
Ψυχή, ενδεδυμένη την νυμφικήν της στολήν.

Είνε ωραία θερινή εσπέρα, και το ήρεμον λυκόφως της επερχομένης
νυκτός περιστέλλει ανεπαισθήτως τον ορίζοντα και θάπτει κατά
μικρόν υπό τας αμφιβόλους και πυκνουμένας σκιάς του δάση και
βράχους και κοιλάδας. Η εσπερινή δρόσος καταβάλλει τον κονιορτόν
της ημέρας, αι διψώσαι κάλυκες των μηκώνων εγείρουσι τας πορφυράς
των κεφαλάς, τα δειλινά διαστέλλουσι τα κλεισμένα των χείλη προς
το φίλημα της νυκτός, και η αναψύχουσα του δάσους πνοή φαιδρύνει
την λάλον αηδόνα, προσαγορεύουσαν τους διά μέσου του φυλλώματος
σπινθηρίζοντας αστέρας. Είνε μαγική αληθώς εσπέρα, εσπέρα ανταξία
ζωής ολοκλήρου, εσπέρα εξ εκείνων, τας οποίας τοσάκις
απολαμβάνομεν ημείς οι εν Αθήναις, χωρίς να τας εκτιμώμεν, και
τοσάκις ποθούμεν επί ξένης, χωρίς να τας έχωμεν. Ομοιάζομεν κατά
τούτο προς την έκθετον νύμφην, εφ' ης μάτην εκένου την εσπέραν
εκείνην η φύσις πλήρεις τους θυλάκους των δώρων της, δι' ην μάτην
εσκόρπιζεν αρώματα η αύρα, και μάτην έψαλλεν η αηδών και μάτην
επέτελλον του ουρανού οι αδάμαντες. Αλλά και λιπόθυμος αν δεν ήτο
η ατυχής κόρη, και νάρκη μολυβδίνη αν δεν εβάρυνε τας αισθήσεις
της, τι ηδύνατο να αισθανθή ή να απολαύση η βαρύθυμος καρδία της;
Η ευτυχία είνε άχρους ηλιακή ακτίς, αποκτώσα χρώμα μόνον διά του
διαφανούς πρίσματος της ψυχής μας· όταν το πρίσμα ήνε αμαυρόν,
άχρους απομένει και η ακτίς, ουδέ φωτίζει καν πλέον ή θάλπει.
Τούτο συνέβη και εις την Ψυχήν, ότε εις νυκτερινόν ψύχος
μεταβληθείσα η εσπερινή δρόσος αφύπνισε τας κοιμωμένας αισθήσεις
της. Είδεν εαυτήν μόνην και εγκαταλελειμμένην εν μέσω του σκότους
της νυκτός, και τρόμος επάγωσε την καρδίαν της· ενθυμήθη πόθεν
και πώς ευρέθη εκεί, ανελογίσθη την φοβεράν της τύχην, ανέπλασεν
εν φρίκη το απαίσιον μέλλον της, και αναίσθητος προς τα κύκλω
θέλγητρα της θερινής νυκτός, απαθής προς την περιβάλλουσαν αυτήν
μαγείαν της φύσεως, ανελύθη εις δάκρυα και έκλαυσε πικρώς. Έρριψε
μακράν από της κεφαλής της τα ρόδα του νυμφικού της στεφάνου, και
τα άφωνα κατ' αρχάς δάκρυά της ηύξησαν μετά μικρόν εις θρήνον
γοερόν, Αλλ' ουδείς απήντησεν εις τον θρήνον της, ουδείς ήκουσε
τον κλαυθμόν της. Ο γρύλλος εξηκολούθησε τρύζων υπό τα χόρτα, και
η αηδών μέλπουσα υπό το φύλλωμα.

Απείθεια εις τους χρησμούς του Απόλλωνος δεν επετρέπετο τότε, και
ετιμωρείτο φρικτά υπ' αυτού και των άλλων συναδέλφων των θεών,
αναλόγως της ειδικότητος εκάστου. Ο βασιλεύς εγνώριζε τούτο, αλλ'
ήτο συνάμα και πατήρ, η δε πατρική του καρδία εδίσταζε να
υποταχθή εις το απάνθρωπον εκείνο ει και θείον παράγγελμα.
Επέστρεψε λοιπόν βαρύθυμος εις τα ανάκτορά του· μη αισθανόμενος
δε ικανήν ψυχικήν δύναμιν, όπως εκτελέση μόνος την παραγγελίαν
του Απόλλωνος, υπέβαλε τον χρησμόν του Λοξίου εις την σύσκεψιν
των μυστικοσυμβούλων του, ζητών ενίσχυσιν παρά της αποφάσεως
αυτών. Ούτοι δε, αφού παρέτριψαν τας χείρας των, και έβηξαν
ολίγον, και εκυττάχθησαν μεταξύ των, και ουδέν είπον, όπως
πράττουσι συνήθως οι βασιλικοί σύμβουλοι, οσάκις δεν γνωρίζουσιν
εκ των προτέρων τας διαθέσεις του υψηλού αυτών κυρίου, έκυψαν
κύκλω τας κεφαλάς, ως ει εβάρυνεν επ' αυτών ο χρησμός τον θεού,
και μόνον της πολυτίμου σιωπής των την βοήθειαν παρέσχον εις τον
βασιλέα των. Την βαθύσοφον εκείνην σιγήν υπέλαβεν ούτος ως
έγκρισιν, και αφού τους ηυχαρίστησε διά την σπουδαίαν συνδρομήν
των φώτων και της πείρας των, απέλυσεν αυτούς, και εξετέλεσεν
εκών άκων τα υπό του Απόλλωνος παραγγελθέντα.


Πολλήν ώραν έκλαυσεν ούτω η δυστυχής κόρη, αλλά τέλος απέκαμε
κλαίουσα, τα βλέφαρά της εκλείσθησαν υπό το φίλημα του ύπνου, και
απεκοιμήθη. Ωραίον όνειρον ήλθε τότε να αναπτερώση την
καταπεπονημένην αυτής φαντασίαν και να γλυκάνη την πικρίαν της
καρδίας της. Είδε καθ' ύπνους, ότι ευώδης και δροσερά ζεφύρου
πνοή ανύψωσεν αυτήν υπέρ την γην και την έφερεν εναέριον·
ησθάνετο εαυτήν ελαφράν ως πτερόν και τα στήθη της τα βεβαρημένα
διεστέλλοντο ως πέπλος κυματίζων. Ιπταμένη άνω εις το κενόν επί
των πτερύγων της αύρας, υψουμένη ολονέν και παραλλάσσουσα κάτωθέν
της δρυμούς και βουνά, δεν ησθάνετο φόβον, δεν έτρεμε, δεν
ηγωνία, αλλ' έχαιρε τουναντίον και ήλπιζεν. Υψώθη ούτω υπέρ τα
σύννεφα, και ίπτατο πάντοτε ταχύτερον, οι δε αστέρες έφευγον
όπισθεν αυτής, οιονεί ανοίγοντες δρόμον εις την κολπουμένην υπό
του εναερίου δρόμου νυμφικών της εσθήτα. Έτρεχεν, έτρεχε πάντοτε,
και η ταχεία της αεροδρομία ήρχιζεν ήδη να της αφαιρή την πνοήν,
ότε ο φέρων αυτήν ζέφυρος εκόπασε βαθμηδόν, και ήρχισε πάλιν
ηρέμα καταβαίνουσα προς την γην. Αλλ' όπως έχαιρε πρότερον,
αισθανομένη ότι ανέβαινε, τόσον η συναίσθησις της εναερίου
καταβάσεως συνέστελλε τώρα την καρδίαν της. Ανεξήγητος τρόμος και
αγωνία παράδοξος την εκυρίευσαν· ενόμιζεν ότι θα κρημνισθή εις τα
τάρταρα, ότι εις ανήλιον σκότος έμελλε να βυθισθή, και ηθέλησε να
φωνάξη, ίνα καλέση βοήθειαν· αλλ' η φωνή της εκόλλησεν εις τον
λάρυγγά της, τα χείλη της εκινήθησαν σπασμωδικώς, και ότε τέλος
ησθάνθη ότι δεν εκινείτο πλέον, ότι η φοβερά εκείνη κατάβασις
είχε τελειώσει, ενόμισεν ότι εξέπνεε την εσχάτην αυτής πνοήν.
Ηπατάτο όμως, διότι ησθάνθη αίφνης φλογώδες φίλημα κατακαύσαν τα
χείλη της, και βάλουσα κραυγήν εξύπνησεν.

Είδε κύκλω της, αλλ' ουδέν διέκρινε, διότι σκότος βαθύ την
περιεκύκλου· έτεινε το ους, αλλ' ουδέν ήκουσε, διότι σιγή βαθεία
ηπλούτο περί αυτήν. Θα υπελάμβανε δε, ότι και ο ύπνος της και το
όνειρόν της εξηκολούθουν εισέτι, αν δεν ησθάνετο τους οφθαλμούς
της ανοικτούς, αν διά των άλλων αυτής αισθήσεων δεν
αντελαμβάνετο, ότι η θέσις της μετεβλήθη, ότι δεν ευρίσκετο πλέον
εν υπαίθρω, ουδέ κατέκειτο επί βράχων. Δεν έβλεπε πλέον αστέρας
άνωθέν της, δεν ήκουε της αηδόνος το κελάδημα, ούτε ησθάνετο
πλέον την δρόσον του δάσους και την πνοήν του ζεφύρου επί των
παρειών της. Την οξείαν του θύμου οσμήν είχε διαδεχθή χλιαρά και
μυρίπνους ατμοσφαίρα δωματίου, την προ μικρού πετρώδη κοίτην της
είχεν αντικαταστήσει μαλακή πτιλώδης κλίνη, το δε αστερόφωτον
λυκόφως του ουρανού και αι μελαναί του δάσους σκιαί είχον
μεταβληθη εις εντελή και μονότονον σκοτίαν, ήτις την ετρόμαζεν,
ως μας τρομάζει το άγνωστον και ακατάληπτον. Πώς μετήλλαξεν
αίφνης την προτέραν της θέσιν; Πώς ωδοιπόρησε καθ' ύπνους; πώς
αλλού κοιμηθείσα, αλλού εξύπνησε; ποίαν τριχίνην γέφυραν
διέδραμεν εναέριος από βραχώδους πέτρας εις ευώδη κοιτώνα; Μάτην
κατεπόνει τον νουν της, όπως απαντήση εις τα ερωτήματα ταύτα της
ψυχής της η Ψυχή. Απηδαλιούχητος επλανάτο η διάνοιά της εις
εικασίας, κυμαινομένη μεταξύ ελπίδων και φόβων και κλυδωνιζομένη
εν μέση γαλήνη, η φλογερά δε σφραγίς του μυστηριώδους εκείνου και
ανεξηγήτου φιλήματος έμενεν έτι χλιαρά επί των χειλέων της, ότε
δεύτερον, φλογερώτερον του πρώτου φίλημα της έκαυσε και πάλιν τα
χείλη. Πριν ή δε συνέλθη εκ της νέας εκπλήξεως, πριν ή κατορθώση
καν να ανοίξη το στόμα της εις κραυγήν, έκλεισεν αυτό νέον
φίλημα, και αμέσως άλλο, και πάλιν άλλο, και λάβα όλη ασπασμών
εχύθη επί του προσώπου της, και ησθάνθη αναβράζον το αίμα του υπό
την φλόγα ασθμαινούσης πνοής συγχρόνως δε νέα και σφριγώσα αγκάλη
περιέβαλε την νεαράν της οσφύν, και άφθονοι βόστρυχοι κόμης
μεταξίνης εθώπευσαν το μέτωπόν της. Έβαλε νέαν τρόμου κραυγήν,
αλλά θερμά χείλη της έφραξαν και πάλιν το στόμα· επρότεινε τους
ασθενείς της βραχίονας, ίν' αποδιώξη τον βαρύνοντα επ' αυτής
εφιάλτην, αλλ' αι χείρες της απήντησαν νέον και θερμόν σώμα
κατακείμενον παρά το πλευρόν της· ηγωνίσθη να αποσπασθή της
φλογεράς εκείνης αγκάλης, αλλ' η αγκάλη εσφίγχθη στενότερον περί
τα στήθη της.

Πότε η χιών επάλαισε νικηφόρος κατά των ηλιακών ακτίνων; πότε
αντέστη ο πάγος κατά του πυρός ; πότε αντηγωνίσθησαν αι νιφάδες
της νυκτερινής πάχνης κατά του θάλπους ημέρας θερινής; Η αθώα μου
ηρωίς ταχέως εννόησεν, ότι μάτην ανθίστατο. Αι δυνάμεις της
ελύθησαν υπό άρρητον αίσθημα μακαριότητος, και της εφάνη ότι
απέθνησκε θάνατον γλυκύν, γλυκύτερον πάσης ζωής.

Γ'.

Η Ψυχή απεκοιμήθη βαθμηδόν, αλλ' όνειρα δεν είδε πλέον.

Πόσην ώραν εκοιμήθη ; εις τίνος νυμφίου εκοιμήθη τας αγκάλας;
ουδ' αυτή το ήξευρεν, ότε εξύπνησε.

Τούτο μόνον είδεν, ότι φαιδρόν και θάλπον φως επλήρου τον κοιτώνα
της, και ότι ήτο μόνη.

Ο μυστηριώδης εκείνος κοιτών, όπου τόσον παράδοξου διήγαγε νύκτα,
απήστραπτεν ήδη όλην αυτού την λαμπρότητα υπό το φως του ηλίου.
Βαρέα φοινικουργή υφάσματα εκόσμουν τους καταγράφους και
επιχρύσους τοίχους· η οροφή, τετεχνημένη φιλοκάλως εξ ορυκτής
υέλου, εμάρμαιρε πυρουμένη υπό των πρωινών ακτίνων, το δε εκ
ποικίλου ψηφιδωτού δάπεδον έστιλβεν ως κάτοπτρον. Αυλαίαι
βαρύτιμοι εκρέμαντο από των θυρών και των θυρίδων, τάπητες
σαρδικοί εκάλυπτον τα περιθέοντα τον κοιτώνα ανάκλιντρα, και
τρίποδες εκ πορφυρίτου ανείχον δίσκους αργυρούς, εφ' ων έκαιον
ευώδη θυμιάματα. Η κλίνη της, με περσικάς υποστρώσεις και
ελεφαντοτεύκτους πόδας, ήτο Αριστοτέχνημα πολυτελείας και
φιλοκαλίας. Αν δε φαντασθή προς στιγμήν ο αναγνώστης επί της
κλίνης ταύτης εξηπλωμένην νωχελώς την νεαράν κόρην, με πορφυράς
εκ του ύπνου παρειάς και ημικλείστους προς το άπλετον φως
οφθαλμούς, κάμπτουσαν επιχαρίτως την μικράν της κεφαλήν επί της
λευκής της ωλένης και προφαίνουσαν την ροδόχρουν αυτής πτέρναν
υπό την λινοϋφή οθόνην, θα με συγχωρήση βεβαίως, ότι δεν επιχειρώ
λεπτομερεστέραν περιγραφήν της θελκτικής αυτής εικόνος, αφού δεν
έχει επαρκή προς τούτο χρώματα η πενιχρά μου πυξίς.

Ότε ήνοιξεν η κόρη εντελώς τους οφθαλμούς της και είδε τα περί
αυτήν, έμεινε χαίνουσα υπό θάμβους και άλαλος εκ της εκπλήξεως
προς όσα εκύκλουν αυτήν θαύματα τέχνης και πλούτου.

Έβαλλεν ανάρθρους κραυγάς θαυμασμού, και εκρότει τας χείρας ως
παιδίον. Ηγέρθη, εκάθισε πάλιν, και πάλιν ηγέρθη, και ήρχισε να
περιτρέχη τον περίκοσμον αυτής κοιτώνα, οτέ μεν προσηλούσα
γοητευμένον το βλέμμα της εις των τοίχων τας γραφάς, οτέ δε
θωπεύουσα και ψηλαφώσα τα τρίχαπτα παραπετάσματα, και πού μεν
κατοπτριζομένη εις τα επί των τοίχων προσηλωμένα μεγάλα αργυρά
κάτοπτρα, πού δε δροσίζουσα την εξημμένην της μορφήν διά των εκ
πτερών ταώ ριπίδων, ας εύρισκεν επί των κύκλω ανακλίντρων.

Σταθείσα αίφνης προ ενός των κατόπτρων, ησθάνθη πορφυρουμένας εξ
ευχαριστήσεως τας παρειάς της. Τόσον ωραίαν ουδέποτε είχον δείξει
αυτήν τα κάτοπτρα του πατρικού μεγάρου. Ήτο αληθώς τόσον ωραία;
είπε καθ' εαυτήν· ήτο άρα το πρόσωπόν της εκείνο, ή μήπως η υπό
του κατόπτρου αντανακλωμένη μορφή ήτο γοητείας πλάνη, παραίσθησις
ανεξήγητος, ως ήρχιζε να φοβήται η κόρη ότι ήσαν πάντα τα από της
χθες συμβαίνοντα εις αυτήν θαυμάσια; Και αν η περικαλλής εκείνη
του κατόπτρου εικών ήτο εξημμένης φαντασίας είδωλον, είδωλον άρα
φανταστικόν ήτο και ο μυστηριώδης νυκτερινός της σύντροφος; —
Κατά τίνα παράδοξον ειρμόν μετέβησαν οι λογισμοί της νεάνιδος από
της θελκτικής θέας του ιδίου της προσώπου εις τον νυκτικόν της
ξένον, θα εννοήση ευκόλως, αν όχι ο αναγνώστης μου, αλλά βεβαίως
όμως πάσα μου αναγνώστρια· και διά τούτω περιττόν είνε να εξηγηθή
διά μακρών, πώς η κατάπληκτος διάνοια της Ψυχής, από απορίας εις
απορίαν μεταπίπτουσα, έφθασε τέλος εκεί, όθεν έπρεπεν ίσως ν'
αρχίση, ότε εξυπνήσασα ευρέθη μόνη, τουτέστιν εις τον παράδοξον
σύντροφον της παραδόξου νυκτός της.

Τι έγεινεν ο μυστηριώδης εκείνος ξένος, ο έχων τόσον θερμήν την
αγκάλην, τόσον μεταξίνην την κόμην, και τόσον γλυκύ το φίλημα;
πώς ανελήφθη εγγύθεν της, χωρίς αυτή να το εννοήση; διατί δεν
ανέμεινε πλησίον της το φως της πρωίας; Αυτά ηρώτα τώρα καθ' εαυτήν
η νεάνις, αναπολούσα το πρόσφατον παρελθόν, αλλ' ουχί και
αμέριμνος περί του προσεχούς μέλλοντος. Μη δυνηθείσα όμως, όσον
και αν ετυράννησε την μικράν της ξανθήν κεφαλήν, να απαντήση εις
τα ίδια αυτής ερωτήματα, απεφάσισε να περιέλθη το μέγαρον όλον,
ούτινος μικρόν βεβαίως μόνον μέρος απετέλει ο κοιτών εν ώ
ευρίσκετο, ελπίζουσα να ανεύρη που κρυπτόμενον τον δραπέτην.
Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του, και διέδραμε το έν μετά το άλλο
τα δώματα της ευρείας οικοδομής· αλλ' εύρε πάντα έρημα. Λαμπρότης
και πολυτέλεια πανταχού, γραφαί και αγάλματα, τάπητες και
αυλαίαι, τράπεζαι και κλιντήρες εις όλους τους θαλάμους και τας
αιθούσας, αλλ' ουδαμού ψυχή γεννητής το παραδοξότερον δε πάντων
ήτο, ότι όπου και αν διευθύνετο, ουδεμίαν εύρισκεν έξοδον, το δε
πλανώμενον βήμα της επανέφερεν αυτήν πάντοτε εις τον αρχικόν της
κοιτώνα, και τρεπόμενον εκείθεν εις άλλην διεύθυνσιν, εκεί πάλιν
μετ' ολίγον επανήρχετο. Περιήλθεν ούτω πολλάκις το μεγαλοπρεπές
μέγαρον· αλλά την κατεπόνησε τέλος η εντός του λαβυρίνθου εκείνου
ανωφελής περιπλάνησις, ιλιγγίασις εθάμβωσε τους οφθαλμούς της,
και κατέπεσεν ολιγοδρανής εις έν ανάκλιντρον. Ίσως όμως και
πεζότερόν τι αίσθημα ήτο αφορμή της σκοτοδινίας της· ίσως
παράδοξοι τίνες νυγμοί του στομάχου, σημαίνοντες την κοινοτάτην
των ανθρώπων ανάγκην, έρριψαν την αχλύν εκείνην επί τους
οφθαλμούς της θνητής ηρωίδος μου· τόσον δε τούτο είνε
πιθανώτερον, όσον ευώδης μετ' ολίγον κνίσσα, αναδιδωμένη από του
παρακειμένου δωματίου, εγαργάλισε την όσφρησίν της, και την
εξήγειρεν από του παροδικού της ληθάργου. Έδραμεν η Ψυχή εκεί,
και προς ευχάριστον έκπληξίν της εύρε τράπεζαν εστρωμένην και όψα
επ' αυτής πολλά. Καθίσασα δε . . έφαγε, διότι επείνα πολύ.

Μετά τούτο . . . — πλην τι ενδιαφέρον θα είχε διά τον αναγνώστην,
να μάθη πώς διήγαγε την επίλοιπον ημέραν η νεάνις, ποσάκις
περιήλθε και πάλιν την μαγικήν αυτής κατοικίαν, ποσάκις
εσταμάτησε προ του κατόπτρου διευθετούσα την κόμην της, και
ποσάκις ήλλαξε στολήν, αντλούσα από των αφθόνων ιματιοθηκών του
μεγάρου, τας οποίας ανεκάλυψε κατά τας επανειλημμένας αυτής
εκδρομάς;

Ότε η εσπερινή αμφιλύκη ήρχισε να περιλούη διά των ελαφρών και
αβεβαίων της ατμών τας κορυφάς των ορέων και τα υψίκομα δένδρα
του δρυμού, οι δε αστέρες να σπινθηρίζωσι μεμονωμένοι και αραιοί
εις τον αμαυρούμενον ουρανόν, ο κοιτών της Ψυχής ήρχισε
πληρούμενος σκότους, η δε καρδία αυτής αορίστου τινός
συναισθήματος, μετέχοντος τρόμου συνάμα και προσδοκίας. Το στήθος
της συνεστέλλετο βεβαρημένον, η αναπνοή της διεκόπτετο, και η
καρδία της οτέ μεν εκτύπα βιαίως ως σφύρα, οτέ δε εθρόει μόλις ως
τρέμον φύλλον. Ησθάνετο ρεύμα θερμόν αναβαίνον εις το πρόσωπον
αυτής και πορφυρούν τας παρειάς της, μετ' ολίγον δε πάλιν
φρικίασις αστραπιαία διέτρεχε τας ρίζας των τριχών αυτής και
εψύχραινε τους κροτάφους της. Καθημένη παρά την θυρίδα του
θαλάμου της, και πλανώσα ανήσυχον αορίστου προσδοκίας βλέμμα επί
τον κυκλούντα το μέγαρον χλοερόν και κατάφυτων κήπων, ησθάνετο
ότι κάτι ανέμενεν, αλλ' εφωβείτο να ομολογήσει ενδομύχως, ότι το
κάτι εκείνο ήτο ο άγνωστος της νυκτός. Προσήλου το βλέμμα της εις
πάσαν ατραπόν, έτεινε τω ους αυτής προς τον αμυδρότατον ήχον, και
πας κρότος τη εφαίνετο κρότος βημάτων, πάσα σκιά υπεδύετο το
σχήμα ανθρωπίνου αναστήματος. Και ήτο μεν πεπεισμένη, ότι ο
μυστηριώδης εκείνος ξένος ήτο άνθρωπος ως αυτή, διότι η
θετικωτέρα των αισθήσεων, η αφή, την είχε ικανώς διδάξει τούτο·
αλλ' είχεν όμως την περιέργειαν να ίδη, πώς ο άνθρωπος αυτός
ήθελεν εισέλθει εις μέγαρον, το οποίον ούτε εισόδους είχεν ούτε
εξόδους.

Βαθμηδόν όμως τα σκότη επυκνώθησαν, οι κλώνες των δένδρων
συνεχύθησαν εις μελανόν και άμορφον όγκον, το δε βλέμμα της Ψυχής
ουδέν κατώρθονε πλέον να διακρίνη, όσον και αν προσεπάθει να
διαπεράση τον καταπετασθέντα ενώπιόν της πέπλον της νυκτός. Έν
μόνον είδεν αίφνης προ αυτής και εξεπλάγη· είδε τας κορυφάς των
υψηλών αιγείρων του κήπου περιβαλλομένας υπό τρομώδους φωτός και
την σκιάν της κεφαλής της παρατεινομένην επί του φωτισθέντος
φυλλώματος. Πόθεν η αιφνιδία εκείνη ακτίς; έστρεψε την κεφαλήν
και είδε τον κοιτώνα της κατάφωτον. Τέσσαρες λυχνούχοι αργυροί,
αοράτως και αθορύβως εκεί μετακομισθέντες, έφερον λυχνίας χρυσάς,
πληρούσας τον θάλαμον ιλαρού και απλέτου φωτός. Τις και πώς έφερε
τους λυχνούχους εκείνους εις τον κοιτώνα της, ούτε είδεν η Ψυχή
ούτε ήκουσεν· η δε ασθενής αυτής κεφαλή, καταπεπονημένη εκ των
αλλεπαλλήλων εκπλήξεων ολοκλήρου ημερονυκτίου, ουδέ καν να
μαντεύση προσεπάθησε. Συνειθίσασα πλέον εις τα παράδοξα και
ακατάληπτα, εδέχθη απαθής και το νέον τούτο αίνιγμα. Τέλος
εβάρυναν τα βλέφαρά της, και μετ' ολίγον η Ψυχή εκοιμάτο εις την
κλίνην της.

Μετά τινας όμως στιγμάς αι λυχνίαι εσβέσθησαν υπό μυστηριώδη
πνοήν, θρους ελαφρός, οιονεί πτερυγίσματος, ετάραξε την ηρεμίαν
της νυκτός, σκιά τις εφάνη ορθουμένη προ του παραθύρου, και η
Ψυχή εξύπνησε. Δεν επρόφθασε να βάλη κραυγήν, και έν φίλημα της
έκλεισε το στόμα.

Δ'.

Προς τι να διηγηθώ τα της δευτέρας ταύτης νυκτός και των επομένων
άλλων; Πολλαί ήλθον και παρήλθον ούτω, όμοιαι και απαράλλακτοι
προς την πρώτην, και πάσαν νέαν αυγήν η Ψυχή αφυπνούσα έβλεπεν
ότι ήτο μόνη. Προσεπάθει πάντοτε, ολιγώτερον μεν ανήσυχος αλλά
πλειότερον περίεργος, να μαντεύση τις και ποίος ήτο ο νυκτερινός
της φίλος, αλλ' αι προσπάθειαί της απέμενον άγονοι· μόνη δε καθ'
εσπέραν κατακλινομένη, μόνη και πάλιν αφύπνου, μη κατορθούσα καν
να εννοήση, πότε την απεχωρίζετο ο νυκτικός της σύντροφος.

Και δεν τον ηρώτα; ίσως ερωτήση τις των αναγνωστών μου. Και τούτο
το έκαμε, αλλά και αυτό απέβη μάταιον. Ο μυστηριώδης της εραστής
όχι μόνον δεν εξωμολογήθη τις ήτο εις την νεαράν του φίλην, αλλά
και αυστηρώς της απηγόρευσε πάσαν ομοίαν ερώτησιν του λοιπού·
προσέθεσε δε μετά σοβαρότητος δυσαναλόγου προς την παιδικήν
κλαγγήν της φωνής του, ότι ήθελε διαλυθή ως ιστός αράχνης η
ευτυχία των, ευθύς ως έπνεεν επ' αυτής η ελαχίστη γνώσεως πνοή,
διότι η ευδαιμονία εκείνη ήτο ευδαιμονία θάλλουσα μόνον εις το
σκότος και μαραινομένη εις το φως. Μάτην επέμεινεν η νεάνις, και
μάτην ικέτευσε και εθώπευσε, . . και έκλαυσεν επί τέλους, ως αι
γυναίκες ηξεύρουσι να κλαίωσι.

 — Μη ζήτει, Ψυχή μου, απήντησεν εκείνος, να μάθης ποίος είμαι.
Έσο ευδαίμων εις τας αγκάλας μου, όπως είμαι εις τας ιδικάς σου,
και μη θέλης άλλο περισσότερον. Κατά τι θ' αυξήση την ευτυχίαν
μας να μάθης το όνομά μου; Κατ' ουδέν, αγαπητή μου Ψυχή· θα την
καταστρέψη μάλιστα, σου το ορκίζομαι εις τον έρωτά μου. Θα την
καταστρέψη, διότι όταν μάθης ποίος είμαι και ιδής το πρόσωπόν
μου, θα με χάσης από τας αγκάλας σου και δεν θα μ' επανίδης
πλέον. Θα θρηνήσης τότε τον χωρισμόν μας, θα χύσης πικρά
μετανοίας δάκρυα, αλλά η όψιμός σου μετάνοια δεν θα σε ωφελήση·
το γνωστόν δεν γίνεται πλέον άγνωστον. Αγάπα με λοιπόν, Ψυχή μου,
ως σε αγαπώ, αλλ' αγνόει ποίον αγαπάς. Δεν θα γείνη θερμοτέρα η
αγκάλη μας, αν με γνωρίσης, ούτε τα φιλήματά μας θα γείνουν
γλυκύτερα. Μη ζητής να ανακαλύψης ό,τι και συ πρέπει να αγνοής
και οι εχθροί μας να μη γνωρίζωσιν. Άφησε, αγάπη μου, να διαρρέη
τοιουτοτρόπως άγνωστος και μυστική η αγάπη μας, ως δροσερόν
μικρόν ρυάκιον, ψιθυρίζον μυστικά υπό τα πράσινα χόρτα· μη
επιθυμής να αποκαλύψης το μυστικόν του ρείθρου εις τας καυστικάς
ακτίνας του ηλίου, αι οποία θα το απορροφήσωσι και θα το
ξηράνωσι. Δος μου την υπόσχεσιν να μη μ' ερωτήσης πλέον, τις
είμαι, μήτε να προσπαθήσης καν να το μάθης μόνη σου. Την
υπόσχεσιν αυτήν σου ζητώ χάριν της αγάπης μας, χάριν σου της
ιδίας, χάριν της ευτυχίας και των δύο μας.

Εις τους λόγους τούτους τους γλυκείς, τους οποίους πολλάκις
διέκοψαν γλυκύτερα αυτών φιλήματα, δεν κατώρθωσε να αντιστή, η
νεαρά νύμφη. Έδωκε την ζητηθείσαν υπόσχεσιν, και οι θερμοί
σύζυγοι εχωρίσθησαν, πριν ή έτι διολισθήση εις τον κοιτώνα των
διά της πυκνής αυλαίας του παραθύρου η πρώτη πρωινή ακτίς. Αλλ' η
υπόσχεσις της Ψυχής ήτο δυστυχώς ανωτέρα των δυνάμεών της και
ασθενεστέρα πολύ της περιεργείας της· τούτο δε κατενόησε και αυτή
η ιδία, ευθύς ως απέμεινε μόνη και δεν αντήχουν πλέον εις τα
θελγόμενα ώτα της αι εύγλωττοι παρακλήσεις του μυστηριώδους
ξένου. Ανελογίσθη ψυχρότερον τους λόγους του, και προσεπάθησε να
δικαιολογήση την απαγόρευσιν εκείνου, όπως εγκρίνη απαθώς και την
ιδίαν αυτής υπόσχεσιν· δεν το κατώρθωσεν όμως.

Τι λόγον έχει, διελογίζετο η Ψυχή, να μη θέλη να φανερωθή εις
εμέ; αν με αγαπά αληθώς, ως λέγει, διατί δεν με εμπιστεύεται; Και
αν το μυστικόν είνε απαραίτητον και η δυσπιστία του αναγκαία,
διατί δεν εξηγεί και εις εμέ την ανάγκην, διά να την αναγνωρίσω
και υποταχθώ; Ποίοι είνε οι εχθροί μου αυτοί οι άγνωστοι, εις
τους οποίους πρέπει να μείνη κρυμμένη η αγάπη μας; Εις μάτην
κοπιάζω τον νουν μου· δεν ευρίσκω κανένα εχθρόν μου· δεν γνωρίζω
τουλάχιστον ανθρώπων ή θεόν, εις τον οποίον να ημάρτησα, και του
οποίου να επέσυρα την έχθραν. Και διατί άραγε θα καταστρέψουν οι
άγνωστοι αυτοί εχθροί μου την ευτυχίαν μου, αν μάθω εγώ εις τίνα
την χρεωστώ, αν γνωρίσω ποίον είνε το μυστηριώδες αυτό ον, του
οποίου με θερμαίνουσι πάσαν νύκτα αι αγκάλαι ; Διατί δεν μου λύει
το αίνιγμα, αφού θέλει να το σεβασθώ ; . . Όχι· δεν είν' αλήθεια
όσα μ' έλεγε, αλλά μόνον προφάσεις· ηθέλησε να με φοβήση, διά να
μη ζητήσω να μάθω τις είνε. Έχει λοιπόν συμφέρον να κρύπτεται, . .
αλλά ποίον συμφέρον ; . .

Και εξηκολούθει βυθιζομένη εις τας σκέψεις της, και εις το βάθος
αυτών ενόμισεν ότι εύρε τέλος μέσον πρόσφορον και την ιδίαν αυτής
περιέργειαν να θεραπεύση, και της απαγορεύσεως του νυκτερινού της
φίλου να μη φωραθή παραβάτις.

Κατίσχυσεν ούτω ορμεμφύτως εν τη αθώα ψυχή της νεάνιδος η
γυναικεία εκείνη σοφιστεία, η θεμέλιον της κοσμικής ηθικής
ανακηρύττουσα το «Ποίος θα το μάθη;», η μετρούσα τω κακόν με του
σκανδάλου τον πήχυν.

Ε'.

Αποφασίσασα η Ψυχή να ίδη εκ παντός τρόπου το πρόσωπον του
εραστού της, απεφάσισε συνάμα, να εκτελέση το σχέδιόν της την
αυτήν εκείνην νύκτα. Επειδή δε διά να ίδη είχε προ παντός ανάγκην
φωτός, διότι ο άγνωστος ήρχετο και απήρχετο εν βαθυτάτω σκότει,
διενοήθη να σώση ένα των λύχνων του κοιτώνος της από της
μυστηριώδους και ανεξηγήτου πνοής, ήτις τους έσβυνε μικρόν προ
της αφίξεως του αγνώστου εραστού, και πρόσφορον προς τούτο έκρινε
να μετατοπίση και κρύψη ένα εξ αυτών όπισθεν βαρείας και πυκνής
αυλαίας· τούτο έκαμε, και αληθώς το φως της λυχνίας διέφυγε τον
μοιραίον του θάνατον και επέζησε, διαλαθόν ου μόνον τον απόκρυφον
φωτοσβέστην, αλλά και αυτού του Έρωτος τον οφθαλμόν, όστις
καθιπτάμενος κατάκοπος εις της Ψυχής του τας αγκάλας, κατεκλίθη
παρ' αυτήν ανύποπτος πάντοτε και αμέριμνος.

Είπον Έρωτος προ μικρού, ωνόμασα δηλαδή τον μέχρι τούδε και εις
τον αναγνώστην μου άγνωστον εραστήν της ηρωίδος μου, διότι καιρός
είνε πλέον να γνωσθή ό,τι και εκείνη μετ' ολίγον θα μάθη. Ο υιός
της Αφροδίτης, αποφάσισας να γνωρίση τις ήτο η περικαλλής εκείνη
κόρη, της οποίας το πανδήμως λατρευόμενον κάλλος είχεν ανάψει
τόσην ζηλοτυπίαν εις τα θεία της μητρός του στήθη, μετέβη μόνος
εις τον βράχον της εκθέσεως, είδε την ωραίαν και
εγκαταλελειμμένην νεάνιδα, και η καρδία του διεσείσθη μέχρι μυχών
υπό οίκτου και ανεφλέχθη διά μιας υπό πόθου. Ανήρπασεν αυτήν επί
των πτερύγων του, χωρίς να συλλογισθή μήτε της μητρός του την
ενδεχομένην οργήν, μήτε τα λοιπά του τολμήματός του επακόλουθα,
και την έφερεν, ως είδομεν, εναέριον εις το εξοχικόν του μέγαρον,
όπου και την επεσκέπτετο πάσαν νύκτα, άγνωστος και μυστηριώδης,
κρύπτων τους έρωτάς του από τον μητρικού όμματος υπό τον πέπλον
της νυκτός.

Ούτω κατεκλίθη πλησίον της και την μοιραίαν εκείνην νύκτα, ης
ολέθριον παρεσκεύαζε το τέλος η περιέργεια της ερωμένης του, μετά
μικρόν δε ύπνος γλυκύς έκλεισε τα βλέφαρα του θεού, και η ξανθή
του κεφαλή εναρκώθη ηρέμα επί του λευκού τραχήλου της φίλης του.
Η Ψυχή προσεποιήθη και αυτή κατ' αρχάς την κοιμωμένην, και η
αναπνοή της ηνώθη επί μικρόν προς την ατάραχον πνοήν του Έρωτος·
αλλά μετ' ολίγον απέσυρε σιγά σιγά τον τράχηλον της υπό την
κεφαλήν του θεού, κατέβη της κλίνης, και βαίνουσα γυμνόπους επ'
άκρων δακτύλων έλαβε τον υποκλαπέντα λύχνον από της κρύπτης του·
τρέμουσα δε όλη και κρατούσα την αναπνοήν αυτής, αλλά μάτην
προσπαθούσα να κρατήση και της καρδίας της τους παλμούς,
επλησίασεν εις την κλίνην, όπου νήδυμον και βαθύν εκοιμάτο ύπνον
ο νεαρός θεός.

Ποίον θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς της νέας γυναικός ευκόλως
φαντάζεται ο αναγνώστης, αν έτυχε ποτέ να αναγνώση μυθολογικάς
περιγραφάς του πτερωτού θεόπαιδος. Το θείον του κάλλους πρότυπον,
ενσαρκωμένον εις σώμα λευκόν ως αλάβαστρος και απαλόν ως ρόδου
πέταλον, ανέπνεε σιγά με διεσταλμένα και μειδιώντα χείλη υπό τα
έκθαμβα όμματα της Ψυχής. Ο ύπνος είχεν έτι μάλλον πορφυρώσει τας
ροδίνας αυτού παρειάς, εφ' ων επήνθει ο χνους της παιδικής
ηλικίας, η δε ουλόθριξ και ξανθή αυτού κόμη, ηπλωμένη ατάκτως
περί τον τρυφερόν αυτού τράχηλον, έστιλβε χρυσίζουσα υπό το
τρέμον φως του προδότου λύχνου· τα πορφυρά του χείλη έφερον έτι
τον υγρόν τύπον των φιλημάτων της Ψυχής, και προετείνοντο
άπληστα, ωσεί νέον ποθούντα ασπασμόν. Αι ελαφραί του πτέρυγες,
συνεσταλμέναι περί τους τορευτούς αυτού ώμους, έτρεμον παλλόμεναι
υπό της ομαλής του αναπνοής, τα δε τα στήθη του, ροδόλευκα ως
προφαίνουσα ηώς και μαλακά ως ζύμη νεαρά, εστίζοντο υπό των
διαφανών μαργαριτών του θείου του ιδρώτος.

Η Ψυχή όμως, — η απερίσκεπτος και περίεργος Ψυχή δεν επρόφθασε να
παρατηρήση μήτε να θαυμάση καθ' έν τα κάλλη του εραστού της.
Μόλις τον είδε φωτισθέντα υπό του λύχνου, και κραυγή καταπλήξεως
διέρρηξε τα χείλη της· ο θαυμασμός της διέσεισεν αυτήν ως τρόμου
αιφνιδίου ριπή, η χειρ της εκλονίσθη, σταγών διακαούς ελαίου
εχύθη από του λύχνου επί των ώμων του θεού, και η Ψυχή ουδέν
πλέον άλλο είδεν. Ο λύχνος έπεσεν από των χειρών της χαμαί μετά
πατάγου φοβερού, ωσεί κόσμος ολόκληρος κατεκρημνίζετο κύκλω της,
σκότος βαθύ την περιέβαλε, και τόσον μόνον ησθάνθη, ότι
κατεκυλίετο από ύψους εις βάθος . . . . . .

Ότε ήνοιξε τους οφθαλμούς της, φως ηλίου άπλετον κατηύγαζεν, όχι
πλέον τους καταγράφους τοίχους του μυροβόλου κοιτώνος της, αλλά
βράχους κύκλω ξηρούς και δάση άγρια, τους αυτούς εκείνους βράχους
και δρυμούς, ους είχεν εμπρός της καθ' ην ημέραν αι άστοργοι του
πατρός της χείρες είχον εκθέσει αυτήν εις βοράν των θηρίων.

Ταχεία αναπόλησις του προσφάτου και μαγικού αυτής παρελθόντος
διέδραμεν ως αστραπή την φαντασίαν της, και υπέθεσε προς στιγμήν,
ότι από γοητευτικού ονείρου αφύπνωσεν αποτόμως εις την φοβεράν
πραγματικότητα. Αλλ' η μνήμη αυτής έγεινε κατ' ολίγον ηρεμωτέρα,
αι λεπτομέρειαι της αποπτάσης ευτυχίας επανήλθον όλαι εις την
διάνοιάν της, και το μέγεθος της αμαρτίας αυτής περιέσφιγξεν ως
διά σιδηρού κλοιού την καρδίαν της. Τα ενθυμήθη όλα, και ανελύθη
εις δάκρυα πικρά. Πλην τι ωφέλουν πλέον οι θρήνοι; Μάτην επότισε
και πάλιν διά των δακρύων της τους αυχμηρούς εκείνους βράχους,
όπου την είχεν εγκαταλείψει άλλοτε η πατρική αστοργία και την
ηύρεν η περιπαθεστάτη αγάπη· μάτην αντήχησαν τους ολογυγμούς
αυτής οι μυχοί του δάσους. Τώρα τα δάκρυά της έρρευσαν χωρίς
κανείς να τα σπογγίση, και οι στεναγμοί της εξήχησαν χωρίς να
ακουσθώσι, μόνη δε η απελπισία ήλθε και εκάθισε σύντροφος αυτής
παρά το πλευρόν της. Αλλ' όπως πολλάκις η μεν ελπίς ναρκόνει την
ψυχήν και παραλύει την δράσιν ημών επί τη κενή προσδοκία της
ευτυχίας, η απόγνωσις δε τουναντίον κεντρίζει και ζωογονεί εις
έσχατον αγώνα πάσας ημών τας δυνάμεις, όπως ο ναυαγός αισθάνεται
πολλαπλάσιον το ψυχικόν αυτού σθένος και τα νεύρα του εντεινόμενα
ως χαλύβδινα, και κολυμβά εν τη απελπισία του όσον διάστημα ουδέ
να φαντασθή ήθελεν άλλως τολμήσει, ούτω και τώρα η παντελής
απόγνωσις ανεπτέρωσε τας δυνάμεις της Ψυχής και εξήγειρε την
κατάκοπον διάνοιάν της, η δε αναζήτησις του απολεσθέντος εραστού
υπήρξε το μόνον φωτεινόν σημείον, εις ο ητένισαν μετά πόθου τα
αναλάμψαντα ψυχικά της όμματα.

Δεν εσυλλογίσθη το πατρικόν της δώμα, ούτ' εσκέφθη καν να
καταφύγη εις των βασιλισσών αδελφών της τα ανάκτορα. Ούτε
πατρικήν εστίαν ήθελε πλέον, ούτε θωπείας επεθύμει αδελφικάς, εις
αντάλλαγμα εκείνων, ων εθρήνει την στέρησιν. Ήθελε τον
απολεσθέντα πάγκαλον σύζυγον, τον μυστηριώδη εκείνον ξένον, τον
γνωρίσαντα εις αυτήν την ευτυχίαν ην ήλπιζε να επανεύρη μετ'
αυτού.

Ετράπη λοιπόν εις αναζήτησίν του, και ακάματον διέβη το βήμα της
βουνούς και κοιλάδας.

Ας την αφήσωμεν δε τώρα προς στιγμήν πλανωμένην εική δι' αγνώστων
οδών, ερωτώσαν ανά πάσαν τρίοδον περί του δραπέτου, και
εκπλήττουσαν τους διαβάτας διά της αλλοκότου περιγραφής του, την
οποίαν ήντλει από των προσφάτων αυτής αναμνήσεων, και ας
παρακολουθήσωμεν τον Έρωτα.

ΣΤ'.

Νωπόν έτι και δριμύ φέρων εις τον ώμον του το άλγος του καύματος,
επέταξεν ούτος εις το ενδιαίτημα της μητρός του, και κατεκλίθη
εις έν ανάκλιντρον του θαλάμου της, αφού παρεκάλεσε πρότερον τον
γέροντα Ασκληπιόν, εις ον εξεμυστηρεύθη τα πράγματα επί υποσχέσει
εχεμυθίας, να του δώση πρόσφορον αλοιφήν διά την πληγήν του. Αλλ'
ο θείος ιατρός δεν ωμοίαζεν ακόμη τότε τους σημερινούς απογόνους
του, οίτινες κρύπτουσιν ενίοτε εις τας μητέρας τα τρυφερά
νοσήματα των υιών των, και επρόδωκε το μυστικόν εις την
Αφροδίτην. Η δε φιλόστοργος αυτή μήτηρ, αφού πρώτον ηγανάκτησε
και εφώναξε και επλατάγησεν, αφού προσεποιήθη τα νεύρα της και
επετίμησε διά πολλών ακόσμων προσφωνήσεων τον παράλυτον — ως τον
απεκάλεσεν — υιόν της, εκάθισεν όμως έπειτα, ωριμώτερον και
απαθέστερον σκεφθείσα, παρά το προσκεφάλαιον του νοσούντος τέκνου
της, φιλόστοργον μεν έχουσα πρόφασιν την μητρικήν αυτής περί της
θεραπείας του μέριμναν, λόγον δε αληθή της νοσοκομίας της την
άγρυπνον φρούρησιν του ατιθάσσου μείρακος. Παρέμενε δ' εκεί
ημέρας πολλάς, ουδέ βήμα αυτού μακρυνομένη, και αφού έτι επουλώθη
η πληγή του.

Τις οίδε δε πόσον θα παρετείνετο η επίμονος αύτη μητρική
φιλοστοργία και ο παντελής αποκλεισμός του ασώτου υιού από του
έξω κόσμου, αν έκτακτόν τι γεγονός δεν ενέβαλλεν εις πειρασμόν
την φιλαρέσκειαν της θεάς.

Ο Ζευς έδιδε την επαύριον μεγάλην χορευτικήν εσπερίδα επί του
Ολύμπου, το δε μητρικόν φίλτρον της Αφροδίτης, όσον βαθέως και αν
συνησθάνετο αύτη την ανάγκην της κοσμικής του επιδείξεως, δεν
κατώρθωσε να νικήση τας ορχηστικάς των ποδών της διαθέσεις, τόσον
μάλλον, όσον η των χαρίτων βασιλίς είχεν ήδη υποσχεθή τον πρώτον
αντίχορον εις τον νέον εραστήν της Απόλλωνα, και κατ' ουδέ να
λόγον εννόει να λείψη. Παρεκάλεσε λοιπόν τον Ερμήν να την
αναπληρώση δι ολίγας ώρας παρά την κλίνην του εν αναρρώσει
διατελούντος υιού της, και μετέβη εις τον χορόν.

Ο Ερμής, όστις έτρεφε τότε και αυτός εις τα βάθη του θείου του
στήθους μυστικόν τι και ουχί εντελώς πλατωνικόν αίσθημα προς την
θεάν του κάλλους, και προσεπάθει παντί τρόπω να υποσκελίση τον
συνάδελφον θεόν της μαντικής, δεν ηθέλησεν, εννοείται, να
δυσαρεστήση την Αφροδίτην, έδραξε δε μάλιστα προθύμως την
ευκαιρίαν να της παράσχη εκδούλευσιν, της οποίας γλυκυτάτην
ανέπλαττε την αμοιβήν η λογιστική του φαντασία. Μετέβη λοιπόν
προς τον Έρωτα, ον εύρε καταγινόμενον εις καθαρισμόν και
ταξινόμησιν των βελών της φαρέτρας του. Μη έχων τι άλλο να κάμη ο
υγιέστατος εκείνος ασθενής, χασμώμενος εκ πλήξεως, αδημονών διά
τον αδικαιολόγητον περιορισμόν του, και στενοχωρούμενος υπό της
αγωνίας αυτού περί της τύχης της ερωμένης του, προσεπάθει να
απατήση τον καιρόν, και να διασκεδάση την πλήξιν του αναθεωρών
και τακτοποιών την μικράν αυτού οπλοθήκην.

Ιδών τον Ερμήν προσερχόμενον εχάρη μεγάλως ο νεαρός θεός, ούτ'
εδυσκολεύθη να ανοίξη εις αυτόν την καρδίαν του, και να του
διηγηθή τα μυστικά του, ελπίζων να συγκινήση αυτόν και να τύχη
της ελευθερίας. Ο δε πονηρός υιός της Σεμέλης, βλέπων τον μείρακα
ταξινομούντα τα βέλη του, και γνωρίζων εκ φήμης την δύναμιν
αυτών, εφάνη μεν συγκινηθείς εκ των παθημάτων του μικρού του
συναδέλφου, αλλά της προσποιητής του συμπαθείας κρύφιος λόγος ήτο
να ανταλλάξη αυτήν προς έν των βελών εκείνων, ίνα το μεταχειρισθή
εγκαίρως κατά της φιλαρέσκου και ερωτοτρόπου μητρός του. Και όχι
μόνον συνήνεσε, λαβών αυτό, να ανοίξη εις τον Έρωτα τας θύρας της
φυλακής του, αλλ' υπεσχέθη μάλιστα εις αυτόν και να τον συνδράμη
εις ανεύρεσιν της απολεσθείσης ερωμένης του. Ήτο δε πολύτιμος
αληθώς η συνδρομή του επί γης ως επί το πολύ διατρίβοντος και
περί τα γήινα τυρβάζοντος αλήτου θεού, του επισήμου προστάτου
πάσης κλοπής και οιασδήποτε λαθρεμπορίας, του ανεγνωρισμένου
ερωτικού ταχυδρόμου του θείου αυτού πατρός.

Ούτω δε φαιδροί αμφότεροι και κατευχαριστημένοι εγκατέλειψαν μετά
μικρόν της Αφροδίτης τα δώματα και κατέβησαν εναέριοι εις την
γην.

Ζ'.

Πού και πώς ανεκάλυψεν η δυάς των θεών την περιπλανωμένην Ψυχήν,
περιττόν είνε βεβαίως να διηγηθώ· περιττόν δ' επίσης να εξηγήσω,
πώς εις την τολμηράν των φαντασίαν ανεφύη αίφνης και ωρίμασε το
θρασύ σχέδιον, όπερ και αμέσως εξετέλεσαν. Αρκεί μόνον να μάθη ο
αναγνώστης, ότι, ενώ εις την μεγάλην αίθουσαν του Διός εχόρευον
οι Ολύμπιοι φαιδροί και ανειμένοι, μακράν παντός βεβήλου όμματος
θνητών, εισέρχεται αίφνης διά της μεγάλης πύλης ο Έρως, κρατών
εις τον βραχίονά του την ερωμένην του, αστράπτουσαν εκ κάλλους
υπό την νυμφικήν της στολήν.

Ευκόλως εννοείται η γενική κατάπληξις των θεών και ο θόρυβος
όστις διετάραξε την διασκέδασίν των. Ο Ζευς συνέσπασε τας οφρύς
και έσεισε την κυανήν του χαίτην, η Ήρα έρριψε καχύποπτον βλέμμα
επί της Ψυχής και έδραξε μίαν άκραν της χλαμύδος του Διός, η
Αθηνά επορφυρώθη εξ αιδούς, ο Άρης έστρηψε τον μύστακά του, ο
Απόλλων έφερεν εις τον δεξιόν οφθαλμόν την κρεμαμένην διόπτραν
του, η δε Αφροδίτη, βαλούσα κραυγήν αγανακτήσεως, ελιποθύμησεν,
αφού εβεβαιώθη πρότερον ότι έμελλε να πέση εις τας αγκάλας του
όπισθεν αυτής ισταμένου Απόλλωνος.

Ο Έρως όμως, απαθής και ατρόμητος, ωθούμενος δε κάπως και υπό του
παρακολουθούντος Ερμού, και ουδόλως υπό της επελθούσης συγχύσεως
θορυβηθείς, εβάδισε με ευσταθές το βήμα προς τον Δία, και
γονυπετήσας προ αυτού μετά της Ψυχής, — ως γονυπετούσι σήμερον
επί θεάτρου προ των ωργισμένων πατέρων οι θέλοντες να εξιλεώσωσιν
αυτούς ερασταί, — ελάλησε τα εξής, άτινα, είχεν ήδη καθ' οδόν
προετοιμάσει.

Ζευ πάτερ! είπε· συγχώρησόν με, ότι έλαβον το θάρρος να ταράξω
την εορτήν σου απρόσκλητος και απροσδόκητος, και να παραβώ την
ολύμπιον εθιμοτυπίαν, εισάγων θνητήν εις δώματα αθανάτων. Αλλά
καταδιωκόμενος και ραδιουργούμενος άνευ αιτίας, πού αλλού
ηδυνάμην να εύρω καταφύγιον και προστασίαν, ή εις τους υψηλούς
πόδας του θρόνου σου; και πότε άλλοτε θα είχα ευκαιρίαν να
επικαλεσθώ την θείαν σου ευμένειαν, αφού διετέλουν φυλακισμένος
και φρουρούμενος, επί τη προφάσει δήθεν ότι ήμην ασθενής, και
μόλις προ ολίγων ωρών, χάρις εις την αφιλοκερδή αγαθότητα του
καλού μου φίλου Ερμού, κατώρθωσα να απαλλαγώ και να ανακτήσω την
ελευθερίαν μου ; Ναι, πάτερ! ήμην φυλακισμένος, και φυλακισμένος
υπό της μητρός μου. Διατί; διότι ηράσθην θνητής αξίας θεών κατά
το κάλλος. Και είνε τούτο έγκλημα, ύπατε Ζευ; Αλλά η μήτηρ μου
αυτή, της οποίας τόσον πολύ, ως φαίνεται, προσέβαλε την θείαν
αιδώ η πράξις μου, θεόν άρα μόνον — διά να μη είπω θεούς — ως
τώρα ηγάπησε ; Θεός ήτον ο Αγχίσης ; Θεός ο Άδωνις ; Θεός ο Φάων;
Συ αυτός, πάτερ θειότατε, εις του οποίου το ύψος δεν δύναται όχι
να φθάση αλλά μηδέ ν' ατενίση καν η καταλαλιά, δεν ετίμησες διά
του θείου σου έρωτος την Σεμέλην, την Αλκμήνην, την Ιώ, την . . .

 — Περιτταί αι φωναί και τα κύρια ονόματα! διέκοψε σοβαρώς ο
Ζευς.

 — Έπειτα, εξηκολούθησεν ο Έρως, έτι μάλλον εξαπτόμενος, αφού
έβλεπεν ότι η έξαψις του δεν τον εζημίονε, έπειτα η κυρία μήτηρ
μου, ήτις τόσον πολύ φροντίζει περί της θείας αξιοπρεπείας και
της ουρανίας ηθικής, έπρεπεν αυτή πρώτη να δίδη το καλόν
παράδειγμα, και να μη τρέφη την γλωσσαλγίαν των επί γης γυναικών
διά των σκανδάλων . . .

 — Περιττά τα σκάνδαλα! διέκοψε και πάλιν ο Ζευς. Τι θέλεις ;
λέγε σύντομα, και άφησε τας παρεκβάσεις.

 — Θέλω να μείνω ανενόχλητος απήντησεν ο Έρως. Θέλω να αγαπώ την
Ψυχήν μου χωρίς η σεμνή μου μήτηρ να πειράζεται, και να αγανακτή
και να με καταδιώκη. Θέλω να ήμαι κύριος της καρδίας μου, ως είνε
αυτή κυρία της καρδίας της, και . . .

 — Αρκεί, αρκεί! παρενέβη και πάλιν φρονίμως ο Ζευς. Την αγαπάς
λοιπόν με τα σωστά σου την θνητήν αυτήν ;

 — Αν την αγαπώ! . .

 — Την νυμφεύεσαι;

 — Την ενυμφεύθην ήδη, πάτερ! απήντησεν ο Έρως, κάτω νεύων τους
οφθαλμούς.

 — Έστε λοιπόν ανήρ και γυνή! είπεν ο πατριάρχης των Θεών και
τους ηυλόγησε.

Ούτως εκυρώθη η συζυγία της Ψυχής και του Έρωτος, και έγεινεν η
Ψυχή αθάνατος.



ΛΑΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΟΧΗΣ
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ (2)



Ι.

Κυοφορηθείσα εν τη κεφαλή φιλοπάτριδος ομογενούς, ετέχθην εν
εσπέρας επί των πιεστηρίων της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, και
κάθυγρος έτι, αποδίδουσα την ευάρεστον εκείνην οσμήν της
τυπογραφικής μελάνης, την οποίαν με διεσταλμένους τους ρώθωνας
αναπνέουσι συνήθως οι σοφοί, μετεκομίσθην μετά των αδελφών μου
εις μεγάλην τινά και σκοτεινήν αίθουσαν, όπου εστιβάχθημεν όλαι
επί πολλών τραπεζίων, αναμένουσαι εν παντελεί ασφυξία το φως της
ημέρας.

ΙΙ.

Την επομένην πρωίαν θόρυβος ηκούσθη μέγας και ταραχή έξωθεν του
δωματίου.

Πάταγος ανθρώπων συνωθουμένων, βήματα βαρέα, υφ' ων την ορμητικήν
πίεσιν έτριζε το γηραιόν πάτωμα της αιθούσης, φωναί ανάμικτοι και
εξηγριωμέναι, γογγυσμοί και παράπονα των πσραγκωνιζομένων,
κραυγαί θυμώδεις, μεμφόμεναι, ως ηκούομεν, το διοικητικόν
συμβούλιον επί αδίκω διανομή, συναπετέλουν παταγώδη και
καταχθόνιον αρμονίαν, ήτις ηδύνατο ίσως να τρομάξη όντα τρυφερά
και αρτιγενή, οποία ήμεθα ημείς αι ταλαίπωροι μετοχαί, αν
τουναντίον δεν εκολάκευε την φιλοτιμίαν ημών. Μή τοι δεν εγίνετο
χάριν ημών ο πάταγος όλος εκείνος; Ερύθημα χαράς και συγκινήσεως
επορφύρωσε τας παρειάς μου, όμοιον προς το ερωτότροπον εκείνο
ερύθημα, το βάπτον τας παρειάς δειλής κορασίδος, ήτις βλέπει
συνωθουμένους περί εαυτήν σμήνος όλον χορευτών, και αγνοεί έτι
τις πρώτος θέλει παρασύρει αυτήν εις τον μεθυστικόν στρόβιλον του
χορού.

Τέλος πάντων η θύρα ηνοίχθη, το πλήθος εισέρρευσε, και αι
στιβάδες ημών ήρχισαν ελαττούμεναι.

Δεν δύναμαι να περιγράψω την σκηνήν εκείνην της διανομής, διότι
μόλις διατηρώ αυτήν εις την μνήμην μου. Μετά τρόμου όμως και
φρίκης ενθυμούμαι ακόμη, ότι και η ύπαρξις ημών αυτή εκινδύνευσε
πολλάκις, εν μέσω των πανταχόθεν προτεινομένων άπληστων χειρών,
αίτινες διημφισβήτουν την κατοχήν εκάστης εξ ημών. Το κατ' εμέ,
ταχέως έπαυσεν η αγωνία μου, διότι είχα το ευτύχημα να εγχειρισθώ
μετ' άλλων τετρακοσίων ενενήκοντα εννέα αδελφών μου εις σοβαρόν
τινα και μεγαλόσχημον Κύριον, όστις, εισελθών εις το δωμάτιον διά
μικράς τινος πλαγίας θύρας, επλησίασεν εις τον διανομέα ταμίαν
και τω είπεν ολίγας λέξεις εις το ους.

Ούτω, χαίρουσα καν ότι δεν εγκατέλειπον εντελώς τας αδελφάς μου,
αφήκα την κοιτίδα της βρεφικής μου ηλικίας, και μετέβην εις τους
κόλπους του κυρίου εκείνου, όστις υπόπτερος και χαίρων εξήλθεν
εις την οδόν. Εννοείται ότι ανέπνευσα κάπως ελευθερώτερον ή υπό
την φοβεράν εκείνην στιβάδα, υφ' ην διετέλεσα ολόκληρον νύκτα.
Είδα ολίγον, διά μιας μου γωνίας, ήτις προείχε του θυλακίου του
νέου μου κατόχου, το φως του ηλίου, και θα ήκουα ίσως και το άσμα
των πτηνών, άτινα εφλυάρουν εις τας λεύκας της οδού, αν δεν με
ετάραττον οι βίαιοι παλμοί της καρδίας του κτήτορός μου.

Μετ' ολίγον εφθάσαμεν εις την οικίαν, και ο φέρων με κατέπεσεν
ασθμαίνων επί του ανακλίντρου, μόλις κατορθώσας να απαντήση:
«Πεντακοσίας!» εις την ερώτησιν της συζύγου του:

 — «Πόσας;»

 — Τόσας μόνον; ηρώτησε και πάλιν δι' οξείας και πεισματώδους
φωνής η κυρία, εύσωμος δέσποινα, ομοιάζουσα με αυγόν κινούμενον.

 — Αι, αγάπη μου, απήντησεν ο σύζυγος με φωνήν μόλις αρθρουμένην
εις φθόγγους· έπρεπε να ήσουν εκεί, να ιδής τι κακόν γίνεται!
μόνον πώς δεν δέρνονται οι άνθρωποι.

 — Καλέ τι με λες; θα υψωθούν λοιπόν γρήγορα;

 — Εννοείται. Τριάντα φράγκα υπερτίμησιν μου προσέφεραν ήδη,
μόλις εβγήκα από την Τράπεζαν.

 — Τι καλά! Φαντάσου αν είχαμεν χιλίας!

 — Και αν είχαμεν δύο χιλιάδας, υπέλαβεν ηλιθίως μειδιών ο κύριός
μου, ακόμη καλλίτερα.

Δυστυχώς ο διάλογος εκείνος, όστις αντήχει ως ωραία μουσική εις
τα ώτα μου, διεκόπη ταχέως, και είδα χαίνουσαν μετ' ολίγον
ενώπιόν μου την θύραν νέας φυλακής, του σιδηρού κιβωτίου του
κτήτορός μου. Τρόμου φρικίασις διέτρεχεν ήδη τα χάρτινα μέλη μου,
ότε είδα αίφνης την χονδρήν σύζυγον του κυρίου μου θωπεύουσαν την
αξύριστον αυτού παρειάν, και την ήκουσα λέγουσαν διά της γλυκεράς
εκείνης φωνής, της οποίας αι γυναίκες είνε κάτοχοι πτυχιούχοι, ως
ήθελεν είπει η Κυρία Jacob:

 — Γιάγκο, . . . δεν θα μου δώσης κ' εμένα μερικάς απ' αυτάς τας
μετοχάς;

 — Τι θα ταις κάμης, ψυχή μου;

 — Τας θέλω . . . προσέθηκε θωπευτικώς κλαυθμηρίζον το κινούμενον
αυγόν, τας θέλω, να δοκιμάσω κ' εγώ την τύχην μου.

 — Περίεργος όρεξις!

 — Σε παρακαλώ . .. .

 — Πάρε λοιπόν. Πόσας θέλεις;

 — Δος μου πενήντα .

 — Ιδού.

Και από του κόλπου του πρώτου μου κτήτορος μετέβην εις τας
τρυφεράς και ολοστρογγύλους χείρας της παχείας αυτού συζύγου.

Αι ταλαίπωροι αδελφαί μου ετάφησαν εις το σκότος του σιδηρού
κιβωτίου, και ουδέν πλέον ήκουσα περί αυτών. Ίσως συνηντήθημεν
εις το στάδιον του πολυταράχου ημών βίου, χωρίς να γνωρισθώμεν,
ίσως παρήλθομεν εγγύς αλλήλων, χωρίς να το αισθανθώμεν καν.

ΙΙΙ.

Μετά τινας στιγμάς εκείμην επί κομψής κομμωτηρίου τραπέζης,
θωπευομένη υπό του ιλαρού βλέματος της νέας μου κυρίας.

Ο περί εμέ κόσμος ήτο πάντη νέος· πολύ ευωδέστερος του
τυπογραφικού πιεστηρίου, όθεν είχον εξέλθει, πολύ καθαρώτερος των
κονιοσκεπών τραπεζών εφ' ων είχον κατακλιθή βρέφος έτι, και πολύ
κομψότερος και φωτεινότερος του σκοτεινού άντρου του σιδηρού
κιβωτίου, όπερ ολίγον δειν εφυλάκιζε την παιδικήν μου ηλικίαν.
Μέγα κάτοπτρον άνωθέν μου κρεμάμενον εδιπλασίαζε τα κομψά
αντικείμενα, άτινα με περιεστοίχιζον, και ηύξανεν έτι το άπλετον
φως, όπερ επλημμύριζε την περικαλλή και ευώδη αίθουσαν. Τι ωραία
διαμονή είνε κομμωτήριον κομψής και νεαράς, έστω και παχείας,
γυναικός! Αι παιδικαί μου αισθήσεις, ει και ατελώς έτι
ανεπτυγμέναι, διετέλουν υπό ναρκωτικήν τινα μέθην, και δεν ήξευρα
— μα τα πεντήκοντα φράγκα, άτινα ήσαν τυπωμένα επί του μετώπου
μου — πού πρώτον να στρέψω την προσοχήν μου. Μικρά και κομψότατα
αθύρματα, ων την χρήσιν ουδέ καν εμάντευον, έστιλβον εκ
καθαριότητος κύκλω μου, φιαλίδια εκ κρυστάλλου, τα μεν κλεισμένα
τα δε ημιάνοικτα, απέπνεον αρώματα ηδυπαθή και δροσώδη, πυξίδες
δε πολύσχημοι και παντοδαπαί περιείχον κόνεις και φυράματα
ποικίλου χρώματος, ων μάτην προσεπάθουν να εννοήσω τον σκοπόν.
Ψήκτραι δε και κτένια και ψαλίδια και τριχολαβίδες παρετάσσοντο
ένθεν και ένθεν ως εύτακτος στρατιά επί της λευκής ως νεοστιβής
χιών καλύπτρας του τραπεζίου.

Προς τι ταύτα πάντα; Το εννόησα μετ' ολίγας στιγμάς, ότε
ανοιγείσης δειλώς της θύρας του κομμωτηρίου, εισήλθεν ελαφρά και
χαρίεσσα κορασίς, απλούστατα μεν αλλά κομψότατα ενδυμένη, λευκόν
φέρουσα περίζωμα περί την λιγυράν αυτής οσφύν και λευκόν σκούφωμα
επί των μελανών αυτής βοστρύχων.

 — Θα ενδυθήτε, κυρία; ηρώτησε μετ' επιχαρίτου μειδιάματος, όπερ
εφαίνετο μόλις τολμών να διαστείλη τα χείλη της τα πορφυρά.

 — Ας ήνε· ας ενδυθώ! απήντησε νωχελής και αφηρημένη η νέα μου
κάτοχος, το μεν βαρυνομένη να υποβάλη τα εύσαρκά της μέλη εις την
κοσμητικήν τέχνην της νεαράς αυτής θαλαμηπόλου, το δε μόλις
κατορθούσα να αποσπάση το βλέμμα από των τεσσαράκοντα εννέα
αδελφών μου και εμού, ήτις, υπερκειμένη εκείνων, εφείλκυον ιδίως
τα κερδοσκοπικά της βλέμματα.

Και το αυγόν κινηθέν εκάθισε προ του κατόπτρου και παρεδόθη εις
τας δεξιάς χείρας της κομμωτρίας αυτού.

Ας μη προσμένωσιν οι αναγνώσται μου να διηγηθώ εν λεπτομερεία τα
απόκρυφα του καλλωπισμού των αναγνωστριών μου.

Εννοώ κάλλιστα, εκ της ευχαριστήσεως ην το θέαμα εκείνο
επροξένησεν εις την χαρτίνην μου ύπαρξιν, οποία ήθελεν είναι και
των αναγνωστών μου η ευχαρίστησις εκ λεπτομερούς αυτού
περιγραφής. Η σκέψις όμως, ότι υπήρξα απαρατήρητος και κλόπιος
ούτως ειπείν, βωβός δε και άφωνος νομιζόμενος μάρτυς της
περιέργου εκείνης σκηνής, θέτει φυλακήν τω στόματί μου και θύραν
περιοχής περί τα χείλη μου.

Έν μόνον δύναμαι ειλικρινώς να εξομολογηθώ εις τους
περιεργοτέρους, ότι παράδοξον ησθάνθην έκπληξιν, ιδούσα αίφνης
μεταμορφουμένην την μεν θαλαμηπόλον εις ζωγράφον, την δε κυρίαν
μου εις εικόνα.

Μη με ερωτήσετε λεπτομερείας. Δεν τας λέγω, διότι εντρέπομαι.

Κατεπλάγην όμως τη αλήθεια, μη αναγνωρίσασα πλέον το αυγόν μου,
ότε περικαλλές και δροσώδες, μύρα δε αποπνέον και αρώματα,
ακτινοβολούν και περίκοσμον εξήλθε των αριστοτεχνικών χειρών της
υπηρετρίας.

Πλην, τι να σας ειπώ; και τότε ακόμη επροτίμων την υπηρέτριαν της
κυρίας. Ίσως δε δεν είμαι μόνη η ούτω φρονούσα. Τι λέγουσιν οι
αναγνώσται μου, και ιδίως εκείνοι, οίτινες λησμονούμενοι πολλάκις
εις τας οδούς, παρακολουθούσι, χωρίς να το εννοώσι βέβαια κομψήν
τινα θεραπαινίδα ;

Η κορασίς ητοιμάζετο να εξέλθη, ότε το εταστικόν αυτής και
πονηρόν βλέμμα έπεσεν επ' εμέ. Εγνώριζε φαίνεται και αυτή τα κατά
την γέννησίν μου και τον παρακολουθήσαντα αυτήν πάταγον, διότι
άφωνος και συνεσταλμένη έμεινε θεωρούσα με εφ' ικανά
δευτερόλεπτα, και το προς την θύραν τρεπόμενον ελαφρόν και
υπόπτερον αυτής βήμα ανεστάλη αποτόμως.

 — Τι κυττάζεις, Μαρία; ηρώτησεν αυτήν αυτάρεσκον μειδιώσα η
κυρία της.

 — Αχ! πόσαι μετοχαί! εψιθύρισε περιπόρφυρος εξ ηδονής η
θαλαμηπόλος. Να είχα κ' εγώ μίαν η καϋμένη!

 — Τι θα την κάμης συ την μετοχήν ; . . και μίαν μάλιστα ;

 — Αι! κυρία, . . μία μετοχή είνε κάτι τι για μας τους μικρούς
ανθρώπους.

Το χαρίεν εκείνο πλάσμα ωνόμαζεν εαυτήν μικρόν άνθρωπον!

 — Με μίαν μετοχήν, επανέλαβε, κάμνω την προίκα μου.

Η κυρία διερράγη εις παταγώδη γέλωτα, και λαβούσα με άκρα χειρί,
 — Ιδού, λοιπόν, είπε· πάρε την, και καλήν τύχην.

Ευχαριστώ, κυρία! κατώρθωσε μόλις να αρθρώση εκ συγκινήσεως και
ηδονής η μικρά Μαρία, και εξήλθε δι' ασταθούς αλλά γοργού βήματος
της αιθούσης.

IV.

Ιδού εγώ και πάλιν μεταλλάξασα κάτοχον.

Ελυπήθην μεν επί τινας στιγμάς την ευώδη ατμοσφαίραν του
περικαλλούς κομμωτηρίου, όπερ κατέλιπον, αλλά ταχέως με
απεζημίωσαν τρία αλλεπάλληλα φιλήματα, άτινα μετά πυρετώδους
παραφοράς απέθηκεν επί των παρειών μου η χαρίεσσα κορασίς.

Αναδραμούσα ταχεία τας βαθμίδας αποτόμου κλίμακος, εκλείσθη εις
το υπό την στέγην της οικίας μικρόν αυτής δωμάτιον, και αφού επί
πολλήν ώραν με εθεώρησε μετ' ερωτικής εκστάσεως, τις οίδε ποία
περί του μέλλοντος αυτής αναπλάττουσα όνειρα η ταλαίπωρος κόρη,
ήνοιξεν επίμηκες πράσινον κιβώτιον και ητοιμάσθη να με κλείση
εντός αυτού.

Έβλεπον ήδη μετά περιέργου βλέμματος τα επί της εσωτερικής
επιφανείας του καλύμματος του κιβωτίου προσκεκολλημένα
ποικιλόχρωμα χαρτιά, παντοειδή φέροντα ζωγραφήματα και παραδόξους
παραστάσεις, απεσπασμένα δε, τα μεν εκ περιοδικών συγγραμμάτων,
τα δε εξ υφασμάτων και άλλοθεν τις οίδε πόθεν, και χρησιμεύοντα
αντί εικονογραφικού μουσείου εις την φιλόκαλον θαλαμηπόλον, ότε
ηνοίχθη ησύχως η θύρα του δωματίου, και υψηλός μυστακοφόρος
δεκανεύς εισήλθε κατακτητικώς εις αυτό.

 — Αχ! πώς μ' ετρόμαξες, καϋμένε! ανέκραξεν η Μαρία, και ήτο
περίτρομος αληθώς, ουχί όμως τοσούτον διά την απροσδόκητον
επίσκεψιν, όσον διότι κατελαμβάνετο αίφνης εν κατοχή του
πολυτίμου ατόμου μου.

 — Πώς μ' ετρόμαξες! επανέλαβε, και σπεύσασα έκλεισε μεθ' ορμής
το κιβώτιον, πρόφθασα όμως ήδη να με ρίψη εντός αυτού.

 — Σ' ετρόμαξα; α, α! ανεφώνησεν ο μυστακίας, και διατί,
παρακαλώ, ετρόμαξε το Μαριγάκι μας;

Αι! . . 'ξεύρω κ εγώ, υπετραύλισεν η ανυπόκριτος κόρη, μήτε την
αλήθειαν του τρόμου αυτής κατορθούσα να κρύψη, μήτε την πορφυραν
των παρειών της να μετριάση.

 — Δεν ηξεύρεις; επανέλαβεν ο εισβαλών κατακτητής· και εις
εκείνην λοιπόν την κασέλλαν τι ερρίψαμεν, παρακαλώ;

 — Τίποτε, . . τίποτε, . . ένα γράμμα.

 — Γράμμα; Τι; έχομεν και αλληλογραφίαν τώρα;

 — Είνε από την εδελφήν μου, καϋμένε, από την Σύρα, εψιθύρισεν η
Μαρία, προσπαθούσα, αλλ' αργά πλέον, να διορθώση το κινδυνώδες
ψεύδος, δι' ου είχεν αποπειραθή να κρύψη την επικινδυνωδεστέραν
αλήθειαν.

 — Από την αδελφήν σου; Για να ιδώ!

Και ο δεκανεύς, πλησιάσας διά βαρέος του βήματος εις το κιβωτίον,
έθηκε την χείρα επ' αυτό και ητοιμάζετο να το ανοίξη, ότε
ευκίνητος και ταχεία η κομψή θαλαμηπόλος ώρμησεν επίσης προς το
κιβώτιον, και την ήκουσα καθημένην επ' αυτού.

 — Μαρία, . . με γελάς! και μα τον Θεόν . .,

 — Μα, καϋμένε Δημήτρη, δεν με πιστεύεις, το λοιπόν;

 — Όχι, Κυρία! είπε μετ' αξιοπρεπείας ο εν στολή Άρης, και
αναστάς μετά επικής ηρεμίας έστρηψε τον μύστακα αυτού, και
ητοιμάσθη να εξέλθη.

 — Τι; φεύγεις ; ηδυνήθη μόλις να ψελλίση η εγκαταλειπομένη νέα
εκείνη Καλυψώ, και διά μικράς τινος οπής του κιβωτίου είδον την
πορφύραν των παρειών αυτής σβεννυμένην υπό νέφος ωχρόν.

Αλλ' Ο Δημήτρης εβάδιζε προς την θύραν, ως το μάτην
εκλιπαρούμενον υπό του Οδυσσέως φάσμα του Αίαντος.

 — Στάσου, το λοιπόν, στάσου! . . . επεφώνησε τέλος η Μαρία, και
ανοίξασα το κιβώτιον με έλαβε πάλιν εις χείρας της.

Ο δεκανεύς είχεν ήδη σταθή, και επεστράφη προς τον κρότον του
ανοιγομένου κιβωτίου.

 — Νά τι είνε όλον το μυστικόν! προσέθηκεν η κόρη, και με έδειξεν
εις τον τρυφερόν της καρδίας της τύραννον.

 — Ω! ω! . . ανέκραξεν εκείνος, έχομεν και μετοχάς, βλέπω,
Μαριγάκι; και η φωνή αυτού ήτο μελωδίας αυλού μελωδικωτέρα, και
μειδίαμα γόητος διέστελλε τα μυστακοφόρα του χείλη.

Μου την εχάρισε σήμερα η κυρία.

 — Και συ . . θα την χαρίσης βέβαια εις τον Δημητράκη σου.

Ω! ανεφώνησεν η ταλαίπωρος θαλαμηπόλος, και το επιφώνημά της
εκείνο, όπερ εξέφραζε κόσμον ολόκληρον αισθημάτων, διέτρεξεν εν
μια στιγμή όλην την κατιούσαν φωνητικήν κλίμακα.

 — Τι θα ειπή, ω! αφού θα σε πάρω, αφού όσα έχω είνε δικά σου,
και όσα έχεις είνε δικά μου;

 — Ναι, αλλά . . . .

 — Έλα τόρα . . . ανοησίαις! Μ' αυτήν την μετοχήν ημπορούμεν να
κάμωμεν παράδες, το ξεύρεις;

Ο διάλογος εξηκολούθησεν έτι επί το τρυφερώτερον, και σφραγισθείς
τέλος διά τινων θωπειών και φιλημάτων, αποτέλεσμα έσχε την εις
χείρας του δεκανέως Δημήτρη μεταβίβασίν μου.

 — Καλά κέρδη το λοιπόν, εφώνησεν ύστατον η μικρά Μαρία, ενώ ο
μέλλων αυτής σύζυγος διέβαινε την φλιάν του μικρού της δωματίου.

 — Έννοια σου, Μαριγάκι μου, και θα ιδής!

V.

Μόλις αλλάξασα και πάλιν κτήτορα, ησθάνθην ευθύς ότι εσκοτίσθη
της νεαράς μου υπάρξεως ο ορίζων, και του βίου αι περιπέτειαι
ήρχισαν ενσκήπτουσαι κατά της κεφαλής μου φοβεραί και
αλλεπάλληλοι.

Άμα εξελθών εις την οδόν ο κύριος μου, συνέθλασε τα τρυφερά μου
μέλη διά της πλατείας και χονδροειδούς αυτού χειρός, και μ'
εβύθισε, συντετριμμένην ούτω και πλήρη μωλώπων, εις το ευρύ
θυλάκιον της αναξυρίδος του, όπου εύρον συντρόφους δύο δεκάρας,
μίαν σφάντζικαν, ολίγα τρίμματα ξηρού καπνού, μίαν πίπαν καί τινα
φύλλα σιγαροχάρτου.

Πού οι κολακευτικοί 'κείνοι παλμοί της καρδίας του πρώτου μου
κατόχου, πού η ευώδης ατμοσφαίρα του κομμωτηρίου της παχείας μου
κυρίας, πού τα φλογερά φιλήματα της θαλαμηπόλου!

Άβυσσος πνιγηρά και ανήλιος ήτο η νέα μου κατοικία· τοσούτον δε
βαρείαν απέφερεν οσμήν, ώστε μετ' ολίγα λεπτά απέβαλον παντελώς
τας αισθήσεις μου και απέμεινα λιπόθυμος εις τα βάθη του
σκοτεινού εκείνου βαράθρου.

Αγνοώ πόσην ώραν εκείμην ούτω αναισθητούσα, πού επλανήθην εν
αγνοία μου, και πότ' ακριβώς εξύπνησα.

Τούτο μόνον ενθυμούμαι και ηξεύρω, ότι ότε συνήλθον και πάλιν εις
εαυτήν, ήκουσα θόρυβον συγκεχυμένον παντοίων και συμμιγών φωνών,
πάταγον ποτηριών συγκρουομένων, και παράφωνον μελωδίαν ερρίνων
ασμάτων, οσμή δε οξεία ρητινίτου αφθόνως σπενδομένου προσέβαλε
την ασυνήθη εις τοιούτου είδους αρώματα όσφρησίν μου.

Ζωηρά συνομιλία υπήρχεν από τινος μεταξύ των πληρούντων το
καταγώγιον, όπερ αμυδρώς μόλις εφώτιζε ρυπαρός φανός, κρεμάμενος
από μελανής δοκού της οροφής· μορφαί δε πολυποίκιλοι και
παράδοξοι, τεταγμέναι περί μακράν τράπεζαν, ήτις ήτο ποτε
πρασίνη, συναπετέλουν θέαμα βδελυρόν, όπου ανεμιγνύοντο η
αναίδεια, η αποκτήνωσις και η ρυπαρία.

Ταύτα πάντα είδα δι' ενός μόνου βλέμματος άμα συνελθούσα κάπως,
διότι ο δεκανεύς μου, εισαγαγών αίφνης εν μέση ομιλία την χείρα
του εις το θυλάκιόν του, μ' απέσυρεν εκ του βαράθρου μου
σπαίρουσαν υπό τρόμου και φρίκης, και με απέθηκε βιαίως επί του
τραπεζίου, ανακράζων διά βραγχώδους και οινοβαρούς φωνής:

 — Κι' αν δεν πιστεύετε, έτηνε!

 — Μωρέ στάσου!

 — Πούνε την!

 — Για να ιδώ!

 — Κ' εγώ, 'ς το Θεό σου!

 — Κ' εγώ, γιατί λιγώθηκα! ανεβόησαν πολλοί συνάμα των συμποτών,
και χείρες άπληστοι εξετάθησαν προς εμέ, και απαίσιον φως
πλεονεξίας έλαμψεν επί των σατυρικών εκείνων προσώπων.

 — Αι, τ' αδέρφια! ανεβόησεν ο Δημήτρης, λιγώτερη πρεμούρα, ν'
αγαπιώμαστε! Διέστε όσο θέλετε, μα τα χέρια κομμάτι παράμερα!

 — Εννοείς, δηλαδήτις, να μας προσβάλης; υπέλαβε τραχέως χονδρός
τις και κοντός συμπότης, συνδυάζων διά του παραδόξου αυτού
ιματισμού πίλον, αναξυρίδα, περικνημίδας και τσαρούχια.

 — Δεν έχει προσβολή εδώ, Κυρ Γιαννάκη! απήντησεν ηρέμα ο
δεκανεύς. Το μέλι, μάτια μου, κολλάει 'ς τα δάκτυλα και χωρίς να
θέλης.

Γενικός γέλως υπεδέχθη το σοφόν απόφθεγμα του κυρίου μου, και η
καταιγίς παρετράπη.

 — Βάλτε να πιούμε το λοιπόν, ανέκραξεν ισχνός και υψηλός
συμπότης, ομοιάζων προς φυλορροήσασαν λεύκην, και ζήτω του
Δημήτρη που έγεινε κεφαλαιούχος!

 — Ζήτω του Τσιγκρού, βρε τόι, υπέλαβεν άλλος, ζήτω του καλού
πατριώτη, που θα στρώση την Αθήνα με λίρα!

 — Αι, αι! υπέλαβε δειλώς μετ' ειρωνικού μειδιάματος μικρόν τι
και καχεκτικόν ανθρωπάριον, εις την άκραν της τραπέζης καθήμενον,
ούτινος η μορφή, φαιά συνάμα και κιτρίνη, ωμοίαζε με προώρως
πεσόν από του δένδρου ροδάκινον. Αι, αι! ως τώρα την έστρωσε μόνο
με χαρτιά ο κυρ Τσιγκρός την Αθήνα· να ιδούμε πότε θα φαγγρίση
και η λίρα!

 — Έλα! χαμένο κορμί, που όλα σου ξυνίζουν εβόησεν ως βαθύφωνος
σάλπιγξ εύσωμος και ροδοκόκκινος συνδαιτυμών, μνημείου μάλλον ή
ανθρώπου έχων εξωτερικόν.

 — Άφησ' τον αυτόν, υπέλαβεν ο Κυρ Γιαννάκης, αυτός είναι από την
αντιπολίτευσι!

 — Ούτε η αντιπολίτευσι μούκοψε μισθό, ούτε η συμπολίτευσι θα με
πάη 'ς το χατζηλήκι, απήντησεν ο απαισιόδοξος. Ξέρω μόνο να βλέπω
ξάστερα, και να μη γεμίζω την κοιλιά μου με αέρα κοπανιστό.

 — Αέρας είν' αυτό, βρε κούκο! εφώναξεν ο Δημήτρης, και εξέτεινε
βιαίως την χείρα μέχρι της ρινός του προλαλήσαντος, σφίγγων δι
αυτής τα καταπεπονημένα μου μέλη.

 — Δεν είν αέρας, πουλάκι μου, μα, είνε χαρτί, που είνε το ίδιο!
Μέταλλο έχει; Αυτό είναι κόζο τ' άλλα είνε μπόσικα! υπέλαβεν
εκείνος ηρέμα, και εκένωσε μέχρι πυθμένος το ποτήριόν του.

 — Εύγα 'ς την ωραία Ελλάδα, σαν θέλης, να ιδής πόσο μέταλλο
παίρνεις μ' ένα τέτοιο χαρτί, παρετήρησιν εμβριθώς ο εν αρχή
λαλήσας υψηλός συμπότης, ο ομοιάζων με φυλλορροήσουσαν λεύκην.
Και ο Γιώργης Σταύρος χαρτί είνε, μα κάνει μέταλλο, άδειο κεφάλι!
προσέθηκε, μετά στιγμής διακοπήν, στρεφόμενος προς τον
απαισιόδοξον.

 — Κολιός και κολιός! παρετήρησεν εκείνος σεσηρός μειδιών. Ίσα το
χαρτί του Κυρ Γεώργη και το χαρτί του Τσιγκρού, κυρ φιλόσοφε;

 — Μάλιστα, ίσα και καλλίτερα, αν θέλης να ξέρης! παρετήρησεν ο
δεκανέας. Τούτο, ματάκια μου, — και βαρύν κατήνεγκε τον γρόνθον
αυτού· επ' εμού, ήτις εκείμην από τινος επί του τραπεζίου πλέουσα
εις ρύακα ρητινίτου, — τούτο, ματάκια μου, έχει τόκο, έχει
μέρισμα, καθώς λένε τώρα 'ς το μεγάλο κόσμο. Και ξέρεις τι θα πη
μέρισμα από το Λαύριο; θα ειπή εκατό τοις εκατό, το λίγο!

 — Αβάντσο! Αβάντσο! υπέλαβον συνάμα τρεις τέσσαρες των
περικαθημένων.

 — Εγώ δεν τα φουσκόνω, παρετήρησε μετριοφρόνως ο Δημήτρης. Μου
φτάνει και τόσο.

 — Ο κυρ δεκανέας ευχαριστηέται με λίγα, διέκοψεν από της
τραπέζης του ο οινοπώλης, όστις περίεργος είχε παρακολουθήσει εξ
αρχής την συζήτησιν.

 — Όρσε και ο κυρ Μπούτρος με το λογάκι του! είπεν αναβλέψας προς
αυτόν ο ρικνός αντιπολιτευόμενος.

 — Ο κυρ Μπούτρος όμως ήτανε 'ς το Λαύριο, σιόρ Σταματάκη,
απεκρίθη σοβαρός και βρενθυόμενος ο οινοπώλης, και είδε τ' ασήμι
να τρέχη νερό από της κάνουλαις, και να το κενόνουν με τη
χουλιάρα, σαν πως κενόνουν τα φασούλια από το τσουκάλι. Κόπιασε
και του λόγου σου να τα ιδής, και τότες ματαμιλούμε, αν αγαπάς.

 — Το κακό είνε μονάχα, επέμεινεν ο πείσμων απαισιόδοξος, πως το
ασήμι εκείνο που τρέχει σαν νερό, καθώς λες, δεν θα το κενώσουν
πρώτα 'ς τη δική σου τη τσέπη, και θα περάση από πολλά κανάλια,
ως που να καταντήσει 'ς εκείνους που αγόρασαν απ' αυτά τα
παληόχαρτα.

Και με έδειξε περιφρονητικώς διά του ρυπαρού του δακτύλου.

Όσαι των αναγνωστριών μου εκάθισαν ποτέ εις την καλουμένην
μπερλίναν, και ήκουσαν τον ορμαθόν των από του κρυπτού και οιονεί
εξ ενέδρας αποτεινομένων εις αυτάς φιλοφρονήσεων, εκείναι μόναι
δύνανται να εκτιμήσωσι την ελεεινότητα όλην της θέσεώς μου. Εγώ,
η εν μεγάλη κεφαλή κυοφορηθείσα, η εν πατάγω γεννηθείσα και
θορύβω, η εν πομπή και παρατάξει εκδοθείσα, η πολέμους γεννήσασα
και μάχας, η ακούσασα παλμούς κακίας ουδέποτε άλλοτε δονηθείσης,
η αισθανθείσα φιλήματα φλογερά επί των παρθενικών μου παρειών,
εγώ κατεκείμην την στιγμήν εκείνην επί ακαθάρτου τραπέζης
οινοπωλείου, κολυμβώσα εις ρητινίτην, πνιγομένη υπό κακόσμων
αναθυμιάσεων και ακούουσα χονδροειδείς αστειότητας εις βάρος μου,
και μομφάς και κατηγορίας και προπηλακισμούς.

Ευτυχώς το βλέμμα του κυρίου μου παρηκολούθησε το δάκτυλόν του
δεικνύοντός με, και η οικτρά μου κατάστασις συνεκίνησεν αυτόν.

Μωρέ παιδιά, η μετοχή μου γίνεται τουρσί! ανέκραξε, και αναλαβών
με φιλοστόργως, με εσπόγγισε διά της χειρίδος αυτού και με
απέθηκε συμπτύξας επιμελώς εις τον κόλπον του.

VI

Ταφείσα και πάλιν εις τον ζοφερόν εκείνον τάφον, ουδέν πλέον
ήκουσα, ειμή συγκεχυμένον τινά βόμβον, ισχυρότερον ολονέν
αποβαίνοντα, και απολήξαντα τέλος εις πανδαιμόνιόν τινα πάταγον,
ενώ αμυδρώς διέκρινα τον δούπον γρόνθων φερομένων κατά της
τραπέζης, τον κρότον σκαμνιών θραυομένων κατ' αλλήλων, οιμωγάς
δερομένων, και οδόντων τριγμούς και βλασφημίας και ύβρεις.

Ησθάνθην τον κύριόν μου αναστάντα από της έδρας του και
αναμιχθέντα κλονουμένω τω βήματι εις την έριδα, πλην μετ' ολίγον
χειρ ρωμαλέα έδραξεν αυτόν από του στήθους, τα συνέχοντα το
ιμάτιον αυτού κομβία διεσπάσθησαν, και εγώ κατέπεσα χαμαί εις το
βορβορώδες έδαφος του οινοπωλείον.


Τα περαιτέρω είνε συγκεχυμένα και αόριστα εις την μνήμην μου.
Καταπατηθείσα επί πολλήν ώραν υπό των θορυβωδώς εξερχομένων του
οινοπωλείου, και ζυμωθείσα με τον οινόφυρτον του εδάφους πηλόν,
ανεσύρθην τέλος υπό του οινοπώλου Κυρ Μπούτρου, εκαθαρίσθην υπ'
αυτού όσον ήτο δυνατόν, και περί μέσας νύκτας κατέλιπον μετ'
αυτού το οινοπωλείον.

VII.

Λίαν πρωί εξήλθεν ο οινοπώλης Μπούτρος της οικίας του, φέρων με
τυλιγμένην εντός παλαιάς εφημερίδος, και απαντών εις την σύζυγον
αυτού, ερωτώσαν: πού υπάγει,

 — Πάω να ξεκάμω αυτό το διαβολόχαρτο, να μην εύρω τον μπελά μου.

Πλησιάσας δε πραγματικώς μετ' ολίγον περίεργόν τι είδος ανθρώπου,
μακρόν έχοντος και πιναρόν τον πώγωνα, ατημέλητον δε την κόμην
και φυσιογνωμίαν μετέχουσαν αλώπεκος συνάμα και γυπός, με
επώλησεν εις αυτόν επί υπερτιμήσει τεσσαράκοντα φράγκων.

 — Ας ωφεληθούν και άλλοι, είπεν ο ολιγαρκής Μπούτρος,
εγκαταλείπων με εις τας απλύτους χείρας του νέου μου κατόχου.

&Εκολακεύθη μεν, το ομολογώ, η φιλοτιμία μου εκ της υπερτιμήσεως,
την οποίαν ήξιζα ήδη, αλλ' αι καπνού και λίπους απόζουσαι χείρες
του νέου μου κυρίου επείραξαν τα νεύρα μου φοβερά.

 — Ούτος με απέθηκεν επιμελώς εις τα βάθη μεγάλου θυλακίου του
πανταχόθεν καταρρέοντος επενδύτου του, όπου, προς μικράν μου καν
παρηγορίαν, απήντησα και άλλας εκ των αδελφών μου τεθαμμένας εκεί
προ εμού. Ολίγος δε παρήλθε χρόνος, και η ρυπαρά εκείνη χειρ
εισήλθε και πάλιν εις το θυλάκιον, και νέαι αδελφαί μου
απετέθησαν πλησίον μου. Το αυτό επανελήφθη πολλάκις της ημέρας,
και ηπόρουν τη αληθεία, πού ο ρυπαρός εκείνος ρακενδύτης εύρισκε
τόσα χρήματα, ώστε να πληρόνη υπερτιμημένας όλας μου εκείνας τας
αδελφάς.

Δεν διήρκεσεν όμως μακρόν η απορία μου, διότι μετά τινας ώρας,
περί το εσπέρας, ο κάτοχος ημών εγκατέλιπε την αγοράν, και μεθ'
ικανώς μακράν πορείαν, διά πολλών και σκοτεινών οδών, εισήλθεν
εις μεγάλην οικίαν, και εζήτησε τον οικοδεσπότην.

 — Τρώγει, τω είπεν η υπηρέτρια.

 — Πολύ καλά, παρετήρησεν εκείνος μετά θρασύτητος, ην δεν
ηδυνάμην ότε να εξηγήσω. Ειπέ του πως είνε ο Κυρ Γιάννης· θα τον
περιμείνω εις το γραφείον του.

Και εισήλθε πραγματικώς εις την παρακειμένην αίθουσαν, όπου,
στρωθείς επί μαλακού ανακλίντρου, άναψε σιγάρον και ήρχισε να
μετρή το περιεχόμενον του θυλακίου του.

Μετ' ολίγον εισήλθεν ο οικοδεσπότης, εύσαρκος κύριος, ομοιάζων
προς οικόσιτον ινδικήν όρνιθα, στρογγύλην έχων και λάμπουσαν εκ
του πάχους την μορφήν, στρέφων δε τον αδρόν αυτού μύστακα διά της
μιας αυτού χειρός, και βυθίζων την άλλην εις το θυλάκιον της
αναξυρίδος του. Το εξωτερικόν αυτού εμαρτύρει αυτάρκειαν άνευ
ορίων, το βήμα του ήτο σταθερόν και μεγαλοπρεπές, ωσεί βήμα
νικητού θρίαμβον άγοντος, το δε ήθος αυτού ανέφαινε διάνοιαν
παχυνθείσαν εν αργία.

 — Καλησπέρα κυρ Γιάννη, είπε χαιρετίζων τον ξένον αυτόν, όστις
ακίνητος και καθήμενος πάντοτε, εξηκολούθει μετρών και γράφων
αριθμούς.

 — Καλησπέρα σας, αυθέντα, απήντησεν εκείνος. Σας έκαμα σήμερον
καμμιά εκατοστή κομμάτια με τα σαράντα, και αύριον πάλιν
βλέπομεν.

Είπε και μας απέθηκε πάσας επί του τραπεζίου.

 — Τόσας μόνον; ηρώτησεν αυταρέσκως μειδιών ο οικοδεσπότης.

 — Και αυτάς με πολλή δυσκολία· τα μυαλά του κόσμου, βλέπετε,
άρχισαν ν' ανάφτουν, και το πράγμα πηγαίνει ολονένα τον ανήφορο.
Αγορασταί πολλοί και πωληταί ολίγοι.

 — Ήσαν λοιπόν βασταγμέναι καλά σήμερον;

 — Βασταγμέναι και βασταγμέναι. Δεν ηξεύρω μα την αλήθειαν,
αυθέντα, πού θα πάη αυτή η ιστορία.

 — Τι θέλεις να το ηξεύρης; ηρώτησεν απαθώς ο οικοδεσπότης, και
τα χονδρά του χείλη εμόρφασαν παραδόξως.

 — Λέμε δα, αυθέντη, να ξεύρωμε και 'μείς κάπως πού πατούμε . . . .

 — Αφού δεν πατείς διά λογαριασμό σου, τι σε μέλει; Αύριο κύτταξε
να μου κάμης όσας ημπορέσης . . .

 — Με τα σαράντα; αδύνατον.

 — Μη βιάζεσαι. Πήγαινε και εις τα σαρανταπέντε, . . . και εις τα
πενήντα εν ανάγκη. Αλλά με τρόπον· εννοείς, ελπίζω.

 — Όσο δα γι' αυτό, δεν είμαστε πρωτάραις.

 — Ιδού χρήματα.

Και ανοίξας ο οικοδεσπότης σιδηρούν κιβώτιον, εξήγαγεν αυτού
δέσμας τινάς χαρτονομισμάτων, ων ηρίθμησε και παρέδωκε το
περιεχόμενον εις τον μεσίτην αυτού, αποχωρήσαντα μετά τινας
βεβιασμένας υποκλίσεις.

Εμέ δε την δυστυχή και τας ομοιοπαθείς αδελφάς μου εδέχθη η
χαίνουσα του σιδηρού κιβωτίου άβυσσος, όπου ουδέ φωτός ακτίς ούτε
ήχου παλμός εισέδυε ποτέ, ειμή παροδικώς μόνον και επ' ολίγας
στιγμάς, οσάκις ηνοίγετο η θύρα, ίνα φυλακισθώσιν εντός αυτού και
άλλαι ομοιοπαθείς μου, ή αποφυλακισθώσι και άλλα χαρτονομίσματα.

VIII.

 — Πολλάς, αγνοώ πόσας, ημέρας διέμεινα εν φυλακή.

Εσπέραν τινά τέλος πάντων ηνοίχθησαν και πάλιν αι σιδηραί της
πύλαι, και η στιβάς ην απετελούμεν εγώ και αι αδελφαί μου εξήχθη
της σκοτεινής αβύσσου και απετέθη επί του τραπεζίου, όπου ήρχιζε
να μας αριθμή ο ευτραφής ημών κάτοχος.

Εν τω δωματίω υπήρχον έτι, πλην αυτού, ο μεσίτης εκείνος, ον
γνωρίζουσιν ήδη οι αναγνώσται μου, και κυρία τις, σύζυγος καθ'
όλα τα φαινόμενα του οικοδεσπότου, εύσωμος και ανθηρά δέσποινα,
κεκαλυμμένη διά μετάξης και τριχάπτων.

 — Επτακόσιαι ογδοήκοντα! είπεν αναβλέψας και θεωρών τον Κυρ
Γιάννην ο κύριος ημών.

 — Και θα τας δώσης όλας; ηρώτησεν η κυρία.

 — Εννοείται όλας· απήντησεν εκείνος ηρέμα. Μήπως θέλεις να
περιμείνωμεν το μέρισμα; προσέθηκε παραδόξως μειδιών,

 — Δεν λέγω διά μέρισμα, αλλά . . . τέλος πάντων ημπορεί ν'
αναιβούν ακόμη.

 — Δεν υπάρχει πλέον λόγος να υψωθούν, παρετήρησε μετά τραπεζικής
εμβριθείας ο οικοδεσπότης· η υπογραφή της συμβάσεως έγεινε
γνωστή, και η υπερτίμησις έφθασεν εις τον ανώτατον όρον της. Εις
τα εκατόν πενήντα μόνον τρελλοί ημπορούν να αγοράζουν ή να
φυλάττουν μετοχάς του Λαυρίου.

 — Έννοια σας, κυρία, διέκοψε δειλώς ο Κυρ Γιάννης, ξεύρει ο
αυθέντης τι κάμνει.

 — Μάλιστα, μάλιστα, απήντησε μετά τινος πείσματος η κυρία· αλλ' ο
κύριος Πετραδάκης, και αυτός ξεύρει μου φαίνεται, πολύ καλά τα
πράγματα· έλεγε χθες, ότι αι μετοχαί του Λαυρίου θ' αναίβουν εις
τα πεντακόσια . . .

 — Αυτό το λέγω κ' εγώ είπεν ο κύριος, καθώς το λέγει και αυτός,
διότι μας συμφέρει να το λέγωμεν, διότι είμεθα πωληταί, και
θέλομεν να χάφτη ο κόσμος τοιούτου είδους παραμύθια και να
αγοράζη. Αν αυτός δεν αγοράζη, εις ποίον θα πωλήσωμεν ημείς;

Ο Κυρ Γιάννης εμειδία εξ ευχαριστήσεως και ηκτινοβόλει εκ
θαυμασμού.

 — Έννοια σου, ψυχή μου, έννοια σου! προσέθηκεν ο μεγαλοφυής
κερδοσκόπος, αποτεινόμενος εις την σύζυγόν του, μετ' ολίγας
ημέρας θα ιδής πόσον φρόνιμα κάμνω σήμερον.

Και στραφείς προς τον Κυρ Γιάννην, ωσεί διδάσκαλός τις προς
μαθητήν·

 — Άκουσε, κυρ Γιάννη, είπεν εις αυτόν μετ' εμβρίθειας και οιονεί
μετρών τους λόγους αυτού ένα ένα. Θα αρχίσης από τα εκατόν
πενήντα, και θα κυττάξης να ξεκάμης εντός της αύριον όσας
ημπορέσης. Μη δώσης συγχρόνως περισσοτέρας των πενήντα. Δεν μας
συμφέρει να φανούμεν ότι βγάζομεν μεγάλαις φουρνιαίς. Ο κόσμος
ημπορεί να τρομάξη και να έλθη στάσις. Αν σου ήνε εύκολον, και
έχεις ανθρώπους της εμπιστοσύνης σου, μοιράζεις την εργασίαν, και
από καιρόν εις καιρόν αγοράζεις απ' αυτούς και μερικά κομμάτια,
διά να κρατήσωμεν τας τιμάς. Εννόησες.

Ο Κυρ Γιάννης είχεν ήδη δείξει διά τον συνεχών αυτού κατανεύσεων
προς πάσαν φράσιν του οικοδεσπότου, ότι είχε κάλλιστα εννοήσει
την βαθύτητα και το βάρος των λόγων αυτού, ώστε ουδέ καν ησθάνθη
την ανάγκην να κατανεύση και πάλιν.

 — Πάρε λοιπόν και πήγαινε! προσέθηκε τέλος ο κύριος, ως
στρατάρχης τις εκπέμπων στρατηγόν εις μάχην.

Ο δε Κυρ Γιάννης, παραλαβών ημάς και τυλίξας εντός κοκκίνου
ρινομάκτρου, κατέβη ανά δύο τας βαθμίδας της κλίμακος και εξήλθεν
εις την οδόν, ψιθυρίζων μετά τινος στεναγμού.

 — Όπου είνε τα πολλά πάνε και τα λίγα.

IX.

Μετά τινας στιγμάς, υπό μάλης πάντοτε του Κυρ Γιάννη φερόμεναι,
ευρέθημεν εν τω μέσω τριόδου, ην επλήρου πυκνός και πολυτάραχος
ανθρώπων όμιλος.

Το θέαμα της θορυβώδους εκείνης σκηνής, ης υπήρξα ευτυχώς μάρτυς,
διότι το άνω ήμισυ του σώματός μου εξείχε κατά τύχην του
μανδηλίου, ουδέποτε μέχρις εσχάτης μου στιγμής θέλω λησμονήσει.

Ας φαντασθώσιν οι αναγνώσται μου ανθρώπους πάσης κοινωνικής
τάξεως, παντός φύλου και πάσης σχεδόν ηλικίας διότι και γυναίκες
έτι και παίδες δωδεκαέτεις ανεμιγνύοντο εις τα ενεργά πρόσωπα της
παραδόξου εκείνης πανηγύρεως· συνωθούμενους εν τη οδώ,
φωνάζοντας, χειρονομούντας, μεταλλάσσοντας θέσιν μετά πυρετώδους
ανυπομονησίας, και ομοιάζοντας, απλώς ειπείν, προς χορόν δαιμόνων
ορχουμένων περί το πυρ της κολάσεως· ας φαντασθώσι πάντα σχεδόν
τα παρόδια καταστήματα ανοικτά έτι εν προκεχωρημένη νυκτί,
κατάφωτα και πλήρη ανθρώπων χρηματιζομένων και κυβευόντων· ας
φαντασθώσι τα καφενεία μεταβεβλημένα εις χρηματιστήρια, τα
καπνοπωλεία εις μεσιτικά γραφεία, τα χαρτοπωλεία εις εντευκτήρια
πωλητών και αγοραστών· ας φαντασθώσι τέλος όλας εκείνας τας
μορφάς εμψυχουμένας υπό της δίψης του χρήματος, παραμορφωμένας
υπό του κερδοσκοπικού πυρετού, και φωτιζομένας οτέ μεν αμυδρώς
υπό των φανών της οδού, οτέ δε φαεινότερον υπό των λαμπτήρων των
ένθεν και ένθεν της οδού καταστημάτων, και θέλουσιν ίσως
κατορθώσει να σχηματίσωσιν ασθενή τινα πάντως αλλά προσεγγίζουσαν
εις το αληθές εικόνα της διαβολικής τύρβης, ήτις επλήρου την
διασταύρωσιν των οδών Αιόλου και Ερμού κατά την εσπέραν εκείνην,
ότε επέκλωσε και εις εμέ η μοίρα να γίνω μάρτυς του πρωτοφανούς
δι' εμέ θεάματος.

Ράκη τινά διαλόγων και ομιλιών προσέβαλλον, καθαρώτερον εκ του
ταράχου εκείνου τας ακοάς μου, και τα πλείστα εξ αυτών με
επλήρουν υπερηφανείας, διότι ουδέν άλλο ήσαν ή πανηγυρισμοί της
αξίας μου.

 — Και συ εδώ; ηρώτα ιατρός τις ιστάμενος επί του λιθοστρώτου
άλλον συνάδελφον αυτού προσερχόμενον την στιγμήν εκείνην.

 — Τι να κάμης, αδελφέ; ήλθε ο καιρός να ειπούμε γεια της
φτώχιας, καθώς φαίνεται.

 — Κύτταξε μόνον, να μην ειπούμε 'γεια εις το ολίγο ασημικό, που
μας βρίσκεται.

 — Α, μπα! και δεν πουλώ, αν θέλω, τώρα με τα εκατόν πενήντα, να
μου μείνη καθαρόν κέρδος δέκα χιλιάδες φράγκα;

 — Το κακό είνε ότι δεν πουλείς, καθώς δεν πουλώ κ' εγώ.

 — Θα ήτον τρέλλα. Αύριον θα έχουν τριακόσια. Και πλησιάσας εις
το ους του συναδέλφου του.

 — Η σύμβασις δημοσιεύεται αύριον, τω είπε.

 — Αυτό είνε παλαιόν, αγαπητέ . . . και πολύ φοβούμαι ότι ό,τι
είχε να κάμη η σύμβασις το έκαμε. Αλήθεια, τι κάμνει ο άρρωστός
σου;

 — Ας κάμη ό,τι τον φωτίση ο ύψιστος.

Περαιτέρω άλλος διάλογος.

 — Μην αγοράζης πλέον, Δημήτρη! έλεγεν οινοπώλης τις εις εύσωμον
οψοπώλην, ούτινος η μορφή ήτο πορφυρά ως βρασμένος αστακός.

 — Άφησέ με, που δεν θ' αγοράσω! Η τύχη, ματάκια μου, δεν έρχεται
δυο φοραίς, και όταν έλθη πρέπει να την ιδής εσύ, γιατί εκείνη
δεν βλέπει.

 — Και συ τόρα νομίζεις ότι βλέπεις;

 — Καλά! μεθαύριο τα μιλούμε.

Εγγύς αυτών αμύσταξ νεανίσκος, παις σχεδόν έτι, εξωμολογείτο εις
άλλον ομήλικά του, ότι κατορθώσας να υπεξαιρέση πολύτιμα τινα της
μητρός αυτού κοσμήματα, τα έκαμεν, ως έλεγε, «ψιλούς παράδες» και
ηγόρασε δύο μετοχάς.

 — Άκουσε το διαβολόπουλο! παρετήρησε δικηγόρος τις, ακούσας την
εξομολόγησιν του παιδός. Πώς θα καταντήσωμεν, αδελφέ, με αυτήν
την μανίαν;

 — Θα καταντήσωμεν, απήντησε μειδιών ο ερωτώμενος συναδελφός του,
να μη πηγαίνωμεν πλέον εις τα δικαστήρια και να δικαζώμεθα
ερήμην.

 — Το λέγεις τάχα δι' εμέ;

 — Και διά σε και δι' εμέ.

Ολίγον παρέκει μεσίται δυο συνωμίλουν ταπεινή τη φωνή,
προσπαθούντες — κωμικώτατον φαινόμενον — να απατήσωσιν αλλήλους.
Αμφότεροι ήθελον να πωλήσωσι, και αμφότεροι προσεποιούντο ότι
ήσαν αγορασταί. Τέλος επείσθησαν ότι μάτην εκοπίων, και
απεχωρίσθησαν ψιθυρίζοντες, ο μεν: — Δεν γεληέται, ο διάβολος!, ο
δε — Και ούτος με το ίδιον αέρα αρμενίζει.

Πλην υπεράνω πάντων αυτών των κατ' ιδίαν διαλόγων και των εν
εμπιστοσύνη εξομολογήσεων, υπεράνω του υποκώφου ψιθυρισμού των
προσπαθούντων να απατήσωσιν αλλήλους, των παροτρυνομένων
αμοιβαίως εις αγοράς και πωλήσεις, και των φιλοσοφούντων επί του
προ αυτών νοσολογικού κοινωνικού φαινομένου, αντήχει φοβερός και
συμμιγής ο τάραχος των μεγαλοφωνούντων εξ υπογυίου μεσιτών, ων
άλλοι άλλα τέως ασκούντες επαγγέλματα, κατέλιπον έν πρωί ο μεν το
ξυράφιον αυτού και την λεκάνην, ο δε την οψοπωλικήν αυτού ποδιάν,
ο δε το υπαλληλικόν του γραφείον, ο δε και αυτούς τους μαθητικούς
σκύμνους, και ετράπησαν προς το διασκεδαστικόν και κερδοφόρον
επιτήδευμα «του ποδαριού» — ως το απεκάλουν, — την χρηματιστικήν
μεσιτείαν. Πάντες ούτοι, πλήρεις έχοντες τας χείρας αυτών
χαρτονομισμάτων και μετοχών, ων η πλήρης ρύπου και μωλώπων μορφή
αληθή και αδελφικόν μοι ενέπνεεν οίκτον, περιεφέροντο
συνωθούμενοι και οιονεί δαιμονίωντες μεταξύ του πλήθους, και
εξελαρυγγίζοντο κραυγάζοντες και εκφωνούντες το εμπόρευμά των.

 — Αγοράζω δέκα κομματάκια με σαρανταεννηά! . . .

 — Και μισό, αγαπητέ, και μισό.

 — Πουλώ είκοσι, με πενήντα.

 — Πουλώ εις τα πενήντα εκατό, διακόσια, όσα θέλετε . . .

 — Δικά μου το λοιπόν, αφού πουλείς όσα θέλω!

 — Τώχαψε ο φίλος σαν λουκούμι! τι κουτός που είσαι καϋμένε!

 — Εγώ είμαι κουτός, ή εσύ είσαι μασκαράς;

 — Α, α! όχι χονδρά λόγια, γιατί ξέρεις πως έχω το χέρι κομμάτι
μακρύ.

 — Αν ήνε μακρύ, το κονταίνομε, πουλάκι μου!

 — Ελάτε! ησυχία, . . . ντροπή!

 — Έχω δέκα κομματάκια, μιας χήρας, και τα ξεκάμνω εις τα πενήντα
ένα.

 — Εγώ έχω πέντε ενός ορφανού, και τα ξεκάμνω 'ς τα πενήντα.

 — Όλο εμπρός μου θα βγαίνης, ευλογημένε;

 — Δεν είνε δικά μου, να σε χαρώ!

 — Πάρτε, κύριοι, πάρτε, . . . πριν πάνε 'ς τα διακόσια.

 — Θα γυρεύετε και δεν θα βρίσκετε! . . .

Και αι φωναί εξηκολούθουν, και ο πάταγος ηύξανε, και ο θόρυβος
εκορυφούτο.

Τι εγίνετο εν τούτοις ο Κυρ Γιάννης; θα ερωτήση ο ενδιαφερόμενος
περί της τύχης μου αναγνώστης.

Τι εγινόμην εγώ, η εν τω μανδηλίω του Κυρ Γιάννη δεδεμένη;

Ο Κυρ Γιάννης, ως άνθρωπος φρόνιμος και περιεσκεμμένος, περιήλθεν
ικανήν ώραν το εν τη οδώ πλήθος, οσφραινόμενος πανταχού ως
ρινηλάτης κύων, λαλών σιγά προς τον ένα, νεύων προς τον άλλον και
σφίγγων τρίτου την χείρα, εισήλθε μετά ταύτα εις το γωνιαίον
καφενείον, όπου η αυτή περίπου σκηνή της οδού επανελαμβάνετο κατά
μικροτέρας διαστάσεις, ανήλθε κατόπιν εις το υπεράνω του
καφενείου κατάστημα, εβολιδοσκόπησε τας διαθέσεις του πανταχόθεν
πλημμυρούντος κερδοσκοπικού κοινού, και μη ευχαριστηθείς,
φαίνεται, κατέβη πάλιν εις την οδόν, όπου ήρχισε νέας
διπλωματικάς ενεργείας. Μετ' ολίγας στιγμάς ησθάνθην αυτόν
πλησιάσαντα εις δειλόν τινα και ωχρόν κύριον, ούτινος η μαραμμένη
μορφή ενέφαινε κάματον, ανησυχίαν, και πεζότερόν τι ίσως έτι
συναίσθημα, το της πείνης.

Τις οίδε πόσην ώραν είχεν ο ταλαίπωρος να φάγη.

 — Λοιπόν, κυρ Θοδωράκη, δεν θα κάμωμεν τίποτε; ηρώτησεν επαγωγώς
μειδιών ο κυρ Γιάννης. Δεν θα μου δώσης ένα δεκάρι εις τα
σαρανταεννηά;

 — Στα πενήντα αγοράζω εγώ, απήντησε μετά πυρετώδους εξάψεως ο
Θοδωράκης.

 — Πόσα; έσπευσε να ερωτήση ψυχρώς ο μεσίτης μου.

 — Τριάντα . . . αν έχης, απήντησεν ο αγοραστής.

 — Δικά σας! προσέθηκεν ο κυρ Γιάννης, και έτεινε την χείρα του
προς τον ωχρόν και πυρέσσοντα Θοδωράκην.

 — Τα χρήματα όμως, υπέλαβεν εκείνος, τείνων επίσης την χαρά του
εις τον μεσίτην, αύριον το πρωί, διότι σήμερον εκτινάχθηκα.

 — Όπως αγαπάτε, παριτήρησε γλυκερώς ο κυρ Γιάννης· μου δίδετε
μόνον ένα χαρτάκι . . .

Και εισελθόντες εις παρακείμενον καπνοπωλείον, ούτινος η τράπεζα
είχε προχείρως μεταβληθή εις κολλυβιστικόν λογιστήριον,
συνετέλεσαν προς μεγίστην μου ευχαρίστησιν την συναλλαγήν αυτών.
Λέγω δε, προς μεγίστην μου ευχαρίστησιν, διότι εκτός της
χορηγηθείσης μοι πάλιν προς ώραν ελευθερίας διά της λύσεως του
δέματος, όπερ έφερεν υπό μάλης ο κυρ Γιάννης, είδα μεθ'
υπερηφανείας, ότι μία των εις υπερτίμησιν εκατόν πεντήκοντα
φράγκων πωληθεισών μετοχών ήμην και εγώ.

 — Αληθώς, διελογιζόμην κατ' εμαυτήν, φερομένη μετ' ολίγας
στιγμάς εν τω θυλακίω του κυρ Θοδωράκη, αληθώς ο εκδότης μου ήτο
μέγας ανήρ και είχε μεγαλοφυίαν ουχί των κοινών, κατορθώσας εντός
ολίγων ημερών να αξίζουσι τα πεντήκοντα φράγκα διακόσια. Διότι,
τέλος πάντων, εγώ είχα πληρωθή πρό τινων ημερών πεντήκοντα
φράγκα, και όμως ηγοράσθην πρό τινων στιγμών αντί διακοσίων.
Τούτο ήτο αλήθεια, ήτο γεγονός, ούτινος υπήρξα αυτήκοος και
αυτόπτης. Και όμως εγώ ουδόλως είχα μεταβληθή· ήμην πάντοτε η
αυτή, κατ' ουδέν αυξηθείσα, κατ' ουδέν βελτιωθείσα. Έφερον μόνον
επ' εμού ολίγας κηλίδας ρητινίτου και στίγματά τινα εκ του
βορβορώδους εδάφους του καπηλείου, όπου κατά κακήν μου μοίραν
είχα κυλισθή την αξιομνημόνευτον εκείνην εσπέραν την οποίαν
διηγήθην ήδη, αλλά δεν ηδυνάμην να εννοήσω, αν αι πρόσθετοί μου
αύται ιδιότητες ήσαν ικαναί να δικαιολογήσωσι την υπερτίμησίν
μου. Τι άρα γε συνέβη εν τω μεταξύ, και υψώθη τόσον η αξία μου;
Ποίοι λόγοι παρεκίνουν τους ανθρώπους να πλειοδοτώσι προς
απόκτησίν μου; Μάτην προσεπάθουν να το εννοήσω, και εσκεπτόμην
έτι περί τούτου, ότε ο νέος μου κύριος εισήλθεν εις την οικίαν
του, και πριν ή έτι αποβάλη τον πίλον αυτού, εξήγαγε του θυλακίου
του την στιβάδα ημών όλην, ην από πρωίας, φαίνεται, είχε
συναγάγει εντός αυτού, και την απέθηκε θριαμβικώς επί της
τραπέζης.

Χ.

 — Ταις εκατάφερα τέλος πάντων εκατόν! εφώνησε προς μικράν τινα
και κομψήν γυναίκα, καθημένην εγγύς τραπεζίου, και ράπτουσαν υπό
το αμυδρόν φως μικράς ορειχαλκίνης λυχνίας, παρά το λίκνον
κοιμωμένου βρέφους.

Αλλ' η σύζυγός του — διότι σύζυγος αυτού ήτο η ωχρά εκείνη και
κατηφής γυνή, — ουδέν απήντησεν. Ανέβλεψε μόνον περιλύπως επί
τινας στιγμάς προς τον λαλήσαντα, και καταβιβάσασα πάλιν τα
βλέμματά της επί την νυκτερινήν αυτής εργασίαν, εξηκολούθησε
ράπτουσα δι' ασταθούς και τρεμούσης χειρός.

 — Ακόμη ράπτεις, Σοφία; προσέθηκεν ο Θοδωράκης διά ταπεινοτέρας
φωνής, και αποβαλών τον πίλον αυτού προσήγγισεν εις την σύζυγόν
του.

 — Πρέπει να τελειώσω απόψε, απήντησεν η νεαρά γυνή.

 — Τώρα που θα γείνωμεν πλούσιοι, δεν έχεις πλέον ανάγκην να
ράπτεις, επανέλαβεν ο σύζυγος μειδιών. Αλλά το βεβιασμένον αυτού
μειδίαμα εφαίνετο θέλον αυτόν μάλλον να φαιδρύνη ή την σύζυγόν
του.

 — Πλούσιοι! εψιθύρισε μόλις ακουομένη η Σοφία, και παραιτούσα
αίφνης την εργασίαν της.

 — Έχομεν αύριον να ψωνίσωμεν; ηρώτησε διά ζωηροτέρας φωνής, και
ανέβλεψεν εις τον σύζυγόν της, ενώ αδρόν δάκρυ εκυλίεττο επί της
ωχράς αυτής παρειάς.

 — Άρχισες πάλιν τα δάκρυα και τα παράπονα υπέλαβε μετά
τραχυτέρας φωνής ο Θοδωράκης, αποφεύγων την εις την ερώτησιν της
συζύγου του απάντησιν.

 — Εννοείς πολύ καλά, ότι τα δάκρυα αυτά δεν είνε δι' εμέ, αλλά
διά σε περισσότερον και διά το ταλαίπωρον αυτό πλάσμα, το οποίον
κοιμάται εκεί μέσα, και του οποίου δεν ηξεύρω ποία θα ήνε η τύχη,
αν εξακολουθής αυτόν τον δρόμον.

 — Αι! να σου ειπώ: διέκοψεν αυτήν ο κερδοσκόπος, και η φωνή του
κατέστη έτι τραχυτέρα· κλαίε, αν θέλεις, και σου προξενεί
ευχαρίστησιν, αλλ' άφησε τας συμβουλάς και τας νουθεσίας, διότι
μου πειράζουν τα νεύρα.

 — Σου πειράζουν τα νεύρα! ανέκραξεν η νεαρά γυνή, και η μορφή
αυτής επορφυρώθη, και η φωνή της έτρεμεν εξ αγανακτήσεως. Σου
πειράζουν τα νεύρα! και δεν σου πειράζει τα νεύρα λοιπόν η
δυστυχία, την οποίαν πολύ γρήγορα θα φέρης εις το σπίτι σου, η
πτωχεία και η πείνα, την οποίαν μας ετοιμάζεις, η ατιμία . . .
Θεέ μου! . . .

Και η ταλαίπωρος μήτηρ μη κατορθώσασα να συμπληρώση την φράσιν
της, εκάλυψε το πρόσωπον αυτής διά των χειρών και ερράγη εις
λυγμούς.

 — Η ατιμία! ωλόλυξεν ο Θοδωράκης δεν ηξεύρεις τι λέγεις, . . .
και κάμε μου την χάριν σε παρακαλώ . . .

Είπε, και εβάδισεν απειλητικώς προς την Σοφίαν.

Αλλ' η νεαρά γυνή, ωσεί μεταμορφωθείσα αίφνης, ωσεί στομωθείσα
την ψυχήν διά των πικρών δακρύων άτινα έχυσαν τα όμματά της,
ανέστη ορθία, και προσβλέπουσα τον σύζυγον αυτής ασκαρδαμυκτί,

 — Ναι! εφώνησεν, η ατιμία! Επώλησες ό,τι είχαμεν, και αυτά τα
ολίγα μου κοσμήματα, και αυτόν τον μικρόν σταυρόν της κόρης μας,
διά να αγοράσης μετοχάς, διά να παίξης εις το χαρτοπαίγνιον,
διότι τι άλλο τέλος πάντων είνε αυτό το εμπόριον παρά
χαρτοπαίγνιον! Και όμως δεν ησύχασες! ηγόρασες και άλλας σήμερον·
με τι τας επλήρωσες; με τι θα τας πληρώσης, αφού δεν έχομεν πλέον
ούτε μίαν δραχμήν διά να αγοράσωμεν ψωμί, αφού θ' αναγκασθώ να
πωλήσω το μικρό αυτό υποκαμισάκι, που έρραπτα διά την κόρην μου,
διά να ζήσωμεν αύριον;

Ο Θεοδωράκης δεν ήτο πλέον ο ίδιος άνθρωπος. Ίστατο προ της
συζύγου του ενεός και άφωνος, ως μη αναγνωρίζων αυτήν, ως
παράφρων προς στιγμήν γενόμενος.

 — Λέγε μου λοιπόν! επανέλαβεν η Σοφία, με τι τας επλήρωσες;

 — Θα τας πληρώσω αύριον, . . απήντησε μηχανικώς ούτως ειπείν ο
κερδοσκόπος.

 — Με τι; με τι; επέμενε κραυγάζουσα η νεαρά γυνή.

 — Πλην, Σοφία μου, υπέλαβεν ο σύζυγος, ηπιώτερος εκ της
αλλοφροσύνης αυτού ανακύψας, αύριον θα ήνε υπερτιμημέναι, θα τας
πωλήσω εις τα διακόσια, και θα ωφεληθώμεν πέντε χιλιάδας
φράγκα . . .

 — Και αν αύριον δεν ήνε υπερτιμημέναι;

 — Θα ήνε μεθαύριον, αντιμεθαύριον, θα ήνε τέλος πάντων εντός
ενός μηνός. Το πράγμα είνε άφευκτον. Παραγγελίαι έρχονται καθ'
ημέραν από το εξωτερικόν, από την Κωνσταντινούπολιν . . . και
μέχρι της λήξεως τον συναλλάγματος . . .

Και ο κερδοσκόπος, ωσεί άκων εξολισθήσας εις την τελευταίαν του
εξομολόγησιν, ανεστάλη αποτόμως, ψιθυρίζων καθ' εαυτόν — Διάβολε!
πώς μου εξέφυγε!

 — Συναλλάγματος! εξεφώνησεν η νεαρά γυνή· υπέγραψες συνάλλαγμα,
διά να αγοράσης παληόχαρτα; Έδωκες την υπογραφήν σου, την τιμήν
σου, διά να πλουτίσης με τον νουν, διά να έμβης μεθαύριον εις την
φυλακήν, και να με αφήσης εις τους πέντε δρόμους;

Η Σοφία δεν ηδυνήθη να περάνη τους λόγους της. Οι αλλεπάλληλοι
κλονισμοί κατέβαλον αυτήν, και έπεσε λιπόθυμος επί τινος έδρας.

Αλλ' η πεπωρωμένη, φαίνεται, του συζύγου του της καρδία ουδόλως
εκ του θεάματος εκείνου εταράχθη, ενώ εγώ, η απλή μάρτυς του
μικρού εκείνου οικογενειακού δράματος, έτρεμον όλη εκ της
συγκινήσεως.

Πλησιάσας ο Θοδωράκης εις το τραπέζιον, εφ' ου εκείμην μετά των
άλλων μου αδελφών, ήνοιξε τον σύρτην αυτού και μας εκλείδωσεν
εντός των σκοτεινών του μυχών.

 — Εκείθεν ήκουσα αυτόν μετ' ολίγον απερχόμενον με γοργόν το
βήμα, και κλείοντα βιαίως όπισθεν αυτού την θύραν του δωματίου.

XI.

Πολλάς, υποθέτω, ημέρας έμεινα εκεί φυλακισμένη.

Ότε ηνοίχθη ο σύρτης, και η χειρ του κυρίου ημών μας εξέβαλε
πάλιν εις φως, ταραχώδης και δυσάρεστος σκηνή συνέβαινεν εντός
του δωματίου.

Είδον ξένας και παραδόξους μορφάς αναιδή περιφερούσας πέριξ τα
βλέμματα, ήκουσα συγκεχυμένας τινας φράσεις, εν αις αι λέξεις:
διαμαρτύρησις, κατάσχεσις, φυλακή! πολλάκις επανελαμβάνοντο, και
ησθάνθην εμαυτήν τέλος μεταβαίνουσαν εις άλλας χείρας.

 — Ιδού! είπεν ο Θοδωράκης πρός τινα των παρισταμένων ξένων. Είνε
εκατόν κομμάτια· με τα εικοσιτέσσαρα κάμνουν επτά χιλιάδες
τετρακόσια φράγκα περισσότερον αφ' ό,τι οφείλω.

 — Και τα έξοδα; τα έξοδα! προσέθηκε ρικνή τις και κιτρίνη μορφή,
κτήμα δικαστικού κλητήρος, ως εσυμπέρανα.

 — Κρατήσατε και τα έξοδα, όσα είνε, είπεν ο Θοδωράκης, και
επιστρέψατέ μου το υπόλοιπον.

 — Βλέπεις πώς έγεινες πλούσιος; υπέλαβε διά σβεννυμένης φωνής η
επί του ανακλίντρου ασθενής κατακειμένη σύζυγος του πτωχεύσαντος
κερδοσκόπου.

 — Να πάρη ο διάβολος την αντιπολίτευσιν, η οποία έκαμε την
σύμβασιν όπως την έκαμε! απήντησεν εκείνος, βλοσυρώς βλέπων
χαμαί.

 — Όσον δι' αυτό, κυρία, είνε σωστόν! υπέλαβεν ο νέος μου
κάτοχος, τυλίσσων ημάς πάσας εις ικανώς ογκώδες σπείραμα, και
περιδένων αυτό διά ρυπαρού λωρίου. — Αλλέως τα επεριμέναμεν και
αλλέως μας εβγήκαν. Προσκυνώ!

Και εξήλθε του θαλάμου μεθ' ημών.

ΧΙΙ.

Το λυπηρόν θέαμα της τελευταίας σκηνής, ης παρέστην μάρτυς, η
συνείδησις ότι υπήρξα και εγώ εν μέρει αφορμή δακρύων και
δυστυχίας εργάτις, και υπέρ πάντα ίσως το προσβάλλον την
φιλοτιμίαν μου συναίσθημα της φοβεράς μου υποτιμήσεως, ταύτα
πάντα συνεκίνησαν την καρδίαν μου και εζάλισαν την κεφαλήν μου,
ώστε δις ίσως και τρις εντός της ημέρας μετήλλαξα κύριον χωρίς να
το εννοήσω.

Μόλις μεθ' ημέρας, συνελθούσα κάπως εις εμαυτήν, εννόησα εκ της
νέας, ικανώς κωμικής, σκηνής, εις ην παρευρέθην, ότι διετέλουν
εις χείρας μικρού τινος εκ των νεοφωτίστων εκείνων μεσιτών, ους
είχον εμπαίξει εν ώρα ευδαιμονίας.

Ο κάτοχός μου επιτέλει μέρος παραδόξου τινός χορού, συνωθουμένου
περί το σφαιριστήριον μεγάλου και ικανώς πλήθοντος καφενείου. Οι
τον κυβευτικόν δ' εκείνον όμιλον συγκροτούντες, κατηφείς
συγχρόνως και αγρίας έχοντες τας όψεις, αντήλλασσον μεγαλοφώνως
φράσεις πρωτακούστους εις εμέ και ακαταλήπτους, και ηγωνίζοντο
τις πρώτος να πωλήση, ως ημιλλώντο άλλοτε τις ν' αγοράση
περισσότερον του άλλου.

Πού ο πάταγος εκείνος, ο προ δύο μηνών, ο πυρετώδης και πλήρης
ζωής! πού αι συμμιγείς εκείναι κραυγαί των απλήστων αγοραστών, ας
ήκουον εν ευφροσύνη τα ώτα μου! πού το εύθυμον εκείνο και πλήρες
ελπίδων πλήθος, το θυσιάζον υπέρ ημών και τον έσχατον αυτού
οβολόν!

Πομφόλυγες ήσαν φαίνεται αι ελπίδες των και διερράγησαν, καπνός
ην το πλήθος και διελύθη.

Τοιαύτα τινα εφιλοσόφουν κατ' εμαυτήν, ακούουσα περί εμέ τας
αλλοκότους ταύτας φράσεις:

 — Αγοράζω με δεκαπέντε, το ένα εμπρός, παραδοτέα την πρώτην.

 — Πουλώ τέσσαρα κομματάκια με δεκαέξ, το ήμισυ εμπρός.

 — Πουλώ δέκα εις τα δεκαπέντε και μισό, μετά το χρηματιστήριον.

 — Αγοράζω με δεκαπέντε και μισό, το ήμισυ εμπρός δι' αύριον.

 — Αγοράζω με δεκατέσσαρα πενήντα κομμάτια υποχρεωτικά.

 — Πουλώ εις την διάθεσίν μου είκοσι κομμάτια, με δεκαέξ το έν
εμπρός διά μεθαύριον το πρωί.

 — Πουλώ με δεκαέξ, το ήμισυ εμπρός, εις την διάθεσιν του
αγοραστού!

Εκ των φράσεων τούτων, και άλλων πολλών ομοίων, αίτινες
ανεμιγνύοντο αδιακόπως εις τας εκφωνήσεις των υπηρετών του
καφενείου, διατασσόντων «ένα λουκούμι»! ή «ένα βαρύν και γλυκύν»!
ουδέν άλλο εννόησα, ή τούτο μόνον, ότι πολλοί ήσαν πωληταί,
ολίγοι δε αγορασταί.

Μετ' ολίγον ήκουσα και τον κάτοχόν μου, εις ου το θυλάκιον
μονήρης και τεθλιμμένη εθρήνουν σιγά το παρελθόν μου μεγαλείον,
αναφωνήσαντα·

 — Μία μόνη μου έμεινε! την ξεκάμνω εις τα δεκατέσσαρα και μισό!

Α! πόσον βαθέως επίκρανε την ψυχήν μου η λέξις
εκείνη:  ξ ε κ ά μ ν ω!

Τοσούτον λοιπόν άχρηστον και οχληρόν σκεύος είχα καταντήσει, ώστε
ευτυχία ελογίζετο η απαλλαγή μου;

Ουδέποτε ευαίσθητος αλλ' άσχημος δεσποινίς, παρηγκωνισμένη εις
γωνίαν τινά της αιθούσης χορού, ησθάνθη μεγαλειτέραν ταπείνωσιν
και λύπην, όσην εγώ την στιγμήν εκείνην εν τω θυλακίω του
χονδροειδούς και ρυπαρού μου κατόχου, ούτε θερμοτέραν
ευγνωμοσύνην προς τον καλούντα αίφνης αυτήν χορευτήν, όσην εγώ
προς τον πλησιάσαντα εις τον πωλητήν μου κοντόν και παχύν
βρακοφόρον, και ειπόντα μετ' ευμενούς και απλοϊκού μειδιάματος.

 — Φέρ' την εδώ παιδί μου! εγώ την αγοράζω 'ς την τύχην της κόρης
μου.

XIII.

Και ούτω μετήλλαξα πάλιν κύριον.

Ο νέος μου κάτοχος ούτε την επιβάλλουσαν και σοβαράν είχεν
αναβολήν του πρώτου μου αγοραστού, ούτε μύρα απέπνεεν ως η πρώτη
μου κυρία, ούτε φλογερά απέθηκεν επί της παρειάς μου φιλήματα, ως
η χαρίεσσα θαλαμηπόλος, ούτε εις θυσίας υπεβλήθη χρηματικάς προς
απόκτησίν μου, ως πολλοί των μετά ταύτα κυρίων μου. Και όμως
ηγάπησα αυτόν, ως αγαπά τις τον εν τη δυστυχία φίλον, ως αγαπά
τον φιλανθρώπως παρέχοντα άσυλον εις εγκαταλελειμμένον και
έρημον. Ούτω δε μετά παλμών αληθινής αγάπης και ακραιφνούς
ευγνωμοσύνης συνώδευσα αυτόν εις την μικράν του οικίαν, όπου,
μόλις εισελθών, συνήντησε την σύζυγόν τον, φαιδράν και
ροδοκοκκίνους έχουσαν τας παρειάς γυναίκα, πλύνουσαν αφελώς εντός
μικράς σκάφης χονδρά τινα ασπρόρρουχα.

 — Νά! γυναίκα, είπεν· αυτό να το φυλάξης 'ς την τύχην της κόρης
μας!

 — Τι είνε αυτό, ηρώτησεν εκείνη, και καταλιπούσα την πλύσιν της
ανήγειρε την κεφαλήν, και έτεινε την υγράν της χείρα προς εμέ.

 — Αυτό, γυναικούλα μου, υπέλαβεν ο αγαθός ανήρ, είνε μετοχή του
Λαυρίου. Έχει εβδομήντα δύο δραχμαίς και εικοσιπέντε λεπτά, και
με τον καιρό θα γεννήση πολύ περισότεραις. Φύλαξέ την.

 — Χριστέ και Παναγία! εφώνησεν η απλή γυνή. 'Σ τα σωστά σου
είσαι, άνδρα;

 — Άκουσε, που σου λέω! φύλαξέ την και θα ιδής. Αν έχη τύχη η
κόρη μας, θα της κάμωμε μ' αυτό το χαρτί την προίκα της!

 — Αφού είνε έτσι! υπέλαβεν υποτασσομένη η σύζυγος· συ κάτι θα
ξέρεις· φέρε να την φυλάξω.

Και σπογγίσασα τας χείρας αυτής, με έλαβεν άκροις δακτύλοις,
εισήλθεν εις το χαμόγειον δωμάτιον της οικίας, και εξαγαγούσα εκ
των μυχών κολοσσιαίου κιβωτίου μικρόν κομβόδεμα, εν ώ υπήρχον
συνεπτυγμένα και άλλα παντοειδή κιτρινόχροα και απηρχαιωμένα
χαρτία, με έδεσε μετ' αυτών.

XIV.

Εδώ, φίλε αναγνώστα, έληξεν — επί του παρόντος — ο πολυτάραχός
μου βίος.

Εδώ κείμαι εν ησυχία, ως εν τάφω, στενοχωρουμένη εκ της μοναξίας
και χασμωμένη εκ της πλήξεως.

Εδώ αναμιμνήσκομαι της παρελθούσης μου λαμπρότητος, και εύχομαι
εν χριστιανική εγκαρτερήσει: «μη χειρότερα».

Εδώ τέλος μ' επήλθεν η ιδέα να γράψω τα απομνημονεύματά μου, ίνα
διασκεδάσω την πλήξιν μου.

Εύχομαι, όπως διεσκέδασα εγώ γράφουσα, να διασκεδάσης και συ
αναγινώσκων.



Η ΕΣΠΕΡΙΣ
ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΟΥΣΑΜΑΚΗ



Α'.

Ο Κύριος Παρδαλός και η κυρία Παρδαλού είνε προσκεκλημένοι το
εσπέρας εις συναναστροφήν.

Ο Κύριος Σουσαμάκης, υπάλληλος του γραφείου όπερ διευθύνει ο
κύριος Παρδαλός, ενυμφεύθη πρό τινων μηνών, τη αγαθή συμπράξει
του προϊσταμένου του, πλουσίαν τινα νύμφην εκ Πατρών, έχουσαν μεν
ένα οφθαλμών ολιγώτερον αυτού, αλλ' εις αποζημίωσιν του
ελλείποντος οφθαλμού δεκαπέντε έτη ηλικίας περισσότερα, και εις
αποζημίωσιν των περισσευόντων δεκαπέντε ετών τριάκοντα πέντε
χιλιάδας δραχμών προίκα. Ο όλβιος Σουσαμάκης εσυλλογίσθη κατ'
αρχάς, εις πανηγυρισμόν του σπουδαίου τούτου και ευτυχούς
συμβεβηκότος του βίου του, να δώση χορόν εις τους παρανύμφους την
αυτήν των γάμων του εσπέραν· είχε δε μάλιστα παρακαλέσει
υπαξιωματικόν τινα φίλον του να τω προμηθεύση εκ της στρατιωτικής
μουσικής έν φλάουτον, έν κλαρινέτον και έν τρομπόνι, ήτοι ένα
πλαγίαυλον, ένα οξύαυλον και μίαν βαρυσάλπιγγα, ως γράφουσι
σήμερον οι νεωφώτιστοι της γλώσσης καθαρισταί, όπως το εναρμόνιον
αυτών μέλος πτερώση τους πόδας των προσκεκλημένων.

Αλλ' είτα μετενόησε, σκεφθείς ότι δεν ήτο καλόν να παρατείνη το
μεταξύ της στέψεως και της απομονώσεως αυτού χρονικόν διάστημα,
και απεφάσισε να αναβάλη εις προσφορώτερον καιρόν τον χορευτικόν
των γάμων του πανηγυρισμόν.

Ούτω λοιπόν την εβδόμην Νοεμβρίου, ημέραν πέμπτην, ωραία
επισκεπτήρια, δίκην μετριοφρόνων προσκλητηρίων, διενεμήθησαν εις
τους γνωρίμους και φίλους του κυρίου Σουσαμάκη, ων έν έλαβεν και
ο Κύριος Παρδαλός, έχον ούτω:

_«Ο Κύριος και η Κυρία Σουσαμάκη παρακαλούσι τον Κύριον και την
Κυρίαν Παρδαλού να λάβωσι την καλωσύνην να πάρωσι το τσάι εις την
οικίαν των την Κυριακήν, 10 Νοεμβρίου, εις τας 8 το εσπέρας»._

Σημειωτέον ότι την ημέραν ταύτην εξέλεξεν η αβρά πρόνοια της
Κυρίας Σουσαμάκη, καθότι την κυριακήν εκείνην συνέπιπτε η
επέτειος της εορτής του νεαρού της συζύγου — ο Σουσαμάκης
εκαλείτο Ορέστης — και η νεόνυμφος Πασιφάη εσκέφθη, ότι
προσφυέστατον ήτο να πανηγυρισθώσι διά του αυτού χορού και διά
του αυτού κυπέλλου τεΐου ο τε γάμος της και η εορτή του συμβίου
της.

Ούτω λοιπόν την εσπέραν της Κυριακής, 10 Νοεμβρίου, διπλαί
συγχρόνως γίνονται ετοιμασίαι· ετοιμασίαι υποδοχής εν τω οίκω του
Σουσαμάκη, και ετοιμασίαι επισκέψεως εν τω οίκω του Παρδαλού.

Ας μνημονεύσωμεν εν παρόδω, και πριν εισέλθωμεν εις τας οικίας
του Αμφιτρύωνος και του ξένου του, ότι την προτεραίαν το εσπέρας,
καθ' ην στιγμήν ο Κ. Παρδαλός ητοιμάζετο να αναχωρήση εκ του
γραφείου, επλησίασεν εις αυτόν δειλώς ο Σουσαμάκης, και
περιελίσσων εις τους δακτύλους του την άλυσιν του ωρολογίου του,
ίνα διασκεδάση πως την δειλίαν αυτού, τω είπε, μειδιών γλυκερόν
μειδίαμα σεβασμού και υποταγής·

 — Λοιπόν . . . θα σας έχωμεν αύριον το εσπέρας, Κύριε Διευθυντά;

 — Χωρίς άλλο, Κύριε Σουσαμάκη, . . χωρίς άλλο! απήντησεν ο
Κύριος Παρδαλός, αντιμειδιών και εκείνος μειδίαμα υπεροχής και
προστασίας.

Β'.

Ο Σουσαμάκης, εννοών να πανηγυρίση τους γάμους του και την
γιορτήν του, ουδόλως εσκόπει να δώση εκ των τυπικών εκείνων
συναναστροφών, καθ' ας οι προσκεκλημένοι πίνουσιν έν κύπελλον
τεΐου — οι τολμηρότεροι και δύο, — βρέχουσιν εντός αυτού έν ή δύο
μικροσκοπικά παξιμαδάκια, χορεύουσι πολλοί κυμβαλιζόντων ολίγων,
και απέρχονται τέλος περί τας δύο ή τρείς μετά το μεσονύκτιον,
κάθιδροι, κατάκοποι, λιμώττοντες και διψώντες. Άνυμφος έτι είχε
πολλάκις μετάσχει τοιούτων χορευτικών εσπερίδων, και η μνήμη των
διετηρείτο έτι πλήρης πείνης και ρίγους εν τη φαντασία του.
Συναισθανόμενος δε βαθύτατα την ορθότητα του γραφικού ρητού: _ό
σ υ  μ ι σ ε ί ς  ετέρω μη ποίησης_, ουδόλως ήθελε να πάθωσιν οι
ξένοι του ό,τι αυτός πολλάκις είχε πάθει και από καρδίας εμίσει.
Διά τούτο λίαν πρωί εξήλθεν εις την αγοράν, επρομηθεύθη οπώρας,
ορεκτικά τραγήματα, άρτον ιδίως πολύν και οίνον έτι πλείονα, και
αφού παρήγγειλεν εις το Σολωνείον τα απαιτούμενα γλυκύσματα και
δροσιστικά, μη λησμονήσας και τα παγωτά — ήθελε, βλέπετε, να
φιλεύση μεγαλοπρεπώς τους προσκεκλημένους του, — επανέκαμψεν εις
την οικίαν του, άγων κατόπιν αυτού δύο εκ των τροφίμων της σχολής
των απόρων παίδων, κομίζοντας πλήρεις τους καλάθους αυτών.

Αλαζών και βρενθυόμενος εισήλθεν ο Σουσαμάκης εις την οικίαν του,
και απ' αυτής ήδη της θύρας εφώνησε γεγωνός προς την υπηρέτριαν:

 — Μαρία! έλα πάρτ' αυτά.

Αντί όμως της υπηρετρίας, ήτις την στιγμήν εκείνην μετεκόμιζεν
ανώνυμά τινα σκεύη εις ανώνυμον της οικίας μέρος, επεφάνη εις την
κλίμακα η κυρία Πασιφάη, άτακτον έχουσα την κόμην και την πρωινήν
της λευκήν εσθήτα φορούσα.

 — Μπα, Παναγία μου! ανέκραξε, προσηλούσα τον μονάκριβον αυτής
οφθαλμόν εις τας προμηθείας του συζύγου της, τι τα ήθελες όλ'
αυτά τα πράγματα, Ορέστη;

 — Πώς, τι τα ήθελα; και τι θα φάγουν το λοιπόν οι
προσκεκλημένοι;

 — Τι θα φάγουν; μη δα τους έχομεν τραπέζι;

 — Δεν τους έχομεν τραπέζι, αλλά θα ήνε άνοστον πράγμα να τους
αφήσωμεν να φύγουν νηστικοί, . . . περασμένα τα μεσάνυκτα.

 — Ωραίον πράγμα! . . . υπέλαβε πικρώς μορφάζουσα η κυρία
Σουσαμάκη, ωραίον πράγμα! να δροσίζωνται αι κυρίαι με μήλα και με
κρασί του Σόλωνος.

 — Αι κυρίαι, αν αγαπούν, ας πιουν λεμονάδαις, και ας φάγουν
πισκότα και παγωτά . . .

 — Λεμονάδαις; πισκότα; παγωτά; ανεφώνησεν η Πασιφάη, και η φωνή
της ανέβαινε προς την υπάτην καθόσον προυχώρει η απαρίθμησις.
Χαρά 'ς το! Μα το λοιπόν θα μας κοστίση χίλιαις δραχμαίς αυτή η
αστειότης!

 — Ουφ! αδελφή, πώς κάμνεις έτσι;

Ο συζυγικός διάλογος ήθελεν ίσως εξακολουθήσει έτι, τραχυνόμενος
επί μάλλον, αν δεν διέκοπτεν αυτόν ο είς των μικρών κομιστών,
παρατηρούν κάπως μεγαλοφώνως:

 — Αφεντικό! δεν μας αδειάζεις το καλάθι, να τραβάμε;

Η παρατήρησις αύτη άμεσον μεν συνέπειαν είχε να κενωθώσι τα πλήρη
καλάθια, έμμεσον δε να σιγήση προς ώραν η τρυφερά του Σουσαμάκη
σύζυγος.

Προς ώραν είπομεν, και ο αναγνώστης ημών εννόησε βεβαίως εκ της
αμυδράς εικόνος των νεονύμφων, ην παρέσχεν αυτώ ο ανωτέρω
διάλογος, ότι το υπόλοιπον της ημέρας δεν παρήλθεν ήρεμον και
ατάραχον. Πολλαί σκηναί όμοιαι προς την προ μικρόν
διεδραματίσθησαν κατόπιν μέχρι της εσπέρας.

Ποίαι τίνες όμως ήσαν και πού κατέληξαν, δεν δυνάμεθα να
αφηγηθώμεν, διότι ηθέλομεν ούτω προκαταλάβει τους αναγνώστας
ημών, και η συνέχεια της διηγήσεως ταύτης, ως και το τέλος της,
ουδέν ήθελον έχει πλέον το ενδιαφέρον αυτούς. Διά τούτο
καταλείπομεν επί του παρόντος το νεόνυμφον ζεύγος, και
μεταβαίνομεν εις την οικίαν τον κυρίου Παρδαλού.

I'.

Η ώρα είνε έκτη μετά μεσημβρίαν και η οικογένεια Παρδαλού,
τουτέστιν ο κύριος, η κυρία και τα δύο αυτών τέκνα, μικρά αγόρια
6-8 ετών ηλικίας, κάθηνται περί την τράπεζαν του γεύματος.

 — Πρόσεχε, Γιωργάκη, πρόσεχε παιδί μου, λέγει ο πατήρ προς το
μικρότερον εξ αυτών, όπερ μάτην προσπαθεί να εισαγάγη διά της
βίας εις το στόμα του κολοσσιαίου τεμάχιον κρέατος, και ουδέν
άλλο κατορθοί, ή να περιχρίση διά του εμβάμματος την ρίνα, τα
χείλη, τας παρειάς και αυτάς του τας σιαγόνας.

 — Αι, αι! ανακράζει ο μεγαλείτερος Παρσαλίδης, κύτταξε, κύτταξε,
μαμά, πως έγεινε ο Γιωργάκης! σωστός μασκαράς.

Και ταύτα λέγων σύρει την μητέρα του εκ της εσθήτος, ίνα ελκύση
την προσοχήν αυτής επί το διασκεδαστικόν θέαμα.

Αλλ' ο Γιωργάκης, διαστέλλων φοβερά τα σπινθηρίζοντα εξ οργής
όμματά του, και πριν ήδη προφθάση να στραφή προς αυτόν η μήτηρ
του, σφενδονίζει κατά της μορφής του πρεσβυτέρου του αδελφού το
επί της περόνης του καρφωμένον τεμάχιον κρέατος, όπερ μάτην
εκοπίαζε να εισβιάση εις το παιδικόν του στόμα, επιφωνών:

 — Μασκαράς; εγώ; να, το λοιπόν, να γείνης και συ μασκαράς.

Τι έγεινεν η μορφή του Γιαννάκη — Γιαννάκης εκαλείτο ο άλλος υιός
του Κυρίου Παρδαλού — ευκόλως μαντεύει ο αναγνώστης· ό,τι όμως
δεν μαντεύει, ούτε ημείς δυνάμεθα ευκόλως να περιγράψωμεν, είνε η
επισυμβάσα σκηνή.

Ο Γεωργάκης ξεκαρδιζόμενος από τα γέλοια· ο Γιαννάκης ξεφωνίζων,
οδυρόμενος, προσπαθών παντοίαις δυνάμεσι να επιπέση κατά του
μικρού του αδελφού, ενώ η μήτηρ του τον εμποδίζει, και κραυγάζων:
«αφήστε με να τον πνίξω»· ο Κύριος Παρδαλός, ανιστάμενος της
τραπέζης πλήρης οργής, συλλαμβάνων από του ωτός τον Γεωργάκην και
απάγων αυτόν, κλαίοντα και ανθιστάμενον, εις την καρβουνοθήκην·
και η κυρία Παρδαλού τέλος, ήτις δεν ηξεύρει τι να πρωτοκάμη· να
περιστείλη τας φονικάς ορέξεις του πρωτοτόκου της, να εμποδίση
τον σύζυγόν της από του να φυλακίση τον μικρότερόν της υιόν εις
μέρος σκοτεινόν, ως λέγει, και γεμάτον ποντικούς, ή να θρηνήση το
ωραίον μεταξωτόν της φόρεμα, όπερ εκηλίδωσαν οι από της παρειάς
του Γιαννάκη αναπηδήσαντες ζωμοί.

Αλλ' ο Κύριος Παρδαλός σύρει ανένδοτος τον υιόν του από του
ωτίου, και μετ' ολίγον επιστρέφει θριαμβευτικώς, αφού ήδη
εφυλάκισεν αυτόν.

 — Σ' ελέρωσε το παληόπαιδο; λέγει προς την σύζυγόν του· βλέπεις;
αυτά κάμνουν τα χάιδια. Δεν τους τιμωρείς ποτέ, και δι' αυτό
κατήντησαν έτσι. — Και συ, ανόητε! προσθέτει μετά μικρόν,
αποτεινόμενος εις τον σπογγιζόμενον έτι Γιαννάκην, τι ήθελες να
τον περιπαίξης;

 — Δεν τον περίπαιξα, πατέρα, απαντά εκείνος θρηνωδώς· μασκαρά
μονάχα τον είπα.

 — Και τι παραπάνω ήθελες να του ειπής; υπολαμβάνει η μήτηρ του,
ανισταμένη και αυτή της τραπέζης, και εξετάζουσα λεπτομερέστερον
την κηλιδωθείσαν εσθήτα της.

 — Κύτταξε πώς σ' έκαμε το βρωμόπαιδο, παρατηρεί ο Κύριος
Παρδαλός, ούτινος το βαλάντιον ιδίως συνεκίνει περισσότερον η
γενομένη καταστροφή. — Πάει 'ς την οργή φόρεμα τριακοσίων
δραχμών . . .

 — Όχι δα! καθαρίζεται, πιστεύω . .,

 — Παστρεύει, πατέρα, παστρεύει, υπολαμβάνει εμβριθώς ο
Γιαννάκης· να, με λιγάκι ψωμί να το τρίψη . . .

 — Έλα, σιώπα και συ ανόητε, . . να μη σε βάλω και σένα εκεί που
είν' ο άλλος . . .

Σημειωτέον δε, ότι την στιγμήν ακριβώς εκείνην ο άλλος παρείχεν
από της ειρκτής αυτού ταραχωδέστατα της υπάρξεώς του σημεία. Αι
φωναί του από μελαγχολικού και ηρέμου κλαυθμού έφθανον εν μια
στιγμή εις οξείας και βραγχώδεις κραυγάς, η γλώσσα του εφλυάρει
ασχημολογούσα μεγαλοφώνως, υβρίζοντα και απειλούσα, οι δε πόδες
του και αι χείρες του, πλήττουσαι οτέ μεν το έδαφος οτέ δε την
θύραν, απετέλουν παράδοξον συναυλίαν, ήτις την στιγμήν ακριβώς
εκείνην είχε κορυφωθή εις το αφόρητον.

 — Θα, με 'βγάλετε από 'δώ μέσα; εκραύγαζε· θα σπάσω την πόρτα,
νά! και ελάκτιζε μανιωδώς κατά της θύρας.

Μετ' ολίγον πάλιν εκόπαζεν η εκδικητική του έξαψις, και
τρεπόμενος επί το ελεγειακώτερον, εθρήνει σπαρακτικώς·

 — Θα με φαν τα ποντίκια, μητέρα μου, . . χρυσή μου μητερούλα,
δεν με λυπάσαι;

 — Πήγαινε βγάλ' τον, Δημητράκη, αν αγαπάς τον Θεόν, λέγει,
συγκεκινημένη ήδη, η Κυρία Παρδαλού προς τον σύζυγόν της· πήγαινε
βγάλ' τον· αρκετά ετιμωρήθη ως τώρα.

 — Κάμνε την δουλειά σου, σε παρακαλώ, απαντά εκείνος σοβαρώς·
άφησέ τον να εννοήση το σφάλμα του και να διορθωθή, Δεν παθαίνει
τίποτε, . . μη φοβήσαι.

Αλλ' αίφνης ηχεί ο κώδων της ανοιγομένης θύρας, βήματα ακούονται
εις την κλίμακα, ο δε δεσμευθείς Γεωργάκης, εννοών ότι ξένος
αναβαίνει εις την οικίαν, ωφελείται εκ της περιστάσεως, και
επιτείνει τας κραυγάς αυτού και τους θρήνους.

 — Έλα, πήγαινε τώρα 'βγάλε τον, επαναλαμβάνει η κυρία Παρδαλού,
κ' είν' εντροπή να μας ακούουν και ξένοι άνθρωποι.

Ο Παρδαλός, υποτασσόμενος εις την υπερτάτην κοινωνικήν ανάγκην
του να μη ακουσθή, πορεύεται βραδέως εις την καρβουνοθήκην και
αποφυλακίζει τον υιόν του, καθ' ην στιγμήν ο αναβαίνων την
κλίμακα παρίσταται ενώπιον αυτού.

 — Α! εσύ είσαι Γιάννη; λέγει προς αυτόν Ο Κ. Παρδαλός· τι
τρέχει;

 — Ο αφέντης και η κυρά μ' έστειλαν να 'ρωτήσω αν θα μείνετε
απόψε εις το σπίτι, . . για να έλθουν.

 — Προσκυνήματα πολλά, λέγει εξερχομένη του εστιατορίου και
παρεμβαίνουσα η κυρία Παρδαλού, ήτις είχεν ακούσει έσωθεν την
φωνήν του υπηρέτου, προσκυνήματα πολλά, και να μας συγχωρούν,
διότι είμεθα προσκεκλημένοι απόψε εις συναναστροφήν.

Ο υπηρέτης αναχωρεί, τα παιδία ευρεθέντα και πάλιν αντιμέτωπα
αγριοκυττάζονται, η κυρία Παρδαλού επιθεωρεί εκ τρίτου το φόρεμά
της, όπερ βλέπει ότι είνε ηναγκασμένη να αλλάξη, ο δε Παρδαλός
ακοντίζει βλέμμα πολυσήμαντον εις τους υιούς του, όπερ κατορθοί
τέλος πάντων να επαναφέρη την οικιακήν ειρήνην εν μέσω της
οικογενείας Παρδαλού.

 — Ουφ! και αυταίς η συναναστροφαίς! επιλέγει η κυρία Παρδαλού,
στενάζουσα μετά κόπου — ελησμονήσαμεν να παρατηρήσωμεν εγκαίρως,
ότι η κυρία Ευφροσύνη, η Φρόσω, ως αποκαλεί αυτήν ο σύζυγός της,
είνε γυνή ικανώς εύσωμος, δι' ην η ελαχίστη σωματική κίνησις, και
αυτός ο στεναγμός, είνε κόπος σπουδαίος. — Ουφ και αυταίς η
συναναστροφαίς ταις βαρύνομαι, σε βεβαιόνω, σαν ταις αμαρτίαις
μου! Αν δεν ήτον τώρα ο κύριος Σουσαμάκης με την συναναστροφήν
του, ούτ' εγώ θα φορούσα το καλό μου φόρεμα, ούτε θα πάθαινα ό,τι
έπαθα.

 — Τι σου πταίει, μάτια μου, ο Σουσαμάκης; ερωτά απαθώς ο κύριος
Παρδαλός· πταίει αυτός ο κακοαναθρεμμένος — και εξέτεινε την
χείρα του προς τον Γεωργάκην, όστις εκάθητο από τινος εις μίαν
των γωνιών του δωματίου, σκυθρωπάζων έτι και δυσηρεστημένος — τον
οποίον θα κρεμάσω, μου φαίνεται, καμμίαν ώραν από τα ποδάρια.

 — Ουμ! εγρύλλιξεν ο Γιωργάκης από της γωνίας του.

 — Σιωπή! εβρυχήθη ο πατήρ αυτού. — Έπειτα, προσέθηκε πάλιν
απαθώς, διατί να φορέσης, ευλογημένη, το φόρεμά σου από τας
πέντε;

 — Και πώς ήθελες να σφιχθώ έπειτα, μετά το φαγί;

 — Πώς θα σφιχθής τώρα που θ' αλλάξης;

 — Ούτ' εγώ δεν ξεύρω· όπως ημπορέσω. Μα νά δα, δι' αυτό
βαρύνομαι κι' εγώ τας συναναστροφάς.

Και μετά μικράν σιγήν προσέθηκεν·

 — Έλα να μην πάμε, Δημητράκη μου, αι; πού να κάθημαι τόρα ν'
αλλάζω . . .

 — Σου βοηθώ εγώ, δεν πειράζει.

 — Νά η ώρα, που θα μου βοηθήσης εσύ! Έπειτα, κύτταξε τι καιρός
κάμνει έξω. Κρύο, λάσπαις . . .

 — Τι σημαίνει; μήπως θα πάμε πεζοί; — Α! είδες! λησμόνησα να
παραγγείλω αμάξι.

 — Τόσο το καλλίτερο λοιπόν· άφησε τον Σουσαμάκη σου να
κουρεύεται. Πού του ήλθε τώρα κι' αυτού η όρεξις να δίδη
συναναστροφάς . . .

 — Δεν είνε δυνατόν, Φρόσω μου, να γείνη αυτό το πράγμα, Εις τον
Σουσαμάκην έχομεν ένα είδος υποχρεώσεως· ημείς σχεδόν τον
υπανδρεύσαμεν. Σήμερον είνε η επέτειος του γάμου του . . .
επομένως πρέπει να πάμε· δεν γίνεται. Όσον δι' αμάξι, στέλλομεν
τον Θοδωρή και πιάνει 'ς την στιγμήν ένα· η πλατεία των αμαξών
κοντά είνε.

 — Αχ! πώς με στενοχωρείς, Δημητράκη! υπέλαβε γογγύζουσα η κυρία
Παρδαλού, και λαβούσα έν κηρίον επορεύθη εις το δωμάτιόν της.

 — Σεις πηγαίνετε να πλαγιάσετε, αφού μελετήσετε πρώτον τα
μαθήματά σας, είπεν ο κύριος Παρδαλός προς τους υιούς του, και
κυττάξετε να μην πιασθήτε, γιατί . . . αι! τόσο μόνον σας λέγω.

Τα παιδία λαβόντα έν άλλο κηρίον ετράπησαν προς το υπερώον, όπου
είχον το δωμάτιόν των, ο δε πατήρ αυτών, κύψας εις την κλίμακα
εφώνησε·

 — Θοδωρή!

 — Ορίστε, αφέντη!

 — Πήγαινε να πιάσης έν αμάξι . . . μετά μισήν ώραν!

 — Πες του να περάση και από της Λιζιέ, να μου πάρη ένα ζευγάρι
γάντια . . . επτάμισυ αριθμό, άσπρα! εφώνησεν εκ του δωματίου της
η κυρία Ευφροσύνη.

 — Καλά, . . και τώρα ενθυμήθης να πάρης γάντια, ευλογημένη;

 — Το ελησμόνησα· τι θέλεις να κάμω τώρα;

 — Μη χειρότερα! εψιθύρισεν ο σύζυγος, και διεβίβασε την
παραγγελίαν εις τον υπηρέτην, όστις απήντησε μεν μεγαλοφώνως·

 — Πολύ καλά, αφέντη, αμέσως!

Αλλ' εψιθύρισεν όμως σιγά και ήκιστα ευσεβάστως·

 — Μα . . . αφεντικά, αλήθεια, που όχι καλλίτερα. Μέσ' 'ς τη
λάσπη και τη βροχή τρέχα ν' αγοράζης γάντια και να πιάνης αμάξι!
Α! δεν θα γείνω κ' εγώ αφέντης καμμιά φορά!

Δ'.

Ο Κύριος Παρδαλός εισέρχεται εις τον κοιτώνα τον, και προσπαθεί
να ενδυθή. Αλλά τούτο είνε αδύνατον, διότι η εύσωμος σύζυγός του
έχει πλήρες το δωμάτιον εσθήτων, μεσοφορίων, μανδηλίων,
στηθοδέσμων και πάσης της πολυμόρφου συσκευής του γυναικείου
ιματισμού. Συνάγει λοιπόν τα ενδύματά του, λαμβάνει έν μικρόν
κάτοπτρον και έν κηρίον, και απέρχεται εις το γραφείον του, όπως
συντελέση εν αυτώ την ενδυμασίαν του. Αλλά μετ' ολίγον
ενθυμείται, ότι είνε αξύριστος, και ότι πρέπει να ξυρισθή πριν
αλλάξη. Μεταβαίνει πάλιν εις τον κοιτώνα, ανοιγοκλείει την θύραν,
διαμαρτυρομένης της κυρίας Παρδαλού, ότι θα την κρυώση, και
επιστρέφει κρατών το ξυράφιόν του και τα λοιπά απαιτούμενα.
Ενθυμείται τότε, ότι θέλει θερμόν ύδωρ· αλλά παρατηρών ότι η ώρα
είνε προχωρημένη, και δεν υπολείπεται καιρός ίνα το ύδωρ
θερμανθεί, αρκείται εις το ψυχρόν, και άρχεται περιαλείφων με
σάπωνα την σιαγόνα και τας παρειάς του, λέγων καθ' αυτόν·

 — Θα μου έλθη πάλιν καμμιά καταιβασιά εις τα δόντια, που να με
τρελλάνη, αλλά . . . τι να γείνη!. .

Και ετοιμάζεται να φέρη το ξυράφιον επί την παρειάν αυτού, ότε
ηχεί και πάλιν ο κώδων της ανοιγομένης θύρας,

 — Συ είσαι Θοδωρή; φωνεί ο Παρδαλός, προβάλλων ολίγον την
σαπωνόφυρτον αυτού μορφήν διά της θύρας.

 — Όχι, αφέντη! απαντά κάτωθεν η φωνή της υπηρετρίας, είνε ένας
κύριος, . . . θέλει κάτι να σας ειπή.

 — Ας περάση μίαν άλλην ώραν. Έχω εργασίαν,

 — Είνε ανάγκη να σας ιδή τόρα, απαντά μετά τινα δευτερόλεπτα η
φωνή της υπηρετρίας.

 — Άλλο κακόν! λέγει καθ' εαυτόν ο ατυχής Δημητράκης, και μη
δυνάμενος να πράξη άλλως, απομάσσει εν τάχει τον σάπωνα από της
μορφής του, και εξέρχεται του γραφείου του, ενώ ο νυκτερινός
επισκέπτης αναβαίνει την κλίμακα.

 — Η κυρία Τραχανά, λέγει μειδιών ο νεωστί ελθών, σας στέλλει το
κλειδί του θεωρείου δι' απόψε . . . Αν αγαπάτε . . .

 — Ευχαριστούμεν πολύ, παιδί μου . . . ευχαριστούμεν, . . αλλά
είμεθα προσκεκλημένοι εις συναναστροφήν· απαντά ο ταλαίπωρος
Παρδαλός, προσπαθών να κολάση το οργίλον της μορφής του διά
τυπικού τινος μειδιάματος.

 — Α, έτσι; προσκυνώ, καλήν νύκτα σας.

 — Προσκυνήματα πολλά.

Και εισέρχεται εις το γραφείον του, γρυλλίζων εκ του θυμού·

 — Διάλεξε και αυτή η ευλογημένη την ημέραν και την ώραν, να μας
στείλη το θεωρείον της.

 — Ποίος ήτον; φωνεί από του κοιτώνος της η κυρία Παρδαλού.

 — Η κυρία Τραχανά ενθυμήθη να μας στείλη το θεωρείον της.

 — 'Σ πολλάτη της! Όταν βρέχη μόνον και χιονίζη μας θυμάται! . .
μας καθυποχρέωσε!

Μετ' ολίγας δε στιγμάς ανακράζει και πάλιν·

 — Κοντεύεις, Δημητράκη;

 — Πού να κοντεύω, αδελφή! ακόμη δεν ξυρίσθηκα. Έπειτα, δεν βλέπω
κι' όλα, και κατακόπηκα . . .

 — Ου, καϋμένε! Έλα 'δω που έχει περισσότερον φως.

 — Αυτού; και πού να σταθώ; εις τον αέρα;

 — Έλα, έλα τώρα, και σου κάμνω τόπον. Εγώ ετελείωσα σχεδόν·
μόνον την τραχηλιά μου έχω να βάλω.

Ο Παρδαλός πείθεται, συγκινούμενος υπό της συζυγικής μερίμνης της
κυρίας Φρόσως, λαμβάνει πάλιν το φως, το κάτοπτρον και το
ξυράφιον, και ημιξύριστος μεταβαίνει εις τον κοιτώνα, όπου
ευρίσκει την Ευφροσύνην τοποθετημένην προ του κατόπτρου μεταξύ
τεσσάρων κηρίων και καταγινομένην μετά πολλού κόπου να δέση
όπισθεν του τραχήλου της μικράν εκ μέλανος βελούδου ταινίαν, αφ'
ης κρέμαται επί του υπερακμάζοντος στήθους της χρυσούς λοβίσκος.

 — Και, πού θέλεις να σταθώ εγώ τώρα; απολαμβάνει ο ταλαίπωρος
Παρδαλός, μη βλέπων τόπον κενόν προ του κατόπτρου.

 — Έλα, μη μουρμουρίζης, απαντά μειλιχίως ελέγχουσα η κυρία,
περιπόρφυρος εκ του ματαίου κόπου, ον καταβάλλουσιν οι χονδροί
αυτής βραχίονες, ανακαμπτόμενοι όπισθεν της κεφαλής της. Δέσε μου
μία στιγμή εδώ αυτό το βελουδάκι, και σου αφίνω όλον τον τόπον
ελεύθερον.

Ο Παρδαλός γίνεται κατ' ανάγκην προς στιγμήν και θαλαμηπόλος της
συζύγου του, ήτις περατοί τέλος την ενδυμασίαν αυτής και
καταπίπτει κάθιδρος και ασθμαίνουσα επί του ανακλίντρου, φυσώσα
ως ατμομηχανή και αεριζομένη διά του μανδηλίου της, ενώ ο συζυγός
της ξυρίζεται.

 — Α! Δημητράκη, . . λέγει, μόλις κατορθούσα να αρθρώση τας
λέξεις, σε βεβαιόνω . . . μεγάλο ήτον το χατήρι σου απόψε . . .
να υποφέρω όλον αυτόν τον κόπον, διά να 'πάγω να πιω το τσάι του
Σουσαμάκη σου!

 — Έννοια σου, Φρόσω μου, απαντά ο Παρδαλός πονηρώς, έννοια σου,
και δεν θα πιης μόνον τσάι απόψε εις του Σουσαμάκη. Ο Ορέστης
ξεύρει και κάμνει τα πράγματα καθώς πρέπει . . . θα μας έχη και
σάντουιτς και κρασάκι και φρούτα . . .

 — Πού το ξεύρεις; υπολαμβάνει ηπιώτερον η κυρία Φρόσω, ήτις,
λαίμαργος φύσει και πολυφάγος, ήρχιζε να συγχωρή εις τον
Σουσαμάκην την συναναστροφήν του χάριν του δείπνου του.

 — Το ξεύρω, διότι τον είδα σήμερον το πρωί εις την αγοράν και
εψώνιζε.

 — Αι, . . τότε κάπως υποφέρεται, διότι μα την αλήθειαν . . .

Κρότος αμάξης σταθείσης προ της θύρας της οικίας διέκοψεν αίφνης
την φράσιν της κυρίας Παρδαλού.

 — Νά! ανεφώνησεν ο μόλις την στιγμήν εκείνην τελειόνων το
ξύρισμά του Δημητράκης, το αμάξι ήλθε, κ' εγώ είμαι ακόμη
άντυτος.

Και σπογγισθείς εν τάχει ήρχισε να ενδύεται.

 — Έχομεν ακόμη ώραν, παρετήρησεν η κυρία βλέπουσα το ωρολόγιον.
Είνε οκτώ παρά τέταρτον.

Ο Παρδαλός φορεί εν τάχει τον καθαρόν του χιτώνα, και δένει ήδη
τον λαιμοδέτην του, ότε έξωθεν της θύρας ακούεται η φωνή της
υπηρετρίας.

 — Αφέντη!

 — Καλό, καλό! ας σταθή λιγάκι, φωνάζει αφ' ενός Ο Δημητράκης,
ενώ η σύζυγός του φωνάζει αφ' ετέρου·

 — Έφερε τα γάντια μου;

 — Δεν ξεύρω. κυρία, . . . θέλει να είπη κάτι του αφέντη . . .

 — Ο αμαξάς θέλει να μου ειπή κάτι; αυτό δα είνε πάλιν από τ'
άγραφα.

 — Όχι, αφέντη, είνε ο κύριος Ορέστης . . .

 — Ο Κύριος Ορέστης! αναφωνεί η Φρόσω. Περίεργον!

 — Λέγεις ν' αργήσαμεν; ερωτά ο Παρδαλός· το ωρολόγι μας θα
πηγαίνει τρομερά πίσω! Ας ορίση 'ς την σάλα, και τόρα έφθασα!
προσθέτει, εις την υπηρέτριαν αποτεινόμενος,

Και ταύτα λέγων φορεί εν βία τον επενδύτην του και εισέρχεται εις
την αίθουσαν, όπου αναμένει αυτόν δειλός, περίλυπος και
καταβεβλημένον έχων το ήθος ο κύριος Σουσαμάκης.

 — Μας συγχωρείς που αργήσαμεν, φίλτατε κύριε Σουσαμάκη, λέγει ο
κύριος Παρδαλός εισερχόμενος και τείνων προστατευτικώς την χείρα
προς τον υπάλληλόν του, αλλά το αμάξι δεν μας ήλθε ακόμη,
και . . .

 — Καλησπέρα σας, κύριε Σουσαμάκη, υπολαμβάνει διακόπτουσα η
κυρία Ευφροσύνη, εισερχομένη και αυτή θριαμβευτικώς εις την
αίθουσαν και ισταμένη πλησίον του λαμπτήρος, όπως σπινθηρίζωσιν
κάλλιον οι αδάμαντές της. Πώς είσθε; η κυρία είνε καλά; είμεθα
έτοιμοι, βλέπετε . . .

 — Ευχαριστώ, κυρία μου, απαντά μετά μεγάλης στενοχωρίας ο πτωχός
Ορέστης, προσποιούμενος ότι δεν ήκουσε το τελευταίον μέρος της
φράσεως. Εγώ είμαι καλά . . . αλλά η Πασιφάη . . .

 — Πώς; τι τρέχει; κακοδιάθετος ίσως! . . . Δεν είνε τίποτε . . .
με τον χορόν περνά! παρατηρεί μετά πολλής στωμυλίας η κυρία
Παρδαλού. Έννοια σας, κ' εγώ την κάμνω και χορεύει πολύ . . .

 — Ου! εννοείται· ο χορός είνε διά τας κυρίας πανάκεια, προσθέτει
εν τέλει ο κ. Παρδαλός, μετ' αυταρέσκου μειδιάματος προφέρων
βραδέως την τελευταίαν λέξιν, οιονεί εναβρυνόμενος δι' αυτήν, και
επαναλαμβάνων ευθύς, έτι βραδύτερον: πα-νά-κει-α!

 — Ναι, ναι, . . απαντά δειλός ο Σουσαμάκης και προσπαθεί να
μειδιάση επίσης. Πλην . . . δυστυχώς . . . — και σταματά, ως αν
κατέλειπεν αυτόν η δύναμις να τελειώση.

 — Τίποτε σπουδαιότερον; ω! επιφωνεί ο προϊστάμενος αυτού· και
πώς;

 — Δεν ηξεύρω, τη αληθεία, — εκρύωσε φαίνεται, και έχει τώρα από
το μεσημέρι ένα φοβερόν πυρετόν· είνε εις το κρεβάτι προ τριών
ωρών . . . ώστε . . . — και σταματά πάλιν, ελπίζων να τον
μαντεύσωσι τον δυστυχή.

Ουδείς όμως θέλει να τον μαντεύση· ο Κύριος Παρδαλός και η Κυρία
Παρδαλού ίστανται απέναντι του άφωνοι ως ερωτηματικά σημεία,
εκείνος δε αισθάνεται έτι η γλώσσα του εκολλήθη εις τον λάρυγγά
του.

 — Πλην οπωςδήποτε, διαλογίζεται, το πράγμα πρέπει να τελειώση.

Γίνεται λοιπόν τολμηρότερος, και κλείων τους οφθαλμούς, ως οι
δειλοί ασθενείς οι μέλλοντες να καταπίωσι πικρόν ιατρικόν,
επαναλαμβάνει·

 — Ώστε . . . είνε αδύνατον απόψε . . . να λάβωμεν την τιμήν . . .
Δεν ηξεύρετε πώς λυπούμαι, κύριε Διευθυντά . . . σας βεβαιόνω . . .
μ' έρχεται να σκάσω . . .

 — Α! τίποτε, τίποτε . . . απαντά ψυχρώς ο κ. Παρδαλός, εύχομαι
να ήνε περαστικά . . .

Η Κυρία Παρδαλού ουδέν λέγει. Φυσά μόνον και αερίζεται με το
μανδήλιόν της, αισθάνεται δε ακαταμάχητον όρεξιν να εξορύξη τους
οφθαλμούς του Κυρίου Σουσαμάκη, όστις τέλος, αφού μάτην
προσεπάθησε να προσθέση μερικάς λέξεις, ουδέν άλλο εύρε να είπη,
ή μόνον·

 — Καλήν νύκτα σας, . . . μας συγχωρείτε, Κύριε Διευθυντά . . .
δεν είνε έτσι;

Οι δύο σύζυγοι ένευσαν εκ συμφώνου, ως αυτόματα, την κεφαλήν, και
ο Σουσαμάκης ανεχώρησε.

Μετά μικρόν ηκούσθησαν τα ψηλαφώντα όπως ειπείν βήματα του επί
της σκοτεινής κλίμακος, ουδείς δε εσυλλογίσθη να φωτίση τον
δυστυχή, όπως μη κατρακυλήση τον κατήφορον.

Ε'.

Ο Δημητράκης και η Φρόσω έμειναν μόνοι.

Σιωπώσι δε αμφότεροι, και τα διάφορα αισθήματα κυμαίνουσι τας
καρδίας των — κατά την φράσιν των τραγικών ποιητών.

 — Τα είδες της λέγει επί τέλους μη δυναμένη πλέον να κρατηθή,
μήτε ξεθυμαίνουσα αρκούντως διά μόνου του φυσήματος, η κυρία
Παρδαλού. Τα είδες τα; Ορίστε τόρα! Όταν σου έλεγα εγώ να μην
πάμε . . .

 — Αι, ματάκια μου, τι θέλεις να κάμη ο άνθρωπος; αφού αρρώστησε
η γυναίκα του . . .

 — Αμή δεν αρρώστησε η γυναίκα του; Αυτά είνε διά να τα πιστεύετε
σεις οι άνδρες· εμένα όμως δεν με γελά η κυρά Σουσαμάκαινα, κ'
έννοια της. Φαντάζομαι εγώ τι θα έτρεξε μεταξύ των· θα τσακώθηκαν
πάλι, καθώς συμβαίνει τακτικά μιαν φοράν την εβδομάδα
τουλάχιστον, και το τσάκωμά τους ξέσπασε ΄ς το κεφάλι μας αυτήν
την φοράν.

Σημειωτέον ενταύθα, χάριν της περιεργείας των ημετέρων
αναγνωστών, ότι η κυρία Παρδαλού εμάντευεν ορθότατα διά της
γυναικείας εκείνης οξυνοίας, αφ' ης μάτην αγωνίζονται να κρυβώσι
πολλάκις οι άνδρες.

Η Κυρία Σουσαμάκη έδιωξε της οικίας τα κομισθέντα εκ του
ζαχαροπλαστείου αφθόνως γλυκύσματα, δροσιστικά κ. λ., ο
Σουσαμάκης έμαθε τούτο κατά την άφιξίν του, και οργισθείς και
φρυάξας εβρόντησε κατά της Πασιφάης του όσον επέτρεπον τούτο αι
τριάκοντα της προικός του χιλιάδες. Αλλ' η κυρία Σουσαμάκη έπαθε
τα νεφρά της, εκτύπησε τους τοίχους διά των χειρών της, το πάτωμα
διά των ποδών αυτής και τον Ορέστην διά της παντούφλας της, και
εξαπλωθείσα εις την κλίνην της, προσεποιήθη την λιπόθυμον εφ'
όσην ώραν ενόμισεν ικανήν, όπως πεισθή ο σύζυγός της, ότι πάσα
εσπερινή συναναστροφή ήτο αδύνατος.

Της καταιγίδος ταύτης είδομεν προ μικρού το αποτέλεσμα παρά τω
κυρίω Παρδαλώ.

Μόλις είχε τελειώσει την φράσιν αυτής η κυρία Φρόσω, και νέος
κρότος αμάξης έπαυσε προ της θύρας της οικίας Παρδαλού.

Ήτο η άμαξα, ην μετά πολλού κόπου κατώρθωσε να εύρη ο ταλαίπωρος
Θοδωρής.

Δεν περιγράφομεν την απελπιστικήν και σπαραξικάρδιον τριωδίαν
μεταξύ αμαξηλάτου, ζητούντος αδράν αποζημίωσιν επί τω ματαίω
κόπω. Παρδαλού, αξιούντος να πληρώση μίαν μόνην δραχμήν, και του
δυστυχούς Θοδωρή, ευρισκομένου εις δυσχερή και δυσέκβολον θέσιν
μεταξύ του ωργισμένου κυρίου του και του αμαξηλάτου, ον αυτός
εμίσθωσεν.

Η σκηνή διελύθη επί τέλους, αποζημιωθέντος του αμαξηλάτου. Δεν
κατωρθώσαμεν όμως να εξακριβώσωμεν τι επλήρωσεν ο Κύριος
Παρδαλός.

Η Κυρία Παρδαλού ωρκίσθη να μην υπάγη πλέον ποτέ εις
συναναστροφήν οιανδήποτε.



ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑ ΣΦΑΙΡΙΔΙΩΝ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ
ΕΝ ΑΦΡΙΚΗ

 (Εκλογικαί σκηναί εν έτει 2400). (3)



Η σκηνή υπόκειται εν Μαρόκω μετά πεντακόσια έτη.

Μέχρι της εποχής εκείνης η Αγγλία θα βαρυνθή βεβαίως να
προστατεύη τους μαροκηνούς, και θα τους καταστήση τέλος
ελευθέρους συνταγματικούς πολίτας, απαλλάττουσα αυτούς του Σιδί-
Μοχαμέτ, ως απήλλαξεν η Γαλλία τους αλγερινούς του Αβδέλ-Καδέρ.
Όταν δε, χάρις εις τας προόδους του πολιτισμού, παύσωσιν οι
κροκόδειλοι να καταπίνωσι τους περιηγητάς, και οι ανθρωποφάγοι
της Καζόνδης να τρωγαλίζωσι τους ρώθωνας των ιεραποστόλων· όταν
της Σαχάρας η έρημος παύση θάπτουσα υπό των άμμων της τα νέφη
καμήλους και οδοιπόρους, και διαχαραχθή υπό σιδηροδρόμων και
διωρύγων και δενδροφύτων περιπάτων· όταν οι αφρικανοί αισθανθώσι
του συκοφύλλου την ανάγκην και αποκτήσωσι εμπορεία συρμού, και
κουρεία, και γαλλικόν θέατρον και αναγκαστικήν κυκλοφορίαν και
λαχειοφόρους ομολογίας, θ' αποκτήσωσι βεβαίως και καθολικήν
ψηφοφορίαν, — την οποίαν εις το πείσμα των Τόρεων θα έχη τότε και
η Αγγλία, — θα έχωσι σύνταγμα και εκλογάς, και κομματάρχας και
υποψηφίους πολλούς, και εκλογείς έτι πλείονας, και εκλογικούς
συλλόγους, και καθημερινάς εφημερίδας.

Η ευδαίμων αύτη διά την μελαψήν ανθρωπότητα εποχή, ο χρυσούς
ούτος αιών των αφρικανών θα επέλθη κατά πάσαν πιθανότητα μετά
πεντακόσια έτη. Ίσως επιστή και ταχύτερον, διότι — μα τον
φωνογράφον, και το ηλεκτρικόν κλειδοκύμβαλον, και τα τεχνητά ωά,
και το τουρκικόν σύνταγμα — τις δύναται πλέον σήμερον να
προϋπολογίση τας προόδους της παραδόξου γηίνης μυρμηκοφωλεάς,
ήτις καλείται ανθρωπότης! Ημείς όμως είμεθα μέτριοι, και δεν
επιθυμούμεν να ονομάσωσιν ημάς θερμοκεφάλους όσοι μετά πεντακόσια
έτη αναγνώσωσι τας σειράς ταύτας αφρικανοί συνταγματικοί πολίται.

Διά τούτο αίρομεν την αυλαίαν του μέλλοντος εν Μαρόκω μετά
πεντακόσια έτη, και καλούμεν τους ημετέρους αναγνώστας να
παρακολουθήσωσιν ημάς εκείσε διά των αιώνων.



Οι Μαροκηνοί εκλέγουσι μετά δεκαπέντε ημέρας τους δημοτικούς
αυτών άρχοντας, ήτοι τους δημάρχους, δημοτικούς παρέδρους και
δημοτικούς αυτών συμβούλους.

Οι ουλεμάδες αυτών, ήτοι οι σοφοί οι αποτελούντες το νομικόν του
κράτους συμβούλιον, αναδιφήσαντες την ιστορίαν του πολιτικού
δικαίου, ανεκάλυψαν ότι τελειότατος εκλογικός οργανισμός ήτο ο
κρατών πάλαι ποτέ εν τω ελληνικώ βασιλείω, και μετεφύτευσαν αυτόν
ήδη προ πολλού εν Μαρόκω μετά μικρών τινων και ασημάντων
βελτιώσεων, ας υπηγόρευσεν εις αυτούς η πρόοδος της πολιτικής
επιστήμης.

Ούτω λοιπόν πάντες οι συνταγματικοί μαροκηνοί πολίται είνε
εκλογείς συγχρόνως και εκλέξιμοι· τα δε ονόματά των,
ανακαθαρθέντα κατά τας διατάξεις του νόμου, φέρονται τυπωμένα επί
καινουργών εκλογικών καταλόγων, ων η ενδελεχής μελέτη ασχολεί από
μηνός ήδη τους πολυαρίθμους υποψηφίους, και ιδίως τους υποψηφίους
δημάρχους, ανακηρυχθέντας υπό των κατά τόπους κατήδων κατά τα
νενομισμένα. Φαίνεται δε, ότι δεν είνε πολύ κακά συντεταγμένοι οι
κατάλογοι ούτοι, διότι άλλοι μεν των υποψηφίων ευρίσκουσιν αυτούς
ελλιπείς, άλλοι δε τουναντίον αφθονούντας ανυπάρκτων ονομάτων.
Του ζητήματος τούτου επελήφθη εγκαίρως και η μαροκηνή
δημοσιογραφία, αλλά διεφώνησε και αυτή, ως διαφωνούσιν οι
υποψήφιοι. Οπωςδήποτε οι κατάλογοι είνε οριστικοί, οι δε
διαφωνούντες υποψήφιοι ομοφωνούσι κατά τούτο πάντες, ότι πρέπει
να καρπωθώσιν όσον το δυνατόν περισσότερον εκ του περιεχομένου
των.

Η βαθύσοφος αύτη σκέψις επικρατεί της επομένης σκηνής, τελουμένην
εσπέραν τινα εν της οικία του Χαλέμ-αλ-Ταρίφ, ενός των
ισχυροτέρων υποψηφίων δημάρχων της Ταγγέρης.


Όχι πλέον επί χαμηλών διβανίων, περιθεόντων την αίθουσαν ως θα
εγίνετο σήμερον εν Μαρόκω, αλλ' επί στερεών και κομψών αγγλικών
καθεδρών, ως θα γίνεται βεβαίως αυτόθι μετά πεντακόσια έτη
κάθηται σοβαρός όμιλος κομματαρχών, ποικίλων την αναβολήν και την
όψιν. Δεν ευωδιάζουσι βεβαίως όλοι ουδ' ενίφθησαν πάντες την
ημέραν εκείνην· αλλ' είνε όμως άνθρωποι ισχυροί παρά τω λαώ,
έχουσιν επιρροήν μεγάλην, γνωρίζουσιν όλον τον κόσμον, και ο
υποψήφιος Χαλέμ έχει προς αυτούς μεγάλην υπόληψιν, μεγαλειτέραν ή
όσην έχουσιν ούτοι προς αλλήλους.

Είς εξ αυτών, ο μόνος δυνάμενος να αναγινώσκη απροσκόπτως,
απαγγέλλει από του εκλογικού καταλόγου τα ονόματα των ψηφοφόρων,
και οι κομματάρχαι κρατούσι δήθεν σημειώσεις, δι' όσων έκαστος
γνωρίζει γραμμάτων του αλφαβήτου· ο δε υποψήφιος μειδιά εξ
ευχαριστήσεως.

 — Αβδαλά-βεν-Ραμάν! φωνεί ο γραμματεύς, και προσθέτει αμέσως·

 — Αφήστε τον αυτόν επάνω μου· είνε δικός μου άνθρωπος. Εκάμαμε
μαζύ τρία χρόνια φυλακή.

 — Αβδέρ-Γεζίτ!

 — Ο λοκαντιέρης; Είνε κουμπάρος μου· τον παίρνω εγώ, λέγει
σοβαρώς ο κομματάρχης Χασάν.

 — Αβα-ήλ-Μουλεύ!

 — Ο αμαξάς του ιπποσιδηροδρόμου! αναφωνεί ο Γιουσέφ-Μουχαδή,
μικρός κομματαρχίσκος, περιφερόμενος εν τη αιθούση διά
κλονουμένου βήματος, μεθύων και παραπαίων, καπνίζων δε πούρον
μεγαλοπρεπές, όπερ εξήλθε προ μικρού της σιγαροθήκης του
υποψηφίου. Αυτόν εγώ τον κάμνω καλά. Είνε συγγενής μου.

 — Συγγενής σου; και από πού; ερωτά υπομειδιών ο σοβαρός Χασάν.

 — Από πού; Και δεν είνε δεύτερος εξάδελφος της γυναικαδέλφης
μου;

 — Σωστό! σωστό! λέγει αποφθεγματικώς ο αναγινώσκων τον
κατάλογον, και ο όμιλος επινεύει.

 — Αβούλ-βεν-Χακήμ!

 — Αυτόν μη τον λογαριάζετε. Δεν είνε δικός μας, παρατηρεί
κομματάρχης υψηλός και ισχνός, ρικνός την όψιν και πιναρός τον
πώγωνα, προδήλως δε απαισιόδοξος τον χαρακτήρα.

 — Ημπορούμεν όμως να τον πάρωμεν, διακόπτει ο σοβαρός Χασάν, αν
του τάξωμεν καμμίαν επιστασίαν εις τον φόρον.

 — Να του την τάξωμεν! λέγει ο υποψήφιος, και το ήθος της μορφής
του παρωδεί το ήθος του Κάτωνος, φωνούντος: Delenda Carthago.

 — Του κάκου αφέντη! παρεμβαίνει αυτάρκης ο υπηρέτης της οικίας —
εκλογεύς και αυτός και κομματάρχης μάλιστα θεωρούμενος —
εισερχόμενος την στιγμήν εκείνην και περιφέρων επί δίσκου τον
καφέν εις τους περικαθημένους. Του κάκου! Αυτός είνε βαφτισμένος
Εδρίς-Μωχαμέτ.

Αναγκαίον ενταύθα να σημειωθή, ότι Εδρίς-Μωχαμέτ είνε ο
ισχυρότερος των αντιπάλων του Χαλέμ-αλ-Ταρίφ.

 — Τότε ας πάη, να ήνε! λέγει έτερος των παρεστώτων. Δεν μας
μέλει! Ο Εδρίς δεν βγαίνει που δεν βγαίνει — ας πάρη κ' ένα κουκί
παραπάνω!

 — Όχι δα . . . . . διατί; απολαμβάνει ο υποψήφιος. Αν ημπορούμεν
να τον κερδήσωμεν. . . . με καμμίαν θυσίαν.

 — Θα σας ομιλήσω ιδιαιτέρως δι' αυτήν την υπόθεσιν, παρατηρεί ο
σοβαρός πάντοτε Χασάν, καμμύων εκφραστικώς τον δεξιόν του
αφθαλμόν.

 — Καλά δουλεύει του Χασάν η φάμπρικα, λέγει ταπεινή τη φωνή ο
αναγνώστης εις τον παρακαθήμενον.

Αυτός, παιδί μου, είνε μάννα!. . . . απαντά εκείνος. Να τελειώσ'
η εκλογή, και θάβγη πάλι με κανένα καινούργιο σπίτι.

Κ' εμάς μας περνούν με εικοσιπεντάρικα, 'σαν να είμαστε
σπουργίτια.

Επιλέγει μελαγχολικώς αναστενάζων ο αναγνώστης, και εξακολουθεί
την ανάγνωσιν, Αλή-ελ-Μούσα!

Θεός σχωρέση τον! φωνεί ο μικρός Μουχαδή, περιφερόμενος πάντοτε
και καπνίζων το πούρον του. Λυτός σκοτώθηκε 'ς ταις περσιναίς
εκλογαίς. Ακόμη τον έχουν αυτού μέσα;

Δεν πειράζει! παίρνει άλλος τώνομά του, παρατηρεί ηρέμα ο Χασάν.

Δεν σούλεγα, πως είνε μάννα; ψιθυρίζει και πάλιν εις τον
αναγνώστην ο γείτων του.

Και η ανάγνωσις εξακολουθεί.

Οι εκλογείς κοσκινίζονται, διαλέγονται, καταγράφονται,
διατιμώνται ως εμπορεύματα, και η μορφή του υποψηφίου Χαλέμ-αλ
-Ταρίφ ακτινοβολεί εκ χαράς.

Αφαιρεί, επί το εμπορικώτερον, τεσσαράκοντα τοις εκατόν φύραν εκ
των καταγραφέντος εις τα δελτία των κομματαρχών του, κ' ευρίσκει
το υπόλοιπον πρόσβαρον πάντοτε και περισσεύον.

Η σκηνή παρατείνεται πέραν του μεσονυκτίου, τοιαύτη οποία ήρχισε·
τελειόνει δε διά περιέργου χαιρετισμού ανταλλασσομένου μεταξύ του
υποψηφίου και των κομματαρχών του. Ούτος μεν προ πάσης χειραψίας
εξάγει την χείρα εκ του θυλακίου του, έκαστος δε των απερχομένων
εισάγει μετά την χειραψίαν την χείρα του εις το ιδικόν του
θυλάκιον.

Και ο συμβολικός ούτος αποχαιρετισμός επαναλαμβάνεται εικοσάκις.

Τέλος απέρχονται πάντες, και ο υποψήφιος μένει μόνος μετά του
Χασάν.

Καθ' οδόν.

 — Τα είδες τα; λέγει μαδών τον πώγωνά του ο απαισιόδοξος
Γιακούπ· πάλιν μυστικά έχει ο Χασάν.

 — Αμ· τα ξεύρομε δα τα μυστικά του.....

 — Και πως τα ξεύρομε, τι βγαίνει; Αυτός τραβάει τον παρά, κ'
εμείς μετρούμε τους πούντους.

 — Ουφ, καϋμένε Γιακούπ, όλο πήταις ονειρεύεσαι!

 — Και δεν τρώγω ουδέ σημίτι. Αύτη είνε η γλύκα.

 — Ρώτησ' τον Χασάν, υπολαμβάνει παρεμβαίνων ο μικρός Μουχαδή, να
σου δώση τη ρετσέτα της πήττας

 — Αυτός, παιδί μου, λέγει άλλος, την ρετσέτα του την φυλάει
μυστική· την έχει κληρονομιά από τον πατέρα του, και δεν
τρελλάθηκε να μας μάθη την τέχνη. Είνε μάστορης που δεν βγάζει
καλφάδες.

 — Μα τότε το λοιπόν είμαστ' εμείς κουτάβια;

 — Τώρα τώνοιωσες; φωνεί αγρίως και μαδά έτι βιαιότερον του
πώγωνά του ο Γιακούπ. Τώρα τώνοιωσες; Αν είχαμε εμείς ενός
δραμιού μυαλό και δύο δραμιών φιλοτιμία, θα μαζευόμαστε πρώτα
ώμορφα ώμορφα μεταξύ μας, να συννενοηθούμε, . . . και θα
πηγαίναμε ύστερα 'ς του Κυρ Χαλέμ, να του πούμε παστρικά . . .

 — Τι πράμμα; υπολαμβάνει τις των εταίρων, βλέπων διστάζοντα τον
Γιακούπ.

 — Τι πράμμα; απαντά ούτος, αφού επί στιγμήν εσκέφθη, ότι οι
δισταγμοί του ήσαν εντελώς ανόητοι, τι πράμμα; ότι θέλομε κ'
ημείς μέταλλο! νά τι πράμμα!

 — Δεν είνε 'ντροπή, καϋμένε;

 — Αν μας πάρη η 'ντροπή, φορούμε κόσκινα, απαντά άλλος, ενώ ο
Γιακούπ, απαθεστάτην έχων την λογικήν αυτού, καίτοι αγανακτεί η
καρδία τον, επιφέρει·

 — Γιατί ντροπή, κυρ Χακήμ; Αν ο Χασάν πουλεί κωλοφωτιαίς για
φανάρια, δεν έχομε τάχα κ' εμείς κωλοφωτιαίς για πούλημα;

 — Άλλο τίποτε, απαντά ο προλαλήσας, Κι' αν δεν της πουλήσωμε
τώρα, που άνοιξε το παζάρι, δεν ειξεύρω τι διάβολο θα ταις
κάμωμε.

 — Ακούστε, βρε παιδιά, να σας 'πώ! λέγει ο Γιακούπ, απαράλλακτα
ως έλεγέ ποτε ο Δημοσθένης προς τους Αθηναίους: &δεηθήναι πάντων
υμών βούλομαι, τους λογισμούς άκουσαί μου διά βραχέων&. Ο κυρ
Χαλέμ φυσά.

 — Και παραφυσά! φωνεί ο χορός των περιεστώτων.

 — Δεν του φθάνει τώρα ο παράς, θέλει και δόξα.

 — Την θέλει! φωνεί ο χορός

 — Εμείς έχομε δόξα για πούλημα, αυτός έχει παρά για δόσιμο· το
λοιπόν τράμπα!

 — Τράμπα! φωνεί ο χορός.

 — Κι' αν κάμη τον κουφό; λέγει δειλώς ο μικρός Μουχαδή.

 — Κάνουμε κ' εμείς το στραβό, απαντά αποφθεγματικώς ο Γιακούπ.

 — Ο λόγος μας, που του δώσαμε;

 — Ας τον φυλάξη να παίξη 'ς την ύψωση, λέγει διαρρηγνύμενος εις
γέλωτα άλλος των εταίρων, πάλαι μεν ποτε περιάκτης πετρελαίου και
θρυαλλίδων, νυν δε μεσίτης εν τω χρηματιστηρίω της Ταγγέρης και
κομματάρχης in partibus . . . absentium.

 — Όχι δα, καϋμένε! υπολαμβάνει ο Χακήμ· αυτό δεν είνε τίμιο
πράγμα.

 — Κολοκύθια! απαντά ο Γιακούπ· θέλεις και τιμή και παρά, του
λόγου σου; και τη σούβλα άκαη και το αρνί ψημένο; Όταν τα βρης
μαζή, μου δίνεις είδησι.

 — Γεια σου μωρέ Γιακούπ! εσύ θα γείνης σπουδαίος άνθρωπος μια
μέρα, φωνεί ένθους ο πρώην θρυαλλιδοπώλης.

 — Το λοιπόν, επαναλαμβάνει λέγων ο μαροκηνός Δημοσθένης, όσοι με
καταλάβατε, και θαρρώ πως με καταλάβατε όλοι, γιατί όλοι έχετε
ηλικία, . . . . αύριο βράδυ 'ς του Μπενί-Αλλάχ την ταβέρνα!
Σύμφωνοι;

 — Σύμφωνοι! απαντώσι πάντες σχεδόν οι συνοδοιπόροι, και
αφανίζονται εις το σκότος των στενών ατραπών της πόλεως.

Εντός μικράς αιθούσης, κομψώς ηυτρεπισμένης, κάθηνται καπνίζοντες
τρεις  ο ι κ ο κ υ ρ α ί ο ι  της Ταγγέρης. Βία του εκπολιστικού
ανέμου, όστις επέπνευσε το Μαρόκον, οι αγαθοί ούτοι αστοί
κάθηνται σταυροποδητί επί ευρέος και αναπαυτικού σοφά, ροφώσι
σοβαροί τον ναργιλέν των, και ομιλούσιν απαθώς και βραδέως, ως
γνήσιοι αφρικανοί πολίται και του Μωάμεθ λάτρεις, πιστοί
διαμένοντες εις το πάτριον θρήσκευμα, με όλους τους άγγλους
ιεραποστόλους.

Ανήκουσιν ως προείπομεν, και οι τρεις εις την τάξιν των
οικοκυραίων, των ανθρώπων δηλ. εκείνων, οίτινες ενδιαφέρονται
κυρίως — ως λέγουσι τουλάχιστον πανταχού του κόσμου οι της τάξεως
ταύτης άνθρωποι — υπέρ της τάξεως, της ησυχίας και της καλής
διοικήσεως.

Είς εξ αυτών είνε βιομήχανος, ο άλλος έμπορος, και ο τρίτος
υπάλληλος του μεταξύ Ταγγέρης και Αλγερίου σιδηροδρόμου. Φίλοι εκ
παίδων και παλαιοί συμμαθηταί, είνε πάντοτε σχεδόν σύμφωνοι,
οσάκις συζητούσι περί πραγμάτων ασχέτων προς τα ατομικά των
συμφέροντα. Φρονούσι και οι τρεις, ότι η αγαθή του δήμου των
διοίκησις είνε πράγμα επιθυμητόν, ότι η χρηστότης των δημοτικών
υπαλλήλων είνε πράγμα ευκταίον, ότι ανάγκη εν παντί πατριωτισμού,
τιμιότητος, χρηστότητος, ικανότητος, και πολλών έτι άλλων οτήτων.
Προκειμένου περί των αφηρημένων τούτων πραγμάτων, ουδέποτε
διεφώνησαν κατ' αρχήν οι καλοί ούτοι φίλοι. Αλλ' η τρυφερά των
αύτη ομοφωνία διασπάται δυστυχώς ενίοτε, οσάκις πρόκειται περί
πραγμάτων συγκεκριμένων, πολύ δε περισσότερον οσάκις, ως συνήθως,
ενσαρκούνται εις πρόσωπα τα συγκεκριμένα πράγματα.

Τούτο ακριβώς συμβαίνει καθ' ην στιγμήν εισάγομεν τον αναγνώστην
εις την σοβαράν αυτών συνδιάσκεψιν.

 — Να σου ειπώ, αδελφέ, λέγει ο υπάλληλος προς τον βιομήχανον·
εγώ χρεωστώ την θέσιν μου εις τον Εδρίς. Μ' έσωσεν από την
δυστυχίαν, μου έδωκε ψωμί, μ' έκαμε και κουμπάρον.

 — Εννοείς, ότι θα ήτο μαύρη αχαριστία να μη του δώσω ψήφον!

 — Αφίνω, ότι το παιδί μου θα ήτον ακόμη στρατιώτης, αν δεν είχα
την προστασίαν του.

 — Όλ' αυτά δεν θα πουν ότι είνε καλός και διά δήμαρχος. Αγάπα
τον όσον θέλεις, είχε τον εις την προσευχήν σου, στέλνε του
κανένα καλάθι χουρμάδες . . . καλά και άγια! Αλλ' όποιος είνε
καλός φίλος δεν θα πη πως είνε και καλός δήμαρχος. Εσύ είσαι ο
καλλίτερος φίλος μου· πρέπει λοιπόν να σε κάμω και δήμαρχον;

 — Αυτά είνε αστειότητες.

 — Βέβαια είνε αστειότητες μήπως δεν είνε αστειότης να μου λέγης,
ότι θα ψηφοφορήσης τον Εδρίς διότι τον έχεις κουμπάρον;

 — Και συ τάχα, διατί ψηφοφορείς τον Ομέρ σε παρακαλώ;

 — Διότι είνε άνθρωπος τίμιος και πλούσιος, και 'ξεύρω πως δεν θα
κλέψη τα χρήματα του δήμου.

 — Θα τα κλέψουν άλλοι τριγύρω του, που είναι χειρότερον.
Καλλίτερα μία βδέλλα χονδρή, παρά εκατόν μικραίς. Κεφάλι, έχει
κεφάλι;

 — Έξη αριθμό καπέλλο φορεί! λέγει παρεμβαίνων ο έμπορος.

 — Του λόγου σου το ξεύρω πως δεν σ' αρέσει, απαντά ο βιομήχανος,
αξιότιμος φανοποιός και μεσίτης οικοπέδων κατά τας ώρας της
σχολής αυτού. Συ θέλεις τον Χαλέμ, διότι . . .

 — Διότι είνε ο καλλίτερος απ' όλους.

 — Ο καλλίτερος διά σένα· το παραδέχομαι. Σου έβαλε κεφάλαια και
άνοιξες το κατάστημά σου· είνε φυσικόν . . .

 — Του τα πλήρωσα με τον τόκον, σαν εγγλέζος.

 — Τα πλήρωσες όταν είχες, και αυτός σου τάδωκε όταν δεν είχες,
υπολαμβάνει ο σιδηροδρομικός υπάλληλος. Δεν ημπορείς να πης ότι
δεν του έχεις υποχρέωσιν.

 — Υποχρέωσιν του έχω, αλλά δεν του δίδω δι' αυτό την ψήφον μου.
Τον θέλω διότι είνε άνθρωπος ικανός, είδε ξενόν κόσμον, κ'
εσπούδασε και δύο χρόνια εις το Παρίσι τα δημοτικά.

 — Πήρε και δίπλωμα;

 — Μπορεί· δεν ηξεύρω· απαντά σοβαρώς ο έμπορος, αλλά την
σοβαρότητά του ταράττει δυσαρέστως ο άσβεστος γέλως ον προκαλεί η
απάντησίς του.

 — Τι γελάτε; ερωτά πειραχθείς. Αστείον σας φαίνεται πράγμα που
δεν 'ξεύρετε;

 — Μη το ματαπής αυτό, Χαλήμ, απαντά ο φανοποιός· όπου το πης θα
σε γελάσουν.

 — Ξεύρετε τι βλέπω εγώ; παρατηρεί ο υπάλληλος. Όλη η ομιλία μας
θα πάη του κάκου. Δεν θα συμφωνήσωμεν. Είμεθα και οι τρείς
δεμένοι . . . και κανείς δεν ημπορεί να λύση τον άλλον.

 — Και τι ανάγκην έχομεν, σε παρακαλώ; ερωτά ο έμπορος.
Ανεξάρτητοι άνθρωποι είμεθα· ημπορούμεν νομίζω να σκεφθούμεν . . .

Και εξακολουθούσιν αληθώς συσκεπτόμενοι οι τρεις εκείνοι
ανεξάρτητοι οικοκυραίοι. Αλλ' η σύσκεψις αυτών, στρεφομένη εντός
τον κύκλου, ον αμυδρώς διεγράψαμεν, εις ουδέν αποβαίνει άλλο
αποτέλεσμα, ή εις το παράδοξον τούτο: να απόσχωσι και οι τρεις
της ψηφοφορίας. Αφού μάτην έκαστος προσεπάθησε να αναδείξη τα
προτερήματα του υποψηφίου του υπέρτερα των άλλων, ετράπησαν την
εναντίαν οδόν, και ήρχισαν συζητούντες τα ελαττώματά των· η δε
κακολογία ήγαγε τέλος τους συνταγματικούς εκείνους πολίτας εις
σημείον ομοφωνίας. Μη κατορθώσαντες να υπερβάλωσιν αλλήλους
πλειοδοτούντες, έφθασαν κατ' ανάγκην εις το ανυπέρβλητον της
μειοδοσίας όριον . . . — το μηδέν.

 — Παρ' τον ένα κτύπα τον άλλον! καθώς βλέπω, είπεν ο έμπορος,
σφραγίζων την συνδιάσκεψιν,

 — Έπειτα, αδελφέ, προσέθηκε μετά τινος μελαγχολίας ο φανοποιός,
δεν συλλογίζεστε και ταις εκατόν πενήντα κάλπαις; Βάλε 'βγάλε το
χέρι μας, θα πιασθούμε ως τα ύστερα. Ας μας λείψη εφέτος αυτή η
διασκέδασις.

 — Ας μας λείψη!

«Το ωραίον, τερπνόν και υψηλόν θέαμα της εκλογικής πάλης», ως
γράφει καθημερινή τις εφημερίς της Ταγγέρης, προσεγγίζει. «Η
ημέρα της εξασκήσεως τον ιερωτάτου και πολυτιμοτάτου δικαιώματος
του συνταγματικού πολίτου», ως γράφει άλλη, «επέστη».

Μετά δύο ημέρας ανοίγουσιν αι κάλπαι των εκατόν πεντήκοντα
υποψηφίων δημάρχων, δημαρχικών παρέδρων και δημοτικών συμβουλίων
του δήμου Ταγγερίων, και οι δημόται πάντες, κατηχούμενοι και μη
κατηχούμενοι, καλούνται να εκλέξωσι τους άρχοντας αυτών τους
δημοτικούς.

Την φοβεράν αυτήν καλποστοιχίαν αδύνατον υπήρξε να περιλάβωσι τα
δημοτικά σχολεία και οι ναοί της πόλεως, διότι αμφοτέρων η
χωρητικότης είχεν υπολογισθή ανάλογος των ευλαβών αστών και των
φιλομαθών παίδων της Ταγγέρης, ουχί δε και των φιλοδόξων πολιτών
της, ων ηύξησε μεγάλως τον αριθμόν το νέον φιλελεύθερον πολίτευμα
του Μαρόκου. Κατεσκευάσθησαν λοιπόν επί τούτω ευρύχωρα και μεγάλα
παραπήγματα, όπου παρετάχθησαν μεν ήδη αι κάλπαι των υποψηφίων,
δεν κινδυνεύουσι δε να πάθωσιν ασφυξίαν οι μέλλοντες να
παρευρεθώσιν εντός αυτών αντιπρόσωποί των, σφαιριδιοδόται,
εφορευτικαί επιτροπαί, και άλλοι υπάλληλοι, καθ' α εγνωμοδότησεν
αρμοδίως το ιατροσυνέδριον, αφού, εννοείται, έλαβεν υπ' όψιν ότι
εν Ταγγέρη γίνεται μεγαλειτέρα κατανάλωσις σκορόδων ή σάπωνος.

Πάσα τοίχου γωνία φέρει από ημερών ήδη προσκεκολλημένα
ποικιλόχρωμα και πολύμορφα χαρτία, εφ' ων αποτυπούνται διά
γραμμάτων μικρών ή μεγάλων — αναλόγως της πεποιθήσεως ή της
μετριοφροσύνης εκάστου — τα ονόματα των υποψηφίων οτέ μεν
συνοδευόμενα διά συντόμου σημειώσεως του επαγγέλματος ή των
προσόντων αυτών, οτέ δε συνοδεύοντα την προσωπογραφίαν των,
ιλαράν και προσμειδιώσαν. Οι υποψήφιοι αποτείνονται προδήλως διά
των θεατρικών τούτων προγραμμάτων εις τους γινώσκοντας γράμματα
συνδημότας των· λησμονούσι δε, ότι τα σχολεία της πόλεως
απεδείχθησαν χωρούντα μαθητάς ολιγωτέρους των υποψηφίων.

Πάντα της πρωτευούσης τα οινοπωλεία και οψοπωλεία, — και αυτά έτι
τα ύπαιθρα πολλάκις οπτανεία, όθεν αρτύει συνήθως ο χειρώναξ τον
άρτον του διά δύο ή τριών τηγανιτών μαρίδων — κατέστησαν τόποι
συνεντεύξεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ εκλογέων και υποψηφίων.
Εκεί από πρωίας μέχρι νυκτός τελούνται τρυφεραί και πολύσπονδοι
υπ' αμφοτέρων  α γ ά π α ι. Εκεί περιπτύσσεται εν συγκινητική
κρασοκατανύξει τον τραπεζίτην ο χειρώναξ, και φιλεί τον αγοραίον
ο μοσχανάθρεπτος νεανίας, και ο χθες επηρμένος την οφρύν, σφίγγει
περιπαθώς την γλοιώδη χείρα του τυχόντος αλλαντοπώλου. Εκεί
ανταλλάσσονται υποσχέσεις βεβιασμέναι, και όρκοι ψευδείς, και
απατηλαί διαβεβαιώσεις. Εκεί προεξοφλούνται θέσεις και
υπουργήματα, και ασφαλίζεται των κλεπτών η ατιμωρησία, και των
στρατευσίμων το ακαταδίωκτον, και πωλείται η ψήφος αντί κερμάτων,
και αγοράζεται η ευθηνή συνείδησις αντί ποτηρίου οίνου. Εκεί —
παράδοξον φαινόμενον· νομίζουσι πάντες ότι απατώσιν, ενώ
απατώνται πάντες. Εκεί υπόσχεται έκαστος, απόφασιν έχων να παραβή
την υπόσχεσιν. Εκεί πωλούσι χωρίς να παραδίδωσι το εμπόρευμα·
εκεί αγοράζουσιν αέρα αντί αέρος Και είνε πάντες ευχαριστημένοι . . .
ότι εγέλασαν ο είς τον άλλον.

Οι δραστηριώτεροι των υποψηφίων, όσους δεν εκούρασεν η από τριών
ήδη μηνών αρξαμένη εκλογική στρατεία, περιέρχονται έξαλλοι,
απηυδηκότες και ασθμαίνοντες τας αγυιάς και τας ρύμας της πόλεως,
σύροντες όπισθεν αυτών αποσπάσματα ιχνευμόνων εκλογικών. Οι
ψηφοθήραι ούτοι σταματώσι τον δυστυχή περιπλανώμενον Ιουδαίον,
ούτινος έγειναν ciceroni ενώπιον πάσης θύρας λησμονηθείσης κατά
τας προτέρας εκδρομάς, και τον εισάγουσιν εις έκαστον υπόγειον,
ούτινος υποθέτουσιν ευμενείς τας διαθέσεις. Εδώ μεν ερωτά ο
υποψήφιος, πώς έχει η σύζυγος του εκλογέως, λεχώ από τριών
ημερών, και συγχαίρει επί τω νεογνώ· εκεί δε πληροφορείται
ανήσυχος, αν προβαίνει τακτική και ακίνδυνος η οδοντοφυία του
μικρού. Παρά τούτον ζητεί ευμενώς πληροφορίας περί των εργασιών
και του εμπορίου του· εκείνον συλλυπείται συμπαθώς επί τω θανάτω
της μάμμης του· άλλου θωπεύει τον ώμον, και άλλους περαιτέρω
φιλεύει μίαν  ο κ ά ν  εις  τ α  ό λ α.

Ο τύπος της πρωτευούσης χαίρων αναγράφει την ζωηράν αυτήν
εκλογικήν κίνησιν, και σεμνύνεται επί τω ενδιαφέροντι, όπερ
επιδεικνύει ο λαός προς τον επικείμενον αγώνα. Επαινεί την
ησυχίαν και την τάξιν ήτις επικρατεί, και θεωρεί ασήμαντα ολίγα
τινά ξυλοκοπήματα, άτινα ανταλλάσσουσι πού και πού οι θερμότεροι
και φανατικώτεροι των ψηφοφόρων. Αν δ' ενίοτε, πλην των γρόνθων
και ράβδων, λύουσι και άλλα όπλα τας εκλογικάς διαμάχας των
ταγγερίων, το επίσημον αστυνομικόν δελτίον της πόλεως αποδίδει
εις μέθην το λυπηρόν γεγονός, και βεβαιοί ότι αυστηρά διετάχθη
περί τούτου ανάκρισις.

Ούτω δε δαρέντες και μη δαρέντες μένουσιν ευχαριστημένοι, και
πάντες προσδοκώσιν ευέλπιδες να εισέλθωσι την Κυριακήν εις την
χαράν του Κυρίου των.


Είνε παραμονή της μεγάλης ημέρας· πυκνός δε όχλος συνταγματικός
πληροί τα δωμάτια των ταλαιπώρων υποψηφίων.

Ταλαίπωρα, τη αληθεία, και άξια οίκτου πλάσματα οι δυστυχείς
αυτοί υποψήφιοι!

Αφού από πολλών ήδη εβδομάδων περιέδραμον πάσαν γωνίαν της
πόλεως, και εκόλλησαν τα ονόματα των εις πάσης τριόδου τους
τοίχους, και έσχισαν εξ αυτών των αντιπάλων των τα ονόματα· αφού
εμεθύσθησαν εις έκαστον αυτής καπηλείον και εξελιπάρησαν του
εσχάτου αχθοφόρου την εύνοιαν· αφού περιεπτύχθησαν πάντα εξώλη
και προώλη, και εθώπευσαν πάσαν και την ρυπαρωτάτην παρειάν· αφού
υπεσχέθησαν και εψεύσθησαν, και εκολάκευσαν όσους και όπως
ηδυνήθησαν, πληρόνονται πάσαν εσπέραν διά του ιδίου νομίσματος
υπό των χρηστών εκλογέων, οίτινες πληρούσι τους οίκους αυτών.

Και άλλοι μεν αυτών — οι πονηρότεροι και των πραγμάτων έμπειροι —
γνωρίζουσι τι σημαίνει η ένθους περί αυτούς συρροή. Μειδιώσιν
εμφανώς τα χείλη των, αλλά ναυτιά πιθανώς η ψυχή των. Οι πλείστοι
όμως, όσους, αν δεν απατά η απειρία, πλανά όμως πάντοτε η
αυτάρκης πεποίθησις, δέχονται μετ' ευγνωμοσύνης το κίβδηλον
νόμισμα της ψευδούς αφοσιώσεως, δι' ου πληρόνει τας αβαρείς αυτών
επαγγελίας η παροίνιος ειλικρίνεια του πληρούντος τας οικίας των
συρφετού.

Και σφίγγουσι λοιπόν αγαλλιώντες τας χείρας των κύκλω
ζητωφωνούντων, και εναγκαλίζονται περιπαθώς κομματάρχας και
κομματαρχίσκονς, και επαγγέλλονται  λ α γ ο ύ ς   μ ε
π ε τ ρ α χ ή λ ι α  εις τους χλιαρωτέρους, και λαλούσι περί
πατριωτισμού και τιμιότητος προς πάντας, και συνιστώσι
δραστηριότητα, και χύνουσιν . . . οίνον πολύν εις την φλέγουσαν
κύκλω εκλογικήν πυράν.

Τοιαύτη περίπου η εκ περιωπής εικών των συμβαινόντων εν τω οίκω
του Χαλέ-αλ-Ταρίφ κατά την προτεραίαν της ψηφοφορίας εσπέραν.

Αμέτρητον πλήθος πληροί τας αιθούσας του. Φίλοι και ενάντιοι,
οπαδοί και αντίπαλοι, αδιάφοροι, ετεροδημόται μη έχοντες δικαίωμα
ψήφου, περιτρέμματα στερούμενοι πολιτικών δικαιωμάτων . . . .
πάντες ήλθον απόψε να πωλήσωσιν όσον δυνατόν ακριβώτερα τον
έσχατον του ενθουσιασμού των σπινθήρα.

Αύριον η πανηγύρις τελειόνει, και όσοι πήραν, πήραν!

Άλλοι εξ αυτών έχουσι σπουδαία να εκμυστηρευθώσι μυστικά εις τον
υποψήφιον· άλλοι θέλουσι να τον συμβουλεύσωσι κάτι, άλλοι να
σώσωσι και άλλοι να λάβωσιν οδηγίας. Πάντες δε σχεδόν έχουσι κάτι
να ζητήσωσι, και το κάτι αυτό είνε ως επί το πλείστον . . . ολίγο
φως για τα παιδιά.

 — Αφέντη! λέγει ο είς, και σύρει αυτόν από του επενδύτου εις
μιαν γωνίαν. Ο Βεκήρ εις το τρίτον μας κόβει φοβερά. Πέρασε, σε
παρακαλώ, αύριον το πρωί, και . . . τράβα του κανένα
εκατοστάρικο.

 — Χωρίς άλλο! ησύχασε. Είνε πράγμα που διορθόνεται.

 — Εις του Κερέμ την ταβέρνα, λέγει άλλος (και αυτός μυστικά,
εννοείται) πρέπει ν' αφήσωμεν αύριον μερικά λεπτά, να κερνά 'ς
την υγειά σου! Είνε αντικρύ 'ς την ψηφοφορία, και ο κόσμος
μπαίνει βγαίνει αδιάκοπα. Είνε καλό ν' ακούεται τ' όνομά μας.

 — Θύμισέ μου το αύριο, που θα περάσωμε από 'κεί.

 — Του λόγου τους, κυρ Χαλέμ, λέγει πλησιάζων νέηλυς άλλος, σύρων
κατόπιν του μικράν ομάδα ρακενδύτων και μονοσανδάλων, είνε
παλληκάρια ένα κ' ένα, που πεθαίνουν 'ς τώνομά σου. Περιποιήσου
τα, σε παρακαλώ.

 — Να μου ζήσης! φωνεί πλησιάζων ο αρχηγός των παλληκαριών, και
προσθέτει ταπεινοτέρα τη φωνή·

 — Τα παιδιά διψούν! 'Ξελαρυγγίσθηκαν από χθες να φωνάζουν: Ζήτω!
Δεν μας κατρακυλάς λιγάκι μέταλλο, να τα δροσίσωμε;

 — Τι θέλετε να κάμη ο Χαλέμ-αλ-Ταρίφ; Ό,τι θα εκάμνατε ίσως
και σεις, αν ήσθε εις την θέσιν του.

 — Δεν πέρασες από του Εμίρ! παρατηρεί άλλος· και μας τον πήρε ο
Εδρίς!

 — Χρειάζεται ενέργεια εις το τέταρτον! υπολαμβάνει εισερχόμενος
νέος κομματάρχης. Μας έσπασε ο Ομέρ με τα χρήματα.

 — Κύτταξε το τμήμα σου, σε παρακαλώ, κραυγάζει ακούσας τον
λαλούντα ισχνός νεανίας, στρέφων μετά κόπου πολλού τον μόλις
φυόμενον μύστακά του· από το τέταρτο αύριο βράδυ θ' ακούσης τα
νέα.

 — Ζήτω του δημάρχου! κραυγάζει αίφνης εισβάλλουσα εις την
αίθουσαν εν ορμή και αταξία ομάς μεθύσων, μόλις συγκρατουμένων εν
ισορροπία. Χαλέμ και άγιος ο Θεός!

 — Δόσε 'ς τα παιδιά να πιουν! φωνεί προς τον υπηρέτην ο
υποψήφιος, και παρέχει εαυτόν βοράν εις τας περιπτύξεις των
οινοφλύγων.

 — Αυτοί έρχονται από του Ομέρ! λέγει ταπεινή τη φωνή εις τον
γείτονά του είς των παρακαθημένων,

Δεν λησμονεί, ελπίζομεν, ο αναγνώστης, ότι Ομέρ είνε είς των
υποψηφίων δημάρχων.

 — Και πού το 'ξεύρεις; ερωτά ο γείτων.

 — Τους είδα! Κ' εγώ από 'κεί έρχομαι. Σώπα, να κάμωμε σεριάνι!

 — Βρε κατεργαρέοι! βροντοφωνεί αίφνης εγειρόμενος και πάλλων την
μαγκούραν του γιγαντόσωμος και ευρύστερνος κομματάρχης, εσείς δεν
έχετε ψήφο! Τι θέλετ' εδώ; έξω γλήγορα, να μη σας αργάσω το
τομάρι!

Οι νεήλυδες προσβλέπουσιν επί στιγμήν τον γίγαντα, θεωρούσι κύκλω
τους παρισταμένους, ανταλλάσσουσι βλέμμα συνεννοήσεως, και
απέρχονται κατησχυμμένοι, πτοηθέντες το ανάστημα του λαλούντος
και τας διαστάσεις της μαγκούρας του.

 — Δεν τους αφίνεις, αδελφέ; παρατηρεί ηπίως ο υποψήφιος. Διατί
να τους δυσαρεστήσωμεν;

 — Ας μας κόψουν το κρέδιτο! Φασκέλωσ' τα τα όρνια!

Και απήλθον μεν εκείνα τα όρνια· παρέμειναν όμως έτι πολλά εν τη
αιθούση τον ταλαιπώρου Χαλέμ, και προσήλθον βραδύτερον πολύ
περισσότερα.

Η αγορά παρετάθη πλήθουσα πέραν του μεσονυκτίου· ότε δε ο
δυστυχής Χαλέμ κατεκλίθη, μόλις είχε την δύναμιν να στενάξη, εκ
κόπου και αηδίας.


Η μεγάλη ημέρα ανέτειλε, και έδυσεν.

Εκ των δεκακισχιλίων εκλογέων του δήμου Ταγγερίων επτάκις περίπου
χίλιοι προσήλθον εις τας κάλπας και ήσκησαν το ιερόν και
πολύτιμον αυτών δικαίωμα. Πώς το ήσκησαν, είνε περιττόν να
ερωτήση ο Έλλην αναγνώστης, οικείος ήδη από μακρού προς τα
τοιαύτα τερπνά και υψηλά θεάματα,

Εδάρησαν τινές, εμέθυσαν πλείονες, συνεπλάκησαν πολλοί, εφώναξαν,
εκραύγασαν ζήτω και γιούχα μετά πολλού ενθουσιασμού, αναλόγου
προς το πληρωθέν επί τούτω χρήμα, διημφισβήτησαν πολλάκις μετά
ζέσεως την ψευδή των ταυτότητα, και τέλος εψήφισαν, άλλοι άπαξ
και άλλοι συχνότερον.

Αι κάλπαι εκλείσθησαν, εφραγίσθησαν, και μετά μίαν ώραν ανοίγουσι
πάλιν.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η διαλογή αρχίζει.

Πάσα υποψηφίου δημάρχου οικία βρίθει περιέργων.

Μ' όλους τους κόπους και τας αγρυπνίας, μ' όλας τας αηδίας των
παρελθουσών ημερών, οι πτωχοί υποψήφιοι έχουσιν έτι την δύναμιν
να ίστανται όρθιοι επί των επάλξεων, να μειδιώσι, να περιπατώσι
και να δίδωσι τας τελευταίας οδηγίας προς τους ταχυδρόμους, ους
αποστέλλουσι κομιστάς ειδήσεων εις τα διάφορα τμήματα της πόλεως.
Είνε σχεδόν οι ίδιοι ως και χθες· μόνον ότι η καρδιά των πάλλει
περισσότερον και η χειρ των θωπεύει ολιγώτερον.

Τας πέριξ τραπέζας κατέχουσι γραμματείς παντοδαποί, ποικίλοι την
όψιν και την ηλικίαν, έχοντες έκαστος προ αυτού φύλλα χάρτου
χαραγμένα κατά σειράς και στήλας ισαρίθμους προς τα τμήματα της
πόλεως και τα ονόματα των υποψηφίων. Στρέφουσι και περιστρέφουσιν
εντός του στόματος την νεόκοπον άκραν του μολυβδοκονδύλου των,
και περιμένουσιν ανυπόμονοι να αναγράψωσιν εις τα δελτία των τα
αποτελέσματα της διαλογής.

Εν τω μεταξύ τούτω, και μέχρις ου αρχίσωσιν αντηχούντα των
ταχυδρόμων τα αγγέλματα, ανακοινούσι μεγαλοφώνως τας ιδέας και
πεποιθήσεις των περί του πιθανού αποτελέσματος της εκλογής, και
τα συμπεράσματά των ποικίλλουσιν, εννοείται, αναλόγως του οίκου
εν ώ γραμματεύουσιν.

 — Η εκλογή είνε δική μας! λέγουσιν οι γραμματείς του Χαλέμ.

 — Την εκλογήν την παίρνομε με χίλιους ψήφους, λέγουσιν οι του
Εδρίς.

 — Τους φάγαμε κ' έννοια σου! φωνούσιν οι του Ομέρ ούτινος το
θάρρος δεν φαίνεται περισσεύον.


Ας εκλέξωμεν ένα των εκλογικών τούτων οίκων και ας εισέλθωμεν.
Πάντας είνε αδύνατον να επισκεφθώμεν, αφού δεν είμεθα εκλογείς.

Ας προτιμήσωμεν τον Χαλέμ, ούτινος λεπτομερέστερον μέχρι τούδε
παρηκολουθήσαμεν τον αγώνα. Ο υποψήφιος μας υποδέχεται ευμενώς,
μας σφίγγει την χείρα, και μας ερωτά ασθενεί τη φωνή αν ηξεύρομεν
τίποτε.

Ημείς, εννοείται, δεν ηξεύρομεν τίποτε, και σιωπώμεν.

Αίφνης ανοίγει βιαίως η θύρα, και αγυιόπαις ρυπαρός και
ανυπόδητος εισβάλλει εις την αίθουσαν ασθμαίνων και μόλις
κατορθών να φωνήση·

 — Χίλιους τρακόσιους εξήντα εις το πρώτον!

Ζήτω! μυριόστομον βροντά εν τη αιθούση, και τα μολυβδοκόνδυλα των
γραμματέων καταπίπτουσιν όλα συγχρόνως επί των δελτίων, και ο
υποψήφιος, λιπόθυμος σχεδόν εκ της χαράς, καταφιλεί την άπλυτον
μορφήν τον μικρού ταχυδρόμου, και αμείβει γενναίως την χαρμόσυνον
είδησιν.

Ο αγυιόπαις τρέπεται δρομαίος εις φυγήν· αν ήτο δε δυνατόν να τον
παρακολουθήση τις, θα τον έβλεπε μετά μικρόν εισερχόμενον εις
άλλου υποψηφίου οικίαν, και θα παρίστατο μάρτυς της αυτής
απαραλλάκτως σκηνής, ομοίως επαναλαμβανομένης.

Μετά μικρόν άλλο άγγελμα:

 — Εννηακόσιους ογδοήντα εις το τέταρτον!

Και τα ζήτω! επαναλαμβάνονται, και γράφουσιν οι γραμματείς, και
πληρόνει ο υποψήφιος.

 — Τελείωσε! λέγει είς των γραμματέων· η εκλογή είνε δική μας.
Εις το τρίτον είμεθα πρώτοι, εις το πέμπτον . . . . .

Αλλά διακόπτει την ενθουσιώδη απαρίθμησιν είς των επί τούτω
απεσταλμένων εις την διαλογήν ταχυδρόμων, εισερχόμενος
μελαγχολικός, και ιστάμενος άφωνος παρά την θύραν.

 — Α! να ο Αλής! λέγει ο υποψήφιος. Από πού έρχεσαι;

 — Από το πρώτον. Μας έφαγαν οι άτιμοι!

 — Πώς; παρατηρεί συρίζουσα η οξεία φωνή ενός των γραμματέων.
Χίλιους τριακόσιους εξήντα πήραμε, και . . . . .

 — Κολοκύθια! ποιος σας τα είπε; Εξακόσιους τριάντα πήραμε όλους
όλους. Νά το αποτέλεσμα. Το έχω από το πρωτόκολλον της επιτροπής.
Οι γραμματείς σβύνουσι τους αριθμούς των, ο υποψήφιος αισθάνεται
ότι κάπως εκουράσθη, και κάθηται εις μίαν γωνίαν, ο δε ταλαίπωρος
ταχυδρόμος, εις ον ουδείς . . . ουδείς ευρέθη να προσφέρη έν
σιγάρον, σύρει την πενιχράν του καπνοθήκην, και περιτυλίσσει έν
μελαγχολικώς εκ του ιδίου του καπνού.

 — Μήπως παράκουσες, αδελφέ; ερωτά είς των παρισταμένων.

 — Άφησέ με, σε παρακαλώ, και με φθάνει . . . Άλλο δεν λέγει.

Δεν παρέρχονται δυο λεπτά, και καίει έτι το απαίσιον άγγελμα, ότε
εισέρχεται βραδυπατών άλλος κακών άγγελος και κάθηται σιωπηρός
επί μιας καθέδρας.

 — Πού ήσουν, Μελήκ, ερωτά ο υποψήφιος, και η φωνή του μόλις
ακούεται.

 — Εις το τρίτον.

 — Αι; φωνούσι συγχρόνως ανορθούμεναι πάσαι των γραμματέων αι
κεφαλαί.

 — Εξακόσιους. . . . ογδοήντα. . . . πέντε.

Και ο τόνος της φωνής του ηχεί ως η ακροτελεύτιος επικήδειος
φράσις: Γ α ί α ν  έ χ ο ι  ε λ α φ ρ ά ν.

 — Χίλιους οχτακόσιους εις το τρίτον! κραυγάζει την στιγμήν
εκείνην, εισορμών εις την αίθουσαν παιδάριον ρακένδυτον.

Αλλά μόλις είχε τελειώσει την φράσιν του ο ταλαίπωρος παις, και
ράπισμα ισχυρόν ακούεται πλαταγίζον επί της παρειάς του.

 — Νά και μία παραπάνω, να γείνουν χίλιοι οχτακόσιοι ένας! φωνεί
εγειρόμενος έξαλλος ο προ μικρού εισελθών. Κατεργάρη!

Το παιδίον συναισθάνεται, φαίνεται, ότι δεν έχει το δικαίωμα να
κλαύση, και φεύγει δρομαίον μεν αλλ' απαθές και ατάραχον.

Ήτο το τελευταίον. Ουδείς πλέον ανήλικος ταχυδρόμος επάτησε την
φλιάν της θύρας του Χαλέμ την εσπέραν εκείνην.

 — Να εξακολουθήσωμεν; Ο αναγνώστης μαντεύει την συνέχειαν.

Οι άγγελοι των αποτελεσμάτων γίνονται ολονέν σπανιώτεροι. Οι
γραμματείς αρχίζουσι να νυστάζωσι και απέρχονται ο είς μετά τον
άλλον, λέγοντες πού και πού εις τον υποψήφιον·

Να ιδούμε και τα χωριά, . . . το πρωί! Τα χωριά θα μας σηκώσουν!

Και μεταβαίνουσι κατά πάσαν πιθανότητα εις άλλου υποψηφίου
οικίαν, ον εσήκωσεν ήδη η πόλις.

Οι παριστάμενοι αραιούνται, η οικία του υποψηφίου γίνεται
ησυχωτέρα, οι θόρυβοι της οδού καταπαύουσι, φωνή κύκλω δεν
ακούεται, και ο ταλαίπωρος Χαλέμ ναρκούμενος υπό του κόπου
αποκοιμάται εις την γωνίαν του, και υπνώττει χάλκινον ύπνον.

Αλλ' αίφνης εν βαθεία νυκτί ανατινάσσεται όρθιος από του
ανακλίντρου του, τρίβει τους οφθαλμούς, σείει την κεφαλήν, τείνει
το ους προς την οδόν, και δεν ηξεύρει τι κρότος παράδοξος και
απαίσιος είνε ο ταράττων την ησυχίαν της νυκτός.

Προσέχει περισσότερον, ανοίγει σιγά το παράθυρον, εξάγει την
κεφαλήν του, και βλέπει μολοσσόν υπερμεγέθη γοερώς ωρυόμενον, και
σύροντα παταγωδώς επί του λιθοστρώτου κολοσσιαίον αγγείον εκ
λευκοσιδήρου, προσηρτημένον εις την ουράν του.



ΤΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑ ΤΟΥ ΜΙΜΙΚΟΥ (4)



Αν την πρωίαν της παραμονής του έτους 1859 υπήρχον εν Αθήναις
νέοι στενοχωρημένοι και αδημονούντες διά την κενότητα του
πουγγίου των — και θα υπήρχον βεβαίως πολλοί — , ο μάλλον εξ
αυτών αδημονών ήτο κατά πάσαν πιθανότητα ο Δημήτριος Ξυδάκης.

Πριν ή όμως γνωρίση ο αναγνώστης το αίτιον της στενοχωρίας του
ήρωός μου, καλόν είνε να γνωρίση αυτόν τον ίδιον.

Ο Δημήτριος ή Μιμίκος, ως αποκαλούσιν αυτόν θωπευτικώς οι οικείοι
του, τουτέστιν η γραία μήτηρ του, ο πολύ πρεσβύτερος αυτού
αδελφός του και η ολίγον νεωτέρα του αδελφή είνε εικοσαετής
περίπου νεανίας, ισχνός, ωχρός, με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και
μακράν καστανήν κόμην, την οποίαν χτενίζει μεν, όταν εξέρχεται
της οικίας, κατά το πολωνικόν σχήμα, ήτοι εις  π ό λ κ α ν, ως
εκάλουν οι καλλωπισταί του τότε καιρού τον συρμόν αυτόν της
κομμώσεως, διατηρεί όμως κατ' οίκον ανάτριχον πάντοτε και
ατημέλητον, εκ φυσικής και ακαταμαχήτου νωθρότητος. Διότι ο
Μιμίκος είνε δυστυχώς νωθρός, πολύ νωθρός. Εγείρεται συνήθως
αργά, διότι αργά και κατακλίνεται, αργότερα δε και αποκοιμάται,
συνήθειαν έχων να αναγινώσκη εις την κλίνην του μυθιστορημάτων
μεταφράσεις, τας οποίας διά πολλού κόπου προμηθεύεται παρά των
οικείων και φίλων.

Κατά τους χρόνους του Μιμίκου δεν ήσαν άφθονα και πρόχειρα ουδ'
ευαπόκτητα τα μυθιστορήματα όσον σήμερον, ότε η κερδοσκόπος
βιβλιοκαπηλεία προσφέρει αυτά κατά δόσεις ευπρόσιτους εις το
δεκάλεπτον παντός κέπφου διψώντος πνευματικήν ψυχαγωγίαν. Εκοπία
λοιπόν ο Δημήτριος πολύ εις προμήθειαν του επιουσίου μυθιστορικού
του άρτου, και κατηνάλισκεν αυτόν μετά πολλής οικονομίας,
αναγινώσκων μόνον το εσπέρας, υπό το φως αναιμικής και
καπνιζούσης λυχνίας, οποίαν μόλις επέτρεπον εις αυτόν τα ουχί
συνήθως άφθονα οικονομικά της οικίας του, ων κύριον πυρήνα
απετέλει ο μισθός του αδελφού του Γεωργίου, υπουργικού γραμματέως
πρώτης τάξεως. Έβοσκε γοητευμένος, εφ' όσον εφώτιζε την γοητείαν
του το έλαιον του λύχνου, εις τας μαγικάς πρασιάς των  Τ ρ ι ώ ν
Σ ω μ α τ ο φ υ λ ά κ ω ν, των  Ε π τ ά  θ α ν α σ ί μ ω ν
α μ α ρ τ η μ ά τ ω ν και της  Μ α λ β ί ν α ς, και ότε τέλος η
περισσότερον αυτού νυστάζουσα θρυαλλίς ήρχιζε να αναδίδη καπνόν
μάλλον ή φως, έκλειεν εκείνος τους οφθαλμούς και εξηκολούθει εν
ονείρω την φανταστικήν του βοσκήν, ουδεμίαν έχων μέριμναν ή
φροντίδα περί της αύριον, δυναμένην να ταράξη των ύπνων του την
μακαριότητα. Διότι έργον ο Μιμίκος δεν είχεν.

Ήτο μεν από ικανών ήδη ετών φοιτητής της Νομικής σχολής του
Πανεπιστημίου· αλλ' ήλπιζεν εκ της επιφοιτήσεως του αγίου
πνεύματος εις την κεφαλήν αυτού· πολύ πλειότερον, ή όσον
προσεδόκα εκ της ιδίας αυτού φοιτήσεως εις τας παραδόσεις των
καθηγητών του. Και δεν είχε μεν έτι τότε η μεγάλη πλειονοψηφία
των ακαδημαϊκών πολιτών τελειοποιήσει την μέθοδον των άνευ
φοιτήσεως αποδείξεων και των άνευ ακροάσεως εξετάσεων· ήσαν δε
ακόμη άγνωστα τα νομικά φροντιστήρια, άτινα επιτηδεύουσι σήμερον
την εντός ολίγων εβδομάδων αναπλήρωσιν των εν τοις ωδικοίς
καφενείοις αναλισκομένων συνήθως ακαδημαϊκών εξαμήνων· ουδέ είχεν
έτι πολλαπλασιάσει η κερματοθηρία των εκδοτικών καταστημάτων τας
εντύπους περιλήψεις των πανεπιστημιακών παραδόσεων προς χρήσιν
των χρηστών της πατρίδος ελπίδων. Αλλ' ο Μιμίκος, προτρέχων της
εποχής του, απετέλει μέρος ευαρίθμου προοδευτικής ομάδος
φοιτητών, οίτινες επροτίμων ήδη τότε το καφενείον μάλλον ή τα
ακροατήρια του Πανεπιστημίου, και έκρινον το σφαιριστήριον πολύ
ψυχαγωγικώτερον της ακροάσεως και γραφής των επιστημονικών
διδαγμάτων. Εξήρχετο αργά του οίκου, και κατηυθύνετο μεν, — ως
έλεγεν εις την γραίαν μητέρα του· εις το μάθημα, παρελάμβανε δε,
ως αθώους ψευδομάρτυρας και φύλλα τινά χάρτου αγράφου,
συνεσπειρωμένα εις κύλινδρον και τυλιγμένα εντός κυανού
περικαλύμματος, εφ' ων έμελλε δήθεν να καταγράψη τα σοφά βήματα
των καθηγητών αυτού· αλλ' άμα φθάνων εις τα βραχώδη τότε
προπύλαια του επιστημονικού τεμένους, εξηκολούθει, οτέ μεν μόνος,
οτέ δε μετ' ομόφρονος συντρόφου, την βραχώδη προς τον Λυκαβητόν
ανάβασιν, και καθήμενος εκεί εν μέσω θύμων και ασφοδέλων,
εκάπνιζεν, εφ' όσον επήρκει ο λαθροχειρισθείς αδελφικός καπνός,
και περιέφερεν εική τα βλέμματα επί το πρωινόν πανόραμα της
πόλεως και τα μαρμαίροντα πέραν γλαυκά νώτα του Σαρωνικού, έμενεν
εκεί ούτω πολλάκις ώραν μακράν, ημικλείστους έχων τους οφθαλμούς
και σύνοφρυ το μέτωπον, οιονεί εντυπώσεις ταμιεύων ως έλεγεν
ασμένως ο ίδιος — , αίφνης δε, σείων αποτόμως την κεφαλήν και
ανατινάσσων την λιπαράν του πόλκαν, εφαίνετο ως συλλαβών
προσιπταμένην έμπνευσιν, και ανοίγων τον χάρτινον κύλινδρόν του
έγραφε διά μολυβδίδος σειράς ανίσους το μήκος, έσβυνε τα
γραφέντα, έβρεχε το άκρον της μολυβδίδος εις τα χείλη του,
εκάπνιζεν, έξυε τους κροτάφους του, και έγραφε πάλιν άλλα,
πολλάκις δε και απήγειλλε μετ' αυταρέσκου μειδιάματος τα
γραφέντα, μεγαλοφωνών ρυθμικώς τας ομοιοκαταλήκτους κατακλείδας
των στίχων του.

Ο Μιμίκος έγραφε στίχους· διότι ήτο — ενόμιζε τουλάχιστον ότι ήτο
ποιητής.

***

Ποιητικός και ρωμαντικός έπνεεν εν Αθήναις ο άνεμος κατά τους
χρόνους εκείνους· πας δε σχεδόν έφηβος μείραξ, εις ου το χείλος
ήρχιζε να επανθή ο πρώτος νεανικός χνους, είχε να φοβήται, μετά
την ίλερην και ανεμοβλογιάν των παιδικών ετών, την στιχουργικήν
επιδημίαν της εφηβικής ηλικίας. Αλλ' ήτο ευτυχώς ηπίου χαρακτήρος
και πάντη ανώδυνος η στιχοπάθεια του τότε καιρού, ουδ' ωμοίαζε
προς τον κακοήθη πυρετόν της αποκαλυπτικής χρησμολογίας, ήτις
κατατρύχει ως επί το πολύ τους σημερινούς ποιητικούς ιεροφάντας.
Περιωρίζετο συνήθως εις ακροστιχίδας, προέβαινεν ενίοτε εις
εξύμνησιν της αργυράς σελήνης και της εσπερινής αθώας αύρας, ή
και απεθρασύνετο μέχρι περιπαθούς θρηνωδίας προς φανταστικήν
ερωμένην, σπανίως δε σπανιώτατα ανεκλαδούτο εις επικολυρικόν τι
μυθολόγημα, κατά κρατούντα τότε βυρώνειον συρμόν.

Οι στιχοπλόκοι νέοι, τρόφιμοι ως επί το πλείστον του Λαμαρτίνου
και του Ουγκώ, είχον μελαγχολικώς ερωτόβλητον την φαντασίαν·
έκαιον δε σχεδόν πάντοτε το θυμίαμα της ποιήσεως αυτών επί του
βωμού φανταστού τινος ερωτικού ειδώλου, εν ελλείψει υπαρκτού,
διότι προς πραγματικήν ερωμένην σπανίως που ετόλμα να ατενίση η
αιδήμων δειλία της τότε άρρενος νεολαίας, ήτις δεν είχεν έτι
ποτισθή εις τα λιμναία ύδατα της πραγματικής σχολής. Αν δε που
τολμηροτέρα τις φύσις είχε το θάρρος να αναβλέψη προς την μορφήν
ωραίας νεάνιδος, το έκτακτον αυτό θάρρος σπανίως ήτο μεμονωμένον.
Οι πραγματικοί έρωτες εγίνοντο τότε συνήθως εν συνεταιρισμώ,
όστις θα φανή μεν βεβαίως παράδοξος αν μη και μωρός εις την
σημερινήν πρακτικήν γενεάν, ήτο φυσικώτατος όμως εις την
ιδεολογούσαν και ρωμαντικώς νεφελοβάμονα νεότητα του τότε καιρού.
Αι αξιώσεις των εραστών εκείνων ήσαν μετριώταται, η δε λατρεία,
ην δύο και τρεις πολλάκις νεανίαι προσέφερον από κοινού εις τον
βωμόν μιας και της αυτής θεότητος, απετελείτο συνήθως εκ φλογερών
βλεμμάτων και βαθέων στεναγμών, και εμακάριζεν εαυτήν, οσάκις
ημείβετο δι' ενός αορίστου ή και διφορουμένου μειδιάματος. Οι
γενναιότεροι έφθανον μέχρις ακροστιχίδος, και οι ευτυχέστεροι
εταμίευον επί της καρδίας των την έγγραφον απόδειξιν της
παραλαβής της. Αν δέ τις των εταίρων κατώρθονε ποτέ και να
χορεύση μετά του ειδώλου της καρδίας του εις μικράν τινα
οικογενειακήν ομήγυριν, εξ εκείνων ας συνήγε τότε η πρόφασις
χορευτικής ασκήσεως περί την κιθάραν του μακαρίτου Πολλάτου, η
μακαριότης του ευδαίμονος εραστού εκέντριζεν απλώς εις νέους
ανωδύνους στεναγμούς την ζηλοτυπίαν των συνεραστών αυτού, αλλά
δεν είχε και τραγικώτερα επακόλουθα. Ήλπιζων οι άλλοι, ότι θα
ήρχετο και αυτών η σειρά, και εφθόνουν προς ώραν, αναμένοντες να
φθονηθώσι βραδύτερον.

Εις τοιαύτας όμως ερωτικάς κοινοπραξίας δεν συγκατήρχετο πλέον ο
Μιμίκος. Η ηλικία του είχε καταστήσει αυτόν τολμηρότερον, η δε
καρδία του, πεποίθησιν έχουσα εις της ποιήσεως τα ιστία και το
βαρύ των στίχων του έρμα, απέφευγε τους συμπλωτήρας και ηρκείτο
ερωτοδρομούσα μόνη.

***

Ο Μιμίκος προσέφερεν από τριών ήδη μηνών το θυμίαμα της λατρείας
του εις ξανθήν δεκαεπταετή φίλην της αδελφής αυτού, την
καστανόφθαλμον Μαριγούλαν, ην είχε γνωρίσει εσπέραν τινά εις
φιλικήν οικίαν, όπου επαίζετο  δ α κ τ υ λ ι δ ά κ ι. Η θέρμη των
πληγών, όσας εδέχθησαν οι παλάμαι του υπό του στρόμβου της
γελαστής νεάνιδος, ανέδραμε ταχεία εις την καρδίαν του, και το
ευχάριστον αυτής θάλπος κατέκλυσε τα στήθη του δι' αρρήτου
ευδαιμονίας. Από της ημέρας δ' εκείνης οι στίχοι του Μιμίκου,
λησμονήσαντες και αυγερινόν και σελήνην, ήρχισαν ψάλλοντες τον
νέον αστέρα της Μαρίας.

Μάτην η πολύ αυτού θετικωτέρα αδελφή του Ελένη, ήτις εμάντευσε τα
συμβαίνοντα, απεπειράθη να τον φωτίση διά πλαγίων υπαινιγμών περί
της γνωστής — ως έλεγεν — ερωτοτροπίας της νέας ποιητικής του
φλογός, και της έτι γνωστοτέρας πληθύος των λατρευτών της. Ο
Ιωάννης Τριφίλης, υιός πλουσίου εμπόρου, και γνώριμος, σχεδόν
φίλος του Μιμίκου, ον η αδελφή του παρίστα ως τον κατ' εξοχήν
ευνοούμενον εκ της πλειάδος των δορυφόρων της Μαρίας, δεν επτόει
ούτε απεθάρρυνε τον ποιητήν. Δεν εφαντάζετο καν ο Μιμίκος, ότι η
έκφρασις των μεγάλων του οφθαλμών και οι καστανοί του βόστρυχοι
θα εκινδύνευον ποτέ να νικηθώσιν υπό της κοινής μορφής και της εν
είδει ψήκτρας κουρευμένης κόμης του Τριφίλη. Τον ανησύχει μεν
ολίγον — είνε αληθές — η επί της καρδίας της Μαριγούλας πιθανή
επίδρασις του γοήτρου πλουσίου κληρονόμου, οποίον ήτο
αναντιρρήτως το μόνον γόητρον του λεγομένου αντιζήλου του· αλλά
τι εσήμαινεν αυτό — διελογίζετο αμέσως ο ιδεολόγος νεανίας —
απέναντι του ποιητικού πλούτου της ιδικής του ψυχής; Ο Τριφίλης
δεν ήτο ποιητής! Το εγνώριζε δε τούτο ο Μιμίκος, όστις πολλάκις
από των ψιχίων της στιχουργικής του τραπέζης είχεν ελεήσει δι'
ενός τετραστίχου τας κατά καιρούς ερωτικάς εξομολογήσεις του
φίλου του. Διά τούτο δε και ότε ημέραν τινά ο Γιάγκος, εν ώρα
φιλικών εκμυστηρεύσεων, ήνοιξε και πάλιν την καρδίαν του εις τον
Μιμίκον, και έδειξεν αυτήν θερμαινομένην εις τας ακτίνας νέου
ερωτικού ηλίου, και εζήτησε τέλος παρ' αυτού μίαν περιπαθή
ακροστιχίδα εις το γλυκύ όνομα της Μαρίας, ο ποιητής έρριψεν εις
αυτόν ανεκφράστου αυταρκείας βλέμμα, και τον ηρώτησε μορφάζων
μάλλον ή μειδιών·

 — Εις Μαρίαν θέλεις ακροστιχίδας;

 — Ναι· παράξενον σου φαίνεται; αντηρώτησεν ο φίλος απορών.

 — Παράξενον μόνον; Θρασύ μου φαίνεται! εβροντοφώνησεν ο Μιμίκος.

Ο Γιάγκος εκλονίσθη ολίγον εκ της βιαιότητος του επιφωνήματος,
πριν ή δε προφθάση να εξηγηθή, υπέλαβεν αγανακτών ο ποιητής.

 — Αι φίλτατε, πολύ απλούς είσαι, αν νομίζης, ότι θα σου δώσω
όπλα, διά να με πολεμήσης.

 — Να σε . . .

 — Ναι! να με πολεμήσης! Δεν γνωρίζεις τάχα, τι συμβαίνει εδώ;
και ο Μιμίκος έπληξε θεατρικώς το αριστερόν μέρος του στήθους
του· ή μη τυχόν νομίζεις, ότι θα γείνωμεν συνεργάται; αν το
νομίζης, είσαι μωρός! αν δεν το νομίζης, και όμως μου ζητείς
στίχους, το θράσος σου δεν έχει όρια!

Εννοείται ότι ο διάλογος των δυο φίλων ετραχύνθη, και απέληξεν
εις ρήξιν, ήτις διήρκει από δύο ήδη μηνών, ότε την παραμονήν της
πρώτης του έτους απηντήσαμεν άθυμον και μελαγχολικόν τον Μιμίκον.

***

Ο λάτρις της Μαριγούλας ηγέρθη προ μικρού της κλίνης, αν και η
ώρα είνε ήδη δέκα, και κάθηται κατηφής και περιεσκεμμένος προ
μικρού τραπεζίου, άνιπτος έτι και αχτένιστος· και οτέ μεν
χασμάται, ωσεί εμπαίζων τον δεκάωρον ύπνον του, οτέ δε διατείνει
νωχελώς τους βραχίονας και ανακάμπτει αυτούς υπέρ την κεφαλήν
του, οιονεί αγωνιζόμενος να αποσείση την κατέχουσαν το πνεύμα του
νάρκην.

Έχει προ αυτού αριστερά μεν κυαθίσκον μαύρου καφέ, όπου βουτά
μηχανικώς τεμάχιον άρτου, δεξιά δε φύλλον χαρτίου λευκού, εφ' ου,
διακόπτων το λιτόν αυτού πρόγευμα, χαράσσει εκ διαλειμμάτων
ολίγας λέξεις. Ενίοτε σταματά, στρέφει έν σιγάρον από πενιχρών
τινων συντριμμάτων καπνού, άτινα υπολείπονται εις τους μυχούς
κωνοειδούς χαρτίνου θυλακίου, χαίνοντος μελαγχολικώς επί της
τραπέζης, ροφά εκ βάθους πνευμόνων τον αναδιδόμενον καπνόν, και
παρακολουθεί δι' αλλόφρονος βλέμματος τας ηρέμα διαλυομένας
κυανάς του έλικας. Έπειτα γράφει πάλιν, αφίνει τον κάλαμον χάριν
του καφέ, και τούτον χάριν του σιγάρου, και στηρίζων την κεφαλήν
του εις τους αγκώνας του βυθίζεται εις σκέψεις.

Ο βλέπων αυτόν ούτως εσκεμμένον και άθυμον θα υπέθετεν ίσως, ότι
ο Μιμίκος γράφει στίχους, και μάτην θηρεύει δύσκολόν τινα
ομοιοκαταληξίαν εις τελείωσιν του στίχου του. Αλλ' ο Μιμίκος δεν
γράφει στίχους την φοράν αυτήν· γράφει απλούστατα πεζήν
επιστολήν, και την έχει σχεδόν τελειώσει. Ιδού δε τι γράφει·

_Φιλτάτη Μαρία,

Σου εύχομαι το νέον έτος, και η ευχή μου αυτή είναι εγκάρδιος,
διότι γνωρίζης ότι η ευτυχία σου είναι ευτυχία μου. Σε παρακαλώ
δε να μου επιτρέψης να συνοδεύσω την ευχήν μου αυτήν με έν μικρόν
ενθύμημα . . _

Εις την λέξιν αυτήν είχε σταματήσει ο νέος, αφού πολλάκις την
έσβυσε και την αντικατέστησε δι' άλλης και πάλιν την έγραψε. Την
έσβυνε δε, όχι διότι δεν του ήρεσκεν η λέξις και εζήτει άλλην
προσφορωτέραν, όχι διότι του έλειπε νόημα η έκφρασις, αλλά διότι
του έλειπε δυστυχώς αυτό εκείνο το πράγμα, διά του οποίου ήθελε
να συνοδεύση τας τρυφεράς προς την Μαρίαν ευχάς του.

Όσοι ποτέ ευρέθησαν εις την αμήχανον θέσιν του Μιμίκου, θα
εννοήσωσι βεβαίως και θα λυπηθώσι τον πτωχόν — κυριολεκτικώς —
ποιητήν. Συνησθάνετο, ότι καθήκον είχεν απαραίτητον να στείλη επ'
ευκαιρία της πρώτης του έτους εις την εκλεκτήν της καρδίας του
μικρόν τι δώρον, έστω πενιχρόν, ασήμαντον, αλλά δώρον όμως
οιονδήποτε. Πού να το εύρη όμως το δώρον αυτό, και πόθεν και πώς
να το προμηθευθή; Το χρήμα, και υπ' αυτήν την κοινωτάτην και
χυδαιοτάτην της δεκάρας μορφήν, ήτο σπάνιος των θυλακίων του
ξένος. Τα ολίγα δε χάλκινα κέρματα, άτινα μηχανικώς εμέτρει την
στιγμήν εκείνην η χειρ του εντός του θυλακίου της περισκελίδος
του, χωρίς να κατορθόνη να τα αυξήση από τεσσάρων εις πέντε, δεν
ήρκουν ούτε διά μίαν ανθοδέσμην ούτε δι' ένα χάρτινον σάκκον
σακχαρωτών. Η αμηχανία τον αύτη κατέτρυχεν ήδη από πολλών ημερών
τον ταλαίπωρον Μιμίκον διά παντοειδών ακάρπων συλλογισμών, η δε
ποιητική του εύρεσις, η τόσον γόνιμος ομοιοκαταληξιών, είχεν
αποδειχθή στείρα και ενός μόνου ταλλήρου.

Είχεν ελπίσει προς στιγμήν ο πτωχός ποιητής, ότι διανομείς τινες
εφημερίδων, συνήθης πελάται της Μούσης του κατά τας παραμονάς της
πρώτης του έτους, θα ήρχοντο και πάλιν να του ζητήσωσι τας
αναποφεύκτους προς τους συνδρομητάς των στιχηράς προσφωνήσεις,
και ότι θα ελάμβανεν ούτως ευκαιρίαν να υποδείξη εις αυτούς
επιτηδείως, ότι αντί πινακίου γλυκυσμάτων, δι' ων ως επί το
πλείστον ημείβοντο οι στίχοι του, γλυκυτέρα δι' αυτόν εφέτος θα
ήτο η εις χρήμα αξία των, έστω και εν υποτιμήσσει. Αλλ' ουδείς
όμως διανομεύς είχε κρούσει έτι την θύρα του, ουδ' αυτός ο του
περιοδικού, όπου κατεχώριζεν ενίοτε ο Μιμίκος τους στιχηρούς
ερωτικούς του στεναγμούς. Τας ελπίδας, ας είχε προς στιγμήν
θεμελιώσει επί του συνήθως ελεήμονος πουγγίου της μητρός αυτού
και των πενιχρών οικονομιών της αδελφής του, διέλυσαν
αλληλοδιαδόχως αναγκαίαι διά την πρώτην του έτους οικιακαί
προμήθειαι των δύο γυναικών εις δε τον αδελφόν του Γιώργιον ουδέ
διενοήθη καν να αποταθή, διότι τα καινουργή του υποδήματα, τα προ
δέκα μόλις ημερών κληρωθέντα εκ του αδελφικού υστερήματος,
υπεμίμνησκον τον Μιμίκον, σφίγγοντα τους πόδας του, ότι πολύ
σφιγκτότερα ήτο δεμένον το θυλάκιον του υπουργικού γραμματέως.

***

Ούτως είχε φθάσει εις την παραμονήν της μεγάλης ημέρας άνευ
ελπίδος ή παρήγορου προσδοκίας οιασδήποτε. Μέγα μέρος της
προτεραίας νυκτός είχεν αγρυπνήσει, τυραννών τον εγκέφαλον αυτού
και προσπαθών να ανακαλύψη που εις τα βάθη του σκοτεινού
ορίζοντος της αμηχανίας του αμυδράν τινα παρηγορίας ακτίνα· αλλά
τίποτε, απολύτως τίποτε δεν ηδυνήθη να επινοήση. Επινοείται το
χρήμα; Και αυτός δε ο ύπνος, όστις κατέβαλεν επί τέλους την εις
μάτην κοπιώσαν φαντασίαν του, δεν επράυνε την ανησυχίαν αυτού.
Όνειρα πολλά και αλλεπάλληλα, μικρά και ασυνάρτητα, οτέ μεν
παρεπλάνων την διάνοιάν του εις στενάς και αδιεξόδους ατραπούς
και εστενοχώρουν αυτόν εις σκοτεινάς γωνίας, όθεν μάτην ηγωνίζετο
να εξέλθη· οτέ δε τον εγοήτευον σπείροντα προ των ποδών του χρυσά
νομίσματα, άτινα δεν κατώρθονεν εκείνος να συλλέξη, διότι
ησθάνετο αίφνης παραλυομένας τας χείρας τον και άλλοτε παρίστανον
προ των ομμάτων της ψυχής του φαιδρόν και αλαζόνως μειδιώντα τον
αντίζηλόν του Τριφίλην, προσφέροντα κολοσσιαίαν ανθοδέσμην εις
την λατρευτήν του Μαρίαν και αμειβόμενον διά του γλυκυτάτου των
μειδιαμάτων.

Μετά το φανταστικόν αυτό νυκτερινόν μαρτύριον είχεν εξυπνήσει ο
Μιμίκος εκνευρισμένος, και καθίσας παρά το μικρόν αυτού
τραπέζιον, εφ' ου ανεπαύοντο επ' αλλήλων λιπαροί τίνες και
ρακώδεις τόμοι μυθιστορημάτων, έπινεν, ως είδομεν, τον πρωινόν
του καφέν. Εν τω μεταξύ δε τούτω έγραφε και τας ημιτελείς εκείνας
γραμμάς, όσας προ μικρού ανεγνώσαμεν, ελπίζων πάντοτε, ότι η θεία
πρόνοια, η σιτίζουσα τα πετεινά του ουρανού και εξανατέλλουσα
χόρτον τοις κτήνεσι, κατά το ρήμα του θεοπνεύστου εβραίου
συναδέλφου του, ήθελεν ανατείλει και εις αυτόν μέχρις εσπέρας
απροσδόκητόν τινα σωτηρίαν.

 — Ας ετοιμάσω, είπε καθ' εαυτόν, το γράμμα μου, και έως το βράδυ
έχει ο Θεός. Τι ευχή! Θα ευρεθή κανείς να μου δανείση τρεις
τέσσαρας γελοίας δραχμάς, όσαι μου χρειάζονται διά να σώσω την
υπόληψίν μου. Διότι περί της υπολήψεώς μου πρόκειται, δεν είνε
ζήτημα. Εξευτελίζομαι, μηδενίζομαι, καταστρέφομαι, αν αύριον δεν
λάβη δώρον μου η Μαρία. Είτε εις αμέλειαν αποδώση την έλλειψιν,
είτε μαντεύση την αληθινήν της αιτίαν και εδώ πικρόν μειδίαμα
διέστειλε τα χείλη του αμηχανούντος ποιητού, το αποτέλεσμα θα ήνε
τραγικόν . . . Φαντάζομαι τον γελοίον εκείνον Τριφίλην, τι
μεγαλοπρεπές δώρον θα της στείλη! . . . Και εγώ . . .

Τοιαύτα τινά και άλλα όμοια εσκέπτετο γράφων ο Μιμίκος, μέχρις ου
έφθασεν εις την λέξιν ενθύμημα, οπού και εσταμάτησε.

 — Ενθύμημα! είπε καθ' εαυτόν· αλλά τι ενθύμημα! τι να προσθέσω,
αφού κ' εγώ δεν ηξεύρω τι θα στείλω; . . . Α!

Και το Α! τούτο ήτο βαθύς αναστεναγμός, συνοψίζων δι' ενός
επιφωνήματος απόγνωσιν και αγανάκτησιν, αποθάρρυνσιν και αράν,
αράν κατά της μοίρας, οποίαν είχον πρόχειρον πάντοτε, οι
λαμαρτινίζοντες ποιηταί του τότε καιρόν.

Απέθεσεν ο Μιμίκος ή μάλλον έρριψε την γραφίδα του παρά το
διψαλέον αυτού μελανοδοχείον, έσυρεν αποτόμως την δεξιάν του
χείρα διά μέσου της ακτενίστου κόμης του, έξυσε διά της αριστεράς
το κρανίον του, εχασμήθη, και προσπαθών να συναθροίση έν
τελευταίον σιγάρον εκ των εσχάτων θρυμμάτων του καπνού του,
ητένισεν απλανώς το βλέμμα επί τους παρά τον τοίχον αναπαυομένους
τόμους μυθιστορημάτων, οιονεί έμπνευσιν παρ' αυτών εκδεχόμενος.

Τι όμως ήτο δυνατόν να του εμπνεύση η εκ πάσης όψεως οικτρά θέα
των αποτετριμμένων εκείνων και παραλύτων βιβλίων, άτινα είχε
ταμιεύσει εκεί ο φιλαναγνώστης ποιητής, εις διατριβήν των
νυκτερινών αυτού αγρυπνιών; ουδέν άλλο ίσως, ή ότι είχε
λησμονήσει έως τότε να αποδώση αυτά εις τους φίλους παρ' ων τα
είχε δανεισθή. Κατά τι δε θα μετέβαλλεν η σιωπηρά αύτη υπόμνησις
την αμήχανον θέσιν του Μιμίκου;

Αι! τις οίδεν; Ό,τι πολλάκις μάτην επιδιώκει ο μεθοδικώτατος
συλλογισμός και η βαθυτάτη σκέψις, επιτυγχάνει αίφνης
απροσδοκήτως ο αυτόματος και ανεπίγνωστος, ανεξήγητος δε πολλάκις
ειρμός των εννοιών. Φαίνεται δε, ότι την στιγμήν εκείνην η ιδέα,
ότι τα βιβλία, άτινα άνελπις προσέβλεπεν ο Μιμίκος, ανήκον εις
άλλους, υπήρξε γονιμωτέρα πάσης άλλης προτέρας αυτού σκέψεως,
διότι η όψις του αίφνης ιλαρύνθη, και τα τέως θλιβερώς
συνεσταλμένα χείλη του διεστάλησαν υπό αμυδρού μειδιάματος.

 — Το ηύρα! εφώνησε μετά πολύ πλειοτέρας χαράς ή ο Αρχιμήδης, ότε
ανεκάλυπτε τον νόμον της ειδικής βαρύτητος των σωμάτων, και
ηγέρθη της έδρας του.

***

Ήνοιξε σιγά και μετά περισκέψεως την θύραν του παρακειμένου
δωματίου, όπου ήτο ο κοιτών της μητρός και της αδελφής του, και
ιδών ότι ο θάλαμος ήτο κενός, εισήλθεν εις αυτόν αθορύβως. Ότε δε
πάλιν εξήλθεν εκείθεν μετ' ολίγα λεπτά, εκράτει εις χείρας του
ικανώς ογκώδες και κομψώς δεμένον βιβλίον, έστρεφε δ' ενίοτε
οπίσω το βλέμμα του, ως αν εφοβείτο μη παρηκολούθει αυτόν
αδιάκριτος οφθαλμός. Έπειτα εστάθη προς μικρόν, επέστρεψε πάλιν
εις την θύραν του κοιτώνος, έκλεισεν αυτήν ως και την άλλην θύραν
του δωματίου του, την φέρουσαν εις τον διάδρομον, και ελθών
εκάθισε προ του τραπεζίου του, εις ου τον σύρτην έσπευσε να κρύψη
το βιβλίον.

 — Δεν πιστεύω, είπε καθ' εαυτόν, να ζητήση ως το βράδυ το
βιβλίον της η Ελένη. Έχει τόσα να φροντίση, ώστε δεν θα
συλλογίσθη βέβαια και την Ματθίλδην . . . Ίσως την ζητήση
αύριον, . . . και θα χαλάση πάλιν τον κόσμον διά το μυθιστόρημά
της, αλλά . . . τέλος πάντων . . .

Και επέρανε δι' ενός μειδιάματος τον συλλογισμόν του.

Δεν ανησύχει και πολύ ο Μιμίκος, ως βλέπει τις, εκ των δυνατών
συνεπειών του τολμήματός του. Δεν ανησύχει δε, διότι είχεν ήδη
προ πολλού συνηθίσει αδελφόν και αδελφήν εις ομοίας εξαφανίσεις
βιβλίων των, και ήξευρεν εκ της παρελθούσης του πείρας, ότι
προεκάλουν μεν αύται φωνάς και θυέλλας και κλύδωνας, ων την
έκρηξιν υπέμενεν εκείνος καρτερικώς, αλλά ότι ο θόρυβος όλος και
ο πάταγος διήρκει μίαν ή δύο ημέρας το πολύ, και εκόπαζε τέλος τη
παρεμβάσει της αγαθής μητρός του, ήτις είχε τυφλήν αδυναμίαν προς
τον υστερότοκον και μαμμόθρεπτον υιόν αυτής.

Ο Μιμίκος είχε λίαν ευρείας ιδέας οικιακής κοινοκτημοσύνης, και
πολλάκις είχε προσπαθήσει, δι' επανειλημμένης πρακτικής ασκήσεως
των κοινωνιστικών του δογμάτων, να οικειώση προς αυτά τους
οικείους του. Εφρόνει, ότι το εμόν και το σον ήσαν έννοιαι κατ'
εξοχήν εγωιστικαί και ήκιστα συμβιβαζόμεναι προς την ιερότητα των
οικογενειακών δεσμών και την αυτοθυσίαν ην επιβάλλει η αδελφική
στοργή. Οσάκις δε της στοργής ταύτης η αυτοθυσία εφαίνετο
δυστροπούσα ή βραδύνουσα, ανεπλήρονεν εκείνος το έργον της,
εκβιάζων την οκνούσαν αδελφικήν αυταπάρνησιν.

***

Ήρεμος και ατάραχος ανέλαβε την γραφίδα ο ερωτευμένος ποιητής και
συνεπλήρωσε φαιδρός την επιστολήν του, προσθέσας εις αυτήν τας
επομένας σειράς:

_« . . . του οποίου η ανάγνωσις εύχομαι να σας υπενθυμίζει ενίοτε
τον δωρητήν και όλως αφωσιωμένον Δημήτριον_

Αφού δε και πάλιν ανέγνωσεν εξ αρχής το γράμμα του και
ευχαριστήθη — φαίνεται — εκ της συντάξεώς του, εξήγαγεν εκ του
σύρτου το βιβλίον, ετύλιξεν αυτό μετά της επιστολής του εντός
λευκού φύλλου χάρτου, το εσφράγισε και επέγραψεν όσον
καλλιγραφικώς ηδύνατο: «Προς την Κυρίαν (η λέξις Δεσποινίς δεν
είχεν έτι γείνει του συρμού) Μαρίαν Καλίδου. Ενταύθα.

Μετά τούτο εκτενίσθη και ενεδύθη εν σιωπή, έκρυψε τον τόμον υπό
τον επενδύτην του και εξήλθεν αθορύβως της οικίας, χωρίς κανείς
να τον παρατηρήση.

***

Ο Μιμίκος δεν εφάνη καθ' όλην την ημέραν εις τον μητρικόν οίκον.
Εσυλλογίσθη, ότι φρονιμωτέρα θα ήτο η απουσία του, αν τυχόν
συνέπιπτε να παρατηρηθή και του βιβλίου η απουσία.

Εγνώριζεν εκ του παρελθόντος, πόσον δυσάρεστοι απέβαινον εις
αυτόν αι εξ ομοίων περιστάσεων προκαλούμενοι πάντοτε ερωτήσεις
και ανακρίσεις, και επροτίμησε να εκτεθή εις αυτάς όσον το
δυνατόν αργότερα.

Αλλ' ήλθε τέλος η εσπέρα, και ο στόμαχός του, όσον ποιητικός και
αν ήτο, ηναγκάσθη να τραπή την πεζήν οδόν του δείπνου.

Εύρε δε δειπνούντας αληθώς τους οικείους του, ότε αργά επανήλθεν
οίκαδε, κατάκοπος από τετραώρου σφαιριστηρίου, το οποίον είχε
παίξει εις μικρόν τι καφενείον της Νεαπόλεως.

Παρετήρησεν ευχαρίστως, ότι πάντων τα πρόσωπα ήσαν ιλαρά, και
εκάθισεν εις την τράπεζαν, ευλογών ενδομύχως την θείαν πρόνοιαν,
ότι ουδεμία ηπείλει την κεφαλήν του καταιγίς.

 — Κάτι άργησες απόψε; ηρώτησεν αδιαφόρως ο αδελφός του.

 — Έκαμα ένα μακρυνόν περίπατον, απήντησεν ατάραχος ο ποιητής,
ενώ βραδέως εξεδίπλονε το χειρόμακτρόν του.

 — Διά να μαζεύσης εντυπώσεις χωρίς άλλο, υπέλαβεν εκείνος,
ειρωνικώς μειδιών. Να ιδούμεν πότε θ' αρχίσης να μαζεύης και
τίποτε καλλίτερον.

 — Έλα τώρα και συ! διέκοψεν ηπίως παρεμβαίνουσα η μήτηρ. Θα έλθη
και αυτό σιγά σιγά.

Ο Μιμίκος δεν εννόει να ταραχθή. Συνησθάνετο πόσην σπουδαιότητα
είχε δι' αυτόν την στιγμήν εκείνην η οικιακή ειρήνη, και ήρχισε
να τρώγη μετά πολλής ορέξεως, ότε εισήλθεν η υπηρέτρια και
παρέθηκεν εις την τράπεζαν εκ μιας μεν χειρός πινάκιον περιέχον
τυρόν εξ άλλης δε βιβλίον τυλιγμένον εις κυανούν χάρτινον
περικάλυμμα.

 — Τώρα το έφερε ένας άνθρωπος, είπε.

 — Α! εφώνησε φαιδρά η αδελφή του Μιμίκου, μόλις ιδούσα την
επιγραφήν. Το γράψιμον της Μαριγούλας!

Και ανέγνω ταχέως: Προς τον Κ. Δ η μ ή τ ρ ι ο ν  Ξ υ δ ά κ η ν.

 — Τι να σου στέλλη άρα γε, Μιμίκο; ηρώτησεν αφελώς η Ελένη, και
εστράφη μειδιώσα προς τον αδελφόν της, ενώ περίεργος η χειρ της
ητοιμάζετο να σχίση το κυανούν περικάλυμμα.

 — Φέρ' το εδώ' Φέρ το εδώ! ανέκραξεν εκείνος, μόλις ακούσας το
όνομα της αγαπητής του, και σχεδόν επνίγετο, ενώ κατέπινε
τεμάχιον κρέατος.

Αλλ' η Ελένη είχεν ήδη σχίσει το χάρτινον περικάλυμμα και εκράτει
εις χείρας της γυμνήν και ολόσωμον . . . την  Μ α τθ ί λ δ η ν!
αυτήν εκείνην, ήτις είχε την πρωίαν αναληφθή από του κοιτώνος
της.

 — Μπα! ανεφώνησε κατάπληκτος η νεάνις. Η Ματθίλδη! Ποιος της την
έστειλε οπίσω, πριν την διαβάσω; Α! κ' ένα γράμμα. Για σένα
Μιμίκο.

Και έτεινε προς αυτόν την επιστολήν, προσθέτουσα διά ταπεινοτέρας
φωνής.

 — Τι νόημα έχει αυτό; Συ της την έστειλες;

 — Ωραίον πράγμα! εφώνησεν ο Μιμίκος, γινόμενος κατακόκκινος·
ωραίον πράγμα, να μου ανοίγης τα πράγματά μου.

Και αρπάσας από των χειρών της αδελφής του το γράμμα, ως θα
ήρπαζεν ιέραξ στρουθίον, έκρυψεν αυτό ταχέως εις τον κόλπον του.

 — Μα δεν μ' ερωτούσες ευλογημένε, αν την είχα τελειώσει;

 — Ενόμισα, . . . εψιθύρισεν ο αδελφός της.

 — Ενόμισες! υπέλαβε σοβαρώς ο Γεώργιος, όστις είχε παύσει να
τρώγη και προσείχεν εις την παράδοξον σκηνήν, της οποίας εμάντευε
περιαλγώς τον πρόλογον. Ενόμισες! Δεν εντρέπεσαι, καϋμένε!

Εντρέπετο αληθώς ο Μιμίκος, αλλά τι του εχρησίμευε πλέον η
εντροπή;

Ηγέρθη κατησχυμμένος από της τραπέζης και μετέβη εις το δωμάτιόν
του, όπου έσπευσε να ανάψη φως και να αναγνώση την επιστολήν της
Μαρίας του.

Ιδού δε τι ανέγνωσε·

_Κύριε Δημήτριε,

Από το σημάδι το οποίον ηύρα εντός της  Μ α τ θ ί λ δ η ς
συμπεραίνω, ότι η κυρία αδελφή σας, εις την οποίαν είχα δανείσει
το βιβλίον, δεν το ετελείωσεν ακόμη. Δι' αυτό σας το επιστρέφω,
και σας παρακαλώ να το βάλετε πάλιν όπου το ηύρατε. Κρατώ δε τας
ευχάς σας και σας ευχαριστώ δι' αυτάς από καρδίας.

Μαρία._

Ο Μιμίκος είχεν ήδη, πριν ή εγερθή της τραπέζης, εννοήσει το
πάθημά του· αλλ' η ανάγνωσις των γραμμών αυτών τον απελίθωσε.

Τι συνέβη εντός του, θα ήτο μακρόν να περιγραφή.

Τόσον μόνον σημειούμεν, ότι έκτοτε ούτε στίχοι του πλέον
εγράφησαν εις το όνομα της Μαρίας, ούτε βιβλία άλλα ανελήφθησαν
από της τραπέζης του αδελφού ή της αδελφής του.



Ο ΠΡΩΤΟΣ ΛΑΧΝΟΣ (5)



Ο Κύριος Περδίκης παίζει μετά της κυρίας του  σ κ ο υ π ι σ τ ή ν.

Συνάπτων θυμοσόφως το τερπνόν τω ωφελίμω, προτιμά την εσπέραν
μετά το δείπνον το παιγνίδιον αυτό παντός άλλου, διότι και
ευχαρίστησιν αισθάνεται πολλήν, οσάκις σκουπίζει από της τραπέζης
τα χαρτία, και γυμνάζεται οπωςδήποτε εις το έργον του.

Το έργον του Περδίκη δεν είνε ακριβώς ωρισμένον, ή κάλλιον ειπείν
δεν είνε έν και μόνον. Ο ήρως ημών έχει πολλάς εργασίας, ιδίως
του ποδαριού, ως λέγει κοινώς ο λαός, αίτινες πάσαι ένα και μόνον
έχουσι σκοπόν, την εις το βαλάντιον αυτού μετάγγισιν του ξένου
χρήματος. Προς τον σκοπόν δε τούτον ο κ. Περδίκης ουδέν
περιφρονεί, ουδέ νομίζει ανάξιον εαυτού. Κάμνει εν γένει τον
μεσίτην, μεσίτην χρεωγράφων, συναλλαγμάτων, οικοπέδων, μισθώσεων,
έστω εν ανάγκη και υπηρετριών, μαγείρων και θαλαμηπόλων. Αγοράζει
ευθηνά και μεταπωλεί όσον ακριβώτερα εύρη όπλα παλαιά,
αρχαιότητας παντοειδείς, ήτοι αρχαίας και νέας, υφάσματα εξ
ανατολής και πινάκια εκ Ρόδου, νομίσματα και κειμήλια περίεργα.
Προστατεύει με το αζημίωτόν του τους ζητούντας θέσιν και εργασίαν
αργούς, γράφει αναφοράς, απαλλάττει στρατευσίμους, υπερασπίζεται
καταδικασμένους, προμηθεύει μάρτυρας, επισκέπτεται συχνά την
εισαγγελίαν και τον οικονομικόν έφορον, και δανείζει τα
περισσεύματά του με τόκον αρκετά χριστιανικόν, ασφαλιζόμενος δι'
ενεχύρων, άτινα αγοράζει εικονικώς υπό τον όρον της εξωνήσεως.
Πλην τούτων πάντων συνάγει συνήθως το εσπέρας, άπαξ ή δις της
εβδομάδος, εις την οικίαν του μικρόν όμιλον φίλων και παρέχει εις
αυτούς ευάρεστον χαρτοπαικτικήν διασκέδασιν, ήτις, κατά παράδοξον
της τύχης επιμονήν, σπανίως αποβαίνει εις ζημίαν του.

Πριν ή ευρύνη τοσούτον ο Κ. Περδίκης τον κύκλον των εργασιών
αυτού, είχεν άλλο έργον, όπερ βεβαίως δεν έχει την περιέργειαν να
μάθη ο αναγνώστης. Αν τυχόν την έχη, ας υποθέση ό,τι θέλει, το
πράγμα είνε εντελώς αδιάφορον. Αρκεί μόνον να γνωρίση, πλην των
ανωτέρω, και σημειούμεν τούτο εν ολίγοις, ότι σήμερον τουτέστιν
εν έτει 1883 ο κ. Περδίκης έχει οίκον ίδιον, μ' εξώστην επί της
λεωφόρου και με φατνώματα περίχρυσα· ότι έχει υπηρέτην με
λαιμοδέτην λευκόν, ίνα ανοίγη ευπροσώπως την θύραν της οικίας
του, και κομψόν δίφρον, δι' ου αυτός μεν επισκέπτεται τους
πελάτας του προ μεσημβρίας, η δε κυρία του εξέρχεται μετά
μεσημβρίαν εις περίπατον· ότι η σύμβιος και η θυγάτηρ του ξανθή
δικαεξαέτις κόρη πλήρης ποιήσεως και μυθιστορίας, ενδύονται παρά
τη Λιζιέ και ότι ο υιός του, αφού γενναίως και καρτερικώς αντέστη
εις όλην την παιδαγωγικήν σοφίαν των καθηγητών αυτού και
διδασκάλων, επροτίμησε τέλος να κύψη υπό το κράτος ετερογενών
παιδαγωγών, των εκ Γαλλίας αφθόνως εισκομιζομένων εις ανατροφήν
των ελληνοπαίδων, και περιφέρων χάριν αυτών εις την οδόν Σταδίου
τας στενάς και κοντάς αυτού περισκελίδας και τα μυτερά του
σανδάλια έχει λόγους, λέγει, να υποθέτη, ότι μία εξ αυτών δεν
είναι τοσούτον αναίσθητος προς την ελληνογαλλικήν του
φρασεολογίαν, όσον διατείνονται φθονεροί τινες ομήλικες, πολύ
ευρυτέρας έχοντες τας αναξυρίδας των και ολιγώτερον μυτερά τα
πέδιλά των.

Δεν θα ήτο ίσως περιττόν να σημειωθή επί τέλους, προς συμπλήρωσιν
των ειδήσεων, όσας δυνάμεθα να δώσωμεν περί του ημετέρου ήρωος,
ότι ο Κ Περδίκης από μακρού ήδη τρέφει δύο διαπύρους πόθους εν τη
καρδία του· να γείνη ιππότης του Σωτήρος, και να διορισθή
πρόξενος ξένου τινός κράτους εν Αθήναις, έστω τούτο και
δημοκρατία τις της μεσημβρινής Αμερικής. Την εκπλήρωσιν του
πρώτου πόθου υπεσχέθη και εξακολουθεί να υπόσχεται φίλος του τις
βουλευτής, ανανεών συνήθως παρ' αυτώ μικρά τινα συναλλάγματα. Η
δευτέρα του επιθυμία είνε όνειρόν του ακόμη, αγνοεί δε ο Περδίκης
πότε θα πραγματοποιηθή εις τελείωσιν της επιγείου ευδαιμονίας
του.

Ο Κ. Περδίκης λοιπόν, Ιωάννης το όνομα, ή Γιάγκος, ως αποκαλεί
αυτόν η σύζυγός του, οσάκις του παρουσιάζει λογαριασμούς προς
πληρωμήν, παίζει, ως προείπομεν, σ κ ο υ π ι σ τ ή ν  μετά της
κυρίας του.

Η κυρία του είνε γυνή τεσσαράκοντα περίπου ετών, οστεώδης,
λιπόσαρκος και πλήρης γωνιών, οξείαν έχουσα την ρίνα, προέχοντα
τον πώγωνα, στικτούς τους οφθαλμούς και ελαφρώς μυστακιών το άνω
χείλος. Θυγάτηρ αγαθού αγρότου, ήντλει μικρά έτι από του φρέατος
της οικίας, ίνα ποτίζη τον πατρικόν όνον, και πολλάκις μετεφέρετο
από των αγρών εντός των καλάθων του, οσάκις απέκαμνε να τον
παρακολουθή γυμνόπους. Νυμφευθείσα πτωχή και άπροικος τον
Περδίκην, ελλείψει άλλου κρείττονος γαμβρού, και μετά σπουδαίαν
χειροτονίαν του βρακοφόρου πατρός της, όστις ουδεμίαν, έλεγεν,
είχεν όρεξιν να την βάλη εις το ράφι, ευρέθη αίφνης μετά τινα έτη
πλουσία σύζυγος κ' έτι πλουσιωτέρα κληρονόμος, ότε ο πατήρ της,
ανακαλύψας ημέραν τινά εν τω μυχώ παλαιού κιβωτίου κίτρινά τινα
και σκωληκόβρωτα χαρτιά, κατέλαβε δυνάμει αυτών μεγάλην γαιών
περιοχήν περί τας Αθήνας, και απεδείχθη αίφνης μεγαλοκτηματίας.
Είνε αληθές όμως, και πρέπει τούτο να σημειωθή προς τιμήν του
ήρωος ημών, ότι ο γαμβρός αυτού μεγάλως τον εβοήθησε κατά τε την
ανακάλυψιν των κιτρίνων χαρτίων και την ανεύρεσιν των γαιών.

Ούτω δε εντός δεκαετίας μόλις από του γάμου του Περδίκη εντελής
και γενική μεταμόρφωσις επήλθε βαθμηδόν εν τω οίκω του, πάσαι δε
της οικογενείας αυτού αι κάμπαι προέκυψαν ημέραν τινά του
βόμβυκος αυτών περικαλλείς χρυσαλλίδες. Και ο οίκος αυτός
μετεμορφώθη, και η κυρία μετέβαλεν ομιλίαν και ράπτριαν, και ο
κύριος ήλλαξεν έργον και άλυσιν του ωρολογίου του. Ουδείς βλέπων
την κυρίαν Περδίκη ηδύνατο να ενθυμηθή την ηλιοκαή και ακτένιστον
παιδίσκην, ήτις εσάρονέ ποτε τον σταύλον του πατρός της, ούτε
συνομιλών μετά του συζύγου της ηδύνατο να υποπτεύση ομοιότητά
τινα μεταξύ της φωνής του και της φωνής του παραγγέλλοντος ένα
βαρύν και γλυκύν ρυπαρού υπηρέτου μικρού καφενείου της Πλάκας.

Τοιούτον εν ολίγοις το ζεύγος, όπερ την εσπέραν της 19 Αύγουστου
1883 έπαιζε  σ κ ο υ π ι σ τ ή ν  εν τω οίκω του Κ. Περδίκη.

Β'.

 — Τι έγειναν απόψε τα παιδιά; ερωτά ο οικοδεσπότης, σκουπίζων
δι' ενός ρήγα τα επί της τραπέζης χαρτιά.

 — Αι! το παράκαμες, κύριε! φωνεί η Κ. Πηνελόπη· δεν μ' αφίνεις
χαρτί.

Και προσθέτει μετά μικρόν, ρίπτουσα ένα τεσσάρι επί την τράπεζαν.

 — Α! τα παιδιά είπες; πήγαν εις το Φάληρον.

 — Δεν το βαρέθηκαν ακόμη εκείνο το γαλλικόν θέατρον; Δεν ξεύρω
τι του βρίσκουν! εγώ, να σου ειπώ, μ' αρέσει καλλίτερα το
Ελληνικόν. Ό,τι έχω εγώ τους Μυλωνάδες και τους Πειρατάς με τον
Ταβουλάρη.

Όχι δα και συ! το γαλλικόν έχει άλλην χάριν.

 — Δεν ειξεύρω, . . . αλλά μου λέγουν, ότι δεν είνε και πάρα πολύ
ηθικόν.

 — Ανοησίαις! ηθικόν! τόσος καλός κόσμος που πηγαίνει . . .

 — Ναι, δεν σου λέγω, αλλά τι τα θέλεις! θα είχα καλλίτερα να μην
επήγαινεν η Ασπασία τόσον συχνά. Εγώ μίαν φοράν επήγα όλην όλην,
και αυτήν διά το χατήρι σου, και εντράπηκα, σε βεβαιόνω. Έπειτα
είνε και το έξοδο! το Φάληρον τώρα ακρίβηνε. Κάθε φοράν που
πηγαίνουν κάτω τα παιδιά, θα θέλουν είκοσι φράγκα το ελάχιστον.

 — Αι, καλά τώρα! Συ νάχης την υγείαν σου, και ας διασκεδάσουν
και λιγάκι τα καϋμένα τα παιδιά. Δόξα σοι ο Θεός, η δουλειαίς σου
πηγαίνουν περίφημα.

 — Ας ην' οι άνθρωποι καλά, δεν έχω παράπονον. Αλλά δεν είνε
λόγος αυτός να τα σκορπούμε.

 — Ποιος είπε να τα σκορπούμε; Κανείς δεν τα σκορπά. Ξοδεύομεν
μόνον όσα πρέπει, διά να κρατούμεν την θέσιν μας εις την
κοινωνίαν. Αλήθεια . . . δεν ηξεύρεις δα! Η κυρία Μιχάκη μ'
απάντησε προχθές κ' έκαμε πως δεν μ' εγνώρισε. Παλαιαί
συμμαθήτριαι γειτόνισσαις τόσα χρόνια, τώρα που πανδρεύθηκε δεν
ειξεύρω τι της εφάνη! Επειδή τάχα επήρε ένα λοχαγό και πηγαίνει
εις το παλάτι, ψήλωσ' η μύτη της.

 — Άφησ' την να ψηλώση. Η σακκούλα της να ιδούμε τι έχει.

 — Μα έλα δα!

 — Και πού την απάντησες την Κυρίαν Μιχάκη;

 — Εις της Λιζιέ.

 — Πάλιν εις της Λιζιέ ήσουν; ποιος ξεύρει τι λογαριασμοί με
περιμένουν! υπολαμβάνει ο Ιωάννης, στενάζων εκ των εγκάτων αυτού.

 — Ου! καϋμένε Γιάγκο! να σε ακούση κανείς, θα ειπή πως σ'
επτώχυνα· τι λογαριασμοί; Δύο μήνας έχω τώρα που σε παρακαλώ διά
τον παληό της λογαριασμό από χίλια πεντακόσια φράγκα, και
ακόμη . . .

 — Θαλθή και αυτουνού η ώρα του, διακόπτει ο Περδίκης, και μη
στενοχωρηέσαι.

 — Πότε; όταν κερδήσωμεν το λαχείον;

 — Λαχείον είπες; α! ναι, είδες; . . . λέγει ο σύζυγος, και
αφίνων αίφνης τα χαρτιά επί της τραπέζης, προσθέτει μετά μικράν
τινα σκέψιν

 — Τι έκαμες ταις πέντε προμέσαις που σου έδωκα ταις προάλλαις;

 — Ταις εφύλαξα. Α! έδωκα μίαν της καϋμένης της μαγείρισσας! Με
παρεκάλεσε τόσον πολύ . . . . απαντά δειλώς, μ' όλον αυτής τον
μύστακα, η Κυρία Πηνελόπη· προσθέτει δε αμέσως, βλέπουσα
δυσαρέστως μορφάζον το πρόσωπον του συζύγου της·

 — Της εκράτησα από τον μισθόν της τα τρία φράγκα.

 — Δεν έπρεπε να της την δώσης· ας ήνε. Αυτό είνε τύχη, και την
τύχην του κανείς δεν την πουλεί, ούτε την χαρίζει.

Διενοήθη επί στιγμήν ο Ιωάννης να ερωτήση τον αριθμόν του
γραμματίου, όπερ είχε παραχωρήση εις την μαγείρισσάν του. Αλλ' ο
διαλογισμός του αυτός υπήρξε στιγμιαίος και στιγμιαίως
εξηφανίσθη. Μόλις διανοηθείς αυτόν, ανελογίσθη συνάμα, ότι
καλλίτερον ήτο να μη τον εκστομίση, και εσίγησε περίφροντις.

 — Τι συλλογίζεσαι; ερωτά η Κ. Πηνελόπη. Κάτι σκεπτικός έγεινες;

 — Ενθυμήθηκα ότι κάπου έχω να πάγω, απαντά ο Περδίκης εξάγων το
ωρολόγιόν του. Διάβολε! δέκα περασμέναις και ο Ξανθάκης θα με
περιμένη.

 — Τέτοιαν ώραν θα βγης;

 — Δουλειαίς, αγάπη μου, δουλειαίς, απαντά ο Ιωάννης και εγερθείς
λαμβάνει τον πίλον του και την ράβδον του.

 — Μην αργήσης, να σε χαρώ· ξεύρεις ότι δεν με παίρνει ύπνος πριν
έλθης.

 — Το ξεύρω, χρυσό μου, το ξεύρω, λέγει καθησυχάζων την
τρυφερότητα της συζύγου του και μορφάζων μάλλον ή μειδιών ο
Γιάγκος.

Και εξέρχεται εις την οδόν.

Η κυρία Πηνελόπη, μείνασα μόνη, απλόνει τα χαρτιά επί της
τραπέζης και ρίπτει την πασιέντσαν του Ναπολέοντος, διά να ίδη αν
θα κερδήση εις το λαχείον. Αλλά τα χαρτία δυστροπούσι φοβερά, και
μάτην επικαλείται η κυρία εις βοήθειάν της πάσαν δυνατήν και
θεμιτήν καλπονόθευσιν.

Τα χαρτιά απλούνται ήδη δι' ογδόην φοράν επί της τραπέζης, ότε η
θύρα σημαίνει. Είνε η δεσποινίς Ασπασία και ο νεαρός Τηλέμαχος,
υιός και θυγάτηρ του Κ. Περδίκη, επιστρέφοντες από του φαληρικού
θεάτρου.

 — Καλό 'ς τα! προσφωνεί τα τέκνα της η κυρία Πηνελόπη,
διακόπτουσα επί στιγμήν την χαρτομαντικήν αυτής. Πώς περάσατε;
ήτον κόσμος πολύς; πώς επήγεν η παράστασις;

 — Ωραία, μαμά! απαντά η δεσποινίς Ασπασία εις την πρώτην
μητρικήν ερώτησιν.

 — Τρο-με-ρός! απαντά ο Τηλέμαχος εις την δευτέραν,
καταπίπτων επί μιας καθέδρας, απομάσσων τον ευγενή του μετώπου
του ιδρώτα δι' ευώδους μικρού μανδηλίου και ανάπτων έν σιγάρον
υπό την ρίνα σχεδόν της μητρός του.

 — Εξαίρετα! απολαμβάνει η κόρη συμπληρούσα την απάντησιν εις τας
ερωτήσεις της μητρός αυτής.

Και επιλαμβάνεται η αβρά δεσποινίς να αφηγηθή εις την Κ. Περδίκη
την υπόθεσιν της Μascotte.

Γ'.

Ο Περδίκης εξήλθε του οίκου, αλλά δεν κατηθύνθη εις του φίλου του
Ξανθάκη, ως είπεν εκ του προχείρου προφασιζόμενος εις την σύζυγόν
του.

Ανήλθεν αλλόφρων και βραδυπατών την οδόν Σταδίου, διέδραμε την
πλατείαν του Συντάγματος, κ' ευρέθη μετ' ολίγον υπό την
δενδροστοιχίαν του κήπου των Ανακτόρων, κατευθύνων το βήμα του
προς τα Άντρα.

Ο Ιωάννης είνε πολύ σκεπτικός, και ιδέα τις επίμονος φαίνεται
τυραννούσα την διάνοιαν αυτού.

Είχε, και αυτός δεν ειξεύρει πώς, περίεργον και ανεξήγητον
προαίσθημα. Φρονεί αδιασείστως, ότι θα κερδήση αύριον τον πρώτον
λαχνόν κατά την κλήρωσιν των λαχειοφόρων ομολογιών του δανείου
της Τραπέζης. Αλλά, την μακαριότητα του ωραίου αυτού
προαισθήματος ταράττει η είδησις, ην προ μικρού τω ανεκοίνωσεν η
σύζυγός του, ότι έν των είκοσι γραμματίων, άτινα προς μιας
εβδομάδος ηγόρασε, περιήλθεν εις χείρας της υπηρετρίας του.

Αν αίφνης ο κερδαίνων λαχνός είνε αυτός;

Το συλλογίζεται μόνον και αισθάνεται ότι κόπτονται τα γόνατά του.

 — Δεν είνε άραγε τρόπος; διανοείται ο Περδίκης, και γίνεται
αυτός μεν σκεπτικώτερος, το δε βήμα του βραδύτερον.

Περικάμπτει ούτω το αγγλικόν νεκροταφείον, φθάνει εις το απέναντι
αυτού μικρόν καφενείον, και βλέπων, ότι τα τραπέζιά του είνε
εντελώς έρημα, κάθηται αυτομάτως εις έν εξ αυτών.

Ο Περδίκης τρελαίνεται διά ναργιλέν· αλλ' ουδέ καν συλλογίζεται
να τον διατάξη. Σκέπτεται πάντοτε, και φέρων αδιακόπως την
αριστεράν του χείρα εις το μέτωπον, τρίβει διά του αντίχειρος και
του παραμέσου τους κροτάφους τον.

 — Το γουργουλίδιόν σας, κυρ Γιάγκο; ερωτά προσερχόμενος
νυσταλέος υπηρέτης.

Αλλά μη λαμβάνων απάντησιν, ερμηνεύει ως αποδοχήν εν των
αλλεπαλλήλων Χμ! δι' ων ο Περδίκης συνοδεύει την επίμονον τριβήν
των κροτάφων τον, και φέρει μετ' ολίγον τον ναργιλέν, ροφών μεν
καθ' οδόν από του επιστομίου του, ίνα δήθεν διατηρήση αυτόν
ανημμένον, σπογγίζων δε κατόπιν αυτό διά της ρυπαράς του παλάμης.

Ο Γιάγκος λαμβάνει αυτομάτως την σύριγγα, την φέρει ανεπιγνώστως
εις τα χείλη του και ροφά μηχανικώς επί τινα δευτερόλεπτα. Αλλ'
αίφνης εγείρεται, χωρίς καν να συλλογισθή να πληρώση την δεκάραν
του, και αναχωρεί κατευθυνόμενος προς την πόλιν.

Η μορφή του είνε πάντη αλλοία· το πρόσωπόν του εφαιδρύνθη. Αι
χείρες του αναπάλλονται δεξιόθεν και αριστερόθεν ως εκκρεμή
ωρολογίου, και το βήμα του έγεινεν ελαφρόν και υπόπτερον βήμα
σεισοπυγίδος. Προδήλως μετεβλήθησαν και οι διαλογισμοί του.
Ευρέθη, φαίνεται, ο τρόπος εκείνος . . ., και η φαντασία του
Περδίκη αρμενίζει τώρα πλησίστιος και φαιδρά διά του απείρου
πόντου των σχεδίων, ων αναπλάττει δυνατήν και προσεχή την
πραγματοποίησιν διά του αναποφεύκτου κέρδους των εκατόν χιλιάδων.

Ο νους του μεθίπταται ακάματος από ιδέας εις ιδέαν και από
επιχειρήσεως εις επιχείρησιν. Αγνοεί τι να εκλέξη και πού να
σταματήση. Πόσα πράγματα δύναταί τις να κάμη με εκατόν χιλιάδας
μετρητού χρήματος, ακόπως αποκτηθείσας και αμέσως διαθεσίμους! Ο
Περδίκης, φαίνεται, θέλει να τα κάμη όλα διά μιας, διότι τα
διάφορα σχέδιά του σωρεύονται αλλεπάλληλα εν τη διανοία του, και
μάτην προσπαθεί να τα τακτοποιήση.

Συλλογίζεται εν πρώτοις να αναπτύξη έτι μάλλον τας εργασίας του,
να αυξήση ιδίως τα επί ενεχύρω δάνειά του, και να συστήση
συγχρόνως, υπό πιστόν τινα διευθυντήν, ειδικόν κατάστημα πωλήσεως
των εις την κυριότητά του περιερχομένων ούτω τιμαλφών. Αλλ' αυτό
θα ηδύνατο να το κάμη και άλλως, χωρίς τας εκατόν.

Διανοείται μετά μικρόν να συστήση εφημερίδα καθημερινήν,
οικονομικοπολιτικήν, ή κάλλιον πολιτικοσατυρικήν, με πολλά
ποικίλα, την οποίαν να εκτιμά και να φοβήται, ή κάλλιον να
φοβήται μάλλον παρά να εκτιμά ο κόσμος, και της οποίας να
περιποιήται κατ' ανάγκην τον διευθυντήν. Είνε αληθές ότι δεν
γνωρίζει πολλά γράμματα — περί τούτου δεν πλανάται ο Περδίκης, —
αλλά τι σημαίνει αυτό; Είνε ανάγκη να ηξεύρη τις πολλά γράμματα
διά να διευθύνη εφημερίδα;. Αυτός θα λέγη, και άλλος θα γράφη.
Έπειτα, ο Τηλέμαχος; Αυτός εξεύρει γράμματα περισσότερα παρ' όσα
χρειάζονται. Θα ήνε ο γραμματεύς της συντάξεως, και θα γράφη
συγχρόνως και τα θεατρικά, εις τα οποία είνε πολύ δυνατός. Αλλά
θα κερδίζη η εφημερίς; θ' απαντά τουλάχιστον τα έξοδά της; Περί
τούτου έχει μερικάς αμφιβολίας ο Περδίκης.

Εν μέσω δε των αμφιβολιών τον αναθρώσκει άλλη ιδέα εις τον
εγκέφαλόν αυτού να γίνη βουλευτής. Νομίζει, αν δεν τον απατά
μνήμη και η οικογενειακή παράδοσις, ότι συγγενής της μητρός του
κατήγετο εκ Θεσσαλίας. Εκεί, λέγει καθ' εαυτόν, είνε κάπως
ευκολωτέρα η επιτυχία.

Οι άνθρωποι εκεί δεν εγυμνάσθησαν ακόμη αρκετά εις την
διαχείρισιν του σφαιριδίου, και επιτυχής τις συνδυασμός . . .
Εννοείται, ότι του συνδυασμού θα καταβάλη αυτός τας εκλογικάς
δαπάνας. Η θυσία αύτη του φαίνεται πολύ εύλογος. Έπειτα, αφού
γίνη βουλευτής, αι! τα παρακάτω έρχονται μόνα των. Φωνήν, δόξα τω
Θεώ, έχει αρκετήν· πόδας έχει διά τας κλίμακας των υπουργείων
έχει δε και γρόνθους εν ανάγκη στιβαρούς διά τας ταραχώδεις
βουλευτικάς συζητήσεις.

Περί το τελευταίον τούτο σχέδιον, εις ό ευαρεστότερον παραμένει
αναπτερωθείσα φαντασία του Ιωάννου, ανακλαδούνται πολλαί άλλαι
ιδέαι δευτερεύουσαι: προσφοραί τινες εις αγαθοεργά καταστήματα —
όχι πολύ μεγάλαι βέβαια, αλλ' αρκεταί ως τι να λαλήση περί αυτών
ο τύπος· γεύματά τινα εις μερικούς φίλους ολίγα δώρα κατάλληλα
εις πρόσωπα επιρροής και κοινωνικής σημασίας· και είς ή δύο χοροί
τον χειμώνα — με ορχήστραν, εννοείται, και με δείπνον — κατά τους
οποίους, τις οίδε, ημπορεί τέλος να τοποθετηθή και η Ασπασία του.

Πάντα ταύτα ανακυκώνται φύρδην μίγδην εν τη διανοία του Περδίκη,
και ο Περδίκης βαίνει γοργώ τω βήματι, απομάσσων διά της παλάμης
τον ιδρώτα του μετώπου του, χωρίς καν να προσέχη πού διευθύνεται.

Τέλος αργά, πολύ αργά, ευρίσκεται ανεπαισθήτως προ της θύρας του
οίκου του. Εισέρχεται χωρίς να σημάνη, διότι κρατεί πάντοτε το
κλειδίον του, και ευρίσκει την κυρίαν Πηνελόπην κοιμωμένην επί
της καθέδρας της, και αναπαύουσαν την κεφαλήν αυτής επί του
βραχίονός της, εν μέσω σωρείας παιγνιοχάρτων.

Δ'.

Ο Ιωάννης διήγαγε σχεδόν άυπνον νύκτα και εξήλθε λίαν πρωί της
οικίας του.

Εν τω γραφείω του ήτο διαρκώς αφηρημένος. Εκάθητο και ηγείρετο
άνευ λόγου, εζωγράφει παντοειδείς χιμαιρικάς εικόνας επί του
ερυθρού στυπποχάρτου όπερ εκάλυπτε την τράπεζάν του, εμονολόγει
πολλάκις ασυνάρτητα και ακατάληπτα, και έβλεπεν αδιακόπως το
ωρολόγιόν του.

Άπαξ ή δις μάλιστα ενόμισεν ότι εστάθη, το έφερεν εις τα ώτα του,
και αποτεινόμενος εις μικρόν τινα, ωχρόν και καχεκτικόν
νεανίσκον, όστις έγραφε κεκυφώς επί παρακειμένου τραπεζίου και
εξετέλει παρά τω Περδίκη το διπλούν έργον γραμματέως συνάμα και
υπηρέτου, τον ηρώτησε·

 — Τι ώρα έχεις Δημήτρη; α! λησμόνησα ότι δεν έχεις ρωλόγι.

 — Εγώ ρωλόγι, κυρ Γιάγκο! απήντησεν ο ωχρός γραμματεύς, και
ανέκφραστον μελαγχολικόν μειδίαμα διέστειλε τα άναιμα χείλη του.
Τι θέλετε; να μάθετε τι ώρα είνε;

 — Ναι, καϋμένε· μου φαίνεται ότι το ρωλόγι μου πηγαίνει τρομερά
πίσω.

 — Εύκολο πράγμα, Να πεταχθώ μίαν στιγμήν εις το καφενείον . . .

Και πριν ή αναμείνη την έγκρισιν της προτάσεώς του, ο Δημήτρης,
χαίρων ότι τω παρέχεται ευκαιρία να πεταχτή μίαν στιγμήν έξω,
διαβαίνει ασκεπής την οδόν, εισέρχεται εις το απέναντι καφενείον,
λέγει δεξιά και αριστερά ολίγας λέξεις εις τους παρακαθημένους
γνωρίμους, βλέπει το εκκρεμές του καφενείου, κ' επιστρέφει εις το
γραφείον λέγων·

 — Εννηάμισυ!

 — Καλά το υπέθετα εγώ. Είκοσι λεπτά πηγαίνω πίσω.

Ο Περδίκης ανοίγει τον σύρτην της τραπέζης του, λαμβάνει
γραμμάτια τίνα λαχείων απωτεθειμένα εις τους μυχούς αυτού, τα
μετρεί, γράφει τους αριθμούς των επί μίας σελίδος του
σημειωματαρείου του, κάτωθεν άλλων ομοίων αριθμών, και λαμβάνων
βιαίως τον πιλόν του εξέρχεται του γραφείου και κατευθύνεται προς
την Εθνικήν Τράπεζαν.

Δεν είναι δέκα η ώρα, αλλ' ο Περδίκης αδιαφορεί. Εισέρχεται εις
την αίθουσαν, όπου πρόκειται να γείνη η κλήρωσις, κ' εκπλήτεται
ότι δεν είνε ο πρώτος. Πολλοί άλλοι γνώριμοι και ομότεχνοι τον
προέλαβον. Παρατηρεί τας ανησύχους αυτών μορφάς, και μειδιά
παράδοξον οίκτου μειδίαμα.

 — Όλοι αυτοί θαρρούν πως θα κερδήσουν, λέγει καθ' εαυτόν.
Πλησιάζει δε εις το ορφανόν κοράσιον, όπερ εκλήθη να εξαγάγη τους
λαχνούς από της κληρωτίδος, θωπεύει πατρικώς την παρειάν αυτού
και λίγο ευθύμως·

 — Να σε ιδώ κορίτσι μου! Να δώση ο Θεός να είσαι τυχηρή, και την
προίκα σου εγώ θα σου την κάμω.

Τέλος τι να βραδύνωμεν; Ο πρώτος αριθμός εξάγεται της κάλπης και
κηρύσσεται μεγαλοφώνως εις επήκοον των παρισταμένων. Ο Ιωάννης
διατρέχει διά βλέμματος γοργού τον κατάλογόν του, βλέπει τον
αριθμόν εκείνον τον μαγικόν, . . . τον βλέπει μεταξύ των πρώτων
του σημειωματαρίου του.

Το προησθάνετο, το ανέμενε, το είχε βέβαιον, και όμως το αίμα
ανέβη διά μιας εις την κεφαλήν του, η δε καρδία του εσταμάτησε
προς στιγμήν και ήρχισεν ευθύς σφύζουσα βιαίως και οιονεί
σφυρηλατούσα το στήθος του. Οι οφθαλμοί του εθαμβώθησαν,
ιλιγγίασεν, εζαλίσθη, και του εφάνη αίφνης ότι τα ψηφία του
αριθμού του εμεγάλωσαν, εξετάθησαν, και εκάλυψαν τέλος όλην την
σελίδα του καταλόγου του. Έπειτα εξηκολούθησαν ακόμη να
διαστέλλωνται, απεσπάσθησαν του χάρτου, έγειναν κολοσσοί, και
ήρχισαν περιπατούντα εντός της αιθούσης, περιστοιχίζοντα αυτόν
και μορφάζοντα παραδόξως.

Αλλ' όλη όμως αύτη η φαντασμηγορία ολίγα μόνον δευτερόλεπτα
διήρκεσεν. Ο Περδίκης έβαλε βραγχώδη κραυγήν, μίαν μόνην και
μονοσύλλαβον·

 — Α!

Και εξήλθε της αιθούσης.

 — Κύριε Περδίκη, κύριε Περδίκη!

 — Δικός σας είνε ο πρώτος;

 — Σας συγχαίρομεν!

 — Και εις άλλα!

 — Σταθήτε δα!

 — Μη λησμονήσετε την προίκα του κοριτσιού.

Αι φωναί αύται καταδιώκουσι θορυβωδώς τον Ιωάννην, οικειότεροι δέ
τινες των παρισταμένων τρέχουσι και κατόπιν του μέχρι της θύρας.
Αλλ' εκείνος εξήλθεν ήδη εις την οδόν, επήδησεν εντός της
προστυχούσης αμάξης, κ' εφώνησεν εις τον αμαξηλάτην·

 — 'Σ το σπίτι! γρήγορα!

Αλλά μόλις εκίνησεν η άμαξα και ο Περδίκης έγεινεν ηρεμώτερος. Το
θάμβος των οφθαλμών του διελύθη· ο αριθμός εκείνος, ο φανταστικάς
έχων τας διαστάσεις και προ μικρού έτι χορεύων τον κόρδακα προ
των οφθαλμών του, επανέλαβεν ήσυχος την προτέραν αυτού θέσιν επί
του σημειωματάριου του, και το σημειωματάριον ετέθη πάλιν εις το
θυλάκιόν του. Η διάνοια του Περδίκη ήρχισε σκεπτομένη ωριμώτερον
και ψυχρότερον.

 — Είνε λοιπόν ο αριθμός αυτός από τους πέντε που έδωσα της
γυναικός μου, είπε καθ' εαυτόν ο Ιωάννης· και δεν είνε παράξενον
να ήνε . . .

Και ξύει επιμόνως τον αυχένα του.

 — Στάσου, αμαξά! κραυγάζει αμέσως και καταβαίνει του δίφρου εν
μέση τη οδώ. Καταλείπων δε την λεωφόρον, μεταβαίνει διά στενωπών
εις την οικίαν του, εισέρχεται εις αυτήν απαρατήρητος διά μικράς
τινος υπηρετικής θύρας, αναβαίνει απνευστί διά στενής πλαγίας
αναβάθρας εις το δωμάτιον της υπηρετρίας του, και χωρεί
ακροποδητί προς επίμηκες πράσινον κιβώτιον, όπερ κατέχει μίαν
αυτού γωνίαν.

Εκεί ίσταται και ακροάται. Δεν ακούει τίποτε. Είνε ελεύθερος να
κάμη ό,τι θέλει, αλλά . . . διστάζει να το κάμη. Εκτείνει την
χείρα του προς το κιβώτιον και πάλιν την αποσύρει· στρέφει
έντρομος το βλέμμα του προς την θύραν, διότι του φαίνεται ότι
κάτι ήκουσεν. Αλλ' είνε μάταιος ο φόβος του. Δεν είνε κανείς, και
ο Περδίκης πλησιάζει εγγύτερον εις το κιβώτιον.

 — Αι! λέγει καθ' εαυτόν. Πρέπει να τελειόνω και σύντομα. Δράττει
τότε αποφασιστικώς το κάλυμμα του κιβωτίου και προσπαθεί να το
ανοίξη, αλλά το κιβώτιον είνε κλειστόν. Εντείνει τας δυνάμεις
του, ίν' αποσπάση το κάλυμμά του, αλλ' αι χείρες του τρέμουσι
κάπως, και το κιβώτιον ανθίσταται. Εξάγει τότε τον ορμαθόν των
κλειδίων του, κύπτει προς το κλείθρον και εισάγει έν εξ αυτών εις
την οπήν τον.

Το κιβώτιον ανοίγεται, και ο Ιωάννης ανακυνά πυρετωδώς το
περιεχόμενον. Εις τον έσχατον αυτού μυχόν ευρίσκει τέλος ό,τι
εζήτει· τον πολύτιμον κλήρον, συνεπτυγμένον εις σχήμα
μικροσκοπικόν και τυλιγμένον εντός άλλου χαρτίου. Τον
ανοίγει, . . . και βλέπει ακτινοβολούντα προ των ομμάτων του τον
μαγικόν εκείνον αριθμόν, ούτινος αρχίζουν πάλιν τα ψηφία να
μεγεθύνωνται εις γίγαντας και να χορεύουν πυρρίχην εντός του μικρού
δωματίου. Αλλ' ο Περδίκης δεν λησμονεί, ότι δεν έχει καιρόν
διαθέσιμον εις ακαίρους φαντασμηγορίας, και η ισχυρά του θέλησις
επαναφέρει ταχέως την ηρεμίαν εις το πνεύμα του. Εξάγει εκ του
θυλακίου του έν άλλο γραμμάτιον, το διπλόνει απαραλλάκτως ως το
άλλο, και το τοποθετεί εις το βάθος του κιβωτίου, ούτινος
τακτοποιεί επιμελώς το περιεχόμενον ως καλή οικοκυρά. Είτα το
κλειδόνει πάλιν ως καλός οικοκύρης, καταβαίνει εις την οδόν όθεν
ήλθε, και εισέρχεται εις την οικίαν του διά της αυλείου θύρας,
αφού θορυβωδώς εσήμανε τον κώδωνα, και δρομαίως προσήλθε να του
ανοίξη ο υπηρέτης του με τον λευκόν λαιμοδέτην.

Ο Περδίκης είνε εντελώς ατάραχος· τα γόνατά του μόνον τρέμουν
ολίγον.

Ε'.

 — Καλέ Γιάγκο, αλήθεια;

 — Κερδήσαμε, παπάκη;

 — Αι, τώρα πατέρα, τελείωσαν τα ψεύματα. Θα με στείλης εις το
Παρίσι.

Αι τρείς αύται φράσεις, κραυγαί μάλλον ή προσφωνήσεις,
υποδέχονται τον Περδίκην εισερχόμενον εις την αίθουσαν, όπου η
σύζυγος και τα τέκνα του ετελείωσαν προ μικρού το πρόγευμά των.

Η κυρία Περδίκη αφήνει την επιφυλλίδα της «Εφημερίδος», η Ασπασία
την επιφυλλίδα της «Στοάς», ο Τηλέμαχος, . . δεν αφίνει το
σιγάρον του, εγείρονται δε και οι τρεις και κυκλούσι τον
Περδίκην, και σύρουσιν αυτόν, η μεν από της χειρός, η δε από του
επενδύτου του, και ο χαριέστατος κληρονόμος του πατρικού ονόματος
και των πατρικών αρετών από της χονδράς αλύσεως του ωρολογίου
του.

 — Το μάθατε κηόλα; ερωτά εκείνος, ποιος σας το πρόφθασε;

 — Ο καϋμένος ο Δημήτρης έτρεξε ευθύς και μας το είπεν, απαντά η
σύζυγος του μεσίτου.

 — Κ' ελιποθύμησ' ευθύς, 'σαν τον στρατιώτην του Μαραθώνος,
προσθέτει ο Τηλέμαχος, πρόσφατον έτι έχων εις την μνήμην του το
ιστορικόν γεγονός, χάρις εις τας α π α ν τ ή σ ε ι ς  ά ν ε υ
ε ρ ω τ ή σ ε ω ν  της «Ε β δ ο μ ά δ ο ς».

 — Λέγε μας λοιπόν, πώς έγεινε; ήσουν εις την κλήρωσιν;

 — Εννοείται ήμουν. Το πώς έγεινε είνε απλούστατον. Εβγήκε από το
κουτί ο αριθμός μου, τον ήκουσα που τον εφώναξαν, κ' έφυγα ευθύς,
διά να μην έχω συγχαρήκια και αηδίαις. Αλλά φαίνεται το
εμυρίσθηκε ο κόσμος, αφού το έμαθε και ο Δημήτρης.

 — Ου! διακόπτει Περδίκης ο νεώτερος· όλοι 'ς το χρηματιστήριον
το ξεύρουν,

 — Και ποιος αριθμός εκέρδησε, παπάκη, ερωτά η δεσποινίς Ασπασία·
μήπως είνε ο δικός μου;

 — Όχι, κόρη μου είνε ο αριθμός που . . . Και παρ' ολίγον
ωλίσθαινεν εις το βάραθρον η γλώσσα του Περδίκη. Αλλ' ο ευφυής
Έλλην εκλονίσθη μόνον, χωρίς να πέση, και διορθών αμέσως την
φράσιν του εξηκολούθησεν ατάραχος·

 — Από τους αριθμούς που είχα φυλάξει εις το γραφείον.

 — Επήρες την ομολογίαν, πατέρα;

 — Θα βγω ύστερα να πάγω να την πάρω. Έχω καιρόν ως το βράδυ

Δεν διατρίβομεν εις λεπτομερή περιγραφήν της αγαλλιάσεως, ήτις
νέμεται τον οίκον Περδίκη. Δεν αναφέρομεν τα πολυποίκιλα σχέδια,
άτινα φύονται εις εκάστου την κεφαλήν, ουδέ τας μικράς και
μεγάλας απαιτήσεις άτινες επιπίπτουσι διά μιας και ως εξ ενέδρας
κατά των εκατόν χιλιάδων, ουδέ των υπηρετών τα συγχαρητήρια,
οίτινες εισορμώσι μετά μικρόν εις την αίθουσαν, άλλος από του
μαγειρείου και άλλος από του υπερώου. Ο αναγνώστης μαντεύει πάντα
ταύτα ευκόλως, υποθέτομεν· αν δε δυσκολεύεται εις τούτο, ας
φαντασθή προς στιγμήν, ότι αυτός εκέρδησε τον πρώτον λαχνόν, και
τα φαντάζεται αμέσως.

Ο Περδίκης, σοβαρός το φαινόμενον και ατάραχος, αποδέχεται τας
περί αυτόν εκδηλώσεις μετ' ηρεμίας επικής, αρκείται δε μόνον
πραΰνων τον γενικόν αναβρασμόν διά προσηνών τινων μειδιαμάτων και
ολίγων γενικών και συντόμων φράσεων·

 — Καλά! Θα ιδούμεν! Μη τρέχετε· υπομονή!

 — Α! είδες; απολαμβάνει η κυρία Περδίκη λησμόνησα να σου δώσω
δύο γράμματα . . . — Φέρ' τα μίαν στιγμήν, Ασπασία· επάνω εις το
τραπεζάκι τα έβαλα.

Η δεσποινίς Περδίκη εκτελεί την μητρικήν παραγγελίαν, και
απέρχεται κατόπιν εις το δωμάτιόν της ίνα συγυρισθή, αφού
προηγουμένως εσφράγισε διά τρυφεροτάτου φιλήματος την πατρικήν
παρειάν, κ' εψιθύρισε σιγά εις το ους του πατρός της·

 — Θα μου πάρης τώρα δάσκαλον της ιππασίας;

 — Εγώ δεν σε φιλώ, πατέρα, λέγει ο Τηλέμαχος, διότι ξεύρω πως
δεν σ' αρέσει να σε φιλούν· αλλά κύτταξε! το Παρίσι μου το θέλω.

Και ο Περδικίδης εξέρχεται του οίκου, αφού ανήψε νέον σιγάρον,
ενώ η μήτηρ του φωνεί προς αυτόν φιλοστόργως·

 — Μην αργήσης εις το γεύμα!

Ο Ιωάννης αποσφραγίζει τα δύο γράμματα, και ως άνθρωπος πρακτικός
θεωρεί ευθύς αμέσως τας υπογραφάς·

 — «Η εξαδέλφη σας Ευλαλία» λέγει μεγαλοφώνως μεν αλλ' οιονεί
προς εαυτόν αποτεινόμενος, μετά την ανάγνωσιν της πρώτης
υπογραφής. Ποία είνε αυτή η εξαδέλφη μας; προσθέτει μετά μικρόν,
αποτεινόμενος προς την σύζυγόν του· δεν την βάζει ο νους μου.

 — Ευλαλία; απαντά εκείνη. Ου! θα είνε του μπάρμπα Ηλία η κόρη·
χήρα η καϋμένη, . . . δευτέρα ανεψιά της μαμάς.

Η κυρία Πηνελόπη αποκαλεί την μητέρα της  μ α μ ά ν, μετά την
ανακάλυψιν των γηπέδων εκείνων, περί ων εν αρχή ελέγομεν.

 — Δεν την γνωρίζω, δεν την είδα ποτέ μου, υπολαμβάνει ο Ιωάννης.

 — Ήλθ' ένα δυο φοραίς, . . . θα την λησμόνησες. Και τι σου
γράφει;

& Τώρα θα ιδούμεν.

Και ο Περδίκης αναγινώσκει·

 — _Αγαπητέ μου εξάδελφε

Ο Γεωργάκης μου είπε την καλήν σας τύχην, και σας συγχαίρομαι με
όλην μου την καρδίαν. Εχάρηκα σαν να ήμην εγώ. Σου εύχομαι του
Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά, και σε παρακαλώ να ενθυμηθείς εις
αυτήν την περίστασιν και την πτωχήν την εξαδέλφην σου. Έρχεται
χειμώνας και ο καϋμένος ο Γεωργάκης μου δεν έχει δεύτερον φόρεμα.
Ο Θεός να σου τα πληθαίνη, εξάδελφέ μου. Χαιρετίσματα εις την
εξαδέλφην.

                                                  η εξαδέλφη σου
                                                  Ευλαλία._

 — Να της στείλωμε της καϋμένης κάτι τι, λέγει συγκινημένος ο
Ιωάννης, συγγενής μας είνε

Η κυρία Πηνελόπη, πολύ ολιγώτερον συγκεκινημένη, ήνοιγε τα χείλη
προς συζήτησιν των φιλανθρώπων διαθέσεων του συζύγου της, ότε από
της αυλής της οικίας εκρήγνυται αίφνης παράφωνος αρμονία
προχείρου οργανικής μουσικής, αποτελουμένης εξ ενός κλαρινέτου,
μιας κιθάρας και μιας σάλπιγγος, και μελπούσης άρρυθμόν τινα και
προκατακλυσμιαίαν πόλκαν, εις πανηγυρισμόν της μεγάλης ημέρας.

 — Τα είπαν άλλοι! τα είπαν άλλοι! φωνεί οργίλη προς τον υπηρέτην
η κυρία Πηνελόπη. Διώξε τους!

 — Άφησέ τους, ψυχή μου! παρατηρεί μεγαθύμως ο Γιάγκος πτωχοί
άνθρωποι είνε. Νά! προσθέτει αμέσως στρεφόμενος προς τον
υπηρέτην, δος τους τρία φράγκα, και πες τους, τους ευχαριστούμεν.

 — Αφέντη, και εις άλλα! ακούεται μετά μικρόν έξωθεν τριπλή και
ομόφωνος ευχή, πολύ αρμονικωτέρα της προτέρας μουσικής συμφωνίας.

Οι μουσικοί απέρχονται, και ο Περδίκης αναγινώσκει την δευτέραν
επιστολήν·

_Αξιότιμε κύριε!

Επεκρότησα πάντοτε εις την προόδόν σας, και χαίρω, ότι πρώτος
ίσως πάντων σπεύδω να σας εκφράσω τα εγκάρδια συγχαρητήρια μου
διά την σημερινήν εύνοιαν της τύχης. Επί τη ευκαιρία δε ταύτη
συγχορήσατέ με να σας ενοχλήοω με μικράν τινα παράκλησιν. Έχω
ανάγκην μικρού δανείου τριών χιλιάδων δραχμών, διά να ετοιμάσω τα
ενδύματα της θυγατρός μου, την οποίαν νυμφεύω μετά ένα μήνα. Δεν
έχω άλλην ασφάλειαν εκτός της υπογραφής μου. Υποθέτω δε, ότι σεις
ο οποίος τόσον με γνωρίζετε, γνωρίζετε επίσης ότι είνε υπογραφή
τιμίου ανθρώπου. Ελπίζω να μου απαντήσετε δύο λέξεις ευνοϊκάς.

                                                   Όλος υμέτερος
                                                   Θ. Ξυλούδης._

 — Αυτός που ήτον βουλευτής μια φορά; ερωτά η κυρία Περδίκη.

 — Αυτότατος! λέγει προτάσσων συνεσταλμένα τα χείλη του και
επινεύων σοβαρώς την κεφαλήν ο σύζυγός της. Τον ενθυμούμαι εδώ
και πέντε χρόνια . . . πώς αλλάζουν οι καιροί! Ήθελε πολιτικά,
βλέπεις! Τον έπιασε η μυίγα να κάμη επιρροήν, διά να γείνη
υπουργός. Είχε μερικά παραδάκια· του τάφαγαν οι κομματάρχαι, και
τώρα δεν έχει να κάμη τα ασπρόρρουχα της κόρης του.

 — Και όμως κάθε βράδυ, παρατηρεί η κυρία Πηνελόπη, ενώ μειδίαμα
οξύγλυκυ κυμαίνει τον επί του αδρού της χείλους επανθούντα
μύστακα, κάθε βράδυ η κυρία του με ταις κόραις του είνε η πρώτη
και καλλίτερη εις το Φάληρον. Πώς τα καταφέρνουν;

 — Ό,τι να σου πω σε γελώ. Ποιος ξεύρει πόσα τέτοια γράμματα θα
έχη ως τώρα γραμμένα ο άνδρας της.

 — Αι, και θα του δανείσης τώρα συ;

 — Να ιδούμεν. Αν έχη ασφάλειαν . . .

 — Αφού σου γράφει ότι δεν έχει άλλην από την υπογραφήν του.

 — Αυτό είνε ένας λόγος. Όλοι εις την αρχήν έτσι λέγουν. Κάτι θα
του βρίσκεται.

Την στιγμήν εκείνην κρούεται η θύρα, και μετ' ολίγον εισέρχεται ο
υπηρέτης λέγων·

 — Αυθέντη, ένας κύριος σας ζητεί.

 — Πήγαινε τον 'ς τη σάλα! παραγγέλλει η κυρία.

Ο Περδίκης εξέρχεται, και μετά τινα λεπτά επιστρέφει φωνών εν
αγανακτήσει

 — Αι! με παρασκότισαν!

 — Ποίος ήτον; ερωτά περιέργως η σύζυγός του.

 — Δεν τον γνωρίζεις ένας παλαιός φίλος μου.

Ο Περδίκης αποσιωπά εντελώς, ότι ο παλαιός του φίλος συνυπηρέτει
ποτέ μετ' αυτού εν τω αυτώ καφενείω.

 — Και τι σε ήθελε;

 — Τι με ήθελε! δεν το καταλαμβάνεις; Ήθελε να του βάλω
χρήματα . . . ν' ανοίξη καφενείον.

 — Μη χειρότερα. Δανεικά τα ήθελε;

 — Α, μπα! Ήθελε να με κάμη σύντροφον.

Η κυρία Πηνελόπη διαρρήγνυται εις άσβεστον γέλωτα, ο δε Ιωάννης
ετοιμάζεται ν' αναχωρήση, ίνα μεταβή εις παραλαβήν της ευτυχούς
ομολογίας του, ότε ο υπηρέτης εισέρχεται και πάλιν εις την
αίθουσαν, φέρων διά της μιας χειρός επιστολήν, και κρατών διά της
άλλης υπερμέγεθες δέμα βιβλίων.

 — Τι είνε πάλιν αυτά; ερωτά ο Περδίκης,

 — Ένα παιδί τα έφερε. Είνε έξω, και περιμένει, λέγει, απάντησιν.

Ο Γιάγκος ανοίγει το γράμμα και αναγινώσκει·

_Ευγενέστατε κύριε.

Η τιμή μου είνε εις χείρας εχθρού μου. Πού να φαντασθώ ο
ταλαίπωρος, ποία ημέρα μου εξημερόνει. Διά σας εμειδίασε σήμερον
η τύχη δι' εμέ, αλλοίμονον! η τύχη δεν έχει πλέον μειδιάματα.

Δι' εκατόν δραχμάς γελοίας, δι εκατόν γελοίας δραχμάς κινδυνεύει
η προσωπική μου ελευθερία. Αυτάς τας δραχμάς τας ζητώ από σας. Μη
μου ειπήτε όχι, μη μου το ειπήτε! Η ευτυχία είνε φιλάνθρωπος και
γενναία. Δεν σας ζητώ έλεος. Σας στέλλω είκοσι αντίτυπα των
ποιημάτων μου. Αδελφώσατε την μούσαν μου με τον πλούτον σας. Ο
κομιστής αναμένει απάντησιν.

                                                     Συννεφάκος._

 — Συννεφάκος; ερωτά η Κ. Περδίκη, ποίος είν' αυτός;

 — Ένας κακομοίρης . . .

 — Και τι δουλειάν κάμνει;

 — Δεν το ήκουσες από το γράμμα του; στίχους γράφει.

 — Καλά, γράφει στίχους, το εκατάλαβα αλλά τι έργον έχει; πώς ζη;
Οι στίχοι του δεν πιστεύω να τον τρέφουν.

 — Πουλεί τα βιβλία του, όταν εύρη αγοραστάς, δανείζεται από
κανένα, ο οποίος δεν του εδάνεισε άλλην φοράν, γράφει γράμματα
συγκινητικά . . .

 — Τι να του ειπώ του παιδιού, αφέντη, που στέκει έξω; ερωτά
δειλώς διακόπτων ο υπηρέτης.

 — Νά! απαντά ο Περδίκης μεγαλοπρεπώς. Δος του ένα πεντάρι, και
δος του και τα βιβλία του πίσω. Τον ευχαριστούμε, πες, πολύ, αλλά
δεν έχομε 'ς το σπίτι βιβλιοθήκη να τα βάλωμε.

 — Η ώρα περνά, προσθέτει, στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, κ'
εγώ πρέπει να πάγω να φροντίσω διά την ομολογίαν μου.

 — Δεν έχεις τώρα καιρόν, παρατηρεί η κυρία. Το τραπέζι είνε
στρωμένον. Άφησε· πηγαίνεις το απομεσήμερον.

 — Δεν σου λέγω, . . . αλλά ήθελα να τελειώσω μίαν ώραν αρχήτερα.
Δεν ηξεύρει κανείς, τι ημπορεί να συμβή.

 — Τι θα συμβή; Αι ομολογίαι είνε κατατιθειμέναι, λέγουν τα
γραμμάτια, εις το τραπεζιτικόν κατάστημα του κ. Μαυρίδου. Έως το
βράδυ έχεις καιρόν να παραλάβης τον αριθμόν μας.

 — Όλα αυτά είνε καλά και άγια, άλλα καμμιά φορά . . . Εγώ λέγω
να πεταχτώ μίαν στιγμήν· δεν θα αργήσω.

Και ο Γιάγκος λαμβάνει τον πίλον του και κατευθύνεται προς την
θύραν, ενώ η συζυγός του φωνάζει κατόπιν του·

 — Μην αργήσης!

 — Δεν πιστεύω, αν όμως αργήσω, μη με περιμένετε.

Ο Περδίκης ανοίγει την εξώθυραν, αλλά συναντάται επί της φλιάς
προς άνθρωπον τινα παραδόξου εξωτερικού, όστις την αυτήν εκείνην
στιγμήν έκρουε την θύραν.

Ο επισκέπτης είνε υψηλού μάλλον αναστήματος, ισχνός ως οι λεπτοί
και ανεμόφθοροι στάχυς του ενυπνίου του Φαραώ, ρυπαρός την
ενδυμασίαν, αξύριστος, άνιπτος, και θρασύς το ήθος μ' όλην αυτού
την φαινομένην κατάπτωσιν.

 — Τι αγαπάτε; ερωτά ο Ιωάννης.

 — Εδώ κατοικεί ο Κ. Περδίκης;

 — Μάλιστα, εγώ είμαι. Τι αγαπάτε;

 — Α! η ευγενεία σας είσθε; Έχω πολλήν ευχαρίστησιν.

Και ο άνιπτος κύριος δράττεται διά των ρυπαρών του δακτύλων της
χειρός του Ιωάννου, και σείει αυτήν μετά προδήλου συγκινήσεως,
προσθέτων·

 — Επεθύμουν να σας ομιλήσω μίαν στιγμήν ιδιαιτέρως.

 — Με συγχωρείτε . . . δεν έχω τόρα καιρών, έχω κάπου να υπάγω,
και βιάζομαι . . . , απαντά ο Περδίκης εξερχόμενος εις την οδόν
και παρακολουθούμενος υπό του αγνώστου. Αν ηθέλατε να περάσετε
αργότερα . . . προς το εσπέρας . . . Ποίος είσθε, παρακαλώ; δεν
έχω την τιμήν.

 — Είμαι δημοσιογράφος! απαντά ο άγνωστος μετά πολλής αυταρκείας.
Εκδίδω την Αλογόμυιγαν, σατυρικήν εφημερίδα . . . την γνωρίζετε,
βέβαια;

 — Ακούτ' εκεί την αγοράζω τακτικώτατα, και με διασκεδάζει πολύ.
Του λόγου σας λοιπόν είσθε ο συντάκτης; Χαίρομαι, χαίρομαι!

 — Ευχαριστώ.

 — Και τι ημπορώ να σας χρησιμεύσω; ερωτά ο Ιωάννης, με ήθος
ανθρώπου κερδήσαντος εκατόν χιλιάδας δραχμών, και διατεθειμένου
να προστατεύση κάπως την δημοσιογραφίαν.

 — Να μου χρησιμεύσετε; σεις εις εμέ; αντερωτά ο εκδότης του
σατυρικού φύλλου, μειδιών εν πλήρει και αδιαπτώτω συνειδήσει της
ισχύος του. Τίποτε επί του παρόντος. Εγώ ημπορώ να σας
χρησιμεύσω, και διά τούτο ήλθα να σας ιδώ . . . να συννενοηθώμεν,
αν θέλετε.

 — Με μεγάλην μου ευχαρίστησιν, απαντά ο μεσίτης, και ανακόπτει
προς στιγμήν το βήμα του. Περί τίνος πρόκειται;

 — Κύριε Περδίκη, έχετε εχθρούς! . . .

 — Ναι, βέβαια, βέβαια.

 — Αλλά του λόγου σας έχετε κακούς εχθρούς. Σας κατατρέχουν πολύ,
σας κακολογούν, θέλουν να σας βλάψουν εις την κοινωνίαν. Χθες μου
έφεραν μίαν διατριβήν εναντίον σας τρομεράν!

 — Διατριβήν εναντίον μου; και τι έχουν να μου ειπούν;

 — Φοβερά πράγματα. Διακόσια φράγκα πληρόνουν να την καταχωρίσω.
Αλλά εγώ δεν ηθέλησα να το κάμω, πριν συνεννοηθώ μαζή σας. Όπως
αυτοί έχουν τόσον συμφέρον να δημοσιευθή η διατριβή των, ίσως
έχετε και σεις, εσυλλογίσθην, να μη δημοσιευθή. Ώστε . . . αν
θέλετε . . .

 — Τι να θέλω;

 — Να μη δημοσιεύσω την διατριβήν των . . .

 — Δεν με μέλει. Δημοσίευσε, αδελφέ, ό,τι θέλεις. Δεν ιδρόνει
εμένα το αυτί μου από αυτά τα πράγματα. Δεν μ' έκαμε ο τύπος ό,τι
έγεινα, ούτε θα με χαλάση απ' ό,τι είμαι. Αυτά είνε διά τους
κουτούς.

 — Νομίζω, απατάσθε, κύριε Περδίκη. Εγώ με πολύ ολιγωτέραν θυσίαν
εκ μέρους σας θα επεθύμουν να μη φανούν εις την δημοσιότητα. —
όπως δήποτε δυσάρεστον πράγμα θα ήνε . . — Με πενήντα φράγκα
μόνον . . .

Ο Περδίκης ίσταται και πάλιν, διότι έφθασεν ήδη πλησίον του
τραπεζιτικού γραφείου, όθεν ηγόρασε την ομολογίαν του. Η μορφή
του γίνεται κάπως σκεπτική, αλλ' αιθριάζει αμέσως. Τα πεντήκοντα
φράγκα δεν του φαίνονται πολλά, συλλογίζεται δε ως φρόνιμος
άνθρωπος και πεπειραμένος Έλλην, ότι καλλίτερον είνε να μη γείνη
περί αυτού λόγος δημοσιογραφικός.

 — Δεν μου λέγεις, αδελφέ, φωνεί τέλος φαιδρώς προς τον
δημοσιογράφον, ότι θέλεις πενήντα φράγκα; Νά τα, μάτια μου!
προσθέτει, εξάγων αυτά εκ του χαρτοφυλακίου του· πάρ' τα και με
γεια σου! Πιε, αν θέλης, και μίαν παραπάνω εις την τύχην μου.
Ξεύρεις, εκέρδισα σήμερα τον πρώτον λαχνόν.

 — Το ήξευρα! απαντά σοβαρός ο ιθύντωρ της κοινής γνώμης, και
απέρχεται υπόπτερος.

ΣΤ'.

Η κυρία Πηνελόπη, ην αφήκαμεν μόνη προ μικρού, λαμβάνει έν
μυθιστόρημα, κάθηται νωχελώς επί του ανακλίντρου και αναγινώσκει.
Αλλ' αναγινώσκει μηχανικώς, χωρίς σχεδόν ν' αντιλαμβάνεται. Ο
νους της είνε αλλού. Αι εκατόν χιλιάδες παρεμβαίνουσι διαρκώς
μεταξύ των οφθαλμών της και των γραμμών του βιβλίου, και η
φαντασία της μεθίπταται από σχεδίου εις σχέδιον και από επινοίας
εις επίνοιαν. Το προσφιλέστατον όμως των ονείρων, άτινα πλάττει
γρηγορούσα η κυρία Περδίκη, είνε να ταξιδεύση. Αφότου ενυμφεύθη,
δεν είδεν Ευρώπην. Και την επεθύμει τόσον, ότε ήτο έτι δεσποινίς!
Προσεπάθησεν επανειλημμένως να πείση εις τούτο τον σύζυγόν της,
αφ' ότου μάλιστα ήρχισαν τιμώμενα και υπερτιμώμενα τα
ανακαλυφθέντα εκείνα γήπεδα.

Αλλ' ο Μερδίκης είνε πρακτικός άνθρωπος.

 — Τα χρήματα, απήντα πάντοτε, που ξοδεύονται 'ς το ταξίδι, δεν
φέρνουν τόκο.

Και η Πηνελόπη παρητείτο άκουσα των σχεδίων της και κατέπνιγε
προς ώραν τους πόθους αυτής.

Τώρα όμως, τώρα δεν έχει πλέον ο Γιάγκος να είπη τίποτε. Θα της
δώση βεβαίως δέκα χιλιάδας, να μεταβή τουλάχιστον έως τους
Παρισίους· εκεί θα κάμη και τα χειμερινά της ενδύματα, καλλίτερα,
εννοείται, και ευθηνότερα παρά εις τας Αθήνας, και θα έχη
τοιουτοτρόπως και οικονομίαν.

Κατά φυσικώτατον δε συνειρμόν ιδεών αρχίζει αμέσως η κυρία
Περδίκη να δημιουργή εσθήτας και επανωφόρια, και πίλους και
πετάσσους, και τρίχαπτα και ταινίας, να κόπτη, να ράπτη, να
συμφωνή τιμάς, να δοκιμάζη φορέματα ενώπιον μεγάλων κατόπτρων,
διπλών και τριπλών, να κομψεύεται επιχαρίτως ενώπιον των
παρισινών ραπτριών, και να ακούη μετά προσπεποιημένης και
μετριόφρονος αιδούς τας προς τα σωματικά της κάλλη κολακείας των.

Από του ευχαρίστου τούτου ονείρου αφυπνίζει αυτήν αίφνης ο υιός
της, επιστρέφων από του καφενείου, όπου έπαιζε σφαιριστήριον, και
φωνών από της θύρας·

 — Α, μητέρα! ξεύρεις ότι το πράγμα άρχισε να γίνεται αστείον;

 — Τι είνε, παιδί μου;

 — Όλοι οι φίλοι μου ήθελαν να τους κάμω γεύμα. Άλλοι ήθελαν
δανεικά, άλλοι . . .

Ο νέος Περδίκης αποσιωπά, ότι οι άλλοι εκείνοι εζήτουν την
επιστροφήν δανεισθέντων.

 — 'Σάν να είχα κερδήσει εγώ, προσθέτει μετ' ολίγον, τον πρώτον
λαχνόν.

 — Τον καϋμένον τον Τηλέμαχον! Έννοια σου, και θα πω εγώ του
μπαμπά σου να σου δώση κάτι τι διά τα έκτακτά σου έξοδα.

 — Κ' εμένα, μαμάκα; ερωτά η την στιγμήν εκείνην ακριβώς
εισερχομένη Ασπασία, δεν θα μου πέση τίποτε από ταις εκατόν;

Πριν ή απαντήση η Κυρία Περδίκη, εισέρχεται ο υπηρέτης, κομίζων
δύο επιστολάς και μίαν κολοσσιαίαν ανθοδέσμην.

 — Ακόμη γράμματα; φωνεί η οικοδέσποινα. Καλά! Βάλε τα εκεί,
επάνω εις το τραπέζι. Και αυτό το μπουκέτο ποίος το έφερε;

 — Ο περιβολάρης, κυρία. Σας συγχαίρεται, λέγει· και εις άλλα.

 — Το πήρε και αυτός μυρωδιά; μη χειρότερα! παρατηρεί ο
Τηλέμαχος.

 — Δος του πέντε φράγκα, Νικόλα, και πες του, τον ευχαριστούμεν.

Μόλις εξήλθεν ο Νικόλας, και παρίσταται εις την θύραν του
εστιατορίου άνθρωπός τις του λαού, χυδαίαν έχων την όψιν και τα
κνήμας γυμνάς, κοντός δε και στενάς φορών αναξυρίδας μέχρι
γονάτων, εφεστρίδα με διπλήν σειράν σφαιροειδών και θυσσανωτών
κομβίων, και πέτασσον εκ πιλήματος άμορφον και αποτετριμμένον.
Διά της μιας αυτού χειρός κρατεί ράβδον χονδράν, διά της άλλης δε
αναλικνίζει από των τεσσάρων του άκρων μανδήλιον ρυπαρόν, εις ου
το βάθος κροταλίζουσιν ολίγα κέρματα.

 — Καλό 'ς τα χαίρεστε, κυρά! λέγει ο νέηλυς, βλέπων εστρωμένην
την τράπεζαν. Ο θεός να σας τα πληθαίνη! Το μάθαμε δα κάτω 'ς το
παζάρι όλοι μας, και το καταχαρήκαμε, μάρτυς μου ο Θεός! Του
άξιζε του κυρ Γιάγκου, αλήθεια, γιατί είνε καλός άνθρωπος και
καλός πατριώτης. Αι! 'ς της άλλαις εκλογαίς θα τον έχωμε πρώτο
σύμβουλο, χωρίς άλλο.

Ευχαριστούμεν, απαντά δειλώς η κυρία Πηνελόπη, πτοουμένη σχεδόν
την προστατευτικήν εκείνην οικειότητα της φράσεως, και προσθέτει
αμέσως·

 — Τι αγαπάτε; τον Γιάγκο θέλετε; δεν ήλθ' ακόμη.

 — Δεν πειράζει, κυρά! αφού είσθε η ευγενεία σας, το ίδιο κάνει.
Είνε για μια πτωχή οικογένεια . . . ό,τι προαιρείται ο καθείς.

Και ο μέλλων κομματάρχης του Κ. Περδίκη ανοίγει διά των δύο του
χειρών τας άκρας του μανδηλίου και πλησιάζει δύο βήματα προς την
οικοδέσποιναν.

 — Νικόλα! φωνάζει η κυρία· δόσε πέντε φράγκα του κυρίου . . .  —
πώς ονομάζεσθε, παρακαλώ;

 — Κωστής Φυσέκης, κυρά!

 — Δόσε του Κυρίου Κωστή, . . εξακολουθεί η οικοδέσποινα.

 — Όχι να μου τα δώση κυρά, όχι! 'Σ το μανδήλι να τα ρίξη,
παρακαλώ. Αυτά είνε χρήματα ιερά, και εγώ δεν τα πιάνω εις το
χέρι μου.

Ο Νικόλας αποθέτει εις το μανδήλιον το πεντόφραγκον, ατενίζων
εκφραστικώτατον και γνώριμον βλέμμα επί τον ευσυνείδητου
ερανιστήν, όστις αποχαιρετά και απέρχεται.

 — Ξεύρεις, μητέρα, παρατηρεί ο Τηλέμαχος, ότι αν πηγαίνη έτσι το
πράγμα, αι εκατόν χιλιάδες θα γείνουν πολύ γρήγορα παραμύθι;

 — Αι, καλά! απαντά μειδιώσα η μήτηρ του. Ο άνθρωπος πρέπει να
βοηθή, όταν ειμπορή και όσον ειμπορή. Μ' εκατό και με διακόσια
φράγκα δεν θα μας λιγοστευτούν, παιδί μου, κ' έννοια σου.

 — Εμένα μου έρχεται μία ιδέα, υπολαμβάνει ο νεαρός Περδίκης
διαρρηγνύμενος εις γέλωτα. Να βάλωμε μίαν ειδοποίησιν αύριον εις
τας εφημερίδας, ότι παρακαταθέτομεν το ποσόν εις ένα
συμβολαιογράφον, εις μίαν τράπεζαν, — αδιάφορον πού — και να
κοπιάση ο κόσμος να παίρνη, ως που να τελειώσουν. Έτσι, μου
φαίνεται, θα ευρούμε τουλάχιστον την ησυχίαν μας.

 — Στάσου δα πρώτα να ταις πάρωμεν, και ύστερα σκεπτόμεθα, απαντά
γελώσα επίσης η μήτηρ.

 — Ου, καϋμένε Τηλέμαχε, λέγει η δεσποινίς Ασπασία, τι ανοησίαις
που λες!

 — Κύτταξε που το πίστευσε κ' εφοβήθηκε! υπολαμβάνει ο Περδικίδης
και γελά έτι θορυβωδέστερον. Έννοια σου, Ασπασάκη! έννοια σου,
και ο μπαμπάς τέτοιους χωρατάδες άνοστους δεν τους κάμνει.
Αλήθεια, μητέρα, δεν τρώμε; Είνε μία περασμένη.

Ζ'.

Η οικογένεια Περδίκη απέκαμε να περιμένη τον αρχηγόν αυτής και
κάθηται εις την τράπεζαν.

Το γεύμα, εννοείται, είνε φαιδρότατον, και οι δαιτυμόνες
ομιλητικότατοι.

Η κυρία Πηνελόπη υψόνει ήδη το ποτήριόν της προπίνουσα εις υγείαν
του συζύγου της και ευχομένη καί εις άλλα, ότε ο Περδίκης ανοίγει
παταγωδώς την θύραν και ενσκήπτει ως κεραυνός εις την αίθουσαν. Η
μορφή του είνε πορφυρά, οι οφθαλμοί του απλανείς, το βήμα του
ασταθές, και αι χείρες του κινούνται ως πτέρυγες ανεμόμυλου. Δεν
λέγει λέξιν, αλλά καταπίπτει επί μιας καθέδρας, και ασθμαίνει
κοπιωδώς, ως φύσα σιδηρουργείου.

 — Τι είνε; φωνεί αναπηδώσα από της έδρας της η σύζυγός του, Τι
τρέχει; τι έπαθες;

Ο Περδίκης προσπαθεί να ομιλήση, αλλ' η φωνή του εκπνέει εις τον
λάρυγγά του.

 — Δος μου εδώ ένα ποτήρι νερό, Ασπασία! κραυγάζει η Κ. Πηνελόπη,
Γρήγορα. Έλα!

Και ποτίζει τρυφερώς τον συμβίον της.

 — Μα τι τρέχει λοιπόν; Λέγε μου! ερωτά και πάλιν.

 — Τι να τρέχη, αδελφή, απαντά τέλος ανακτών την φωνήν του ο
Ιωάννης. Το κέρδος μας . . .

 — Αι;

 — Έγεινε. . . .

 — Τι;

 — Κα-πνός!

 — Με τα σωστά σου είσαι; Τι είν' αυτά; τι θα ειπή, έγεινε
καπνός;

 — Να είπη, ότι η ομολογία μας . . . δεν είχε πληρωμένην . . .
την τελευταίαν δόσιν.

 — Και τι μ' αυτό;

Δεν είνε ακριβώς γνωστόν, τι απήντησεν ο Περδίκης εις την
ερώτησιν ταύτην της συζύγου του.



ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ (6)



Ήσαν δύο οικίαι επί της αυτής οδού, η μία της άλλης αντιμέτωπος.

Η μία μεγάλη, άρχοντος οικία, η άλλη μικρά, ταπεινή, σχεδόν
καλύβη, πτωχόν πτωχού ενδιαίτημα.

Εδώ πυλώνες μεγάλοι, και παράθυρα πολλά, διά βαρυτίμων
παραπετασμάτων μετριάζοντα το άπλετον φως, και εξώσται κομψοί
περικοσμούντες την οικοδομήν, και άνδηρα, αναπεπταμένα το μεν εις
τον ήλιον, το δε εις την αύραν την εσπερινήν, και κήπος οπίσω
θαλερός και βαθύσκιος, και στρουθίων τάγματα πολυάριθμα,
φλυαρούντα υπό των δένδρων το φύλλωμα και ζωογονούντα την βαρείαν
σιγήν, ην περιέβαλλε τον οίκον πάσα η σοβαρότης του πλούτου.

Είναι μία μόνη μικρά θύρα, και στενόν παράθυρον μόλις που τας
κυριακάς και τας εορτάς δειλώς ανοιγόμενον, και πέραν εκεί, εις
το άκρον στενού διαδρόμου και όπισθεν των δύο χαμογείων δωματίων
άτινα αποτελούν τον πτωχικόν οίκον, αυλή ευρεία, ης το γεώδες
έδαφος συνεκύλων δι' όλης της ημέρας παιδία γυμνόποδα φαιδρώς
φωνασκούντα, και όρνιθες κλώζουσαι και ραμφοκοπούσαι το χώμα, ας
ένθεν μεν κατεδίωκεν ακάκως πυρρόθριξ μολοσσός, απαθής δ' εκείθεν
αλλά προσηνής το φαινόμενον εθεάτο τεφρόχρους όνος, προσδεδεμένος
εις φάτνην πενιχράν, υπό την στέγην ολίγων σανίδων.

Του πλουσίου μεγάρου κάτοικοι, πλην των πολλών οικετών, αφώνων
και σοβαρών ως ο οίκος, ήσαν δύο μόνοι· ανήρ και γυνή. Ο Θεός δεν
είχε δώσει τέκνα εις αυτούς, νομίσας ίσως ότι τους ήρκει ο
πλούτος· αλλ' είχεν όμως δώσει φίλους πολλούς εις τον πλούτον
των, οίτινες επλήρουν πολλάκις την τράπεζαν αυτών κ' εφαίδρυνον
ενίοτε τας αίθουσάς των. Δεν εφαίδρυνον όμως και τον οίκον αυτών
οι ξένοι· πολλάκις δε τα όμματα της πλουσίας αλλ' ερήμου
οικοδεσποίνης εθόλονε μελαγχολία, και δάκρυ δειλόν ανέβλυζεν υπό
τα βλέφαρά της, οσάκις από της σιγής του θαλάμου της εθεώρει διά
του παραθύρου εις την απέναντι πτωχικήν αυλήν, και έβλεπε τα
ακτένιστα παιδία του γείτονος παίζοντα εν φωναίς και θορύβω το
κ ε ρ ά κ ι  και τον  κ ρ υ π τ ό ν.

Διότι είχε πολλά παιδία ο γείτων' ουδ' αυτός ο ίδιος ήξευρε πόσα,
— έλεγεν αστειευόμενος, οσάκις ηρωτάτο. Ότε δε την εσπέραν
επέστρεφεν οίκαδε ο ημερόβιος εργάτης, άλλοτε πεζός και άλλοτε
σοβαρώς κεντρίζων τον όνον του, και ηνοίγετο προ αυτού η θύρα του
οικίσκου, χωρίς καν εκείνος να την ωθήση, αλαλαγμός χαρμόσυνος
ηγείρετο από της αυλής, και πάσα παιδιά κατελείπετο εις το μέσον,
και όλος των παικτόρων ο εσμός, μικρών και μεγάλων, εκρεμάτο
βοτρυδόν από των φορεμάτων του πατρός. Ο ευσταλέστερος ανερριχάτο
εις τους ώμους του, η ζωηροτέρα ήρπαζεν από της αγκάλης του τον
άρτον της εσπέρας, άλλος ανηρτάτο από του τραχήλου του, και τα
μικρότερα ενηγκαλίζοντο τας κνήμας του.

 — Έλα, ησυχάστε! αφήστε τον πατέρα σας να ξανασάση! εφώνει προς
το στίφος των πολιορκητών η κυρά Δημήτραινα, εύσωμος και
πορφυρόχρους μεσήλιξ, ης τα σπαργώντα στήθη, ανέτως αναπτυχθέντα
υπό τα λαίμαργα στόματα δέκα ευρώστων νηπίων και ουδένα ποτέ
γνωρίσαντα στηθόδεσμον, εκυμαίνοντο μεγαλοπρεπώς μόλις
συγκρατούμενα υπό των πτυχών του χιτώνος της.

 — Άσ' τα! μη τα μαλόνης! απήντα ο κυρ Δημήτρης, και αναλαμβάνων
εις τας αγκάλας του τα δύο δίδυμα μικρά του, εκάθητο κεκμηκώς επί
του σάγματος του όνου και εσπόγγιζε τον αδρόν του μετώπου του
ιδρώτα διά της ποδιάς των τέκνων του.

Τοιούτων φαιδρών σκηνών πολλάκις εγίνοντο από του εξώστου των
θεαταί ο Κύριος Μαρής και η Κυρία Μαρή, του πλουσίου οίκου οι
άπαιδες άρχοντες. Και εκείνος μεν, εκατομμυριούχος χρηματιστής,
από μακρού ήδη τραχυνθείς την καρδίαν εκ των συγκινήσεων της
υψώσεως και του εκπεσμού, δυσθύμως μάλλον προσέβλεπε τας
θορυβώδεις εκείνας και προστύχους, ως τας απεκάλει, οικογενειακάς
πανηγύρεις, αίτινες ετάραττον την εσπέραν ου μόνον την κοπιώδη
συνήθως χώνευσίν του, αλλά και πάσαν την ηρεμίαν των οικονομικών
αυτού υπολογισμών. Αλλ' η συζυγός του, γυνή και δις ήδη
αποτυχούσα μήτηρ, μακράν πολλάκις ώραν ελησμονείτο θωρούσα την
διηνεκή σχεδόν εκείνην τύρβην, και μειδίαμα παράδοξον, χαράς άμα
και πόνου μαρτύριον, διέστελλε τα χείλη της. Τι δεν έδιδε διά
μικράν τινα μόνον μερίδα της ζωηρότητος εκείνης και ταραχής!

***

Εσπέραν τινά, ήτο η πρώτη Κυριακή των Απόκρεω ο Δημήτρης
επέστρεψεν ενωρίτερα εις τον οίκον του,

Ήτο κατοφορτωμένος.

Διά του δεξιού βραχίονος έσφιγγεν ενηγκαλισμένον ταβάν, όθεν από
παχέος ορύζης στρώματος προέκυπταν πού και πού, ως λόφοι μικροί,
τεμάχια κρέατος οπτού· κάτωθεν δ' αυτού ανελικνίζετο δίκην
εκκρεμούς από της δεξιάς του χειρός φιάλη μελάγγρους ευμεγέθης,
πλήρης ξανθού ρητινίτου. Αριστερόθεν εκράτει μανδήλιον,
εγκυμονούν τις οίδε τίνα και ποία έκτακτα τραγήματα, και επί του
μανδηλίου έσφιγγε διά του αντίχειρος χάρτινον πρόστυχον
προσωπείον είκοσι λεπτών.

 — Έλα, Μαριώ, να ζης! ξεφόρτωσέ με! εφώνησεν εισερχόμενος.

Αλλά πού να προφθάση η Μαριώ! Τρία ήρπασαν διά μιας την βαύκαλιν,
άλλα τόσα το μανδήλιον, ούτινος διεσπάρησαν χαμαί τα περιεχόμενα
— δύο λεμόνια εδώ, πέντε μήλα εκεί, ολίγα μύγδαλα παρέκει — και η
γενική κατ' αυτών έφοδος των παιδίων έσωσεν από σοβαρού κινδύνου
τον ταβάν, ον κατώρθωσε τέλος να παραλάβη σώον και ακέραιον η
μήτηρ.

 — Κύτταξε, κύτταξε τα διαβολόπουλα! Εφώνει αύτη, και ηγωνίζετο
ασθμαίνουσα να επαναφέρη την τάξιν εν μέσω του αφηνιάσαντος
στίφους, ενώ ο πατήρ εκράτει το προσωπείον υψηλά, υψηλότερα των
κατ' αυτού αναπηδώντων μικρών, και έλεγεν αταράχως·

 — Αι, ησυχία τώρα, ησυχία! Κάμετε φρόνιμα . . . ειδεμή δεν έχει
μουτσούνα.

 — Μουτσούνα! Μουτσούνα! εκραύγασεν εν χορώ το παιδοθέμιον,
θορυβώδη συγκροτούν πυρρίχιον κύκλω του πατρός, ενώ η μήτηρ μόλις
κατώρθονε να περισυναγάγη από του πεδίου της μάχης τους από του
μανδηλίου πεσόντας τραυματίας.

Τέλος επήλθεν ησυχία εν τω οίκω του κυρ Δημήτρη. Τα παιδία
κατηυνάσθησαν, και συναχθέντα περί τον  τ α β ά ν  ωσφραίνοντο
βουλιμιώντα το περιεχόμενον.

Η οικοδέσποινα έστρωσεν εν μέσω την βραχύποδα τράπεζαν του
δείπνου, τον  σ ο φ ρ ά ν, και ανήψε παρ' αυτώ κλαυθμηρίζοντα
λύχνον. Ο κυρ Δημήτρης εκάθισε χαμαί σταυροποδητί, και σταυρώσας
διά του μαχαιρίου του τον άρτον έκοψε και διένειμε.

 — Δόξα σοι ο Θεός, γυναίκα, είπε σταυροκοπούμενος, η βδομάδα
πήγε καλά. Βγάλαμε τριάντα δραχμαίς. Υγεία νάχωμε, και οξωνού! Η
φτώχια θέλει καλοπέραση!

Ούτως ευθύμως ήρχισε και ευθύμως επεράνθη το πτωχικόν του πτωχού
οίκου δείπνον.

Αφού δε τα παιδία ετραγάνισαν και το έσχατον φαγώσιμον οστούν του
ταβά, σκυθρωπάζοντος ευλόγως του παρισταμένου μολοσσού, εις ον
σκληρός απέμεινε κλήρος ό,τι μόνον απρόσιτον εις παίδων οδόντας —
και αποσμήχοντα διά ψωμίου το πήλινον σκεύος εγάνωσαν αυτό λάμπον
και στίλβον, ο κυρ Δημήτρης εμοίρασεν ακριβοδικαίως τα τρωγάλια
εις τα τέκνα του, εστράγγισεν εις το ποτήριόν του το κατάλοιπον
της μελαψής φιάλης, και σπογγίσας διά της παλάμης τον μύστακα,
είπεν εις την σύμβιόν του εν αληθεί ευφροσύνη·

 — Δος μου τώρα λιγάκι το μπουζούκι μου, κυρά Μαριώ, να το
τραγουδήσωμε·

 — Δεν νυστάξατε σεις ακόμη; ηρώτησεν η κυρά Δημήτραινα· αλλά
τοσαύτα διά μιας απήντησαν όχι, εις μίαν κορυφωθέντα κραυγήν,
ώστε καθησύχασε μεν η μητρική μέριμνα, εξετέλισε δ' αμέσως το
παραγγελθέν η συζυγική προθυμία.

Το πρωσαχθέν μπουζούκιον ήτο πατρική κληρονομία τον κυρ Δημήτρη.
Ο πατήρ αυτού, βαρελοποιός ποτε και μουσικός κατά τας ώρας της
σχόλης του, μόλις είχε κατορθώσει να διδάξη τον υιόν αυτού, πλην
τυπικών τινων υποκρούσεων, ένα συρτόν και ήμισυν καλαματιανόν.
Αλλά το έν και ήμισυ τούτο ήρκει εις διασκέδασιν των παιδίων, ων
αι χορευτικαί γνώσεις περιωρίζοντο κατ' ανάγκην εις το μουσικόν
του πατρός των πεδίον.

 — Ελάτε τώρα σεις, είπεν ούτος· πιασθήτε από τα χέρια. Εμπρός ο
Νικολής, ύστερα ο Γιώργης, και οι άλλοι με την αράδα. Συρτό· Ο
Νικολής που τραβάει το χορό φορεί και τη μουτσούνα!

 — Κ' εμείς πατέρα; εμείς; εφώνησε δυσθύμως ο λοιπός όμιλος, δεν
θα τη φορέσωμε;

 — Αγάλια, αγάλια· Ένας ένας θα τραβά το χορό και θα την φορή.

Και ανέκρουσεν ο μουσικός, και ήρχισεν η διασκέδασις.

Ελαφροί των παιδίων οι μικροί πόδες έπληττον, ρυθμικώς ενίοτε, το
πάτωμα, αι λάλοι των γλώσσαι συνώδευον κατά διάλείμματα διά
προχείρου άσματος τον σκοπόν της ορχήστρας, ο δε πατήρ, διακόπτων
ενίοτε την μουσουργίαν, ανέμελπεν έρρινον και βροντόφωνον ωδήν,
προς ην αγαλλιών και σκιρτών ανταπήντα ο χορός.

 — Κέφι που τώχεις, ευλογημένε! έλεγεν η κυρά Μαριώ, νανουρίζουσα
ηρέμα το βρέφος της, — διότι είχε και βρέφος η ευλογημένη. — Κέφι
που τώχεις! Δεν πέφτεις να πλαγιάσης, που είσαι κουρασμένος,
μόνον κάθεσαι και. . . .

Κτύπος δυνατός εις την εξώθυραν διέκοψε της Δημήτραινας την
φράσιν και του Δημήτρη την μουσικήν.

 — Ποιος νάνε τέτοια ώρα! είπεν ούτος, αποθέτων το όργανον του
και εγειρόμενος. Έλα! σιωπή εσείς και ησυχία! εξηκολούθησεν
αποτεινόμενος προς τα παιδία, άτινα εξηκολούθουν ορχούμενα και
μετά το πέρας του μέλους, ως θάλασσα σαλευομένη και μετά του
ανέμου την πτώσιν.

Και εβάδισε προς την θύραν.

***

Καθ' ον χρόνον ηυθύμουν και διεσκέδαζον οι κάτοικοι της πτωχής
καλύβης, έπληττον και εχασμώντο του πλουσίου οίκου οι κύριοι.

Περάναντες το γεύμα των, όπερ άφθονον ως συνήθως και ποικίλον
ουδέν είχεν ιδιαίτερον γνώρισμα, το δυνάμενον να αναμνήση αυτούς
την απόκρεω, ανεκλίθησαν αμφότεροι απέναντι αλλήλων, εκείνος μεν
επί σοφά μαλακού, καπνίζων το σιγάρον του, και χειλοποτών ηρέμα
τον καφέν του, αυτή δε επί του εγγυτάτου εις την τράπεζαν
κλιντήρος, θωπεύουσα νωχελώς διά της λευκής και δακτυλιοφόρου
χειρός της το λείον τρίχωμα χονδροκεφάλου γάτου, ρέγχοντος
μακαρίως επί των γονάτων της.

Πλην του ρόγχου τούτου σιγή εντελής επεκράτησεν ικανήν ώραν εν τη
αιθούση.

Ότε δε τέλος ο κύριος Μαρής ερρόφησε πλην του καφέ του και μικρόν
ποτήριον κονιάκ, και ησθάνθη το σιγάρον του εγγίζον εις το τέλος,
ανεκάθισε μορφάζων εκ μικρού ρευματικού νυγμού, ον ησθάνετο εις
την κνήμην, και είπεν, αφού μεγαλοφώνως εχασμήθη·

 — Δεν παίζεις λιγάκι Boccace, Ερμιόνη;

 — Ουφ! καϋμένε Αγησίλαε, . . να ήξευρες πώς βαρηούμαι! απήντησεν
εκείνη παρατείνουσα μετά κόπου τας λέξεις και οιονεί συλλαβίζουσα
αυτάς. Επάνω εις την χώνευσιν . . πού ν' αφήσω τώρα τον καϋμένον
των Πλούτωνα, που κοιμάται τόσον εύμορφα.

 — Καλά! υπέλαβεν ο Αγησίλαος· και η τελευταία της λέξεως συλλαβή
απήχησεν εις δεύτερον και φωβερώτερον του πρώτου χάσμημα.

 — Τι; ενύσταξες κι' όλα; ηρώτησεν η σύζυγός του, ακούουσα μάλλον
ή βλέπουσα την συζυγικήν εκείνην χασμωδίαν. Μήπως δεν είσαι καλά;

 — Καλά είμαι . . . αλλά βαρηούμαι κ' εγώ . . . 'ξεύρεις.

 — Δεν πηγαίνεις καμμίαν ώραν εις την λέσχην, να διασκεδάσης;

 — Αποκρηά σήμερον, . . . ποιος θα ήνε εις την λέσχην; Έπειτα . . .
μπορεί να μας έλθουν και τίποτις μάσκαραις απόψε . .,

 — Ο Θεός να τους φωτίση, να σου ειπώ! Διότι αυταίς η βραδυαίς
του χειμώνος είνε ατελείωταις.

Την στιγμήν εκείνην εισελθών υπηρέτης άψογος την περιβολήν αφήκεν
επί της τραπέζης δέσμην εφημερίδων, ειπών απλώς·

 — Ταχυδρομείον!

 — Α! τι καλά! εφώνησεν ευθύμως ο Αγησίλαος, και θεις επί της
ρινός τας διόπτρας του ανέπτυξε το νεώτατον των φύλλων και ήρχισε
την ανάγνωσιν από του τέλους.

Ο Πλούτων αφυπνισθείς επήδησε χαμαί άνευ περαιτέρω διατυπώσεως,
και βυθίσας τους εμπροσθίους του όνυχας εις τον παχύν της
αιθούσης τάπητα εκύρτωσεν ευαρέστως την ράχιν του, η δε κυρία
Ερμιόνη ανεγερθείσα ήνοιξε μίαν των επί της οδού θυρίδων.

 — Να πάρωμεν ολίγον αέρα, και κλείω ευθύς, είπε προλαμβάνουσα
πάσαν του ανδρός της διαμαρτύρησιν.

Αλλ' από της θυρίδος εκείνης, πλην του δροσερού αέρος, εισέβαλεν
απρόσκλητος ξένος και η φαιδρά αντήχησις του μπουζουκιού του κυρ
Δημήτρη.

 — Νά τα! είπεν ο χρηματιστής, εξακολουθών την ανάγνωσιν του·
άρχισαν πάλιν οι αντικρυνοί μας τα συνειθισμένα. Ξεύρεις,
Ερμιόνη, ότι κατήντησεν ανυπόφορος αυτός ο κυρ Δημήτρης με το
κοπάδι του;

 — Διατί οι καϋμένοι; ηρώτησε μετ' αγαθότητος η κυρία.
Διασκεδάζουν . . . . δεν κάμνουν κακόν. Τι σε πειράζουν;

 — Με ανησυχούν. . . . τι άλλο θέλεις να με πειράξουν; απήντησεν
εκείνος, αναγινώσκων πάντοτε.

 — Εγώ τους ζηλεύω, να σου ειπώ, υπέλαβε μετά μικρόν η κυρία
Μαρή, πλησιάζουσα εις τον σύζυγόν της και θωπεύουσα ηρέμα τον επί
της εφημερίδος κύπτοντα τράχηλόν του.

 — Τι σου ήλθεν; είπεν εκείνος αναβλέπων.

Την ερώτησιν ταύτην υπέλαβεν η Ερμιόνη αποτεινομένην εις την
ζηλείαν μάλλον ή την θωπείαν της, και έσπευσε να προσθέση·

 — Αχ, . . . . ζηλεύω τα παιδιά των. Δεν ξεύρεις πόσα είνε,
Αγησίλαε, . . . και όλα τόσα . . . τόσα, το ένα μικρότερο και
ωραιότερο από το άλλο. Να είχαμε κ' εμείς κανένα! . . . είπε μετ'
ολίγον σιγαλή τη φωνή, κύπτουσα το πρόσωπον προς τον σύζυγόν της.

 — Χα, χα, χα! εφώνησεν εκείνος γελών· με την ώρα σου ήλθεν η
όρεξις! Ποίος σου πταίει; μην τα κάμνης μισά!

Και αποβαλών τας διόπτρας του ηγέρθη και επλησίασεν εις την
εστίαν.

 — Με τα σωστά σου λοιπόν, αγάπη μου, εξηκολούθησε διά μειλιχίας
φωνής, προσπαθών να κολάση την προ μικρού σκαιάν τραχύτητα της
φράσεώς του, με τα σωστά σου ζηλεύεις τους γείτονάς μας;

 — Και είνε να μην τους ζηλεύση κανείς; Δεν βλέπεις τι
ευτυχισμένοι που ζουν! Πως είνε πτωχοί, . . αδιάφορον! Όλοι
ροδοκόκκινοι από υγείαν . . . Ανάγκας δεν έχουν. . . . φροντίδας
δεν έχουν. . . . Σπίτι γεμάτο ζωήν και χαράν! Όταν είνε να
δουλεύσουν δουλεύουν, και όταν είνε να διασκεδάσουν διασκεδάζουν.
Όχι . . .

 — Όχι 'σάν εμάς; ήθελες να ειπής κ' εστάθης.

 — Βέβαια. Ψεύματα; απήντησεν η κυρία Μαρή, υψούσα τους ώμους.
Ημείς με όλα μας τα καλά . . . με τα πλούτη μας, με ωραίο σπίτι,
με αμάξια, μαγείρους, υπηρέτας, τα έχομεν αιωνίως κατεβασμένα,
'σαν να έχωμεν πένθος· και αν δεν έλθη κανείς ξένος να μας ίδη,
δεν ανοίγομεν το στόμα μας ώραις. Εγώ τουλάχιστον, σε βεβαιόνω,
εξηκολούθησεν η αγαθή γυνή μετά πικρού μειδιάματος, κατήντησα να
μην ομιλώ παρά όταν μαλόνω τους υπηρέτας . . . . Αυτοί οι πτωχοί
με το τίποτε είνε πάντα ευχαριστημένοι, εύθυμοι, διασκεδάζουν
αδιάκοπα, τραγουδούν, χορεύουν, χαίρονται την ζωήν των τέλος
πάντων. Διατί αυτό;

 — Διατί! είπε καθ' εαυτόν ο χρηματιστής, περιπατών σιγά άνω κάτω
εν τη αιθούση. Είτα δε, ωσεί φαεινή τις ιδέα επήλθεν αίφνης
απαντώσα εις το ενδιάθετον αυτό ερώτημα, έστη αποτόμως
επιστραφείς ενώπιον της συζύγου του και ηρώτησε·

 — Θέλεις, Ερμιόνη μου, να σιωπήσουν οι γείτονές μας, και να
παύση όλη αυτή η διασκέδασις και ο θόρυβος;

 — Όχι τους καϋμένους! απήντησεν εκείνη περίτρομος, τις οίδεν
οποία υποθέτουσα τα σχέδια του συζύγου της. Όχι, . . . μη τους
κάμης κακόν! άφησέ τους . . . . Τι μας πειράζουν;

 — Κακόν να τους κάμω; απήντησε μειδιών ο κύριος Μαρής. Πού σου
εφάνη; Έννοια σου, μην ανησυχής . . . . και δεν θα πάθουν τίποτε.
Καλόν θα τους κάμω . . . και θα σιωπήσουν, θα ιδής!

 — Μα τι σκοπόν έχεις;

Ο Αγησίλαος ουδέν απήντησεν, αλλ' εξελθών της αιθούσης, και
καλέσας τον υπηρέτην του Γιάννην, είπεν εις αυτόν ολίγας λέξεις
ταπεινή τη φωνή.

Μετά τινας στιγμάς ο Γιάννης έκρουεν, ως είδομεν ήδη, την θύραν
του κυρ Δημήτρη.

Την επαύριον εσπέραν ο κυρ Δημήτρης, δειπνήσας συντομώτερον και
του συνήθους, έπλυνε πρώτον τας χείρας αυτού και το πρόσωπον,
υπεδύθη κατόπιν έν ζεύγος καινουργών δήθεν σανδαλιών, άτινα από
πέντε ήδη ετών εφύλαττεν η Μαριώ εντός παλαιού ερμαρίου διά τας
δ ε σ π ο τ ι κ ά ς  ε ο ρ τ ά ς, εφόρεσε το καλόν του φέσιον, και
ευτρεπίσας όσον κάλλιον ηδύνατο την λοιπήν αυτού αναβολήν,
ητοιμάσθη να εξέλθη, λέγων·

 — Ας πάμε να ιδούμε τι μας θέλει ο κυρ Αγησίλαος.

 — Δε θ' αργήσης; ηρώτησεν η σύζυγός του.

 — Πώς θ' αργήσω; Μήπως έχομε τίποτε να μοιράσωμε με το γείτονα;
Θάχη καμμιά δουλειά να μου παραγγείλη . . . Σε δύο λεπτά είμαι
'πίσω.

 — Κύτταξε να μη παραστρατήσης! . . .

 — Με το καλό μου φέσι; απήντησεν ο Δημήτρης, εκπλαγείς ότι η
συμβίος του υπέθετεν αυτόν ικανόν προς τοιαύτην μωρίαν.

Και εξήλθε λέγων·

 — Πλάγιασε τα παιδιά!

Η κυρά Δημήτραινα, μείνασα μόνη, κατέκλινε πρώτον τον πολυάριθμον
αυτής τόκον επί δύο ευρέων στρωμάτων, χαμαί ηπλωμένων εντός του
παρακειμένου θαλάμου, είτα δε καθεσθείσα παρά τον λύχνου της,
ήρχισε πλέκουσα κάλτσαν και διανοούμενη τι άρα γε ήθελε τον
σύζυγόν της ο κύριος Αγησίλαος.

 — Να τον φώτιζε ο Θεός, έλεγε καθ' εαυτήν, να μας έδιδε καμμιά
καλή δουλειά . . . αποκοπή, να βγάλωμε τίποτε. Κανένα χωράφι, να
ειπούμε, να το βάλη αμπέλι ο Δημήτρης, . . . καλογερικό, να
πάρωμε και 'μείς λιγάκι επάνω μας. Γιατί μ' όλα αυτά τα παιδιά,
ζωή νάχουνε! πού να βγη κανείς με το μεροδούλι; . . . ψωμί μοναχά
δεν μπορεί να τα προφτάξη ο καϋμένος ο Δημήτρης. Αι! δόξα σοι ο
Θεός! είπεν αίφνης, διακόπτουσα μεγαλοφώνως τας σκέψεις της και
σταυροκοπουμένη.

Απορούσα δε, ότι ο Δημήτρης δεν επανήρχετο, ανέλαβε πάλιν
ανεπαισθήτως τον ειρμόν του τερπνού της ονείρου.

 — Θάκανα ένα φουστανάκι της Ελένης μου, εξηκολούθησε
διαλογιζομένη, και θάστελνα και τον Νικολή μου 'ς το σχολειό να
μη μείνη στραβό το καϋμένο, και με βλαστημάη μια μέρα. Θάκανα και
το τάμμα που έχω 'ς τη Βαγγελίστρα για το Σπύρο μου, όταν έβγαλε
τη βλογιά, . . . και δεν μπόρεσα ακόμη να το στείλω . . . — με τι
να το στείλω; . . . Αν περίσσευε τίποτα, αι! θάκανα κ' εγώ, να
σου πω, ένα ρούχο να βάλω επάνω μου, που περπατώ τώρα δυο χρόνια
με μπαλώματα . . .

Ούτω δε δειλώς ιστιοδρομούσα διά του πελάγους των ονείρων, δεν
ήκουσεν η Μαριώ ανοιγομένην και κλειομένην την αυλόθυραν, ούτε
την μετ' ολίγον ημιανοιχθείσαν ηρέμα θύραν του οικίσκου, ούτ'
εννόησε του κυρ Δημήτρην, όστις προκύψας διά της θύρας την
κεφαλήν, ηρώτησε σιγαλή τη φωνή, πριν εισέλθη·

 — Κοιμήθηκαν τα παιδιά;

 — Ου! μ' ετρόμαξες, καϋμένε! εφώνησεν η ανανήψασα αίφνης σύζυγός
του. Τι στέκεσαι τώρ' αυτού; Τελείωσες; έλα μέσα!

 — Μη φωνάζης! υπέλαβε σιγά σιγά και πάλιν ο κυρ Δημήτρης,
ιστάμενος πάντοτε επί της φλιάς της θύρας. Κοιμήθηκαν τα παιδιά;

 — Σε καλό σου! κοιμήθηκαν βέβαια. Τι θα πη αυτό; Τι ρωτάς; Τι
σου ήλθε;

 — Μεγάλα πράγματα, Μαριώ μου! απήντησεν εκείνος εισερχόμενος.

Πρέπει δ' αληθώς μεγάλα πράγματα να είχον συμβή εις τον πτωχόν
Δημήτρην, διότι και το πρόσωπόν του ήτο ηλλοιωμένον, και οι
οφθαλμοί του είχον λάμψιν ασυνήθη, και της φωνής αυτού η κλαγγή
ήτο τρομώδης και παρηλλαγμένη.

 — Καλέ τι έπαθες; ηρώτησεν εγειρομένη και πλησιάζουσα ανησύχως η
κυρά Δημήτραινα. Συ δεν είσαι ο ίδιος.

 — Τώρα κ' άλλη μια φορά ο ίδιος! Κύτταξε εδώ!

Και λαβών κάτωθεν της μασχάλης του σακκίδιον πλήρες ταλλήρων,
κατήνεγκεν επ' αυτού βαρύν τον γρόνθον του.

Η πτωχή Μαριώ έγεινε κάτωχρος. Ησθάνθη διά μιας λυόμενα τα γόνατά
της· ήνοιξε το στόμα της να ομιλήση . . . αλλά πού φωνή! Ενόμισεν
ότι ο λάρυγξ της είχε καταβή διά μιας εις τα βάθη του στήθους
της . . Ευτυχώς δεν ήτο φύσις αβρά, ην ηδύνατο να νικήση επί μακρόν
η συγκίνησις.

 — Δημήτρη! ανέκραξε τέλος συνερχομένη, και η φωνή της εβρόντησεν
ως φωνή κατηγόρου, και η χειρ της υψώθη απειλητική. Πού τα ηύρες
αυτά τα χρήματα;

Ο πτωχός Δημήτρης έμεινε κατ' αρχάς ενεός και κατάπληκτος προ της
αιφνιδίας μεταμορφώσεως της συζύγου του. Αλλ' αστραπή ταχεία, η
αστραπή της υποψίας της Μαριώς, διέδραμεν αμέσως την διάνοιάν
του, και ανακαγχάσας παταγωδώς.

 — Χα, χα! χα! εφώνησε· μη θαρρής πως τάκλεψα; Μου τάδωσαν,
ματάκια μου, μου τα . . . δωσαν, . . . μου τα χάρισαν!

 — Σου τα χάρισαν; Ποιος σου τα χάρισε; Ποιος χαρίζει σήμερα 'ς
την 'Αθήνα σακκούλια τάλλαρα; . . . Δημήτρη!

 — Έλα, έλα . . . μην ήσαι τρελλή. Μου τα χάρισε ο κυρ Αγησίλαος.

 — Σου τα χάρισε ο κυρ Αγησίλαος; . .

 — Πού ο θεός να μου κόβη χρόνια να του δίνη μέραις! Κάθισε·
κάθισε να σ' τα πω!

Και καθίσας πρώτος εκείνος ήρχισε προσπαθών να διηγηθή τα
γενόμενα και ν' απαρτίση εις έν όλον τα πράγματα, τας εντυπώσεις
αυτού και τα αισθήματά του.

 — Μπήκα, που λες, Μαριώ μου, κ' ένας υπηρέτης, — ντρεπόμουνα που
τον κύτταζα, τόσο ωραία ρούχα φορούσε . . .

 — Τι τα θέλεις τώρ' αυτά, διέκοψεν ανυπομονούσα η κυρά
Δημήτραινα. Λέγε, τι έγεινε!

 — Στάσου δα, μη βιάζεσαι. Μπήκα το λοιπόν, και από κάμαρα σε
κάμαρα, μπρος ο δούλος πίσω εγώ, βρέθηκα μπροστά 'ς τον κυρ
Αγησίλαο. Τι σπίτι, καϋμένη Μαριώ! Καλά που έβαλα τα καινούργια
μου παπούτσια.

 — Ουφ, καϋμένε . . . λέγε τι σου είπε, και άφησε της φλυαρίαις.

 — Τι μου είπε; και θυμάμαι θαρρείς; Τι κάνουμε, πώς περνούμε,
πόσα παιδιά έχομε . . . αν είμαστε στενοχωρημένοι, χίλια δυο.
Καλώτατος άνθρωπος, Μαριώ μου! χρυσός άνθρωπος! Αύριο ευθύς θα
παραγγείλω μία λαμπάδα, ίσα με μπόι του, να την πάω 'ς τον άι
Δημήτρη.

 — Καλά όλ' αυτά, . . μα πώς σούδωσε τα χρήματα; γιατί σου
τάδωσε;

 — Ξέρω κ εγώ γιατί; έτσι θέλησε. Μας βλέπει, λέει, από τα
παράθυρά του και μας χαίρεται, γιατί έχομε πολλά παιδιά και καλή
καρδιά, και ζούμε χαρούμενοι και διασκεδάζομε . . . Κάνομε λιγάκι
ανησυχία καμμιά φορά, μα δεν τον πειράζει, λέει . . . η γυναίκα
του μας καμαρόνει . . . — δεν έχει, ξεύρεις, παιδί η καϋμένη. . . .
Τι έλεγα; . . . α ναι το λοιπόν, μας λυπήθηκε, λέει, εμένα και
σένα, να μας βλέπη έτσι να δουλεύωμε όλη μέρα, και του ήρθε,
λέει, η ιδέα να μας κάμη ευτυχισμένους. Με ρώτησε, τι θέλω. — Τι
να θέλω; υγεία και δουλειά, αφέντη.

 — Δουλειά; λέει· εγώ να σου δώσω χρήματα να κάμης δουλειά, ό,τι
δουλειά θέλεις. Και σηκόνεται, μωρέ μάτια μου, βάζει ένα κλειδί
σε μια ορθή κασσέλα . . . Κρακ! εγώ τρόμαξα, να σου πω!

 — Ανοίγει ένα πορτέλλο, χονδρό 'σάν κ' εκείνο που έχουν η
μπουκαπόρταις 'ς τα βασιλικά καράβια, και βγάζει αυτή τη
σακκούλα.

Ταύτα δε λέγων ο κυρ Δημήτρης κατέφερε και πάλιν τον γρόνθον του
επί του προ ποδών του αποτεθειμένου σακκίου.

 — Εδώ μέσα, λέει, έχει πεντακόσια τάλλαρα. Μπορείς να κάμης με
αυτά ό,τι δουλειά θέλεις. Παρ' τα! Δεν θέλω χαρτί, ούτε απόδειξη.
Αν πλουτήσης καμμιά φορά, και παν η δουλειαίς σου καλά, μου τα
δίνεις . . . . ειδεμή χάρισμά σου. Μου φάνηκε πως ονειρευόμουνα.
Δεν είξευρα τι να πω, . . τι να κάμω. — Χάρισμά μου; λέω, αφέντη,
μα πώς . . . — Δεν έχει πώς, λέει· θα τα πάρης! Μου κάνεις
χάρη, . . . . Και μου σφίγγει το χέρι. Μου σφίγγει το χέρι, Μαριώ,
κατάλαβες; Τι να κάμω το λοιπόν; τα πήρα. Κακά έκαμα; έπρεπε να
μη τα πάρω;

Η πτωχή Μαριώ δεν ηδύνατο να απαντήση. Έκλαιε. Το όνειρόν της
εκείνο, το προ μικρού, ήρχετο πάλιν μειδιών προ της φαντασίας
της, και το μειδίαμά του δεν ήτο πλέον πλάνη ουδέ γοητεία.
Ηδύνατο τόρα να στείλη εις το σχολείον τον Νικολή της, . . . .
ηδύνατο να κάμη το τάμμα της εις την Ευαγγελίστραν.

Εκεί σιμά της έκαιε μικρόν κανδήλιον προ μικρού εικονίσματος της
Θεοτόκου. Ενώπιον της εικόνος αυτής ευρέθη αυτομάτως γονυπετής η
κυρά Δημήτραινα.

 — Αμ' δεν είπαμε δα, γυναίκα, ν' αρχίσωμε τα κλάμματα! υπέλαβεν
ο ανήρ, βλέπων αυτήν σπογγίζουσαν τα δάκρυά της, και προσπαθών να
νικήση και αυτός την συγκίνησιν, ήτις τον κατελάμβανεν. Έλα, σήκω
τώρα και πάρ' τ' αυτά να τα φυλάξης.

 — Πού να τα φυλάξω; είπεν εγειρομένη η Μαριώ, αφού επέρανε την
υπέρ του μεγαλοδώρου ευεργέτου θερμήν αυτής δέησιν.

 — Ξεύρω' γώ; όπου θέλεις. Να εκεί, 'ς τη μεγάλη κασσέλα, που
έχει και μεγάλο κλειδί. Έτσι! εξηκολούθησεν, αφού εξετελέσθη η
παραγγελία του. Δος μου τώρα το κλειδί, και βοήθησέ με να βάλωμε
την κασσέλα αποκάτω από το κρεββάτι για πειό ασφάλεια.

 — Ασφάλεια; και τι φοβάσαι! να μας πατήσουν κλέφταις;

 — Δεν ξεύρω εγώ. . . . όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά·
τόρα είμαστε πλούσιοι, κυρά Μαριώ, το κατάλαβες; και χρειάζεται
προσοχή και φρόνηση.

 — Και ποιος μας ξέρει, Δημήτρη μου;

 — Ναι, δε σου λέω, . . . απήντησεν εκείνος ξύων την κεφαλήν του,
αλλά πού ξεύρεις; ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, . . και πολλά
μάτια. Καλλίτερα έτσι. Α! σβύσε τώρα το φως να πλαγιάσωμε, και
αύριο τα λέμε. Αλήθεια, να στείλης από το πρωί τα παιδιά, τα μισά
'ς την αδελφή μου, και τα μισά 'ς τη μάννα σου.

 — Γιατί;

 — Νάχωμε λίγην ησυχία αύριο . . . θάχωμε ομιλίαις που δεν είνε
για παιδιά.

 — Τα καϋμένα! δεν τ' αφίνεις και αυτά να χαρούν;

 — Έχουν καιρό να χαρούν! επέμεινε λέγων, σκαιότερον ή κατ'
αυτόν, ο Δημήτρης. Κάμε αυτό που σου λέω.

 — Καλά.

Και το ανδρόγυνον κατεκλίθη· αλλά δεν απεκοιμήθη αμέσως, όπως
άλλοτε, ότε ο ύπνος ήρχετο ταχύς αναπαύων τα εκ της εργασίας
καταπεπονημένα των μέλη, και ναρκών ευκόλως την αργήν αυτών
διάνοιαν.

Είχον τόσα πράγματα να σκεφθούν απόψε, η Μαριώ και ο Δημήτρης! Τι
να τα κάμουν αυτά τα χρήματα; διενοείτο εκάτερος· τι ν'
αγοράσουν; τι να επιχειρήσουν; Πώς να τα καταστήσουν κερδοφόρα;
Και έπειτα . . . να τα κρατούν εις τον πενιχρόν αυτών οίκον, . . .
τόσα χρήματα; Ό,τι ήτο να γείνη, έπρεπε να γείνη γρήγορα . . .
και να γείνη μάλιστα και με τρόπον, ώςτε να μη φανή . . . να μην
εννοήσουν οι συγγενείς των — πτωχοί επίσης ημερόβιοι — ότι
επλούτησαν.

Θα ήρχιζαν τότε τα δανεικά — και αγύριστα βεβαίως — και αιτήσεις
βοηθείας, και μεμψιμοιρίαι, και δυσαρέσκειαι και υποψίαι ίσως
ακόμη, — τις οίδε — περί της πηγής του πλούτου των . . και
φθόνος, . . . και χίλια άλλα κακά . . . Έπειτα ο κύριος Μαρής
είχε ειπεί να του τα επιστρέψουν, αν πάγουν καλά η δουλειαίς
των . . . Δεν έπρεπε να προσέξουν μήπως ζημιωθούν; Χωρίς άλλο!
αλλά πώς; . . . απλοί άνθρωποι ως ήσαν; . . .

Και εσκέπτετο ο Δημήτρης, και εσκέπτετο η Μαριώ, και εστρέφοντο
με κλειστούς οφθαλμούς επί της κλίνης των, προσποιούμενος έκαστος
ότι εκοιμάτο, ίνα μη αφυπνίση τον άλλον, ον υπέθετε κοιμώμενον.

Τέλος εβαρύνθη ο ανήρ να κρατή κλειστά τα όμματά του. Τα ήνοιξε,
και είδεν άγρυπνον παρ' αυτώ την γυναίκα του.

 — Δεν κοιμάσαι και συ Μαριώ; είπε. Εγώ, τι να σου πω, δεν μου
κολλάει ύπνος απόψε, μ' αυτά τα διαβολοχρήματα.

 — Αμ' εμένα;

 — Πρέπει κάτι να τα κάμωμε . . . να τα βγάλωμε από εδώ μέσα . . .
γιατί . . .

 — Κ' εγώ το ίδιο συλλογίζομαι.

 — Εγώ λέω, γυναίκα . . .

Και ήρχισε συζήτησις μακρά μεταξύ των συζύγου περί της διαθέσεως
του σοβαρού εκείνου περιεχομένου του σάκκου· συζήτησις ήρεμος το
κατ' αρχάς, ζωηροτέρα κατόπιν, τραχυνθείσα δε βαθμηδόν εις έριδα,
και απολήξασα μετά τινα ώραν εις πείσμονα μεγαλόφωνον λογομαχίαν,
— την πρώτην ην ήκουον οι ταπεινοί της οικίας των τοίχοι.

Άλλα ήθελεν ο είς και άλλα ήθελεν ο άλλος. Εκείνη γνώμην είχε ν'
αγοράσουν χωράφια καλά και να φυτεύσουν αμπέλια· ο Δημήτρης έλεγε
καλλίτερα ν' ανοίξη οινοπωλείον, ή καφενείον, ή άλλο τι έργον να
επιχειρήση, ήσυχον όμως, καθιστικόν, . . . διότι είχε βαρυνθή
πλέον την αξίνην, . . . είχε γηράσει . . . ήθελεν ολίγην
ανάπαυσιν.

 — Καπελειό ν' ανοίξης; βέβαια! εφώνησεν οξύ η κυρά Δημήτραινα·
για να τώχης μπόλικο και χάρισμα!

 — Κατάλαβα πως είσαι τρελλή, απήντησεν αγροίκως ο Δημήτρης, και
εγερθείς κατέλιπε την κλίνην.

 — Εγώ είμαι τρελλή, ή εσύ είσαι τεμπέλης και μεθύστακας;

 — Μαριώ! εβρόντησεν εκείνος εξαγριωθείς, κ' επροχώρησεν εγείρων
την χείρα κατά της συζύγου του.

 — Θέλεις και να με δείρης;

Να την δείρη! ο Δημήτρης να δείρη την Μαριώ! . . την μητέρα δέκα
τέκνων του! Ησχύνθη αμέσως, ο ταλαίπωρος, ησχύνθη εαυτόν, και η
χειρ του κατέπεσεν αδρανής.

 — Κ' εγώ είμαι μασκαράς, είπεν ηπίως, . . . μα και συ καϋμένη
είσαι ανόητη.

 — Έλα, έλα πλάγιασε, Δημήτρη, να ησυχάσης λιγάκι, απήντησεν
εκείνη, κάμπτουσα εις θωπείαν την τρέμουσαν έτι φωνήν της.

 — Πού να πλαγιάσω τώρα; μου έφυγε ο ύπνος· ξεύρεις όμως; μου
έρχεται μία ιδέα.

 — Άφησε τώρα της ιδέαις γι' αύριο, κ' έλα να κοιμηθής

 — Μου έρχεται ιδέα . . να μετρήσω τα τάλλαρα.

 — Να τα μετρήσης; και γιατί; πού σου ήλθε;

 — Να ιδώ, είνε σωστά πεντακόσιας ή με γέλασε ο κυρ Μαρής;

 — Να σε γελάση ο άνθρωπος; γιατί να σε γελάση, αφού σου τα
χάρισε; Δεν σούδινε, σαν ήθελε, λιγώτερα;

Ο Δημήτρης έμεινεν επί στιγμήν σιγών, κύπτων υπό το βάρος της
ακαταγωνίστου εκείνης ευθύτητος.

 — Έχεις δίκη ο γυναίκα! είπε ταπεινή τη φωνή, έχεις δίκηο . . . .
Και εντρεπόμενος να εξακολουθήση μεγαλοφώνως, συνεπλήρωσεν
ενδομύχως την φράσιν του: Τα χρήματα χαλούν τον άνθρωπον.

 — Σαλέπι ζεστό! ηκούσθη αίφνης φωνή βραγχώδης από της οδού.

 — Νά! ξημέρωσε, είπεν εγειρομένη της κλίνης της η κυρά Μαριώ.
Στάσου να σου πάρω λιγάκι σαλέπι να ζεσταθής.

***

Ότε μετά τινας ώρας εφάνη πλήρης η ημέρα, και φαιδρός εισεχώρησεν
ο ήλιος διά των χαραμίδων του στενού παραθύρου της μικράς οικίας,
αθόρυβος επεκράτει εν αυτώ ηρεμία.

Τα μεγαλείτερα και θορυβωδέστερα των παιδίων είχον αποσταλή εις
την μάμμην των, η Μαριώ εσάρονε την αυλήν και συνήγεν από των
φωλεών των ορνίθων της τα νωπά των ωά, ο δε Δημήτρης, καθήμενος
προ της θύρας εκάπνιζε σιωπηλός αλλεπάλληλα σιγάρα κ' έξεεν
επιμόνως διά της αριστεράς του χειρός τον αξύριστον αυτού πώγωνα.

 — Δεν θα πας σήμερα σε δουλειά; ηρώτησεν αίφνης, διακόπτουσα το
έργον της και ανακύπτουσα η Μαριώ.

 — Τώρα πειά; πέρασε η ώρα. Έπειτα έχομε και να μιλήσωμε,
γυναίκα . . . πρέπει να ιδούμε τι θα κάμωμε . . .

 — Έχομε καιρό . . . να μιλήσωμε, απήντησεν εκείνη μελαγχολικώς,
ενθυμουμένη τα νυκτερινά. Σήκω τώρα! σήκω! Πήγαινε να πάρης λίγο
αέρα 'ς το παζάρι . . . να ψωνήσης κι' όλα. Ψωμί έχομε ολίγο . . .
δεν θα μας φτάση. Πάρε ένα καρβέλι . . . λίγο τυρί και κρασί.

 — Δεν βράζεις καμπόσα αυγά λέω εγώ; Τι θα τα κάμης που τα
κρύβεις;

 — Και τη λαμπρή τι θα βάψωμε; Έλα, έλα, σήκω.

 — Πώς βαρηέμαι, καϋμένη! απήντησεν ο Δημήτρης, διατείνων εις
ύψος τους βραχίονας.

 — Βαρηέσαι; γιατί τάχα γεινήκαμε πλούσιοι, βαρηέσαι;

 — Πλούσιοι! αμή δε γενήκαμε πλούσιοι! Πεντακόσια τάλλαρα, . . .
μεγάλο πράγμα!

Η κυρά Δημήτραινα ενόμισεν ότι παρήκουσε.

 — Με τα σωστά σου είσαι; είπεν έκπληκτος.

 — Αι! κατάλαβα πως έχεις πάλι όρεξι για καυγά. . . . Δος μου το
φέσι μου.

 — Έτσι γεια σου!

Και ο Δημήτρης εξήλθεν εις την οδόν.

 — 'Σ το καλό! εφώνησεν η σύζυγός του, και κλείσασα την θύραν
εισήλθεν εις τον οίκον της.

Εργασία δεν έλειπε ποτέ εις την πτωχήν οικοδέσποιναν· και αν της
έλειπεν, εδημιούργει, διότι αδύνατον της ήτο να κάθηται, ως
έλεγε. Παρήρχετο δε ούτω η ώρα, και πάντοτε σχεδόν ήκουε χωρίς να
περιμένη το σήμαντρον της Μητροπόλεως αγγέλλον την μεσημβρίαν.
Αλλά την ημέραν αυτήν δεν ήθελεν η ώρα να περάση. Εσυγύριζεν η
Μαριώ, έπλυνεν ολίγα φορέματα των μικρών της, διώρθονεν άλλα,
ήρχιζε το πλέξιμόν της, . . . αλλ' ο καιρός δεν παρήρχετο. Τι να
κάμη; Της ήλθεν όρεξις ν' ανοίξη το βαρύ εκείνο κιβώτιον, και να
ιδή ολίγον, να ιδή μόνον — τα τάλληρα του σάκκου. Ποτέ της δεν
είχεν ιδεί πολλά μαζή, . . . ουδέ ολίγα, η αγαθή γυνή. Αλλ'
ενθυμήθη αμέσως ότι είχε το κλειδίον ο Δημήτρης. «Κρίμα!» είπε
καθ' εαυτήν, και εξήλθεν εις την αυλήν, όπου τα νεώτατα των
παιδιών της έπαιζον μετά του οικοφύλακος μολοσσού, σύροντα αυτόν
άλλο από των ώτων και άλλο από της ουράς.

Τέλος εσήμανε μεσημβρία, και ο Δημήτρης δεν είχεν έτι επιστρέψει
από της αγοράς.

 — Κάπου θάμπλεξε, διενοήθη η Μαριώ. Καλά που δεν είνε εδώ τα
παιδιά, . . . θα τάφινε νηστικά.

Και λαβούσα από του ερμαρίου τεμάχιον άρτου, λείψανον της
προτεραίας, το εμοιράσθη με τα μικρά της.

 — Εκείνος θάφαγε βέβαια, είπε καθ' εαυτήν.

Αληθώς δε είχε φάγει ο κυρ Δημήτρης, και είχε πίει μάλιστα.

Εξελθών της οικίας του ησθάνθη, και αυτός δεν ήξευρε διατί,
ελαφρότερον τον εαυτόν του. Ενόμισεν, ότι είχε γείνει διά μιας
νεώτερος, ότι αι κνήμαι του ήσαν ευσταλέστεραι και το βήμα του
κουφότερον, και έβαινεν ανατείνων την κεφαλήν και υποτονθορύζων
το δημοτικόν άσμα της απόκρεω: Κ α τ η γ ο ρ ο ύ ν  τ η  γ ά τ α
μ α ς, αμέριμνος, σχεδόν υπόπτερος. Μετ' ολίγας στιγμάς είχεν
εντελώς λησμονήσει ότι κατηυθύνετο εις την αγοράν. Εσκέπτετο,
υπελόγιζε, εσχεδιάζε . . . Πάντα δε ταύτα μειδιών,
κατευχαριστημένος. Χωρίς να το εννοήση, ευρέθη μετ' ολίγον εις το
καφφενείον του. Παρήγγειλε καφέν, εκέρασε και μερικούς φίλους,
τους οποίους εύρεν εκεί, έπιε κατόπιν έν δύο ρακιά, φιλευθέντα
υπό των φίλων, και εξήλθε του καφενείου έτι ευθυμότερος, θωπεύων
ενίοτε έξωθεν του θυλακίου του το μεγάλο κλειδί της κασσέλας.
Ενθυμήθη τότε την παραγγελίαν της Μαριώς, ενθυμήθη ότι έπρεπε ν'
αγοράση άρτον διά τα τέκνα του· και ετράπη προς την αγοράν. Αλλά
— κακή μοίρα! — εκεί προ της αγοράς έχαινε παρά την οδόν η θύρα
καπηλείου, και προ της θύρας ίστατο φίλος παλαιός, βλάμης του
Δημήτρη, ο κυρ Θοδωρής.

 — Βρε, καλό 'ς το Μήτρο! Σκόλη έχεις και συ; Κάτι χαρούμενος;

Η από πολλού ήδη εν σιγή πνιγομένη χαρά του Δημήτρη ολίγου δειν
εξώρμα αθυρόστομος.

 — Πού να σ' τα . . . είπε, αλλ' ανεκόπη αμέσως. Άλλη ώρα τα
λέμε, . . . έλα τώρα να σε κεράσω! υπέλαβε ταχέως, θέλων να
διορθώση διά της ελευθεριότητος την παραδρομήν της γλώσσης του.

Και εισήλθεν εις το καπηλείον ο Δημήτρης, . . . και έμεινεν εκεί
μέχρι νυκτός.

Ότε δε αργά επέστρεψεν εις τον οίκον του, κλονούμενος και
παραπαίων, υποστηριζόμενος υπό του βλάμη του Θοδωρή, είχεν ήδη
κατά μήκος πλάτος διηγηθή τα κατ' αυτόν εις όμιλον φίλων
ευωχητών, εις τους οποίους, κενώσας το τελευταίον του ποτήριον,
είχε κενώσει και όλα του τα μυστικά, και αυτό το μυστικώτατον και
νωπότατον, το του θησαυρού του.

Η πτωχή Μαριώ εκάθητο εις το κατώφλιον της εξωθύρας, ανήσυχος,
εναγωνίως ανιχνεύουσα διά του βλέμματος την οδόν και συμπλέκουσα
τας χείρας επί των γονάτων. Είδε τον άνδρα της, φερόμενον μάλλον
ή ερχόμενον, κ' ερράγισεν η καρδία της.

 — Χαρά 'ς το! εφώνησε, χαρά 'ς το! Τέτοια ώρα έρχεσαι 'ς το
σπίτι σου; Πού ήσουν όλην την ημέρα;

 — Τίποτα, . . . τίποτα! απήντησεν η δυσκίνητος γλώσσα του
Δημήτρη. Μη . . . μου θυμόνης . . . κυρά Μαριώ . . . και σου
λέω . . .

 — Καλησπέρα, κυρά Δημήτραινα, προσεφώνησε φιλοφρόνως ο Θοδωρής.
Δεν είνε τίποτε· λίγη ευθυμία! Αλήθεια δα, . . . τα συχαρήκια
μας. Σας έφεξε πάλι. Μα να μη το πάρετε κι' απάνω σας όμως . . .
και δεν μας καταδέχεσθε, . . . τώρα που γινήκατε πλούσιοι, . .
κυρά Δημήτραινα! Καληνύχτα σας!

Και παραδούς τον Δημήτρην εις χείρας της συζύγου του, κατάπληκτον
εξ όσων έβλεπε και ήκουεν, ανεχώρησεν ο βλάμης.

 — Σε καλό σου, Δημήτρη μου, σε καλό σου! έλεγεν η ταλαίπωρος
γυνή, σύρουσα ηρέμα τον σύζυγόν της προς την θύραν του οίκου.
Τέτοιο πράμμα δεν τώπαθες άλλη φορά . . . Πού σου ήλθε;

 — Πατέρα, πού 'νε το ψωμί; εφώνησεν έν των πεινώντων παιδίων,
προστρέχον ευθύμως εις απάντησιν του πατρός του.

 — Ψω . . μί; Νά! απήντησε βαναύσως ο μέθυσος, και πριν ή
προφθάση η μήτηρ να κρατήση την χείρα του, κατέπεσεν αύτη βαρεία
επί της παρειάς του παιδός.

Το μικρόν εκυλίσθη χαμαί ολολύζον, ο δε Δημήτρης κατέπεσε μετ'
ολίγον βαρύς εις την κλίνην του, όπου απεκοιμήθη.

Μετά δύο ημέρας ο κύριος Μαρής και η κυρία Μαρή έπινον μετά το
πρόγευμα τον καφέν των εν τη αιθούση, όπου ήδη τους απηντήσαμεν.

 — Το είδες λοιπόν, Ερμιόνη, ότι οι γείτονές μας ησύχασαν; Ούτε
χοροί πλέον, ούτε τραγούδια, ούτε μουσική, ούτε τίποτε . . . Πού
και πού μόνον καμμία λογομαχία . . .

 — Μα πώς αυτό, Αγησίλαε; τι συνέβη; μήπως τους έκαμες τίποτε;
ηρώτησεν ανησύχως η κυρία Μαρή. Μήπως τους εφοβέρισες; μήπως τους
κατήγγειλες; Δεν έκαμες καλά!

 — Έννοια σου, έννοια σου . . . μην ανησυχής! ούτε τους
κατήγγειλα ούτε τους εφοβέρισα. Χρήματα μόνον τους έδωκα . . . να
τα κάμουν ό,τι θέλουν· και τα χρήματα βλέπεις πώς τους άλλαξαν.

 — Είνε δυνατόν;

 — Φαίνεται. Διότι τα χρήματα, πρέπει να ηξεύρης, Ερμιόνη. . . .

Και ο κύριος Αγησίλαος ητοιμάζετο να αυτοσχεδιάση πρόχειρόν τινα
ομιλίαν περί της επιδράσεως, την οποίαν κατ' αυτόν ηδύνατο ν'
ασκήση το χρήμα επί τον χαρακτήρα του ανθρώπου, ότε εκρούσθη σιγά
η θύρα, εισελθών δε υπηρέτης ανήγγειλεν, ότι ο κυρ Δημήτρης
εζήτει να ιδή τον Κύριον.

 — Ας έλθη, είπεν εκπλαγείς ο Αγησίλαος.

Και μετά μικρόν εφάνη ο ταλαίπωρος Δημήτρης, ωχρός, ισχνός,
ερυθρούς έχων τους οφθαλμούς εκ της αϋπνίας, παρηλλαγμένος υπό
της αργίας και της μερίμνης, και κρατών υπό μάλης τον γνωστόν
ημίν ήδη σάκκον.

 — Τι είνε κυρ Δημήτρη; τι τρέχει; ηρώτησεν ο χρηματιστής.

 — Με το συμπάθειο, αφέντη, σας έφερα 'πίσω τα χρήματα, . .
δεμένα όπως ήτανε . . .

 — Διατί;

 — Δεν μας κάνουν, αφέντη.

 — Πώς; σας είνε ολίγα;

 — Όχι, αφέντη, . . με το συμπάθειο· μας είνε πολλά. Δεν είμαστ'
εμείς άνθρωποι για χρήματα . . . μας χαλούν εμάς τα χρήματα.
Εμένα με χάλασαν. Μ' έκαμαν κακό άνθρωπο. Μ' έκαμαν να δείρω τα
παιδιά μου, δίχως αφορμή, . . . να σηκώσω χέρι 'ς τη γυναίκα
μου! . . . μ' έκαμαν να υποψιασθώ, την αφεντειά σου πως μ'
εγέλασες . . . μ' έκαμαν να μεθύσω . . . να γείνω τάβλα . . πρώτη
φορά 'ς τη ζωή μου. Αφίνω πως μας αρρώστησαν από την αϋπνία, κ'
εμένα και τη γυναίκα μου . . . αφίνω πως τα καϋμένα τα παιδιά μου
ούτε χορεύουν πεια ούτε τραγουδούν . . , γιατί δεν έχω κέφι να
παίξω το μπουζούκι μου. Το λοιπόν, αφέντη, με το συμπάθειο . . .
σας είμαι υπόχρεως, πολύ υπόχρεως, . . μα . . νά κρατήστε του
λόγου σας τα χρήματα σας, κ' εγώ . . . τη φτώχια μου.

Και χαιρετίσας ο κυρ Δημήτρης επανήλθε φαιδρός εις τον οίκον του,
περιεπτύχθη τα μικρά του, και εξεκρέμασεν αμέσως το μπουζούκι
του.

Ο Κύριος Μαρής ενόμισε περιττόν να εξακολουθήση την ομιλίαν του
περί της επιδράσεως του χρήματος επί του χαρακτήρος του ανθρώπου.



ΥΙΟΣ ΕΚ ΠΑΤΡΟΣ



Πρωίαν τινά του χειμώνος του έτους 1880 ηγέρθην της κλίνης
δύσθυμος άνευ λόγου, και αφού ενεδύθην τρέμων εκ του ψύχους εις
τον ανήλιον κοιτώνα μου, προσεπάθουν να θερμάνω σώμα και καρδίαν
διά του πρωινού καφέ, ότε βίαιος αίφνης κωδωνισμός της θύρας με
διέκοψεν. Εταράχθην, αγνοώ διατί, ως ταρασσόμεθα πολλάκις αλόγως
λαμβάνοντες απροσδόκητον τηλεγράφημα, και τρέμομεν να το
ανοίξωμεν. Ευθύς δε μετ' ολίγον εισήλθεν ή μάλλον εισώρμησεν εις
το δωμάτιόν μου ο στενός μου φίλος Δημήτριος Κ . ., ωχρός,
τεταραγμένος, και πριν ή προφθάσω να τον ερωτήσω τον λόγον της
τόσον πρωινής του επισκέψεως·

 — Δεν ηξεύρεις; . . . μου είπε, μόλις κατορθών να αρθρώση τας
λέξεις του. Ο Σοφής ηυτοκτόνησε!

 — Ο Σοφής; ποιος Σοφής; ηρώτησα εγειρόμενος εν ταραχή.

 — Ο Αλέξανδρος.

 — Πώς; πότε; διατί;

 — Με πιστόλι, χθες την νύκτα εις την κοίτην του Ιλισσού. Το
διατί είνε μυστήριον. Μικρά σημείωσις, η οποία ευρέθη επάνω του,
φέρει ως λόγον της αυτοκτονίας του χρόνιον και ανίατον, ως λέγει,
νόσημα· αλλ' ο λόγος αυτός βεβαίως είνε πρόφασις.

 — Ανίατον νόσημα; υπέλαβον εγώ· τι νόσημα; Δεν μου φαίνεται να
έπασχε. Η όψις του τουλάχιστον . . .

 — Τίποτε δεν είχε, διέκοψεν ο Δημήτριος· ήτον υγιέστατος,
ευκίνητος πάντοτε και δραστήριος, ως τον εγνώριζες. Ολίγον μόνον
μελαγχολικός ήτον εσχάτως, και η φαιδρά του μεγαλαυχία είχε κάπως
ελαττωθή· ήτο κάμποσος καιρός, που δεν τον ήκουα πλέον να
δημιουργή τα αιώνια εκείνα — ηξεύρεις; — σχέδιά του περί
πλουτισμού και εκατομμυρίων, με τα οποία τόσον μας διεσκέδαζε.

 — Δεν εδικηγόρει πάντοτε; Είχε μάλιστα, νομίζω, καλήν πελατείαν.

 — Ναι· είχεν άλλοτε· αλλ' εσχάτως η πελατεία του είχε πολύ
ελαττωθή.

 — Δεν ήτο, θαρρώ, και μιας τραπέζης δικηγόρος;

 — Ναι· είχεν αρχίσει να επιζητή τοιούτου είδους εμμίσθους
δικηγορίας, διά να έρχεται, καθώς έλεγεν, εις πλειοτέραν
συνάφειαν με τα γεμάτα χρηματοκιβώτια, των οποίων ήθελε να
μετακενώση, ει δυνατόν, το περιεχόμενον εις τα θυλάκιά του. Είχε
την μανίαν και αυτός να γείνη γρήγορα εκατομμυριούχος. Έπασχε
δίψαν χρήματος, και αυτό ίσως ήτο το ανίατον νόσημά του.

 — Περίεργος άνθρωπος! Με τόσην ευφυίαν και τόσην ικανότητα, και
να τελειώση . . .

Εμείναμεν προς στιγμήν και οι δύο σιγώντες.

Ο Δημήτριος εκάθισε, εζήτησε καφέν, έστρηψε μηχανικώς έν σιγάρον,
και αφού έτριψε το μέτωπον διά της χειρός του, είπε με σιγαλήν
φωνήν.

 — Αι! ίσως δεν έκαμεν άσχημα ν' αυτοκτονήση.

 — Πώς; τι εννοείς; ηρώτησα έκπληκτος.

 — Ενθυμείσαι, υπέλαβεν ο φίλος μου, μίαν εσπέραν προ τριών ή
τεσσάρων ετών, ότε συνηντήθημεν μαζή του εις το ζυθοπωλείον του
Μπερνιουδάκη, εκεί εις το στενόν της Μητροπόλεως, και μας
ανέπτυξε λεπτομερώς τας περί ευτυχίας και πλούτου ιδέας του;

 — Δεν ενθυμούμαι, απήντησα.

Και δεν ενθυμούμην αληθώς. Τον Αλέξανδρον Σοφήν σπανίως είχον
αφορμάς να βλέπω, ένεκα της διαφοράς των έργων μας. Μας είχε
συνδέσει άλλοτε παλαιά νεανική φιλία, εγνώριζα κάπως την
οικογένειάν του, είχα δε γνωρίσει ολίγον και τον προ δεκαετίας
αποθανόντα πατέρα του, όστις από πλουσίου κτηματίου των Αθηνών
είχε πτωχύνει — διά του χαρτοπαιγνίου ως ελέγετο, — αλλ' από ετών
ήδη πολλών αι σχέσεις μας είχον αραιωθή, και μάλιστα αφότου εκ
δικηγορικής του αμελείας είχεν απολεσθή σπουδαία οικογενειακή μου
δίκη.

 — Πώς δεν ενθυμείσαι; ηρώτησεν απορών ο φίλος μου. Είνε δυνατόν
να μην ενθυμήσαι τας φοβεράς παραδοξολογίας, όσας μας έλεγε, και
τας οποίας συ μεν απέδιδες εις τον ζύθον της Βιέννης, εγώ δε, ο
οποίος εγνώριζα τον Σοφήν πολύ καλλίτερά σου, ετρόμαζα να ακούω;

 — Ναι, τώρα ενθυμούμαι, απήντησα. Τι δεν μας είπεν εκείνο το
βράδυ! Απόφασιν είχεν, έλεγεν, αδιάσειστον να γείνη πλούσιος,
διότι μόνον οι ανόητοι κατ' αυτόν έμενον πτωχοί. Οι έξυπνοι,
έλεγε, πρέπει να ψαρεύουν το χρήμα όπου το ευρίσκουν, και μόνον
ενώπιον του ποινικού νόμου να σταματούν. Εγώ εγελούσα, και συ
έφριττες και διεμαρτύρεσο.

 — Έφριττα, διότι ησθανόμην, ότι όσα έλεγεν ο Αλέξανδρος τα έλεγε
σπουδάζων. Ο ζύθος είχε λύσει την γλώσσαν του, και η γλώσσα του
επρόδιδε τους βαθείς μυχούς της διανοίας του. Είχεν ήδη αρχίσει
πρό τινων ετών να βαρύνεται το χειρωνακτικόν, ως το απεκάλει,
επάγγελμα του δικηγόρου, και να πλησιάζη κάπως εις το
χρηματιστήριον. Οι άνθρωποι με τους οποίους εσχετίσθη τον έκαμαν
τολμηρότερον, και μερικαί επιτυχίαι εις την αρχήν του ήνοιξαν την
όρεξιν. Αλλ' έπειτα ήλθαν φυσικώς αι ατυχίαι, η τόλμη του έγεινε
πείσμα, και ο Αλέξανδρος έπεσε κατά κεφαλής εις παν είδος
επιχειρήσεων, από τας οποίας ήλπιζε κέρδος. Εν τω μεταξύ είχε
νυμφευθή, ως ηξεύρεις, και αι ανάγκαι του είχον αυξήσει. Δεν
ηξεύρω ακριβώς τι εργασίας έκαμνε· αλλά δεν ήσαν βεβαίως όλαι
καθαραί, ούτε απέσυρεν εξ αυτών καθαράς τας χείρας του ο Σοφής,
όπως πολλάκις έλαβον αφορμήν να συμπεράνω εκ των λόγων ανθρώπων,
οίτινες είχον συναλλαχθή μετ' αυτού. Εσχάτως μάλιστα είχα μάθει,
ότι καθ' εσπέραν σχεδόν εγίνετο χαρτοπαίγνιον εις την οικίαν
του . . .

 — Ήτο και χαρτοπαίκτης; ηρώτησα.

 — Ήτο άλλοτε . . . και πολύ αλλά τελευταίον εδέχετο μόνον
χαρτοπαίκτας, και τους εξεμεταλλεύετο.

 — Και αυτό ακόμη; Εις τόσον εξευτελισμόν είχε καταντήσει;

 — Δυστυχώς· και το λυπηρότερον είνε, ότι αναποδράστως έμελλε να
καταντήση εκεί.

 — Πώς αυτό;

 — Δεν ηξεύρω, . . αλλά κληρονομικότης, αίμα, ανατροφή,
περιβάλλον, . . — όπως θέλεις ειπέ το, — είχε κάτι εντός του ο
Αλέξανδρος, το οποίον τον έφερεν επί τέλους αναποφεύκτως εις την
καταστροφήν. Ήτο προωρισμένος, — δεν αμφιβάλλω δι' αυτό, να γείνη
ό,τι έγεινε, και να τελειώση όπως ετελείωσε.

 — Δεν εννοώ, . . υπέλαβον· αλλ' ο Δημήτριος, διακόπτων με
αμέσως.

 — Άκουσε, είπε. Έξω βρέχει, ο καιρός είνε άθλιος, εργασίαν δεν
έχεις, ούτε θα εξέλθης βέβαια, καθώς κ' εγώ. Άκουσε λοιπόν να σου
διηγηθώ συντόμως την παλαιάν ιστορίαν του Σοφή. Είνε αρκετά
χαρακτηριστική, και θα ιδής αν έχω δίκαιον.

Ανήψε νέον σιγάρον, εκάθισεν αναπαυτικώς εις ένα κλιντήρα, και
ήρχισε διηγούμενος.

Με τον Αλέξανδρον ήμεθα συμμαθηταί. Παιδία μόλις δωδεκαετή
εγνωρίσθημεν προ τριάκοντα περίπου ετών εις το έν και μόνον τότε
ελληνικόν σχολείον των Αθηνών, το οποίον ήτο, καθώς ηξεύρεις, εις
την Πλάκαν, εις την οικίαν του Δοσίου. Είχε το πνεύμα ζωηρόν και
ανήσυχον, εφοίτα ατάκτως εις τας παραδόσεις και σπανίως ήξευρε το
μάθημά του εξεταζόμενος. Τα απ' έξω ιδίως, αι τόσον αγαπηταί τότε
εις τους διδασκάλους αποστηθίσεις, ήσαν ο εφιάλτης του. Ποτέ δεν
κατώρθωσε να απαγγείλη ακριβώς την τερατώδη εκείνην — αν την
ενθυμείσαι — περιγραφήν της τοποθεσίας της Ελλάδος εκ της
Γεωγραφίας του Βακαλοπούλου, ούτε τον ορισμόν της Ευχαριστίας εκ
της Κατηχήσεως του Δαρβάρεως. Δεν ήτο εν τούτοις οκνηρός ούτε
αφιλομαθής. Αλλά η ιδιότροπος και δυσυπότακτος φύσις του εφαίνετο
αποστρεφομένη την τακτικήν εργασίαν και βδελυττομένη τον ζυγόν.
Επροτίμα να αναρριχάται εις τους βράχους της Ακροπόλεως προς
αναζήτησιν φωλεών κιρκινεζίων, και να παίζη αμπάριζαν εις το
Στάδιον, οπού διέπρεπον η κορδέλλαις του, παρά να κάθηται ώραν
πολλήν εις τα θρανία του σχολείου. Και τούτο δε οσάκις του
συνέβαινε, σπανίως κατώρθονε να προσέχη εις το βιβλίον του ή εις
του διδασκάλου τους λόγους. Η προσφιλής του ενασχόλησις ήτο να
συλλαμβάνη μυίας υπό το θρανίον — και είχεν εις τούτο θαυμασίαν
αληθώς δεξιότητα, — να τας ανασκολοπίζη με μικρά ξυλάρια, εις των
οποίων το άκρον εκόλλα τεμάχια χαρτίου, και να τας αφίνη κατόπιν
να πετούν εντός της παραδόσεως, προς θορυβώδη σκανδαλισμόν των
επιμελών και μεγίστην αγαλλίασιν των απροσέκτων. Αν τούτο ήτο
δύσκολον, είτε διότι εσπάνιζον τα πτερωτά του θύματα, είτε διότι
επρόσεχεν εις αυτόν ο διδάσκαλος πλέον του πιθανού, έσκαπτε διά
του μαχαιριδίου του σπήλαια εις την σανίδα του θρανίου, ή
εχάραττεν επ' αυτής τα αρχικά στοιχεία του ονόματός του, ή
ετύπονε φανταστικάς εικόνας εντός των τετραδίων του, σταλάζων επ'
αυτών μελάνην, και συμπιέζων έπειτα εις δύο τα φύλλα των. Αν δε
διαβόλου συνεργεία επεφοίτα αίφνης εν μέσω των σπουδαίων εκείνων
ασχολιών του η ράβδος του διδασκάλου — διότι οι διδάσκαλοι τότε
είχον, ως ενθυμείσαι βέβαια, και λόγον και ράβδον, — ο Σοφής δεν
εκραύγαζεν εκ πόνου, ούτε εταράττετο, ούτε επορφυρούτο καν εξ
αιδούς ή οργής. Απαθής, ύψονε το βλέμμα προς την οροφήν και
ηρίθμει τα πολύχρωμά της κοσμήματα, επιφυλασσόμενος, άμα ως
παρήρχετο η καταιγίς, να επαναλάβη την διακοπείσαν του εργασίαν.

Δύο μόνα μαθήματα είλκυον κατ' εξαίρεσιν την προσοχήν του και τον
είχον τακτικόν φοιτητήν: η αριθμητική και τα ιερά. Αυτά μεν χάριν
του διδασκάλου, εκείνη δε χάριν των αριθμών. Η διδασκαλία των
ιερών μαθημάτων ήτο δι' αυτόν θέαμα μάλλον ή μάθημα. Ότε πρωί
πρωί ηνοίγετο του σχολαρχείου η θύρα και ο εντός του σχολείου
κατοικών διδάσκαλος, ο ιερομόναχος Δανιήλ, ανέβαινεν εις την
έδραν του με τον κοντόν κοιτωνίτην και τον μαύρον του σκούφον,
σύρων τας εμβάδας του και διευθετών διά της χειρός το ακτένιστον
γένειόν του, το πρόσωπον του Αλεξάνδρου ηκτινοβόλει από χαράν και
αγαλλίασιν. Ότε δ' εκείνος, ανασύρων προς τον αγκώνα το
απαραίτητον κομβολόγιόν του, ήρχιζε με την έρρινόν του φωνήν να
αναγινώσκη τον κατάλογον, το παρών, διά του οποίου απήντα εις το
όνομά του ο Σοφής, περιελάμβανε κόσμον όλον ελπίδων και φαιδράς
προσδοκίας. Αλλ' ό,τι ιδίως επερίμενεν εν εκστάσει, ήτο η
στερεότυπος φράσις, διά της οποίας ο διδάσκαλος συνώδευε την
κλήρωσιν του πρώτου καλουμένου εις εξέτασιν μαθητού.

 — Ούτε του θέλοντος ούτε του τρέχοντος, . . . έλεγεν ο Δανιήλ.

 — Αλλά του θεού ευδοκούντος! συνεπλήρου σχεδόν πάντοτε ο μικρός
Σοφής.

Ο αγαθός ιερομόναχος εγέλα ενίοτε, οσάκις ήτο ευδιάθετος, — και
ήτο τούτο σπάνιον — συχνότερον όμως ωργίζετο και ήρχιζε τότε να
σφενδονίζη κατά κεφαλής του Αλεξάνδρου ό,τι πρόχειρον είχε· τον
κατάλογόν του κατ' αρχάς, έπειτα το κομβολόγιον, ενίοτε δε τέλος
και αυτάς τας συρτάς του εμβάδας, ανά μίαν ή και τας δύο
συγχρόνως. Φοβερόν ήτο, ότε τας εμβάδας παρηκολούθει εναέριος και
ο σκούφος. Αλλ' ο μαθητής ουδόλως εκ τούτου επτοείτο, ούτε
κατέστελλε τον γέλωτα. Ανέτεινε μόνον τας χείρας, και συλλαμβάνων
ασφαλώς, μετεώρους ακόμη, τους ακινδύνους του ιερομονάχου
κεραυνούς, επέστρεφεν αυτούς εις τον ρασοφόρον Δία,
συντετριμμένος μεν το φαινόμενον και κάτω νεύων την κεφαλήν, αλλά
σπαίρων όλος εκ του συγκρατουμένου γέλωτος. Ησπάζετο εν μετανοία
την χείρα του διδασκάλου, οσάκις εκείνη δεν προκατελάμβανε βιαίως
την παρειάν του, και επανήρχετο ούτως ή άλλως εις την θέσιν του,
διά να αρχίση ευκαιρίας δοθείσης τα ίδια.

Της αριθμητικής το θέλγητρον ήτο εντελώς διάφορον διά τον
Αλέξανδρον. Ο διδάσκαλός της, ισχνός, υψηλός, με κίτρινον
αυστηρόν πρόσωπον και μαύρον κομβωμένον επενδύτην, δεν ήτο
βεβαίως αντικείμενον διασκεδάσεως διά τον φιλοθεάμονα συμμαθητήν
μου· αλλ' εδίδασκεν όμως αριθμητικήν, οι δε αριθμοί ήσκουν
ακαταμάχητον γοητείαν εις την νεαράν διάνοιαν του Σοφή. Αι
τέσσαρες πράξεις συνώψιζον δι' αυτόν πάσαν γνώσιν ανθρωπίνην και
απετέλουν ούτως ειπείν το μη περαιτέρω της μαθήσεως. Παιδίον
δωδεκαετές μόλις, είχε παράδοξον λογιστικήν πρωιμότητα, την
οποίαν εθαύμαζε πολλάκις και αυτός ο διδάσκαλος. Πρώτος εξ όλων
μας έλυε τα διδόμενα εις τους μαθητάς προβλήματα, και μόνος αυτός
πολλάκις τα δυσκολώτερα. Εξετέλει δε αγράφως και κατά διάνοιαν
προσθέσεις και πολλαπλασιασμούς, αφαιρέσεις και διαιρέσεις, διά
τας οποίας εβρέχαμεν ημείς οι άλλοι με άφθονον ιδρώτα τας πλάκας
μας. Είχεν αναντιρρήτως λογιστικήν την φύσιν και την διάνοιαν.
Εφαίνετο δε τούτο και εις αυτάς ακόμη τας καθημερινάς του σχέσεις
μετά των συμμαθητών του, διότι πάντοτε σχεδόν ευρίσκετο εις
συναλλαγάς μαζή των. Πότε αντήλασσε μετ' αυτών γραφίδας αντί
χάρτου ή μολυβδοκόνδυλα αντί κονδυλοφόρων, πότε επώλει το καθαρόν
του τετράδιον ή ηγόραζε το εφθαρμένον άλλου βιβλίον, αφού
προηγουμένως εξέκαμνε συμφορώτερον το καινουργές και σχεδόν
άθικτον ιδικόν του. Οσάκις νέον διδακτικόν βιβλίον εισήγετο εις
την τάξιν, πρώτος αυτός υπελόγιζε, πότε έμελλε να τελειώση η
διδασκαλία του, αριθμών τας σελίδας και τα υπολειπόμενα μαθήματα,
διαιρών και πολλαπλασιάζων, όχι, εννοείται, δι' εαυτόν, διότι
ολίγον εκείνος περί τούτου εφρόντιζεν, αλλά δι' ημάς τους
ανοήτους, ως μας, έλεγεν, εις τους οποίους και μετέδιδεν αμέσως
των υπολογισμών του το πόρισμα.

Φίλον στενόν και διαρκή, οποίους είχαμεν ημείς οι άλλοι, ουδέποτε
απέκτησεν εις το σχολείον ο Αλέξανδρος. Είχε συμπαίκτορας και
συντρόφους των εκδρομών του, είχε θύματα της λογιστικής του
επιτηδειότητος, τα οποία και ιδιαιτέρως επεριποιείτο, ενόσω
διήρκουν αι μετ' αυτών διαπραγματεύσεις του, αλλά φίλον αληθή δεν
είχεν. Εδοκίμασαν τινές των συμμαθητών μας να οικειωθώσι προς
αυτόν διαρκέστερον, αλλ' απέτυχον όλοι. Εις τας παιδικάς των
διαχύσεις ή τας αφελείς αυτών εκμυστηρεύσεις ουδέποτε απεκρίνετο
δι' ομοίων ο Σοφής, απήντα δε συνήθως διά γέλωτος ή σιωπής.
Έκαστος ημών εγνώριζε του άλλου πάσας σχεδόν τας οικιακάς
περιστάσεις· τι ήτο ο πατήρ του, πόσους είχεν αδελφούς, τι
έτρωγον συνήθως, πού εκάθηντο, πώς διεσκέδαζον κατ' οίκον, τι
έκαμνον, και όσα άλλα. Περί του Σοφή τίποτε δεν ηξεύραμεν. Τούτο
δε όχι μόνον εσκανδάλιζε την παιδικήν ημών περιέργειαν, αλλά και
εμπόδιζε πάντα δεσμόν οικειότητος μεταξύ ημών και εκείνου. Μας
εξένιζε δε ακόμη και πάντοτε ανεξήγητος μας εφαίνετο η ενδυμασία
του συμμαθητού μας και η αιφνιδία της πολλάκις μεταβολή. Τα
καινουργή του φορέματα διεδέχοντο αίφνης άλλα ωραιότερα, χωρίς
τινα λόγον, ταύτα δε επαλαιούντο πάλιν εις τους ώμους του και
κατέπιπτον σχεδόν εις ράκη, εν μέσω χειμώνος πολλάκις, χωρίς ποτέ
να παρεμβή κλωστή ή βελόνη προς διόρθωσιν ή αναπλήρωσιν της
φθοράς. Δεν είχεν άρα μητέρα ο Αλέξανδρος; ήτο αίνιγμα τούτο δι'
ημάς, όπως αίνιγμα ήτο και ο πατήρ του.

Των πλείστων εξ ημών οι πατέρες ήσαν γνωστοί εις την τάξιν.
Ήρχοντο τρις και τετράκις του έτους εις το σχολείον, διά να
ερωτήσωσι τους διδασκάλους περί των προόδων και της επιμελείας
μας· του Αλεξάνδρου όμως ο πατήρ ουδέ εις τας εξετάσεις του
παρευρέθη ποτέ. Ότε δε άπαξ είς των συμμαθητών του, τολμηρότερος
των άλλων, απέτεινεν εις αυτόν πλαγίαν περί τούτου ερώτησιν,
ύψωσεν εκείνος τους ώμους, εμειδίασε μειδίαμα παράδοξον, πολύ της
ηλικίας του ωριμώτερον, και αντί να απαντήση ηρώτησε·

 — Θάλθης απόψε εις την αμπάριζα;

Αίφνης περίστασίς τις απροσδόκητος έγεινεν αφορμή να γνωρίσωμεν
τον πατέρα του Αλεξάνδρου και να στερηθώμεν συγχρόνως εκείνον.

Μίαν ημέραν — ήτο μάθημα Γεωγραφίας — ο Σοφής διεσκέδαζεν ως
συνήθως χαράττων διά μικρού μαχαιρίου τα προσφιλή του ιερογλυφικά
επί του θρανίου, ότε ανεκάλυψεν από της σκοπιάς του ο διδάσκαλος
την άτακτον εκείνην ασχολίαν. Προσήλθεν αγριωπός, — ήτο άνθρωπος
εντελώς χυδαίος, εμπνέων αληθή τρόμον εις όλους μας — έβαλε τας
φωνάς, κατέσχε το μαχαιρίδιον, το οποίον εταμίευσεν εις το
θυλάκιόν του ως σώμα του εγκλήματος, και μη αρκεσθείς εις ύβρεις
μόνον και επιτιμήσεις βαναύσους, ερράπισε τον δυστυχή Αλέξανδρον
με τόσην κτηνωδίαν, ώστε το ταλαίπωρον παιδίον έφερεν αυτομάτως
τας δύο του χείρας εις την καταπόρφυρον παρειάν του, και έβαλε
πόνου κραυγήν, — την πρώτην που ήκουσεν η τάξις από το στόμα του.
Ο διδάσκαλος επέστρεψε βραδυπατών και υβρίζων πάντοτε εις την
καθέδραν του· αλλ' ο Αλέξανδρος δεν ήτο εξ εκείνων, τους οποίους
καταβάλλει επί μακρόν η δριμεία συναίσθησις ενός ραπίσματος. Μετ'
ολίγα μόλις λεπτά έκυπτε πάλιν ενώπιόν του, απαθής μεν κατά το
φαινόμενον, αλλά συντόνως ασχολών τας χείρας του υπό το θρανίον.
Έκυπτον δε μαζή του οι εκ δεξιών και αριστερών γείτονές του,
περίεργοι, θαυμάζοντες και μειδιώντες, ανταλλάσσοντες δε σιγά τας
εκ του παραδόξου θεάματος εντυπώσεις των. Έτυχε να κάθημαι
όπισθέν του την ημέραν εκείνην, και πολλήν ησθάνθην περιέργειαν
να ίδω τι εκίνει τον θαυμασμόν των γειτόνων του Σοφή. Ανωρθώθην
ολίγον και έκυψα σιγά προς τα εμπρός, προσέχων να διαφύγω όσον
ήτο δυνατόν το άγριον βλέμμα του διδασκάλου. Είδα δε τον
Αλέξανδρον κρατούντα εις χείρας του και δεικνύοντα εις τους
γείτονάς του ισομεγέθη χαρτίων τεμάχια με περιέργους τύπους
σημείων ερυθρών και μελανών, και με διπλάς εικόνας ανδρών,
γυναικών και γερόντων.

 — Αυτά είνε χαρτιά, που παίζουν, έλεγε σιγά ο Σοφής.

 — Και πώς τα παίζουν; ηρώτα ο γείτων.

 — Θα σας το ειπώ ύστερα. Κυττάξετε, τι ωραία που είνε.

Αλλά μόλις είχε τελειώσει την φράσιν του ο πτωχός Αλέξανδρος, και
εφάνη εμπρός του ο διδάσκαλος. Έκυψε και αυτός, είδε, και πριν
καν εννοήσωσιν οι άλλοι τι συνέβαινε, πριν ή συνέλθη ο ένοχος εκ
της καταπλήξεως, έγεινεν ανάρπαστος από το θρανίον του και
εβροντοκοπήθη εις το πάτωμα της παραδόσεως ως αν ήτο τόπι
ελαστικόν. Ο διδάσκαλός μας είχεν αθλητικόν ανάστημα ως αχθοφόρου
και χείρας μεγάλας ως των εικόνων του παντοκράτορος. Ύψωσε
καταπόρφυρος εξ οργής την βαρείαν του χείρα, σφιγμένην εις
γρόνθον, κατά κεφαλής του Αλεξάνδρου και την κατέφερεν επ' αυτής
απανθρώπως, γρυλλίζων·

 — Χαρτιά, αι; χαρτοφόρος! . . . από τώρα! Δεν σε φθάνει η άλλη
σου προκοπή!

Και ανυψώθη η χειρ του, διά να καταπέση και πάλιν επί το θύμα.
Αλλά το αποτέλεσμα του πρώτου γρονθοκοπήματος επτόησε, φαίνεται,
την τόλμην του βαναύσου μας διδασκάλου και εψύχρανε διά μιας την
οργήν του. Ο μικρός Σοφής είχε πέσει χαμαί, άπνους σχεδόν και
ακίνητος, ημείς δε οι άλλοι, ανορθωθέντες διά μιας επί των
θρανίων, εκραυγάζαμεν σπαρακτικώς, ως αν εδερόμεθα όλοι ομού.
Απερίγραπτος υπήρξεν η επακολουθήσασα ταραχή. Εξ όλων των
δωματίων έτρεξαν έντρομοι οι διδάσκαλοι, εισώρμησαν εις την
αίθουσαν οι επιστάται, ο δε σχολάρχης, σεβάσμιος φουστανελλοφόρος
γέρων, κρατών ακόμη την καπνοσύριγγά του, την οποίαν εκάπνιζε προ
μικρού αμέριμνος εις το σχολαρχείον, εφάνη εις την θύραν, και
απέμεινεν άφωνος προ του θεάματος.

 — Αχ! διδάσκαλε! είπεν αμέσως· τι έκαμες! Και στραφείς προς τους
λοιπούς διδασκάλους,

 — Ορίστε, είπε, κύριοι, εις τας παραδόσεις σας. Σεις διαλυθήτε!
εφώναξε προς τους μαθητάς.

 — Διαλυθήτε! επανέλαβεν αμέσως εντονώτερον, βλέπων ότι
εδιστάζομεν να κενώσωμεν την παράδοσιν.

Εξήλθομεν όλοι σιωπηλοί· μετ' ολίγον δε ο επιστάτης του σχολείου
εσήκωσε τον αναίσθητον Αλέξανδρον και τον επεβίβασεν εις μίαν
άμαξαν.

Επλησίασα τρέμων, και ηρώτησα δειλώς·

 — Άνοιξε τα μάτια του;

 — Τα άνοιξε, . . . δεν έχει τίποτα, απήντησεν εκείνος καθήμενος
πλησίον του αμαξηλάτου, και η άμαξα έφυγε δρομαία.

Απήλθομεν βραδυπατούντες εις τας οικίας μας και εσχολιάζομεν καθ'
οδόν τα συμβάντα. Δεν είχαμεν, ως σου έλεγα, φίλον του
Αλέξανδρον, ούτε είχαμεν κατορθώσει να τον οικειωθώμεν. Αλλ' η
ζωηρά του φύσις μας ήτο συμπαθής, και πολύ ηυχαριστήθημεν, ότι
δεν είχε πάθει τίποτε. Ηυχαριστήθημεν δε πολύ περισσότερον από
την απροσδόκητον σκηνήν, ήτις επηκολούθησε μετά τινας ημέρας.

Ο Σοφής δεν ήλθε πλέον εις το σχολείον, ούτε την επαύριον, ούτε
τας επομένας ημέρας. Ησθένησεν άρα γε και έμενε κλινήρης, ή άλλος
τις ήτο της απουσίας του ο λόγος; Κανείς δεν ήξευρεν. Αλλά την
δευτέραν ημέραν μετά το συμβάν, την αυτήν περίπου ώραν και κατά
το αυτό μάθημα, ήνοιξεν αίφνης η προς τον διάδρομον θύρα της
παραδόσεως, και ανήρ υψηλός και ρωμαλέος εισήλθεν εις την
αίθουσαν. Είχε το βήμα βαρύ και το ήθος άγριον. Ατάραχος και
ατενώς βλέπων προς την καθέδραν, εβάδισε κατ' ευθείαν προς τον
διδάσκαλον, όστις, δεν ηξεύρω, αλλά μ' εφάνη κάπως ωχριάσας την
στιγμήν εκείνην.

 — Του λόγου σου είσαι, ηρώτησε πλησιάσας εις αυτόν, που ξεύρεις
και κτυπάς τόσον καλά τα παιδιά, 'σαν να ήσαν μουλάρια, απ'
εκείνα που βοσκούσες εις την πατρίδα σου;

Ο διδάσκαλος ηθέλησε κάτι να απαντήση, αλλά τόσον έτρεμεν όλος,
και τόσον ετραύλιζεν η γλώσσα του, ώστε δεν ηκούσαμεν τίποτε,
μολονότι σιγή βαθεία επεκράτει εις όλην την τάξιν, διότι η
συγκίνησις είχε δέσει όλων μας τας γλώσσας.

 — Δεν ξεύρεις να δέρνης καλά! Επρόσθεσε δυνατώτερα ο άγνωστος,
τον οποίον από τους λόγους του εννοήσαμεν, ότι ήτο ο πατήρ του
Αλεξάνδρου. Εγώ να σε μάθω να δέρνης καλλίτερα.

Και υψώσας ταχέως την χείρα του — θεέ μου! τι χειρ ήτο εκείνη,
και τι κρότον έκαμε! — κατέφερεν αυτήν τόσον βιαίως εις το
πρόσωπον του διδασκάλου, ώστε τον εσφενδόνισε κάτω της έδρας του.

 — Βοήθεια! εκραύγασεν εκείνος εγειρόμενος, και προσεπάθησε να
κινηθή προς την θύραν του σχολαρχείου.

Αλλά την δεξιάν χείρα του πατρός Σοφή παρηκολούθησε ταχεία η
αριστερά, και ταύτην εκείνη, και εκείνην πάλιν η άλλη, και δεν
ηξεύρω μα την αλήθειαν πού ήθελε φθάσει η φοβερά εκείνη
εκδίκησις, αν σχολάρχης και διδάσκαλοι και κλητήρες δεν επλήρουν
εντός ολίγου την παράδοσιν.

 — Είμαι ο πατέρας του Αλεξάνδρου Σοφή, είπεν εκείνος ατάραχος,
στρεφόμενος απαθώς προς τους εισελθόντας, και ήλθα να μάθω αυτόν
τον κύριον πώς δέρνουν.

Και ανεχώρησεν ησύχως, όπως είχεν έλθει.

Το μάθημα, εννοείται, διεκόπη, και ημείς ωρμήσαμεν φαιδροί προς
την κλίμακα, και κατέβημεν πηδώντες ανά δύο τας βαθμίδας της.

Την άλλην ημέραν εμάθαμεν, ότι ο διδάσκαλος επαύθη, και επί πολύν
καιρόν δεν ηξεύραμεν τι απέγεινε. Μετά χρόνους μόνον πολλούς
ήκουσα ότι ο βουλευτής του τον διώρισε κάπου έπαρχον, αργότερα δε
πολύ τον είδα βουλευτήν εις τας Αθήνας. Τίποτε απίθανον να
διώρισε και εκείνος έπαρχον τον παλαιόν του βουλευτήν.

Εσιχαινόμεθα όλοι και εγώ ίσως περισσότερον των άλλων τον χυδαίον
εκείνον διδάσκαλον· εννοείς δε με πόσην ευχαρίστησιν και παιδικήν
χαράν έσπευσα να διηγηθώ το βράδυ εις τους γονείς μου τα συμβάντα
εις το σχολείον, και να περιγράψω ιδίως λεπτομερώς το ηρωικόν
κατόρθωμα του πατρός του συμμαθητού μας. Ο πατήρ μου, σοβαρός
συνήθως και ολιγόλογος, κατέκρινε με ολίγας λέξεις την διαγωγήν
του διδασκάλου, απεδοκίμασεν επίσης τον πατέρα του Σοφή, απέφυγε
δε να απαντήση εις την περίεργον ερώτησιν, την οποίαν του
απέτεινα, ζητών να μάθω τι ήτο ο πατήρ του Σοφή, και τι έργον
είχε.

 — Κύτταζε τα μαθήματά σου, μου απήντησε ζωηρώς, και αυτά τα
πράγματα δεν σ' ενδιαφέρουν.

Αλλ' εγώ, εννοείς, ήμην περίεργος, ουδ' εννόουν, κατά τι θα
εβλάπτοντο τα μαθήματά μου, αν εμάνθανα τέλος πάντων τα
οικογενειακά του μυστηριώδους συμμαθητού μου. Διά τούτο, ευθύς ως
έμεινα μόνος με την μητέρα μου, επανέλαβον ικετευτικώς και με
πολλά θωπεύματα την ερώτησίν μου, και τόσον επέμεινα, ώστε αφήκεν
η αγαθή γυνή προς στιγμήν το πλέξιμόν της, μ' εκύτταξε τρυφερώς,
και απήντησε·

 — Ο συμμαθητής σου ο Αλέξανδρος, παιδί μου, είνε ορφανός, . .
δεν έχει μητέρα. Ο πατέρας του είνε ένας κακορρίζικος άνθρωπος.
Είχε περιουσίαν και καλόν όνομα, και τα έχασε και τα δύο από το
κεφάλι του. Ήτον από τους καλούς κτηματίας των Αθηνών.
Εκαλλιεργούσε τα κτήματά του και εζούσε καλά. Έπειτα υπανδρεύθη,
εκακόπεσε, επήρε γυναίκα σπάταλη, κακή νοικοκυρά, . . και τα
κτήματά του ένα ένα πήγαν εις την δημοπρασίαν. Σιγά σιγά
εδυστύχησε, . . . έχασε και την γυναίκα του, και τώρα είνε πτωχός
και άθλιος, . . ζη από τα χαρτιά.

 — Χαρτιά; ηρώτησα εγώ απορών. Τι πράγμα είνε, μητέρα, τα χαρτιά;
Α! ανεφώνησα αμέσως, πριν ή προφθάση ν' απαντήση η προδήλως
απορούσα και στενοχωρουμένη μήτηρ μου. Α! ενθυμούμαι! θα είνε απ'
εκείνα, που μας έφερε ταις προάλλαις εις το σχολείον ο
Αλέξανδρος.

 — Σας έφερε εις το σχολείον ο Αλέξανδρος! εφώναξεν έντρομος η
μήτηρ μου. Και τα επιάσατε σεις εις τα χέρια σας; Μη παιδί μου!
μη, να σε χαρώ! Μην πιάσης ποτέ χαρτιά! Είνε αφανισμός! Είνε
κατάρα! Αυτά τα χαρτιά κατήντησαν τον πατέρα του Σοφή εκεί που
τον κατήντησαν.

 — Μα πώς λοιπόν μου είπες, ότι ζη από τα χαρτιά; ηρώτησα εγώ
περιέργως.

Εστενοχώρησε δε, φαίνεται, πολύ την μητέρα μου η ερώτησίς μου,
διότι μετά τινας στιγμάς δισταγμού επανέλαβε το διακοπέν πλέξιμόν
της, και είπε με σιγαλοτέραν αλλά πολύ σοβαρωτέραν φωνήν.

 — Νά! βλέπεις που δεν έπρεπε να σου ειπώ τίποτε; Αυταίς δεν είνε
ομιλίαις διά παιδιά. Πήγαινε τώρα να κοιμηθής, διότι είνε αργά.

Από τους λόγους της μητρός μου ολίγα τότε εννόησα περί του έργου
του πατρός του Σοφή. Έμαθα όμως, ότι ο Αλέξανδρος δεν είχε
μητέρα, και τότε εξήγησα, διατί ήρχετο πολλάκις εις το σχολείον
με το φόρεμά του σχισμένον ή χωρίς κομβία.

Επήγα εις την κλίνην μου βαρύθυμος, και επλάγιασα σκεπτόμενος,
πώς ήτο δυνατόν έν παιδίον να μην έχη μητέρα. Ποτέ δε άλλοτε,
όσον την εσπέραν εκείνην, δεν μου εφάνη γλυκύ το φίλημα, διά του
οποίου μου ηυχήθη καλήν νύκτα η μήτηρ μου, ούτε έσφιγξα ποτέ
περισσότερον τον τράχηλόν της με τας χείρας μου.

Την επομένην ημέραν, και πολλάς άλλας κατόπιν, η μόνη ομιλία μας
εις το σχολείον ήτο, εννοείται, ο πατήρ του Σοφή και το
ανδραγάθημά του. Πολλοί δε από τους συμμαθητάς μου, και ιδίως εκ
των μεγάλων, διηγούντο περίεργα και παράδοξα δι' αυτόν πράγματα,
τα οποία είχον μάθει, φαίνεται, και αυτοί από τους γονείς των.
Είς εδιηγείτο, ότι τόσην είχε δύναμιν ο υψηλός εκείνος και
σωματώδης άνθρωπος, ώστε έθραυε τραπέζια με τον γρόνθον του.
Άλλος, ότι έτρωγεν ολόκληρον αρνίον και έπινεν οκάδας χωρίς να
πάθη τίποτε. Άλλος, ότι την νύκτα όλην δεν εκοιμάτο, διότι οι
γείτονες έβλεπον φως εις τα παράθυρά του έως το πρωί. Μερικοί
ισχυρίζοντο, ότι τόσον ήτο παράφορος και οργίλος, ώστε εμαύριζεν
από τον θυμόν του και οι οφθαλμοί του εγέμιζαν αίμα, και δεν
ήξευρε πλέον ούτε τι έλεγεν, ούτε τι έκαμνεν. Εψιθύριζον δε άλλοι
δειλώς και με τρόμον, ότι και αυτή η σύζυγός του, η μήτηρ του
Αλεξάνδρου, τον οποίον δεν επανείδαμεν πλέον, είχε πέσει θύμα του
αγρίου θυμού του, κτυπηθείσα ίσως, όπως είχε κτυπηθή προ ολίγων
ημερών και ο γεωγράφος μας.

Όλη αυτή η ιστορία δεν ήτο δυνατόν, εννοείται, να διατηρηθή πολύ
εις την διάνοιαν παιδίων, και μετ' ολίγας εβδομάδας είχε
λησμονηθή εντελώς, όπως ελησμονήθη βαθμηδόν και ο Αλέξανδρος.

Ετελείωσα το ελληνικόν σχολείον, ετελείωσα το γυμνάσιον, μετέβην
εις το πανεπιστήμιον, κατόπιν εις την Ευρώπην, και μόνον ότε
επέστρεψα, μετά χρόνους πολλούς, τον απήντησα μίαν ημέραν καθ'
οδόν. Τον ανεγνώρισα αμέσως. Το ήθος του δεν είχε διόλου
μεταβληθή, το βλέμμα του ήτο το παλαιόν εκείνο εμπαικτικόν
συγχρόνως και λογιστικόν βλέμμα του συμμαθητού μου, και οι τρόποι
του ενέπνεον πάντοτε δυσπιστίαν και απέτρεπον πάσαν φιλικήν
διάχυσιν. Τον ηρώτησα, τι έγεινε τόσον καιρόν, και η μόνη του
απάντησις ήτο: Μην ερωτάς!

Δεν επέμεινα, εννοείται, διότι ήξευρα κάλλιστα, ότι ματαία θα ήτο
η επιμονή μου. Ήκουσα όμως μετ' ολίγας ημέρας λεπτομερείας τινάς
της ζωής του, αι οποίαι μ' ελύπησαν πολύ και με ετρόμαξαν
περισσότερον. Είχε, φαίνεται, αρχίσει από τότε να ριζοβολή εις
τον νουν του η ολεθρία εκείνη ιδέα του διά παντός μέσου
πλουτισμού, και τολμηρά τινα σχέδιά του, αστεία το κατ' αρχάς,
είχον αποβή επί τέλους τραγικά εις αυτόν. Έπειτα δεν τον
επανείδα, ειμή προ πέντε ή έξ ετών, ότε επέστρεψα από την
Αίγυπτον. Εκεί έμαθα, ότι είχε διατελέσει προ ετών υποπρόξενος
εις έν από τα μικρά υποπροξενεία της Αιγύπτου, και ότι δεν άφησε
πολύ καλάς αναμνήσεις εις την ελληνικήν κοινότητα. Μερικοί
μάλιστα έλεγον, ότι είχε παυθή ένεκα καταχρήσεων κατά την
απογραφήν μιας κληρονομίας. Ενόμισα τας φήμας αυτάς υπερβολάς, εκ
των συνήθων εις τας ελληνικάς κοινότητας, ιδίως του εξωτερικού.
Αλλ' ότε τον επανεύρον εδώ δικηγορούντα, έχοντα μάλιστα φήμην
ευφυούς δικηγόρου, και ήκουσα μερικά δείγματα της ευφυίας του, τα
οποία, ομολογώ, δεν με ενθουσίασαν, ενθυμήθην αμέσως τας φήμας
εκείνας. Όσας δίκας του ενεπιστεύοντο, τας εθεώρει ο Σοφής ως
είδος τι επιχειρήσεων, από τας οποίας εννόει να κερδήση αυτός
οπωσδήποτε περισσότερα των πελατών του. Δεν τον είχες και συ
δικηγόρον, νομίζω;

 — Ναι, απήντησα· και μου έχασε μίαν σπουδαίαν δίκην.

 — Ποίον είχε δικηγόρον ο αντίδικός σου, ηρώτησε περιέργως ο
Δημήτριος.

 — Πού να ενθυμούμαι; Είνε τόσος καιρός!

 — Βέβαια κανένα από τους συνεταίρους του Αλεξάνδρου.

 — Είνε φρικτόν αυτό! ανεφώνησα.

 — Είνε και άλλα, . . είπεν ο φίλος μου, και εσιώπησε.

 — Τον δυστυχή! υπέλαβον μετά τινας στιγμάς, καθ' ας η ανάμνησις
της προσφάτου καταστροφής κατέπνιξεν αμέσως την στιγμιαίαν μου
αγανάκτησιν. Τον κατέστρεψεν ο ακοίμητος εκείνος πόθος του
χρηματισμού, οποίος έβοσκεν άγριος εις τα στήθη του.

 — Βεβαίως! . . δεν είνε ζήτημα, απήντησεν ο Δημήτριος, και αυτός
χωρίς άλλο θα τον έφερεν επί τέλους εις συνάφειαν με τον ποινικόν
νόμον, τον οποίον μόνον εφοβείτο, καθώς μας έλεγεν εκείνο το
βράδυ. Αλλά πόθεν εγεννήθη ο σκώληξ αυτός εις την ψυχήν του;
Ποίος έβαλεν εκεί το σπέρμα του φοβερού αυτού μολύσματος; Ο πατήρ
του και το χαρτοπαικτείον του. Υιός εκ πατρός υπήρξεν
αναντιρρήτως ο Αλέξανδρος, αλλά τελειοποιημένος, εννοείται, υπό
των προόδων του νεοελληνικού πολιτισμού και των ψευδών αναγκών
του.

 — Και τώρα τι θα γείνη η οικογένειά του; Δεν είχε, μου είπες,
νυμφευθή;

 — Ναι· αλλ' ευτυχώς δεν αφίνει τέκνα, . . και ο σκώληξ του θα
ταφή μαζή του.

Και αυτός υπήρξεν ο μόνος επί του δυστυχούς Αλεξάνδρου ψυχρός
επικήδειος του παλαιού του συμμαθητού.



ΤΟ ΔΩΡΟΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ (7)



Α'.

Ήτο παραμονή της πρώτης Ιανουαρίου του 186 . .

Ο Γεώργης, μικρός δωδεκαετής υπηρέτης του κυρίου Λευκοπούλου, ήτο
κατάκοπος εκ της προσθέτου εργασίας, ην είχεν απαιτήσει η
έκτακτος και πολυάσχολος ημέρα.

Αφού έτριψε και εκαθάρισε τα σκεύη της τραπέζης και τα σκεύη της
οικίας, επιμελέστερον του συνήθους, αφού εβοήθησεν, αναλόγως της
ηλικίας και της νοημοσύνης του, την οικοδέσποιναν εις παρασκευήν
των γλυκυσμάτων της πρώτης του έτους, αφού εκόμισεν ικανά εξ αυτών
πινάκια εις τους συγγενείς και φίλους της οικίας, αφού τέλος
έστρωσε την εσπέραν την τράπεζαν του δείπνου, και εδείπνησε και
αυτός εκ των περισσευμάτων, και έπλυνε τα πινάκια, εκάθισε
κεκμηκώς εις μίαν γωνίαν του μαγειρείου.

Ήτο προδήλως μελαγχολικός, ουδέ κατώρθουν να φαιδρύνωσι την
μορφήν του αι ολίγαι δεκάραι, ας είχε συλλέξει παρά των γνωρίμων
του οίκου, ως κόμιστρα των γλυκυσμάτων του, και τας οποίας
μηχανικώς ηρίθμει διά των μικρών του χειρών εντός των θυλακίων
της περισκελίδος του. Αν τις τον ηρώτα την στιγμήν εκείνην το
αίτιον της δυσθυμίας του, ουδ' αυτός ο ίδιος θα ήξευρε τι ακριβώς
να αποκριθή. Ήκουεν εις την εγγύς αίθουσαν σαλπίζοντα και
τυμπανίζοντα και θορυβούντα τα παιδία της οικογενείας παρ' η
υπηρέτει, άτινα είχον ήδη λάβει προκαταβολικώς τα δώρα των, πριν
ή έτι ανατείλη η πρώτη του έτους· αλλ' η μικρά του καρδία δεν
συνεσκίρτα προς τα σκιρτήματά των. Είχεν ενώπιον αυτού, επί των
γονάτων του, κομψόν καινουργή πίλον, ον είχε χαρίσει εις αυτόν η
κυρία του προ μικρού, αλλά και αυτού η θέα δεν ίσχυε να ιλαρύνη
το πρόσωπόν του.

Τι είχεν; Ενθυμείτο την μικράν νηπιακήν του ηλικίαν και τον
πατρικόν αυτού οίκον.

Γιος πτωχού κορινθίου χωρικού, μη επαρκούντος εις συντήρησιν
συζύγου και τριών τέκνων, — αυτού και δύο κορασίδων, — είχεν
εκμισθωθή αντί πεντήκοντα δραχμών ετησίως εις αθηναίον
επιχειρηματίαν, όστις από πωλητού φωσφόρων μετέβαλλεν αυτόν
εναλλάξ εις καθαριστήν υποδημάτων ή κομιστήν οψωνίων.

Αι ημερήσιαι εισπράξεις του μικρού Γεωργίου, όσον πενιχραί και αν
ήσαν, θα ήρκουν ίσως, ουχί να παχύνωσιν αλλά να θρέψωσι καν
αυτόν, αν δεν επάχυνον το βαλάντιον του αυθέντου του, όστις αντ'
αυτών τω εχορήγει μεγαλοδώρως δύο τεμάχια ξηρού άρτου καθ'
εκάστην, αρτυόμενα δι' ελαιών μεν ή τυρού αναλόγως της ημέρας,
οσάκις υπελάμβανεν εκείνος επαρκή την είσπραξιν του μικρού
κορινθίου, διά ραπισμάτων δε και ύβρεων, οσάκις τω εφαίνετο
γλίσχρον το προϊόν της εργασίας του παιδός.

Τρία όλα έτη έζησεν ούτω ο ταλαίπωρος Γεώργης, πεινών και
γυμνητεύων, φρικιών υπό ρίγους τον χειμώνα και περιφέρων ασκεπή
την κεφαλήν του το θέρος υπό τον φλογερόν ήλιον των Αθηνών,
κοίτην του έχων την γωνίαν ρυπαρού υπογείου, και νυκτερινούς
συντρόφους του — πλην δύο άλλων ομοίων του ατυχών πλασμάτων —
ποντικούς υπερμεγέθεις, οίτινες ουχί σπανίως απεθρασύνοντο να
τρωγαλίζωσι τας μικράς αυτού πτέρνας, οσάκις ο γάτος του οίκου
είχεν άλλας ασχολίας επί των γειτονικών ορόφων.

Και δεν ήρκεσαν αυτά.

Ημέραν τινά ομήλιξ συμπατριώτης, νέηλυς εκ Κορίνθου, του έφερε
την μαύρην είδησιν, ότι αι δύο μικραί του αδελφαί απέθανον αίφνης
εντός μιας εβδομάδος εξ ευλογίας, και ότι η μήτηρ του, παράφρων
σχεδόν εκ της λύπης, κατέκειτο βαρέως νοσούσα. Δεν επρόφθασε να
κλαύση τας αδελφάς του, τας οποίας τόσον ηγάπα ο πτωχός, και
τοσάκις είχε νανουρίσει, ότε ήσαν βρέφη, και νέον από της
πατρίδος μήνυμα του ανήγγειλεν, ότι κακή ώρα εύρε τον πατέρα του.
Διεσκέδαζε, του είπον, κυριακήν τινα μετ' άλλων συντρόφων· την
διασκέδασιν παρηκολούθησαν έριδες, τας έριδας πυροβολισμοί, και
μία σφαίρα τυχαία τον εύρεν εις το στήθος. — Και η μήτηρ του;
ηρώτησεν ο ατυχής παις. — Κατάκοιτος πάντοτε.

Δεν παρήλθε καιρός πολύς, και είδεν αίφνης ο Γεώργιος μίαν πρωίαν
εμφανιζομένην ενώπιόν του την γραίαν θείαν του, αδελφήν του
πατρός του, την κυρά Βαγγελήν.

 — Καϋμένο παιδί! του είπε, και τον περιεπτύχθη, καταφιλούσα μετά
δακρύων την ακτένιστον κεφαλήν του. Πεντάρφανο απόμεινες· πάει κ'
η μάνα σου.

Και τον έσφιξεν εις τας αγκάλας της τόσον, ώστε ο Γεώργης δεν
εύρεν αναπνοήν διά να κλαύση.

 — Έλα, πάμε! προσέθηκε.

 — Πού θα πάμε, θεία; ηρώτησεν ο ορφανός. 'Σ την Κόρθο; Και
εσκίρτησεν η καρδιά του.

 — Όχι, Γεωργάκη μου, θάρθης να καθίσης μαζή μου.

Και στραφείσα προς τον μισθωτήν του παιδός, όστις προσέβλεπεν
απαθής τα γινόμενα,

 — Το παιδί το παίρνω, είπε. Σου χαρίζομε και το νοίκι της
χρονιάς, και ξοφλούμε.

Διενοήθη εκείνος προς στιγμήν να αντιστή. Είχεν υπέρ εαυτού το
γράμμα του συμβολαίου. Η δουλεία του Γεώργη έληγε μετά δυο έτη.
Αλλά τι τον ήθελε πλέον — εσκέφθη — τον ορφανόν; Η λύπη και τα
κλαύματα δεν θα του άφιναν όρεξιν να εργάζεται.

Και απήντησε σχεδόν αμέσως·

 — Όσο γι' αυτό, χάρη μου κάνεις, κυρά. Δεν είνε προκοπή απ' το
παιδί. Ουδέ το ψωμί του δεν βγάζει. Ας πάη 'ς το καλό.

Ούτως ο Γεώργης κατώκησεν επί τινα χρόνον μετά της αγαθής του
θείας, ήτις περισυναγαγούσα την πενιχράν κληρονομίαν του παιδός,
όσην απετέλεσεν η πώλησις των οικιακών σκευών, ενός καχεκτικού
ιππαρίου και ενός χωλού όνου, ήλθεν εις τας Αθήνας, να κυττάξη,
ως έλεγε, τον ανεψιόν της.

Πλην πώς να τον κυττάξη, πως να τον θρέψη και να τραφή και αυτή
εκ των ολίγων κερμάτων, άτινα έφερε μεθ' εαυτής εκ Κορίνθου; Πολύ
περί τούτου εσκέφθη η θεία, διότι ήτο φρόνιμος και νοήμων γυνή η
κυρά Βαγγελή. Αλλ' η σκέψις της δεν εγέννα δυστυχώς χρήματα, και
διά τούτο μετά μίαν εβδομάδα εκείνη μεν εμισθούτο επιστάτρια εις
μίαν σχολήν κορασίων, ο δε Γεώργης υπηρέτης παρά τω Κυρίω
Λευκοπούλω.

 — Ήθελα, γυιε μου, να σε μάθω και λίγα γράμματα, είπεν εις αυτόν
η καλή γραία· αλλ' ας τ' αφήσωμ' αυτά για παραπέρα. Τώρα πρέπει
να πιάσης απάνω σου λίγο κρέας, για να μη μου . . .

Δεν κατώρθωσε να περάνη την φράσιν της· την έπνιξαν οι λυγμοί,
και απεχαιρέτισε τον ανεψιόν, σπογγίζουσα τους καταπεπονημένους
εκ των δακρύων οφθαλμούς της.

Β'.

Ήτο λοιπόν ο Γεώργης μελαγχολικός την παραμονήν της 1 Ιανουαρίου
186., διότι ενθυμείτο τα παλαιά του· την παιδικήν ηλικίαν του,
την πατρικήν του καλύβην εν Κορίνθω, τον αδικοθάνατον πατέρα του,
όστις του έδιδε πάντοτε αυτήν την ημέραν την ευχήν του κ' έν
ζεύγος καινουργών σανδαλίων, την αγαπητήν του μητέρα, ήτις τον
εφίλει . . τον εφίλει την πρωτοχρονιάν, και τον έσφιγγεν εις τας
αγκάλας της λέγουσα·

 — Να μου ζήσης παιδί μου! να μου ζήσης πολύ πολύ, και να μου
κλείσουν τα χεράκια σου τα μάτια μου.

Δεν την ήκουσεν ο Θεός την πτωχήν· του Γεώργη της τα χεράκια
εκαθάριζαν τα λασπωμένα υποδήματα των Αθηναίων, ότε εκείνη
απέθνησκεν.

Ενθυμείτο ακόμη τας μικράς του αδελφάς, μικροτέρας αυτού, τας
οποίας συνώδευεν εις την εκκλησίαν, από βαθέος όρθρου του νέου
έτους, και ων εκάστην εφίλευεν επιστρέφων ανά μίαν κουλούραν, ην
ηγόραζεν εκ των ολίγων φιλοδωρημάτων, άτινα είχε συλλέξει προ
μιας εβδομάδος, ψάλλων τα χριστούγεννα εις τους συγγενείς.

Ενθυμείτο τέλος — και αυτή ήτο η νεωτάτη του λύπη — την γραίαν
θείαν του, ήτις από δέκα ήδη ημερών κατέκειτο ασθενής εν τω
νοσοκομείω.

Εσπέραν τινά βροχεράν του χειμώνος την έστειλεν η διευθύντρια να
συνοδεύση μίαν των μαθητριών, και η ασθενής γραία επανήλθεν εις
το σχολείον πυρέσσουσα.

Τις είχεν όρεξιν και καιρόν και τόπον να την νοσηλεύση! Την
έστειλαν εις το νοσοκομείον. Τι να την κάμουν;

Ο Γεώργης ενθυμήθη, ότι είχε τρεις ημέρας να την ιδή την θειάν
Βαγγελήν, και λαβών άδειαν μιας ώρας παρά των κυρίων του έδραμεν
εις το νοσοκομείον. Ήθελε να ευχηθή περαστικά και καλόν τον νέον
χρόνου εις την αγαθήν γραίαν, ησθάνετο δε ο έρημος παις και την
ανάγκην θερμών τινων φιλημάτωυ, εξ εκείνων άτινα τόσον εδαψίλευεν
εις αυτόν η θεία του.

Τι άλλο είχε πλέον να του ενθυμίζη του πατέρα, την μητέρα και τας
αδελφάς του, ή τα φιλήματα και τας θωπείας της γραίας;

Γ'.

Αλλ' η νυξ της παραμονής παρήλθεν ολόκληρος, και ο Γεώργης δεν
επέστρεψεν εις τον οίκον των κυρίων του.

 — Τι να έγεινεν αυτό το παιδί; ηρώτα ο αυθέντης του. Και η
κυρία, δύσπιστος και καχύποπτος γυνή, απήντα·

 — Πού ξεύρεις πού θα παραλύη. Εις όλα τα καφενεία παίζουν απόψε
χαρτιά. Κάπου θα παίζη. Δεν εκύτταξα να μη μας λείπη και τίποτε.

Ο μικρός του υπηρέτης δεν έπαιζε.

Διά των ολίγων δεκαλέπτων, άτινα εκροτάλιζον εν τω θυλακίω του,
είχεν αγοράσει καραμέλλας διά την θείαν του — ήξευρεν ότι έκαμνον
καλόν εις τον βήχα, και η γραία έβηχε τόσον άσχημα, — και τας
έφερεν ασθμαίνων εις το νοσοκομείον.

Κατηυθύνθη εις την αίθουσαν, όπου ήξευρεν ότι έκεικτο η γραία,
και μόλις είχε πνοήν να ερωτήση την νοσοκόμον, ην συνήντησε προ
της θύρας.

 — Πώς είνε;

 — Καλά που ήλθες, απήντησεν εκείνη. Η θειά σου εβάρυνε. Όλη την
ήμερα σ' εζητούσε. Τώρα. . . .

Ο Γεώργης δεν ήκουσεν άλλο. Ίστατο ήδη άναυδος και τρέμων προ της
κλίνης της κυρά Βαγγέλης, ήτις τον εθεώρει μεν διά βλέμματος
απλανούς, αλλά δεν τον έβλεπε.

 — Εγώ είμαι, θείτσα μου, Ο Γεώργης. Δεν είσαι καλλίτερα; . . .
Καλλίτερα είσαι· δεν βήχεις διόλου.

Και κατεφίλει δακρύων την κρεμαμένην έξω της κλίνης λιπόσαρκον
χείρα της.

Αληθώς η γραία δεν έβηχε πλέον, διότι . . . εψυχορράγει.

Αίφνης, ωσανεί τα καταλειβόμενα δάκρυα του παιδός μετέδωκαν
εσχάτην τινά θέρμην εις την αποψυχομένην καρδίαν της, το βλέμμα
της ανεζωογονήθη, και η νεκρουμένη χειρ αυτής έσφιγξεν ισχυρώς
την μικράν χείρα του ορφανού.

 — Καλό 'ς το! είπεν ασθενώς· καλό 'ς το!

Και λαβούσα υπό το προσκεφάλαιόν της μικράν δέσμην παλαιών και
κιτρινισμένων χαρτίων, τυλιγμένων εις μελανήν μετάξινην κλωστήν.

 — Παρ' τ' αυτά προσέθηκε, και φύλαξ 'τα, . . . είνε του παππού
σου. Να μάθης γράμματα . . . να τα διαβάσης μόνος σου.

Και η τελευταία της γραίας πνοή εσφράγισε το πρωτοχρονιάτικον
σωρόν της.

Δ'.

Την επομένην πρωίαν ο Γεώργης έφερεν εις τον κύριόν του τα
υποδήματά του, ενώ εσπόγγιζε συνάμα διά της παλάμης του τους
ερυθρούς εκ των δακρύων οφθαλμούς αυτού.

 — Πού ήσουν χθες όλην την νύκτα; ηρώτησεν αποτόμως ο κ.
Λευκόπουλος.

Και προσέθηκεν ευθύς, βλέπων την ηλλοιωμένην μορφήν του παιδός.

 — Διατί κλαις;

 — Ήμουν εις το νοσοκομείον, αυθέντη, απήντησε δειλός ο μικρός
υπηρέτης, που . . . πέθανε η θεια μου.

 — Καϋμένο παιδί!

Και πλησιάσας ο κύριος του εθώπευσε πατρικώς την κεφαλήν του
παιδός.

Ήτο αγαθός ανήρ ο αυθέντης του Γεώργη, και ο Γεώργης το ησθάνθη
την στιγμήν εκείνην. Του εφάνη, δεν ηξεύρω πώς, ότι η χειρ του
πατρός του κατήρχετο αοράτως επί της κεφαλής αυτού και τον
εθώπευεν. Η καρδία του εσκίρτησεν εξ αγάπης και ευγνωμοσύνης, και
θαρρήσας ανέβλεψε προς τον κύριόν του και τω είπεν·

 — Αυθέντη,. . . . ήθελα να σας ζητήσω μίαν χάριν.

 — Τι θέλεις, παιδί μου;

 — Μα μη μου δίδετε μισθόν . . .

 — Πώς; χάρισμα θα με δουλεύης; Δεν γίνεται.

 — Ήθελα να πάγω εις το σχολείον,. . . . να μάθω γράμματα,. . . .
και να υπηρετώ, όταν ήμαι εύκαιρος.

 — Να μάθης γράμματα; Ας ήνε. Πώς σου ήλθε αυτή η ιδέα;

 — Θέλω να διαβάσω κάτι χαρτιά που μου εχάρισε χθες η καϋμένη η
θειά μου.

 — Τι χαρτιά; φέρε τα να σου τα διαβάσω εγώ.

Ο παις έστη επί στιγμήν αμήχανος.

Να αρνηθή εις τον αυθέντην του, όστις του έδιδεν άρτον;

Να λησμονήση την ρητήν παραγγελίαν της θνησκούσης θείας του;

 — Αυθέντη, είπε τέλος, η θειά μου μου παράγγειλε να τα διαβάσω
μοναχός μου.

Ο κ. Λευκόπουλος ητένισε βαθύ βλέμμα επί την μορφήν του μικρού
υπηρέτου του, και τω είπεν ευμενώς·

 — Καλά σου παρήγγειλε. Να πας εις το σχολείον, παιδί μου, . . . .
να πας.

Ε'.

Μετά ένα μήνα ο Γεώργης έλυεν εν τω υπερώω, όπου κατεκλίνετο, την
μικράν εκείνην δέσμην των κιτρίνων χαρτίων, άτινα είχε δωρήσει
εις αυτόν η θεία του, και προσεπάθει να αναγνώση το πρώτον εξ
αυτών. Αλλά τα γράμματα δεν ωμοίαζον δυστυχώς μ' εκείνα τα οποία
εμάνθανεν εις το σχολείον. Εκοπίασε πολύ, πλην εκοπίασεν εις
μάτην.

Έδεσε πάλιν τα πολύτιμα χαρτία του, και μετά τρεις μήνας
επανέλαβε την απόπειραν. Κατώρθωσε κάτι περισσότερον αυτήν την
φοράν, εσυλλάβισεν επιπόνως ολίγας λέξεις, αλλά να τ'
αναγνώση, . . . αδύνατον.

Η τρίτη απόπειρα έγεινε μετά έν έτος.

Α! τώρα ετελείωσαν τα ψεύματα.

Ο Γεώργης ανέγνωσε τα πολύτιμα έγγραφα, και τ' ανέγνωσεν όλα.
Εξημερώθη παρά την πενιχράν του λυχνίαν, και ότε ετελείωσε την
ανάγνωσιν του τελευταίου, το φως της ημέρας εχάραζεν ήδη διά των
ρωγμών του παραθύρου του.

Ολίγα εννόησεν εκ της αναγνώσεως των παλαιών εκείνων κιτρινωπών
χαρτίων, αλλά και τα ολίγα αυτά απεκάλυψαν άγνωστον και παράδοξον
ορίζοντα προ της παιδικής του διανοίας.

Ο τόπος αυτός όπου έζη, η Ελλάς, η χώρα εκείνη όπου είχε γεννηθή,
η Κόρινθος, είχον πολεμήσει εναντίον ανθρώπων κακών, βαρβάρων,
τυράννων, ως τους έλεγον τα παλαιά εκείνα χαρτία.

Ο πάππος του είχε πολεμήσει και αυτός, και είχε μάλιστα ακουσθή
 — τα χαρτία το έλεγον. Δεν ήτο λοιπόν ασήμαντος άνθρωπος ο πάππος
του. Είχε προσφέρει εις την πατρίδα τον βραχίονά του, όστις είχε
κολοβωθή υπό σφαίρας, την οικίαν του, την οποίαν κατέκαυσαν οι
Τούρκοι, την περιουσίαν του, ήτις εδαπανήθη εις τας ανάγκας του
πολέμου. Τα παλαιά χαρτία τα έλεγον όλ' αυτά.

Διατί όμως μ' όλας αυτάς τας θυσίας του είχε μείνει ο πάππος του,
ιδιώτης, και απέθανε καλλιεργών τους αγρούς του διά της μιας
αυτού χειρός;

Ο Γεώργης αμυδρώς μόλις ενθυμείτο τον γέροντα, αλλά τον ενθυμείτο
κάλλιστα απλούν γεωργόν και μονόχειρα.

Διατί ο πατήρ του έζησε και εκείνος πτωχός γεωργός, και απέθανε
χωρίς ν' αφήση άλλην κληρονομίαν ή τα κίτρινα αυτά πιστοποιητικά;

Ο ταλαίπωρος παις ουδεμίαν εύρισκεν εν τη διανοία του απάντησιν
εις τας απορίας αυτού.

Ανεμιμνήσκετο και πάλιν την γραίαν του θείαν, ήτις από της
εσχάτης της κλίνης του εκληροδότησε τα πολύτιμα αυτά έγγραφα,
ενθυμείτο την παραγγελίαν της, να μάθη γράμματα, και ανελογίζετο
τι ήτο αυτός ο ίδιος προ τεσσάρων ετών, ότε εστίλβονε, γονυπετών
επί του χώματος, τα υποδήματα των διαβατών αντί ενός πενταλέπτου.

Κόσμος ιδεών νέων κατέκλυσε τον μικρόν αυτού εγκέφαλον, και πόθοι
παράδοξοι ανέβησαν εις την καρδίαν του.

Εστήριξε την κεφαλήν αυτού επί των δύο του χειρών, και η από της
αγρυπνίας κόπωσις εκάλει ήδη βαρύν τον ύπνον επί των βλεφάρων
του, ότε αντήχησεν οξεία μέχρι του υπερώου η φωνή του κυρίου του,
ζητούντος τον καφέν του.

ΣΤ'.

Μετά τρία έτη ο Γεώργιος ετελείονε το ελληνικόν σχολείον, και
ειργάζετο ως γραφεύς παρά τινι των συμβολαιογράφων των Αθηνών.

Μετά άλλα τρία κατετάσσετο εις την ιατρικήν σχολήν του
πανεπιστημίου, και ελάμβανε εξηκοντάδραχμον υποτροφίαν, πρωτεύων
εν διαγωνισμώ.

Μετά πέντε δε άλλα ήτο ιατρός εν τη πατρίδι του, και ανακομίζων
εξ Αθηνών τα λείψανα της θείας Βαγγελής, έθαπτεν αυτά υπό τάφον
κοινόν μετά των οστών του πατρός, της μητρός και των δύο του
μικρών αδελφών, τας οποίας τοσάκις είχε νανουρίσει, ότε ήσαν
βρέφη.



Η ΜΠΟΓΑΤΣΑ
Ανατολικός μύθος (8)



Είνε χειμώνος εσπέρα.

Πυκναί και αδιάκοποι καταπίπτουσι της χιόνος αι νιφάδες,
σαρονόμεναι υπό του βορρά διά των οδών της πόλεως, εις τας οποίας
μόλις πού και πού προκύπτει βραδύνας διαβάτης, σπεύδων εις τον
οίκον του, όπου προσδοκά να εύρη θάλπος παρά την φλέγουσαν εστίαν
και άρτον επί της τραπέζης. Συσπειρούμενοι υπό τους επενδύτας των
και κύπτοντες την κεφαλήν υπό την δριμείαν πνοήν του νυκτερινού
ανέμου, παρέρχονται ταχείς οι παροδίται, προσέχοντες μόνον μη
ολισθήσωσιν επί της χιόνος, ουδ' έχοντες καιρόν ή διάθεσιν να
σταματήσωσι δεξιά ή αριστερά προ των ανοικτών έτι οψοπωλείων,
όπου μεγαλοφωνούσιν οι μεταπράται, καλούντες εις μάτην τους
παρερχομένους αδιαφόρως πελάτας, κωφούς υπό του ψύχους και του
κενού στομάχου.

Αλλ' αν το ψύχος και η ασφαλής προσδοκία του αναμένοντος δείπνου
κωφαίνει, η πείνα όμως εξεγείρει το ους, και η απελπισία του
κενού στομάχου κεντρίζει την προσοχήν και νικά τον βορράν.

Πολλοί παρήλθον αδιάφοροι προ του ανοικτού εκείνου φούρνου, την
προθήκην του οποίου κοσμούσι θερμοί έτι και ευωδιάζοντες άρτοι,
και κουλούραι ξανθαί, και πλακούντια προκλητικά, εν μέσω δε
πάντων και προ πάντων ταψίον μπογάτσας, αχνιζούσης έτι από του
πυρός και μυροβολούσης από του βουτύρου. Το ταψίον είνε μέγα και
η μπογάτσα παχεία και ζακχαρόπαστος. Αναπτύσσει εκεί προς τους
παρερχομένους πειναλέους διαβάτας τα θερμά αυτής κάλλη, και η
κνίσσα της η ακαταμάχητος, υπερβαίνουσα της προθήκης το ανοικτόν
παράθυρον, εισβάλλει θριαμβικώς εις την οδόν και σαγηνεύει τον
δυστυχή εκείνον και ρακένδυτον αχθοφόρον, όστις μόλις κατορθόνει,
υπό της πείνης και της εξαντλήσεως, να σύρη επί του παγοστρώτου
πεζοδρομίου τους κατακόπους αυτού πόδας. Πολλοί διήλθον και
παρήλθον· αλλ' αυτός δεν κατώρθωσε να παρέλθη. Ο κενός του
στόμαχος είχε την δύναμιν να τον σύρη έως εκεί· αλλ' εκεί, προ
του ανοικτού παραθύρου του φούρνου και της αχνιζούσης μπογάτσας,
ο στόμαχός του απέκαμε και οι πόδες του παρέλυσαν.


Εστάθη, και εμειδίασε μειδίαμα ονείρων και προσδοκίας. Οι
οφθαλμοί του διεστάλησαν και ηκτινοβόλησαν, ο στόμαχός του
ησθάνθη ανεκλάλητον σπασμόν ηδονής, και τα χείλη του
συνεδιπλώθησαν λείχοντα το έν το άλλο, εν ευφροσύνω παραισθησία.
Τι ήτον εκείνο το οποίον έβλεπεν! Ουδέν είχε φάγει άλλο από
πρωίας, ή μικρόν, μικροσκοπικόν τεμάχιον άρτου, αλιευθέν επιπόνως
εκ των αποβλήτων περιτριμμάτων προστύχου μαγειρείου. Μάτην ώρας
πολλάς συνεστέλλετο αλγεινώς ο στόμαχός του και διεστέλλοντο εξ
επιθυμίας οι οφθαλμοί του. Πανταχού ερημία και χιών και βορράς.
Και τώρα, εν μέσω της ερημίας η όασις εκείνη η μυροβόλος, . . .
εν μέσω του ψύχους το θάλπος εκείνο της ευώδους κνίσσης!

Έμεινεν εκεί βωβός, ακίνητος, απολιθωμένος υπό του θάμβους και
της επιθυμίας, συνθλίβων διά των χειρών τους σπασμούς του κενού
του στομάχου, και ανεκλάλητον ομιλών ερωτικήν γλώσσαν προς το
λιπαρόν και κολοσσιαίον εκείνο ταψίον. Εφαντάζετο ήδη εαυτόν
καθισμένον προ του θερμού και μοσχοβολούντος πλακούντος, και την
πήτταν αυτήν κτήμα του, ιδιοκτησίαν του, υποκειμένην άνευ όρων
και περιορισμών εις την θέλησιν των οδόντων και την βουλιμίαν της
κενής του κοιλίας. Εφαντάζετο την μαλακήν εκείνην και γλυκείαν
ζύμην κοπτομένην και αναρπαζομένην, όχι διά μαχαιρίου και
περόνης, αλλά διά των δακτύλων του αυτών και των μακρών του
ονύχων. Εφαντάζετο την εύχυλον εκείνην και λιπαράν μάζαν
αναλυομένην διά των οδόντων του, και οι σιελοποιοί του αδένες
ωγκούντο και εξεχείλιζον επί το ατημέλητον και λευκόν εκ της
χιόνος γένειόν του. Αλλά τι το όφελος! Αυτός έβλεπε και έβλεπε,
και ο στόμαχός του εστέναζε και ωλόλυζε διαμαρτυρόμενος. Ας
φ ύ γ ω μ ε ν! του έλεγεν εμπιστευτικώς. Αλλά πού να φύγη ο πεινών
εκείνος ιέραξ! Και έμενεν ατενίζων επί το απρόσιτον θύμα του, και
μάτην βασκαίνων αυτό διά των απορροφητικών του βλεμμάτων.

Αίφνης παρέρχεται προ αυτού η νυκτερινή περίπολος της αστυνομίας,
και ο οδηγός αυτής ίσταται προ του παραδόξου και δραματικού
θεάματος. Τον ετρόμαξεν ίσως η εις πραξικόπημα ήδη κορυφουμένη
απόγνωσις του λιμώττοντος Παρίου, η από των οφθαλμών του
αστράπτουσα, ή τον εκίνησεν εις οίκτον το εις καμπύλην εκ της
πείνης κυρτούμενον σώμα του.

 — Τι κυττάζεις, μωρέ, αυτού;

 — Αχ! τη μπογάτσα, αφέντη μου!

 — Σ' αρέσει το λοιπόν η φρέσκα μπογάτσα;

Ο αχθοφόρος δεν απήντησεν, αλλά προσείδε μόνον τον αστυνόμου. Και
το βλέμμα του εκείνο ήτο δίωρος κοινοβουλευτική ρητορεία.

 — Κόψ' του ένα κομμάτι! διέταξεν ο οικτίρμων δημόσιος λειτουργός
τον οπτανέα. Δος του να φάη του κακομοίρη!

 — Αμ' ένα κομμάτι μοναχά, αφεντικούλη μου; Τι να το κάμω ένα
κομμάτι;

 — Μα πόσο θέλεις το λοιπόν; Μη θες να τη φας ολάκερη;

 — Την τρώγω, αφέντη μου, υπέλαβε μετριοφρόνως ο γυμνήτης, και
υ λ ά κ τ ε ι, ως λέγει ο Όμηρος, ο στόμαχός του εξ αγαλλιάσεως.

 — Κι' αν δεν τη φας;

 — Αν δεν τη φάω . . φτύσε με, αφέντη μου.

Και ένευσεν ο αστυνόμος, και ήρχισεν ο πόλεμος.

Τις να περιγράψη την γιγάντειον εκείνην μονομαχίαν της
κολοσσιαίας μπογάτσας και του απειροβαθούς στομάχου;

Ενέπηξε τους όνυχάς του εις το ταψίον ο βουλιμιών αχθοφόρος, ως
αν επρόκειτο να αποσπάση τα εντόσθια θανασίμου εχθρού του, και η
πρώτη του δραξ κατεβροχθίσθη ως αν ήτο καταπότιον. Την πρώτην
παρηκολούθησεν άλλη, και ταύτην άλλη, και αι βουκιαί διεδέχοντο
αλλήλας ως στροφαί ηλεκτρικής δυναμομηχανής, και ο ακένωτος
στόμαχος κατεβρόχθιζεν αυτάς πριν ή προφθάση καν να τας ίδη ο
κατάπληκτος χορηγός της παραδόξου εκείνης ευωχίας.

 — Μωρέ στάσου, και θα πνιγής! Ετόλμησεν άπαξ να είπη ο πτωχός
αστυνόμος, βλέπων ότι το αστείον του πείραμα εκινδύνευε να γείνη
σοβαρά του βαλαντίου του τραγωδία.

Αλλά πού να πνιγή ο λύκος! Εκείνος δεν έτρωγε· κατέπινε. Και
κατέπινεν αδηφάγος, ταχύς, οιονεί διωκόμενος, και κατεβρόχθιζε
πασαλείφων και μύστακα και γένειον, και έλειχεν εν τω μεταξύ τα
χείλη και τους δακτύλους, πότε της μιας και πότε της άλλης των
χειρών, και το ταψίον απεγυμνούτο βαθμηδόν, και το ήμισυ της
μπογάτσας είχεν ήδη μεταβή εις τους μακαρίτας, . . ότε η
καταβρόχθισις εφάνη πως ανακοπείσα. Οι δάκτυλοι του ορνέου
εφάνησαν βραδύνοντες, το γένειον του αχθοφόρου έμενε λιπαρόν και
ασπόγγιστον, η κατάποσις ήρχισεν αραιουμένη, και η μάχη . . διά
μιας εσταμάτησεν. Επροσπάθησεν ο δυστυχής να καταπίη ένα έτι
βλωμόν, έφερε την χείρα προς το ταψίον . . . αλλ' η χειρ του
κατέπεσεν αδρανής, και το αλαμπές του βλέμμα υψώθη προς τον
γενναίον χορηγόν.

 — Φτύσε με, αφέντη μου! κατόρθωσε μόλις να ψελλίση. Δεν μπορώ
πεια!

Και σταυρώσας τας χείρας επί του πληρωθέντος στομάχου του
ανέμεινε χριστιανικώς ο αχθοφόρος το πτύσμα του αφελούς χορηγού,
προς ον ητένιζεν εναγώνιον βλέμμα ο ανήσυχος οπτανεύς.

Επιμύθιον

Ελπίζομεν ότι η ευφυία των ημετέρων αναγνωστών δεν θα ζητήση παρ'
ημών, αλλά θ' αναπληρώση μόνη της το ελλείπον επιμύθιον. Και θα
το κατορθώση ευκόλως, υποθέτομεν, αρκεί μόνον να ενθυμηθή μερικά
προγράμματα υποψηφίων βουληφόρων και μερικάς επαγγελίας δημοσίων
αρχόντων.



Ο ΕΠΤΑΨΥΧΟΣ ΓΑΤΟΣ

Αλληγορία (9)



Ήμην παιδίον, επτά ίσως μόλις ή οκτώ ετών.

Αλλά τον ενθυμούμαι ακόμη ζωηρότατα, και θαρρώ ότι τον βλέπω
εμπρός μου ζωγραφιστόν, ολοζώντανον, με το λευκόν του τρίχωμα, το
οποίον έστιζον εδώ και εκεί ολίγαι κίτριναι κηλίδες, με την
μεγάλην του κεφαλήν, την κιτρίνην του ουράν, τους κιτρίνους του
οφθαλμούς, και το ύπουλον αθόρυβον βήμα του — αληθές βήμα
νυκτοκλέπτου.

Και ήτο νυκτοκλέπτης ο άθλιος, αλλά και ημεροκλέπτης ακόμη, και
ληστής αληθινός, όχι μόνον του μαγειρείου και οψοφυλακίου του
οίκου μας, αλλά και πάντων έτι των μαγειρείων και οψοφυλακίων των
γειτονικών οικιών. Κυνηγός μόνον δεν ήτο. Περιεφρόνει άρα γε
πλέον τους ποντικούς, ως ανάξιον άθυρμα της ωρίμου του ηλικίας, ή
μη επροτίμα του ζώντος εκείνου και πως κοπιώδους θηράματος την
ευκολωτέραν και ετοίμην λείαν των τηγανιστών οψαρίων, των
μαγειρευμένων ή και αμαγειρεύτων κρεάτων, και παντός λειψάνου της
χύτρας ή των πινακίων; Άγνωστος ο λόγος της προτιμήσεως. Το
βέβαιον μόνον είνε, ότι ο γάτος μας δεν εδίωκε ποντικούς, και το
βεβαιότερον ακόμη, ότι και αν ήθελε να τους κυνηγήση, δεν θα
εύρισκε κανένα, διότι βραδέως μεν αλλ' ασφαλώς τους ελιμοκτόνησεν
όλους, καθαρίζων εκάστοτε το μαγειρείον από παντός ψιχίου, πριν ή
προβάλωσιν εκείνοι το μυστακοφόρον αυτών ρύγχος διά της οπής των
φωλεών των.

Το στρογγύλον και παχυνθέν εκ της κλοπής σώμα του έλαμπεν υπό
βαθύ και λάσιον τρίχωμα, οι οφθαλμοί του, κλειστοί συνήθως από
της ραστώνης, ηνοίγοντο και διεστέλλοντο προ της ασθενεστάτης
οσμής οιουδήποτε λιχνεύματος, και το αδρανές και συρόμενον βήμα
του μετεβάλλετο αίφνης εις τίγρεως άλμα από του εδάφους επί την
τράπεζαν και απ' αυτής εις την οδόν εκεί, αναρριχώμενος ταχύς επί
την κορυφήν του πρώτου προστυχόντος τοίχου, ετρωγάλιζε μακαρίως
την λείαν του, ένιπτεν έπειτα διά του ποδός την λιπάραντον
μορφήν, και εξηπλούτο κατόπιν προς τον ήλιον, διά να κάμη την
χώνευσίν του, ουδέ βλέμματος αξιών τα περιιπτάμενα πτηνά ή τας
ενοχλούσας αυτόν μυίας.

Αλλ' αι κλεπτικαί του έφοδοι δεν ετελείονον πάντοτε τόσον αισίως.
Είχεν από μακρού επικηρυχθή ο ληστής υφ' όλων των μαγειρισσών της
γειτονίας, και πολλάκις είχον στηθή ενέδραι κατά των κλεπτικών
του κατορθωμάτων, και πολλάκις η καταδίωξίς του δεν απέβη ματαία.
Πόσαι πυράγραι είχον κατά καιρούς σφεγδονισθή κατά της κεφαλής
του, πόσα ματσούκια είχον θραυσθή κατά της ράχεώς του, και πόσαι
χύτραι ζέοντος ύδατος είχον χυθή επί το παχύ του τρίχωμα! Είχε
μαδήσει πολλαχού και γυμνωθή πελιδνόν το δέρμα του, η κεφαλή του
είχε παραμορφωθή εκ των μωλώπων και των πληγών, πότε ο είς και
πότε ο άλλος των ποδών του εσύροντο μετέωροι και παραλυτικοί, και
ο είς των οφθαλμών αυτού από πολλού είχε κλεισθή προς το φως της
ημέρας υπό το ζεμάτισμα της μαγειρίσσης μας.

Αλλ' ήτο αδιόρθωτος ο αμαρτωλός γέρων. Κλέπτης εκ γενετής, και
λαίμαργος εκ φύσεως. Το κατ' εξοχήν και προχειρότατον εις αυτόν
πεδίον των ληστροπραξιών του ήτο, εννοείται, η πάτριος αυτού γη,
το μαγειρείον της οικίας μας, όπου πρωίαν τινά χειμώνος είχε
γεννηθή εντός της ανθρακοθήκης. Εκεί ηνδραγάθει και δις και τρις
πολλάκις της ημέρας, εκεί είχε συλλέξει και τας πλείστας των
πληγών, αίτινες εκόσμουν το ηρωικόν αυτού σώμα, εκεί δ' επήλθε
τέλος και η φοβερά τραγωδία, της οποίας ημέραν τινά παρέστηυ
ακούσιος μάρτυς.

Η μαγείρισσά μας, κολοσσιαίον ανδρογύναικον εκ Νάξου, χείρας έχον
αχθοφόρου και πόδας ελέφαντος, κατεγίνετο καίουσα τον παρά την
εστίαν ευμεγέθη φούρνον, όπως ψήση το ζυμωτόν της εβδομάδος. Την
παλαιάν εκείνην απολίτιστον εποχήν ο άρτος εζυμούτο και εψήνετο
συνήθως εν τω οίκω. Ισταμένη προ του χαίνοντος και φλογοβόλου
στομίου του φούρνου και κρατούσα ανά χείρας την κολοσσιαίαν αυτής
π ά ν α ν  εν μέσω σωρού φρυγάνων, όθεν ετροφοδότει την καίουσαν
κάμινον, παρίστατο την στιγμήν εκείνην η μέγαιρα αγριωπή, πορφυρά
εκ των φλογών, με λυτήν την κόμην και κάθιδρον το μέτωπον, ως
δαίμων τις της κολάσεως, τσιγαρίζων αμαρτωλούς εντός κολοσσιαίας
χύτρας. Εστραμμένη προς το πυρ δεν επρόσεχε τι συνέβαινεν εκεί
πλησίον της, όπισθέν της, επί της τραπέζης του μαγειρείου, όπου
κατέκειντο απαράσκευα έτι τα όψα της ημέρας, κρέατα και ιχθύς και
τυρός και άρτος και λάχανα, ανάμικτα πάντα εις άμορφον σωρόν.
Αίφνης επεστράφη, και είδε τον ληστήν πηδήσαντα ήδη επί της
τραπέζης.

Δεν ηξεύρω πώς και εις πόσον καιρόν συνέβη ό,τι κατόπιν είδα. Ήτο
αστραπή συγχρόνως και κεραυνός. Ήκουσα μόνον κλειομένην παταγωδώς
την θύραν του μαγειρείου, και είδα συγχρόνως τον γάτου σφαδάζοντα
εν μέσω των ηρακλείων χειρών της μεγαίρας. Τον εκράτει από των
οπισθίων του ποδών και κατέφερε ταχεία την κεφαλήν του επί το
πλακοστρώτον του μαγειρείου. Μία, δύο, τρεις, και ο κλέπτης
κατέκειτο εκτάδην ακίνητος, παράλυτος, με κλειστούς οφθαλμούς, μ'
αιμόφυρτον το στόμα και τας σιαγόνας σπασμωδικώς
ανοιγοκλειομένας.

 — Α! εφώνησε θριαμβικώς η ναξία Νέμεσις. Τώρα πεια σε γλυτόνω
μια για πάντα!

Και δεν ηρκέσθη εις τούτο η φοβερά Μορμώ. Ήρπασε το πτώμα του
ληστού, το έρριψεν εις την χαίνουσαν πυρακτωμένην κάμινον, το
εστρηφογύρισεν εντός αυτής δις και τρις διά της  π ά ν α ς της,
το έσυρεν έπειτα έξω, και πυρίκαυστον, μελανόν, παράμορφον,
έδραμε και το επέταξεν επί μεγάλου λίθων σωρού, όστις απέκειτο
προς οικοδομήν εις γωνίαν τινά της αυλής.

Ήμην κατάπληκτος, απολιθωμένος, και μόνον ότε συνετελέσθη η
τραγωδία, ερράγην εις φωνάς και κλαυθμούς. Είχα συμπάθειαν προς
τον ατυχή εκείνον ήρωα των μαγειρείων. Τον είχα ιδεί νεογέννητον,
μικρόν, φιλοπαίγμονα· πολλάκις τον είχα σιτίσει από του
περισσεύματός μου παρά την τράπεζαν, και πολλάκις τον είχα
κοιμίσει επί των γονάτων μου, ακούων εν εκστάσει τον αρμονικόν
ρόγχον του λασίου του στήθους. Τον επένθησα αληθώς, και πολλάς
ημέρας εξηκολούθουν να τον αναζητώσιν εις μάτην τα βλέμματά μου,
ότε ημέραν τινά — τις το πιστεύει; — βλέπω εισερχόμενον εις το
μαγειρείον τον παλαιόν μου γνώριμον. Ήτο ή δεν ήτο εκείνος
αληθώς; Ουδείς κατ' αρχάς τον ανεγνώρισεν άλλος πλην εμού και του
δημίου του.

 — Χριστέ και Παναγία! Εκραύγασε το ανδρογύναικον και
εσταυροκοπήθη. Καλέ να τον πάλι! Ξαναζωντάνευσε ο εφτάψυχος!
Βρουκολάκιασε! Παναγία μου βοήθησε! . . .

Και ήτο αληθώς αγνώριστος ο δυστυχής. Εκ του τριχώματός του ολίγα
τινά μόλις περιεσώζοντο λείψανα, φαιά, μελαψά και πυρίκαυστα, η
κεφαλή του ήτο σχεδόν γυμνή και κατάμαυρος, η σιαγών του εκρέματο
σιελώδης, οι πόδες του μόλις εσύροντο . . . — αλλ' εσύροντο όμως,
εκινούντο, περιεπάτουν, και ο μόνος και μονάκριβος κίτρινος
οφθαλμός του, ουδέν μαθών ουδ' απομαθών, περιεσκόπει κλοπίως το
μαγειρείον, «ζητών τίνα καταπίη», ως ο λέων της Γραφής.

 — Καλέ, εστοίχειωσε ο μαγκούφης! εφώνησεν η μαγείρισσά μας, και
εσφενδόνισε πάλιν την πυράγραν της κατά του δυστυχούς βρυκόλακος,
όστις αγνοώ αληθώς πού εύρε την δύναμιν να τραπή δρομαίος εις
φυγήν.

Και ο γάτος μας απεκλήθη έκτοτε εις όλην την γειτονίαν ο
ε π τ ά ψ υ χ ο ς  γ ά τ ο ς, και μυθική παράδοσις μεγάλη και
πολύστομος περιέβαλε την καψαλισμένην του μορφήν. Αλλ' η παράδοσις
εκείνη και η απαισία φήμη, ήτις εδόξασε το πολύπαθές του γήρας,
επέφεραν το αληθές πλέον και αμετάκλητον αυτού τέλος.

Τα παιδία της συνοικίας ήρχισαν να διώκωσιν όλα εναμίλλως και να
λιθοβολώσιν ασπλάχνως τον ταλαίπωρον βρυκόλακα. Ουδ' έλεος πλέον
ουδέ χάρις προς το υπερφυσικόν εκείνο και απαίσιον ον, όπερ
ετόλμησε να επανέλθη από τον κάτω εις τον επάνω κόσμον. Πόλεμος
ακήρυκτος εξολοθρευμού εκινήθη εναντίον του υπό του συρφετού των
αγυιοπαίδων. Όπου εφαίνετο τον υπεδέχοντο λίθοι, και όπου ίστατο
τον εδίωκε λάκτισμα. Άνελπις, απειρηκώς και μόλις αναπνέων
ετρύπωσε μίαν ημέραν εις μίαν γωνίαν, και εκεί, ακίνητος, άμαχος,
— τις οίδεν αν μετανοήσας ή μη διά το ληστρικόν αυτού παρελθόν —
ετάφη υπό σωρείαν λίθων, τους οποίους εσφενδόνισαν αλλεπαλλήλως
κατά της λιπότριχος κεφαλής του οι αδυσώπητοι αυτού διώκται.



ΠΡΩΗΝ ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΘΗΝΑΙ (10)



Όσοι, γνωρίσαντες τας Αθήνας προ τριάκοντα περίπου ετών,
κατέλιπον αυτάς και επανέρχονται σήμερον εις την πρωτεύουσαν του
ελληνικού βασιλείου, τρίβουσιν έκπληκτοι τους οφθαλμούς των, και
δεν δύνανται να τας αναγνωρίσωσιν.

Αναζητούσιν οι παλαιότεροι εξ αυτών το απέναντι της Τραπέζης —
ήτο μία μόνη τότε — ευρύ ξύλινον παράπηγμα, όπερ έστεγε τα
πανηγυρίζοντα πάσαν βασιλικήν εορτήν ευάριθμα ορειχάλκινα
τηλεβόλα, και πού να τα εύρωσιν! Εξέλιπεν εκείνο, και τούτων
απώλετο μετ' ήχου η μνήμη. Προχωρούσι περαιτέρω, παρέρχονται το
παλαιόν Σολωνείον, και απορούσι μη ανευρίσκοντες πλέον εκεί
πλησίον τα μικρά εκείνα σανιδόπηκτα καφενεία, πέριξ των οποίων
συνηθροίζοντο τότε αι άφθονοι έτι φουστανέλλαι των αγωνιστών.
Προβαίνουσιν ολίγα βήματα, και δεν ευρίσκουσι το Τίβολι·
προχωρούσιν ακόμη, και δεν βλέπουσι πλέον το Παυσίλυπον. Έκθαμβοι
πάντοτε τρέπουσιν αλλαχόσε το βήμα, και ιστάμενοι προ του
χειμερινού θεάτρου, όπερ φρουρεί έτι ο κέρβερος Μίμης,
αισθάνονται το παράδοξον εκείνο κράμα λύπης και χαράς, όπερ
αισθάνεται ο αναβλέπων γέροντα και κατεσκληκότα τον παλαιόν
φίλον, ον εγνώρισεν άλλοτε ακμαίον και σφριγώντα.

 — Πώς χαίρω, ότι σ' επαναβλέπω! Τι καλά στέκεις! λέγουσι τα
χείλη.

 — Πώς κατεβλήθης, ταλαίπωρε! Περίεργον να ζης ακόμη! λέγει η
καρδία.

Και αισθάνονται πιθανώς, ότι η καρδία των

     recht angenehm verblutet,

ως λέγει ο Heine και ενθυμούνται την Comminoti και τον Caprile
και — οι αρχαιότεροι ίσως και την Ritta Basso, και τους
γεροντικούς έρωτας του μακαρίτου Λόντου, και τας σατύρας του
Ορφανίδου, — και παρέρχονται ηδέως βαρυθυμούντες, και
ε υ α ρ έ σ τ ω ς  α ι μ ά σ σ ο ν τ ε ς  τ η ν  κ α ρ δ ί α ν.

Ενθυμούνται τότε, ότι εκεί πλησίον, ευθύς μετά το θέατρον,
εξετείνοντο κατάσπαρτοι αγροί και αλώνια θεριστών και άμπελοι
περαιτέρω χλοάζουσαι, και τρέπονται προς την πεδιάδα, ίν'
αναπνεύσωσιν αέρα καθαρώτερον. Αλλ' ανακόπτει ευθύς το βήμα των
κωδωνίζουσα τριάς, και παρελαύνει ενώπιόν των βαρεία η άμαξα του
ιπποσιδηροδρόμου. Θεωρούσιν αντικρύ, και αντί αγρών και αλωνίων
και θημωνιών βλέπουσιν οικίας τριωρόφους και εν μέσω αυτών το
τηλεγραφείον, εκτείνον διά των αέρων τους πολυμίτους σιδηρούς του
βραχίονας.

Έκπληκτοι πάντοτε, ενεοί και ως εν ονείρω, αναβαίνουσι την οδόν
Πειραιώς, φράσσοντες τα ώτα των προς τους συμμιγείς μουσικούς
θορύβους του ωδείου, και φθάνουσιν εις την Πλατείαν της Ομονοίας,
ήτις, δεν ενθυμούνται καλώς, αλλά νομίζουσιν ότι είχεν άλλο ποτέ
όνομα. Βλέπουσιν εκεί βρίθον πλήθος εορτάσιμον, εσθήτας μεταξωτάς
ανακινούσας άφθονον κονιορτόν, αμάξας πλήρεις γυναικών
εψιμυθιωμένων, νήπια ενδεδυμένα ως πλαγγόνας, νεανίσκους
σεισοπυγίζοντας δίκην εταιρίδων, και ακούουσι την στρατιωτικήν
μουσικήν παίζουσαν τα μέλη του Boccace, και τρίβουσι πάντοτε τους
οφθαλμούς των, και δεν πείθονται ότι γρηγορούσι.

Μάτην αναζητούσι γνώριμον μορφήν μεταξύ του πλήθους εκείνου του
ποικίλου. Οι πλείστοι περί αυτούς είνε νέοι, οι δε γέροντες, όσοι
αγνοούσιν έτι το ύδωρ της Allen, παρήλλαξαν τόσον! Ουδ' αναβολή
τις καν εκ των παλαιών ευφραίνει πλέον το βλεμμάτων. Φουστανέλλας
μόλις που σπάνιον απολείπεται ίχνος, είνε δ' από πολλού ήδη
πρόσωπα ιστορικά οι  ν τ ο υ μ α ν ά δ ε ς, οι εορτάσιμοι των
υπηρετριών κατακτηταί, με τα γαροφαλλοκέντητα πορτοκάλλιά των και
τας ερυθράς των καλαμάτας.

Όλα κύκλω των μετεβλήθησαν· όλα! Και ό,τι ακούουσι και ό,τι
βλέπουσι. Μόνον ο κονιορτός, ευσταλής και ακμαίος ως άλλοτε, και
των οδών η ακαθαρσία και οι ρακένδυτοι στραγαλοπώλαι
αναμιμνήσκουσιν αυτούς αμυδρώς τας παλαιάς των Αθήνας, και
αναπαύουσι τα βλέμματά των ως μεμονωμένα νησίδια εν μέσω της
κυκλούσης αυτούς εκπολιτιστικής πλημμύρας.

***

Ας φαντασθή τις επί μικρόν τοιούτον τινα Επιμενίδην, όχι
κοιμηθέντα επτά και πεντήκοντα έτη, ως ο σοφός της Κνωσσού, αλλά
διαμείναντα μακράν της πρωτευούσης του ελληνικού βασιλείου
τριάκοντα, εικοσιπέντε, ή και είκοσι μόνον χρόνους. Δεν λέγομεν
τεσσαράκοντα ή πεντήκοντα, διότι εξ αυτών παρήλλαξαν ήδη τον βίον
οι πλείστοι, αφού εμερίμνησαν, εννοείται, άλλοι μεν να
κληροδοτήσωσι το χρήμα των εις το εθνικόν Πανεπιστήμιον, ίνα οι
σοφοί του πρυτάνεις αναλώσωσιν αυτό εις γελοιογλυφίας του Ρήγα
και του Γρηγορίου, άλλοι δε θυμοσοφώτεροι να ορίσωσι την χρήσιν
αυτού εις ίδρυσιν φρενοκομείου, και άλλοι να τάξωσι την πρόσοδόν
του εις μόρφωσιν διδασκάλων της εβραϊκής γλώσσης ή ερμηνευτών του
Σειράχ.

Ο Επιμενίδης ούτος δεν επανέρχεται, ως προείπομεν, εις τας
Αθήνας, αλλά τας διέρχεται μόνον. Δεν έρχεται να καταλύση τον
βίον υπό τον γλαυκόν ουρανόν του άστεος της Παλλάδος, ουδέ να
διαθέση το αποταμίευμά του εις κοινωφελείς επιχειρήσεις, ουδέ να
συνοικίση τας ακανθοσπάρτους χέρσους των περιχώρων, ουδέ να
διδάξη τους Αθηναίους την χρηματιστικήν. Δεν παρώξυνε τοσούτον η
νοσταλγία τον πατριωτισμόν αυτού, ουδ' εκορύφωσε τοσούτον την
φιλογένειάν του η μακρά εξ Ελλάδος απουσία. Ο ανήρ πάσχει
περιέργειαν μόνον πατριωτικήν και ουδέν άλλο. Είνε δε η
περιέργειά του άκακος, αθόρυβος, ξένη πάσης υστεροβουλίας,
αμέτοχος επιλογισμού ή πλαγίου σκοπού οιουδήποτε. Εγνώρισε
νεανίας την αθηναϊκήν πρωτεύουσαν, ελληνικήν έτι μικρόπολιν, και
επανέρχεται να ίδη και θαυμάση την μακρόθεν φημισθείσαν εις τα
ώτα του ευρωπαϊκήν μεγαλόπολιν. Εγνώρισε, φοιτών εις το
πανεπιστήμιον προ ετών πολλών, τας στενάς ατραπούς, ας διέβαινε
πρωινός τον χειμώνα, σπεύδων να καταλάβη θέσιν εις τον
Παπαρρηγόπουλον. Εγνώρισε και ενθυμείται ακόμη την μεγάλην
τάφρον, την εκτεινομένην προ του Υπουργείου των Οικονομικών, και
τον βραχώδη προς το Πανεπιστήμιον ανήφορον, ον ανερριχάτο
ασθμαίνων και περιπόρφυρος. Εγνώρισε και συνηλλάχθη πολλάκις προς
τους ορθρίους περιάκτας καφέ και ζακχάρεως, οίτινες αντί μιας
μόνης πεντάρας προσέφερον εις τους μαθητάς στενόμακρον χάρτινον
κώνον, περιέχοντα τα ακριβότερα του καφέ των συστατικά.
Ενθυμείται του Βαρνάβα το εστιατόριον, όπου εχόρταινε πολλάκις την
μαθητικήν του κοιλίαν δαπανών ογδοήκοντα μόνον λεπτά. Ενθυμείται
έτι της κυρίας Ρομπέρ το ήρεμον καφενείον, και τους ατελευτήτους
αγώνας του domino, οίτινες ετελούντο εν αυτώ χάριν ενός
τ ρ ι γ ώ ν ο υ. Ενθυμείται τους στύλους του Ολυμπίου Διός, όπου
ανέπνεε κατά τας εσπέρας του θέρους την αύραν του Σαρωνικού, και
τα  ν ε ρ ά  άτινα έφερεν αδιακόπως ο υπηρέτης, ατελείωτον συνέχειαν
ενός λουκουμίου ή μιας μαστίχης. Διατηρεί έτι την μνήμην των αφελών
εκείνων εσπερινών συναναστροφών, αίτινες ήρχιζαν εις τας οκτώ και
ετελείοναν εις τας δέκα, συνεκροτούντο δε προχείρως εκ των
τυχόντων φίλων, και ηρτύοντο δι' ενός μεν ενίοτε μόνου καφέ αλλά
διά πολλής και ακόπου πάντοτε φαιδρότητος. Δεν ελησμόνησε τα
δίτροχα μικρά αμάξια της αγοράς, ουδέ το: ά λ λ ο ς  δ ι ά  κ ά τ ω!
των αμαξηλατών, οίτινες επί ώρας μακράς ηγωνίζοντο να
συμπληρώσωσι διά τον Πειραιά το έμψυχον αυτών φορτίον. Ενθυμείται
ακόμη τας χονδράς ράβδους των αστυνομικών κλητήρων και τον
κυανόλευκον χρωματισμόν των, και την κεχαραγμένην επ' αυτών
Ι σ χ ύ ν  τ ο υ  Ν ό μ ο υ. Ενθυμείται, . . . και τι δεν
ενθυμείται! Αλλ' ουδέν σχεδόν — είπον φίλοι προς αυτόν — σώζεται
πλέον εξ όσων ενθυμείται. Εξέλιπον, τω είπον, πάντα εκείνα τα παλαιά
της μικροπόλεως γνωρίσματα, και αι Αθήναι ήλλαξαν όψιν. Αι οδοί των
ηυρύνθησαν, και αι οικίαι των ηύξησαν εις όγκον και ύψος. Τα
καφενεία των επληθύνθησαν περίκομψα και μεγάλα, οι δε φοιτηταί
των εδεκαπλασιάσθησαν, όσον σχεδόν και του Πανεπιστημίου οι
φοιτηταί. Ολίγοι μόνον πρεσβύται και πρεσβυτίζοντες παίζουσιν έτι
δόμινον εις τα καφενεία· οι άνδρες και οι νέοι παίζουσιν ε κ α ρ τ έ
και  β α κ κ α ρ ά  εις την λέσχην, και η ενθήκη δεν είνε πλέον
έν τρίγωνον, αλλά πολλαί δραχμών νέων χιλιάδες. Εξηφανίσθησαν τα
δίτροχα αμάξια, και αι άμαξαι της ελληνικής πρωτευούσης είνε
σήμερον αι ωραιότεραι της Ευρώπης. Το ά λ λ ο ς  δ ι ά  κ ά τ ω
δεν ακούεται πλέον, διότι αι Αθήναι έχουσι σιδηρόδρομον, δέκα
όλων χιλιομέτρων. Αι συναναστροφαί αρχίζουσι σήμερον ότε
ετελείονον άλλοτε, οι δε αστυνομικοί κλητήρες δεν φέρουσι πλέον
ράβδους χονδράς αλλά προφυράς εφεστρίδας.

Πάντα ταύτα είπον εις τον περίεργον πατριώτην νεήλυδες εξ Αθηνών
φίλοι, και άλλα δε πολλά θαυμασιώτερα τω διηγήθησαν περί της
αγαπητής πόλεως των νεανικών του χρόνων.

Έρχεται λοιπόν να ίδη και αυτός τα συντελεσθέντα θαύματα, και να
θαυμάση ιδίοις όμμασι την εις Αθήνας αθρόαν εισβολήν ουχί πλέον
του πολιτισμού, αλλά των πολιτισμών της Εσπερίας. Έρχεται να ίδη
την προ τριακονταετίας άμορφον κάμπην μεταμορφωθείσαν εις
περικαλλή χρυσαλλίδα. Έρχεται να ανανεώση εις εφόδιον των
πρεσβυτικών του ημερών την εις τας δέλτους της μνήμης του
ταμιευμένην παλαιάν εικόνα του άστεος, ως ανανεούσιν, από ηλικίας
εις ηλικίαν, τα φωτογραφήματα των τέκνων των οι φιλόστοργοι
πατέρες.

***

Ο αγαθός ούτος παλαιός αθηναίος κατέπλευσε νύκτα εις Πειραιά, και
ανήλθεν, εννοείται, εις τας Αθήνας διά του σιδηροδρόμου.
Ανησύχησεν ολίγον, ότε ήκουσε τους αμαξηλάτας προσφωνούντας τα εξ
αμάξης αληθώς προς αλλήλους, ίνα κατορθώσωσι να εξέλθωσι της
αυλής του σταθμού· αλλά τούτο ανέμνησεν αυτόν τας παλαιάς του
Αθήνας, και το γνώριμον του πράγματος εμετρίασε κάπως το τραχύ
του ακούσματος. Ηπόρησεν έπειτα, ότι η από του σταθμού εις το
ξενοδοχείον μετάβασις διήρκεσε περισσότερον του σιδηροδρομικού
του ταξειδίου.

 — Αληθώς αι Αθήναι έγειναν μεγαλόπολις, διενοήθη μετ' ενδομύχου
ευχαριστήσεως.

Ούτω δε, αναπνέων δι' όλων αυτού των πνευμόνων τον ικανώς άοσμον
κονιορτόν της Αιολικής οδού και κατόπιν της Ερμαϊκής, προκύπτων
ανά παν βήμα διά της θυρίδος της αμάξης, ίνα θεωρήση τα
εκατέρωθεν κατάφωτα εργαστήρια, και μετ' ανεκφράστου θυμηδίας
θεώμενος τους διαβάτας, έφθασεν εις το ξενοδοχείον της Μασσαλίας
— ήτοι της Ανατολής, ως αυτός εκ παλαιού το εγνώριζε — κ' εζήτησε
δωμάτιον επί της οδού.

Δεν κατεκλίθη, καίτοι ήτο αργά και πολλήν ησθάνετο κόπωσιν.
Ήνοιξε το παράθυρον κ' εθεώρησεν έξω. Εδίψα Αθήνας. Μάτην όμως
εκάλει το βλέμμα του η υπέρ τον Παρθενώνα φεγγοβολούσα
πανσέληνος, και μάτην τω προσεμειδία ο έναστρος ουρανός. Αυτά
ήσαν παλαιά και γνώριμα. Αυτός ήθελε νέα και άγνωστα. Ήθελε να
ίδη διαβάτας πυκνούς πληρούντας την οδόν, και αμάξας
αλλεπαλλήλους παρερχομένας, και καταστήματα πλήρη αγοραστών και
περιέργων, και θόρυβον πολύν, και ζωήν, και κίνησιν. Ήθελε ν'
αγρυπνήση άκων εκ της τύρβης της μεγαλοπόλεως. Αλλ' η προσδοκία
του απέμεινεν εσφαλμένη, και ταχέως κατενόησεν, ότι μάτην
ηγρύπνει. Ήκουσεν από τινων οψοπωλείων τους σαρδελλοπώλας παίδας
πανηγυρίζοντας μεγαλοφώνως το έωλον εμπόρευμά των, ήκουσε τον
κρότον μιας αμάξης κατευθυνομένης αργά εις τον σταύλον της,
ήκουσε το παροίνιον άσμα διαβατών τινων, παράδοξον εχόντων την
αναβολήν, είδε και δύο αστυνομικούς κλητήρας, μειδιώντας
ευσυνειδήτως προς τας βωμολόχους ευφυολογίας των αδόντων. Αλλά
τόσον μόνον.

Τέλος εκουράσθη, ενύσταξε, κατεκλίθη και απεκοιμήθη.

Είδε καθ' ύπνους, ότι αι Αθήναι είχον μεταβληθή εις Φλωρεντίαν,
και μετά μικρόν ότι ωμοίαζον τας Βρυξέλλας. Κατεγίνετο δε ήδη να
τας μεταμορφώση εις Παρισίους, ότε εξύπνησεν.

Ενεδύθη ταχύς και κατέβη να πίη τον καφέν του εις έν καφενείον,
κατά την παλαιάν νεανικήν του συνήθειαν. Εισήλθε δε εις το
πρώτον, όπερ έτυχε δεξιά του, απέναντι της μεγάλης οικίας του
Μελά.

Ήλπιζε να ήνε μόνος, ή σχεδόν μόνος — ήτο ακόμη πολύ πρωί — και
ν' αναγνώση εν ησυχία δέσμην όλην πρωινών εφημερίδων, ας επί
τούτω είχεν αγοράσει προ μικρού, άμα εξελθών του ξενοδοχείου.
Αλλά το καφενείον ήτο πλήρες ανθρώπων ορθίων και καθημένων, ων οι
περισσεύοντες απέφρασσον και τας εισόδους, κατέκλυζον δε και αυτό
το πεζοδρόμιον. Μη εννοών πόθεν και πώς τοσούτω πυκνόν το πρωινόν
εκείνο σμήνος των αέργων, μόλις κατώρθωσε να εύρη θέσιν εγγύς
ενός τραπεζίου, και πολλάκις ζητήσας, να λάβη τέλος τον β α ρ ύ ν
και γ λ υ κ ύ ν, ον από τριάκοντα ήδη ετών μάτην επόθει η καρδία
του.

Εστενοχωρείτο κάπως, αλλ' ήτο ευχαριστημένος. Το πλήθος εκείνο
όπερ τον περιεκύκλου, ο συμμιγής των φωνών του θόρυβος, αι
κραυγαί των παρερχομένων εφημεριδοπωλών, η τύρβη των αεικινήτων
υπηρετών του καφενείου, ετάραττον μεν την ανάγνωσίν του, αλλά τον
έτερπον ενδομύχως, διότι επλήρουν τας προσδοκίας του.

 — Αλήθεια έγειναν μεγαλόπολις αι Αθήναι, διελογίσθη και
εξηκολούθησε ροφών μεν τον καφέν του, προσπαθών δε ν' αναγνώση
και τας εφημερίδας του.

Αίφνης ίσταται ενώπιόν του ανήρ ομήλιξ, τον βλέπει επί τινας
στιγμάς ατενώς, και τείνων προς αυτόν την χείρα,

 — Δεν με γνωρίζεις; λέγει προς αυτόν μειδιών.

 — Ο Γιαννάκης! αναφωνεί Ο νέηλυς Δημητράκης — εις ον πρέπει
τέλος να δώσωμεν έν όνομα.

 — Ολόκληρος. Αλλά πώς εδώ; πόθεν έτσι έξαφνα; πότε ήλθες;

 — Χθες το βράδυ, από το Παρίσι, διά να ιδώ τας Αθήνας μου.

 — Πάντοτε φιλαθήναιος! Σ' ενθυμούμαι από τους μαθητικούς μας
χρόνους, ότε ανέβαινες δις της εβδομάδος εις την Ακρόπολιν διά να
θαυμάσης το πανόραμα των Αθηνών.

 — Τώρα τας θαυμάζω απ' εδώ. Τι μεταβολή! Και συ τι γίνεσαι, τι
κάμνεις;

 — Το βλέπεις, τι κάμνω.

 — Δεν το βλέπω διόλου.

 — Πώς; δεν εννόησες ακόμη πού ευρίσκεσαι;

 — Εις καφενείον, υποθέτω.

 — Ναι, αλλά εις καφενείον μεσιτών.

 — Μεσιτών; Έγεινες μεσίτης λοιπόν από υπάλληλος;

 — Τι να κάμω, αγαπητέ; Η κυβέρνησις μ' έτρεφε πολύ μέτρια, εγώ
δε καμμίαν διάθεσιν δεν είχα να γείνω ασκητής. Εβαρέθην επί
τέλους την πείναν κ' έγεινα μεσίτης.

 — Κερδίζεις τώρα περισσότερα;

 — Κερδίζω κατά μήνα όσα έπαιρνα κατ' έτος από το δημόσιον.

 — Λαμπρά· και όλοι αυτοί είνε συνάδελφοι σου;

 — Οι περισσότεροι. Άλλοι παλαιοί υπάλληλοι ως εγώ· άλλοι νέοι
επιστήμονες, τους οποίους άφινε νηστικούς η επιστήμη· άλλοι
φοιτηταί, οι οποίοι ευρίσκουν περισσότερον προσοδοφόρον να
φοιτούν εδώ παρά εις το Πανεπιστήμιον. Άλλοι είχαν έργον και το
άφησαν, άλλοι δεν είχαν και ηύραν. Όλοι των τέλος πάντων τους
οποίους βλέπεις εδώ συναθροισμένους, πάσχουν μίαν κοινήν
ασθένειαν . . . δίψαν χρημάτων.

 — Να την έχουν οι άνδρες και οι γέροντες, δεν απορώ.

Όταν κανείς δεν έχη πλέον πόθους, ούτε ελπίδας, ούτε φιλοδοξίαν
οιανδήποτε, εννοώ να κυνηγά τα χρήματα. Όταν ξηρανθή η καρδία,
μόνον με χρήματα ποτίζεται, συμφωνώ· αλλά να πάσχουν δίψαν
χρημάτων και οι νέοι. . . .

 — Είνε κάπως περίεργον, θα ειπής.

 — Περίεργον; Είνε λυπηρόν, πολύ λυπηρόν διά το μέλλον του τόπου.
Ποίους άνδρας του ετοιμάζουν οι νέοι αυτοί, οι οποίοι εγήρασαν
τόσον πρόωρα; Ποίας ηθικάς δυνάμεις του φυλάττουν οι αμύστακες
αυτοί μεσίται, τους οποίους εξήντλησεν ή θα εξαντλήση βέβαια ο
πυρετός των χρημάτων; Ποίον ευγενές αίσθημα θα μείνη εις την
καρδίαν των, όταν γείνουν άνδρες, αφού όλη των η ύπαρξις
συνεκεντρώθη από τώρα εις το υλικόν κέρδος; Τι κεφάλαιον γνώσεων,
μαθήσεως, εργασίας, ηθικότητος θα ταμιεύσουν αυτοί οι ίδιοι διά
το μέλλον των;

 — Ενδιαφέρεσαι, φίλε μου, διά πράγματα, διά τα οποία αυτοί πολύ
ολίγον ενδιαφέρονται. Συ εταμίευσες αρκετήν ποίησιν από την
νεότητά σου. Αυτοί εργάζονται να ταμιεύσουν χρήματα, διότι τα
χρήματα μόνον σήμερον κάμνουν τον άνθρωπον.

 — Αυτού κατηντήσατε και σεις; σας συγχαίρω.

 — Διατί να μη καταντήσωμεν, αφού κατήντησεν αυτού όλος ο κόσμος;

 — Διότι ο άλλος κόσμος είνε γέρων, και η Ελλάς είνε ακόμη νέα·
νά, διατί! Αν ο άλλος κόσμος έσπασεν αλληλοδιαδόχως όλους τους
πήχεις με τους οποίους εμέτρει άλλοτε την αξίαν, και την μετρεί
μόνον σήμερον με τα χρήματα, είχε καιρόν να το κάμη, διότι ζη προ
αιώνων. Σεις όμως είσθε ακόμη νήπια. Εβγήκατε χθες από το αυγόν·
δεν έχετε βιομηχανίαν, δεν έχετε εμπόριον, δεν έχετε σχολεία, δεν
έχετε κλήρον, δεν έχετε τίποτε, και νομίζετε ότι το άλφα και το
ωμέγα του πολιτισμού είνε τα πλήρη χρηματοκιβώτια.

 — Είσαι κάπως υπερβολικός. Λησμονείς, ότι οι άνθρωποι σήμερον
έχουν πολύ περισσοτέρας ανάγκας, παρ' όσας είχαν προ τριάκοντα
ετών, και ότι αι ανάγκαι αυταί δεν θεραπεύονται με δρόσον, με
σύννεφα και με πανσέληνον.

 — Δεν το λησμονώ διόλου. Βλέπω μάλιστα με λύπην μου, ότι
ηυξήσατε τας ανάγκας σας εκείνας, αι οποίαι θεραπεύονται μόνον με
χρήματα, και αι οποίαι δεν είνε βέβαια αι ευγενέστεραι ανάγκαι
του ανθρώπου. Διατί όμως τας ηυξήσατε; Ποίος σας εβίασε;

 — Ο πολιτισμός, φίλτατε· ο πολιτισμός! Δεν ηξεύρεις, ότι αι
Αθήναι έγειναν μεγαλόπολις; ότι δεν έχουν πλέον σαράντα, αλλά
εκατόν χιλιάδας κατοίκους; ότι . . .

 — Όλ' αυτά μου τα είπαν, και ήλθα να τα ιδώ. Αλλά τι να σου
ειπώ; το πρώτον σημείον του πολιτισμού σας, το οποίον βλέπω, δεν
είνε πολύ ορεκτικόν.

 — Ιδέ και τα άλλα, και ελπίζω να μεταβάλης γνώμην. Αλλά τώρα με
συγχωρείς να σ' αφήσω, προσέθηκεν ο Γιαννάκης μειδιών. Οι πελάται
μου βλέπεις ανησυχούν. Πλησιάζει η εκκαθάρισις του μηνός, και
έχομεν εργασίας· το εσπέρας όμως σε θέλω· θα έλθω να σε πάρω από
το ξενοδοχείον σου. . . . Πού κατέλυσες;

 — Εις την Μασσαλίαν.

 — Λοιπόν αναβλεπώμεθα.

Και οι δύο φίλοι εχωρίσθησαν.

***

Ο Δημητράκης έμεινε μόνος, αλλά δεν έμεινεν εν τω καφενείω· τα
πέριξ αυτού γινόμενα δεν εκίνουν πλέον την περιέργειάν του,
ετάραττον δε την πατριωτικήν του χολήν. Είχε τόσους γνωρίσει
οικείους και φίλους, καταποθέντας εις την άβυσσον των
χρηματιστηρίων! Ενθυμείτο άλλους, και αυτοί ήσαν οι ολιγώτεροι,
ων είχε ρικνώσει την καρδίαν το από της κυβείας χρήμα, και
εθεώρει τον κύκλω τυρβάζοντα όμιλον ως αγέλην θυμάτων, αγομένην
ταχέως ή βραδέως αλλ' αναποδράστως πάντοτε εις τα σφαγεία δύο ή
τριών μεγάλων κερδοσκόπων.

Συνήγαγε τας εφημερίδας του, εταμίευσεν αυτάς διά τον μεσημβρινόν
του ύπνον εις το θυλάκιόν του, και εξήλθεν εις την οδόν.

Ουδένα είχε σκοπόν το βήμα του. Ήθελεν απλώς να περιέλθη την
πόλιν, και να ίδη τας εξωτερικάς και ορατάς ούτως ειπείν προόδους
της.

Κατέβη ούτω προς την οδόν Πατησίων, εσταμάτησεν ολίγον προ του
πλήθους των διασταυρουμένων αμαξών και της παρερχομένης αμάξης
του ιπποσιδηροδρόμου, και μόλις κατώρθωσε να αναγνωρίση πού
ευρίσκετο, βλέπων δεξιά του την αμετάβλητον παλαιάν οικίαν του
Μαυροκορδάτου, πιεζομένην υπό τον όγκον των πέριξ οικοδομών. Είδε
κύκλω, και εθαύμασε το άπειρον πλήθος των εν υπαίθρω καθημένων,
ων άλλοι μεν έπινον τον καφέν των, άλλοι εκαθαρίζοντο τα
υποδήματα, άλλοι ανεγίνωσκον εφημερίδας, άλλοι συνωμίλουν, και
άλλοι, οι ενεργητικώτεροι, εθεώρουν τους παρερχομένους.

 — Πολύ πρέπει να επλούτησαν αι Αθήναι, διελογίσθη, διά να έχουν
τόσους αργούς και τόσα καφενεία.

Και ετράπη δεξιά, αναβαίνων την οδόν Σταδίου.

Εδώ αληθώς τα έχασε.

Ούτε τάφρος πλέον, ούτε γεφύρια συνδέοντα τας βραχώδεις πλευράς
της, ούτε μάνδραι κατηρειπωμέναι, ως άλλοτε, ούτε οικόπεδα
αναπεπταμένα εις πάσαν του παροδίτου ανάγκην.

Οικίαι εκατέρωθεν μεγάλαι, και πεζοδρόμια πλακόστρωτα, και
σύρματα πολλαπλά τηλεγράφων, και δενδροστοιχίαι, και ικριώματα
κολοσσιαία μεγάρων οικοδομουμένων.

Είνε αληθές, ότι ολίγου δειν εξώρυττε τον οφθαλμόν του η λατύπη
των επί του πεζοδρομίου μαρμαροκοπούντων οικοδομών, και εκηλίδου
τον ιματισμόν αυτού το άνωθεν καταπίπτον κονίαμα. Αλλά τι
εσήμαινον τα παροδικά ταύτα μικρολογήματα απέναντι της
καλλιμαρμάρου οικοδομής;

Περαιτέρω τον εξένισε κάπως το οικτρόν θέαμα των ξηρών πεύκων,
άτινα δίκην ανεστραμμένων σαρωμάτων παρετάσσοντο εκατέρωθεν της
οδού, και εφαίνοντο παρακαλούντα τους διαβάτας να πτύσωσιν εις
τας ρίζας των, ίνα δροσισθώσιν, ενώ εγγύς αυτών έρρεε διαρκώς
βρύσις κατακλύζουσα την οδόν. Προσεπάθησε να εύρη πατριωτικήν
τινα εξήγησιν του πράγματος, αλλά δεν το κατώρθωσεν, ως δεν
κατώρθωσεν επίσης να εννοήση, διατί η μεν οδός ήτο πλήρης πηλού
εκ του καταβρέγματος, τα δε πεζοδρόμια πλήρη κονιορτού και
χωμάτων και σκυβάλων.

Έφθασεν ούτω απορών προ του Πανεπιστημίου, και εσταμάτησεν εκεί
μικρόν, και μετά συγκινήσεως ανεπόλησεν ημέρας αρχαίας. Περιήλθε
χαίρων το θαλερόν του κηπάριον, εντράπη ολίγον, ιδών δι' οποίων
αγαλμάτων ετίμησεν η ελληνική επιστήμη την μνήμην του Ρήγα και
του Γρηγορίου, και εισήλθεν εις τον αριστερά πευκώνα, ίνα επανίδη
τον τάφον των ιερολοχιτών. Εδώ κατεξανέστη η καρδία του, — αφού
κατεξανέστη πρότερον η όσφρησίς του — και εκάλυψεν εξ αισχύνης το
πρόσωπον, βλέπων οποίον φόρον σεβασμού εκλήθησαν οι παροδίται και
οι φοιτηταί του Πανεπιστημίου να προσφέρωσιν εις τους ήρωας του
Δραγατσανίου.

Κατέλιπε βαρυθυμών τον δυσώδη περίβολον, και χαιρετίσας διά
τρυφερού βλέμματος την απέναντι μεγάλην οικίαν, ης μαθητής ποτε
προ χρόνων πολλών είχε κατοικήσει έν στενόν δωμάτιον, επροχώρησεν
αναβαίνων την λεωφόρον Πανεπιστημίου.

Ωραία, πολύ ωραία του εφάνη η Ακαδημία.

 — Τι θα το κάμουν άραγε το κατάχρυσον αυτό οικοδόμημα; είπε καθ'
εαυτόν, και ενθυμηθείς τους στίχους του Bodenstedt

     Geld lieber ohne Taschen
     als Taschen ohne Geld,

 — Καλλίτερα, είπε παρωδών, να είχαμεν ακαδημαϊκούς χωρίς
Ακαδημίαν, παρά Ακαδημίαν χωρίς ακαδημαϊκούς.

Παρήλθε τους βασιλικούς σταύλους, ους εύρεν ως τους είχεν αφήσει,
και θαυμάζων πάντοτε τα εκατέρωθεν της οδού νεόδμητα μέγαρα,
έφθασεν εις την πλατείαν των ανακτόρων.

Τι ήτο αυτό! Ατμομηχανή συρίζουσα, και άμαξαι κατόπιν συρόμεναι
πλήρεις ανθρώπων, και σιδηρά ελάσματα επί της οδού!

 — Μνήσθητί μου, Κύριε! ανέκραξεν ο Δημητράκης, και
εσταυροκοπήθη.

Κυκεών αληθής έγεινεν ο εγκέφαλός του, και έστη ενεός και άλαλος,
μη δυνάμενος να συμβιβάση ό,τι έβλεπε με ό,τι είδε προ μικρού.

 — Μα το ναι, είπε, περίεργον πολιτισμόν έχουν αι Αθήναι.
Πολιτισμόν Λονδίνου και πολιτισμόν χωρίου της Βουλγαρίας.

Αλλ' ο ήλιος των Αθηνών ο καυστικός και απολίτιστος ήρχιζεν ήδη
να φλέγη την φαλακράν κεφαλήν του νεήλυδος πατριώτου.

 — Το εσπέρας βλέπω τα άλλα με τον Γιαννάκην! διελογίσθη, και
επανέκαμψεν εις το ξενοδοχείον του.

Ας αφήσωμεν τον ξένον ημών να αναγνώση ήσυχος τας πρωινάς του
εφημερίδας, χωρίς ν' αναγράψωμεν τας εξ αυτών εντυπώσεις του περί
της γλωσσικής και δημοσιογραφικής προόδου των Αθηνών.

Ας τον αφήσωμεν επίσης να κοιμηθή τον μεσημβρινόν του ύπνον μ'
όσην αταραξίαν τω επιτρέπουσιν αι μυίαι, οι σκνίπες και οι
κώνωπες της κλασικής πόλεως, και ας παρακολουθήσωμεν αυτόν την
εσπέραν, εξερχόμενον εις περίπατον μετά του Γιαννάκη.

Ο Γιαννάκης, ως μεσίτης σεβόμενος εαυτόν και τους πελάτας του,
έχει, εννοείται, δίφρον κομψότατον, εις ον επιβιβάζει τον φίλον
του, αναφωνούντα φαιδρώς·

 — Έχεις και αμάξι, βλέπω.

 — Μεσίτης και ιατρός χωρίς αμάξι δεν κάμνει σήμερον δουλειά εις
τας Αθήνας, αγαπητέ.

Και φωνεί προς τον αμαξηλάτην·

 — Τράβα εις τα Πατήσια!

 — Εδώ είνε το Πολυτεχνείον, λέγει μετά μικρόν εις τον νεήλυδα
φίλον· θα το ενθυμείσαι βέβαια.

 — Το εθεμελίοναν, νομίζω, όταν έφυγα· πώς; δεν ετελείωσεν ακόμη;

 — Ετελείωσαν τα χρήματα.

 — Δεν ημπορούσατε να το κάμετε μικρότερον μ' όσα χρήματα είχατε;
θα εχωρούσε, υποθέτω, πάντοτε την αθηναϊκήν καλλιτεχνίαν. Και
αυτό το άλλο, τι είνε;

 — Το αρχαιολογικόν Μουσείον.

 — Και αυτό ατελείωτον. Ας ήνε! ελληνική ασθένεια. Μεγάλα τα
σχέδια και μικρά τα πράγματα. Αλλ' ας αφήσωμεν τας οικοδομάς, να
ιδούμεν ολίγον και τον ζωντανόν κόσμον. Ποία είνε αυτή η κυρία
εις το αμάξι;

 — Είνε μία κυρία . . . κάπως . . . δηλαδή . . . πώς να σου
ειπώ . . .

 — Εννόησα. Περίεργον να ήνε τόσον σεμνά ενδυμένη. Εγώ θα
εξελάμβανα ως τοιαύτην εκείνην εκεί, η οποία περιπατεί δεξιά εις
το πεζοδρόμιον.

 — Αυτή; είνε κυρία πολύ καθώς πρέπει.

 — Και διατί ενδύεται έτσι;

 — Είνε συρμός, φαίνεται.

 — Ο συρμός είνε πολλών ειδών, αγαπητέ· αλλ' αι κυρίαι σας,
βλέπω, δεν εκλέγουν τον καλλίτερον. Και αυτή η άλλη κυρία εις το
αμάξι, ποία είνε;

 — Ό,τι ήτον η πρώτη.

 — Αι! να σου ειπώ, καλά προωδεύσατε. Με το έλεγαν . . .

Αλλά διακόπτει αίφνης τους λόγους του αγαθού ξένου θόρυβος φωνών,
κραυγών, ύβρεων, ανταλλασσομένων μεταξύ  κ α ρ ρ α γ ω γ έ ω ς
ελαύνοντος το αμάξιόν του από ρυτήρος και κλητήρος αστυνομικού
διατάσσοντος αυτόν να σταματήση. Ο αμαξηλάτης φαίνεται πως
υποβεβρεγμένος, ο δε κλητήρ δεν φαίνεται νήστις.

Τι προσφωνούσιν αλλήλους εν τοιαύτη καταστάσει, ευκόλως δύναταί
τις να φαντασθή. Το αμάξιον τρέχει πάντοτε, ο κλητήρ μονολογεί,
χειρονομών τραγικώς ως πρωταγωνιστής του ελληνικού θεάτρου, διότι
ουδεμίαν έχει αυτός διάθεσιν ούτε αι κνήμαι του δύναμιν να
τρέξωσι κατόπιν του παραβάτου των αστυνομικών διατάξεων, οι δε
διαβάται υποχωρούσι μεν φρονίμως προ του καλπάζοντος ιππαρίου,
συναγείρονται δε περί τον κλητήρα και σχολιάζουσι πατριωτικώς τα
συμβαίνοντα. Αλλά διά μιας η σκηνή μεταβάλλεται. Το αμάξιον
τρέχον πάντοτε ανατρέπει εν μέση οδώ αμέριμνον χωρικόν,
μεταβαίνοντα επί του όνου του εις την πόλιν, και το ιππάριον
σταματά, έκπληκτον και αυτό προ του κατορθώματός του. Ο κλητήρ
καταφθάνει τότε δρομαίος, επιτίθεται κατά του αμαξηλάτου, δέρει,
δέρεται, και εν μια στιγμή ευρίσκεται χαμαί ανάσκελος δι' ενός
λακτίσματος του αμαξηλάτου, όστις τρέπεται εις φυγήν.

 — Πού θα μου πας! λέγει στωικώς ο κλητήρ εγειρόμενος και
τινάσσων τον κανιορτόν από της πρώην πορφυράς εφεστρίδος του. Πού
θα μου πας!

Και επιβαίνων μεγαλοπρεπώς του  κ ά ρ ρ ο υ, δράττεται των
χαλινών, και οδηγεί αυτό εις την Αστυνομίαν, αφίνων εις τους
διαβάτας να μεριμνήσωσι περί του μωλωπισθέντος χωρικού.

 — Πώς σου εφάνη η σκηνή; ερωτά ο μεσίτης τον φίλον του.

 — Ας επιστρέψωμεν, απαντά εκείνος, χωρίς ν' απαντήση.

 — Εις τα Ολύμπια! διατάσσει ο Γιαννάκης τον αμαξηλάτην ταυ, και
ο δίφρος διαβαίνων ταχύς την οδόν Πατησίων και την οδόν Σταδίου,
διελαύνει την πλατείαν του Συντάγματος.

Η στρατιωτική μουσική παίζει από της κεντρικής εξέδρας, και
κόσμος πολύς πληροί την πλατείαν. Οι μεν κάθηνται κύκλω, ροφώντες
μετά του κανιορτού τον καφέν των, οι δε περιπατούσιν άνω και
κάτω, και ολίγοι, πολύ ολίγοι κυκλούσι την εξέδραν, προσέχοντες
εις την μουσικήν.

 — Ο δήμος, λέγει ο Δημητράκης, πρέπει να κερδίζη αρκετά απ' αυτά
τα καφενεία.

 — Πώς, δηλαδή;

 — Πόσον τους ενοικιάζει το μέρος της πλατείας το οποίον τους
παραχωρεί διά την τοποθέτησιν των τραπεζίων των;

 — Ο δήμος δεν ενοικιάζει τίποτε. Αυτό δα έλειπε, να μας
ενοικιάζη τόρα ο δήμος και τους δρόμους. Οι άνθρωποι βάζουν τα
τραπέζια των εμπρός εις τα καταστήματά των, και κανείς δεν τους
εμποδίζει.

 — Α! έτσι εννοείτε σεις εδώ τας πλατείας. Πολύ καλά· ως προς
τούτο δεν εγείνατε, βλέπω, ακόμη παρισινοί, ενώ τους επεράσατε ως
προς τας αγγελίας των δημοσίων θεαμάτων.

Και ο νέηλυς Αθηναίος δεικνύει εις τον μεσίτην υπερμεγέθη
θεατρικήν ειδοποίησιν, κυκλοφορούσαν διά του πλήθους επί των ώμων
μικρού γεροντίου.

Η άμαξα διέρχεται μετά μικρόν την οδόν Φιλελλήνων, κάμπτει την
αγγλικήν εκκλησίαν και καταβαίνει προς τους παριλισσίους κήπους.

 — Δεν αφίνομεν το αμάξι, να περιπατήσωμεν ολίγον; παρα...

[λείπουν οι σελίδες 223 233 - Όνομα νέου πεζογραφήματος: Αθηναϊκαί
επιστολαί]

     _πάψε κ' εβαρεθήκαμε,
     κάμε και λίγη κάψα!
     Την ώρα δεν εβλέπαμε
     ναρθής, για να μπορέσουμε
     τουλάχιστον τα ρούχα μας
     τα άλλα να φορέσουμε.
     Αλλά και συ κλαψόμηνας,
     απ' ό,τι βλέπω, γένεσαι.
     Μα ταις μοσκαίς και τάνθη σου.
     για Μάης δε μου φαίνεσαι!_

Αγνοώ αν οι εξορκισμοί του κ. Αβλίχου επτόησαν τον χειμερινόν μας
Μάιον, ή αν συνεκίνησεν αυτόν η περίφρων σιγή των λοιπών βάρδων
του ελληνικού Παρνασού. Το βέβαιον είνε, ότι πρό τινων ημερών
ήλλαξε πάλιν γνώμην, και έγεινεν ό,τι ήτο πάντοτε, τουτέστι
θέρους και καύσωνος μην. Εννοείς, ότι ημείς και πάλιν
παραπονούμεθα διά τον καύσωνα, όπως παρεπονούμεθα προ μιας
εβδομάδος διά το ψύχος. Αλλ' ο Μάιος δεν έχει βεβαίως σκοπόν να
μεταβληθή εις φούρνον του Νασρεδίν-Χότζα, διά να ευχαριστήση
τας ιδιοτροπίας μας· και θα ψηθώμεν επομένως τακτικά, ως πάντοτε,
ακούοντες την ημέραν τους τέττιγας και την εσπέραν τας γαλλίδας
τραγουδιστρίας του Φαλήρου ή τον Νικηφόρον και τον Αλεξιάδην των
ιλισσίων θεάτρων. Αυτά όλα τα ζηλεύεις συ, και θα τα ποθής
βεβαίως εντός ολίγου από της  Ω ρ α ί α ς  Ν ή σ ο υ  της λίμνης
σου. Μη απελπίζεσαι όμως, και εγώ σου στέλλω προσεχώς ένα
αθηναίον τέττιγα, ίνα παρηγορή, διά της θέας του καν, τας ώρας
της ανίας σου.

 — Τι άλλο να σου γράψω; Α! έχω έν νέον, πένθιμον όμως και βαρύ,
το οποίον θα θολώση βεβαίως τους οφθαλμούς σου και θα σφίγξη την
καρδίαν σου. Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης απέθανε! Ο νέος έτι και
ακμαίος πολιτικός ανήρ ο γλυκύς και απτόητος ρήτωρ ο ακάματος και
χρηστός κυβερνήτης, ανηρπάγη εντός τεσσάρων ημερών υπό νόσου
οξείας, ήτις και άλλοτε προ δώδεκα ετών τον είχεν επιβουλευθή,
καθ' ης όμως δεν κατώρθωσε να παλαίση εκ δευτέρου το εξηντλημένον
σώμα του ατυχούς τέκνου του Μεσολογγίου. Τέσσαρες ημέραι αγωνίας,
καθ' ας συνηγωνία μετ' αυτού ολόκληρος η πόλις των Αθηνών,
ήρκεσαν να νεκρώσωσιν την μελίρρυτον εκείνην γλώσσαν, ήτις
τοσάκις είχε γοητεύσει τα ακροατήρια της Βουλής. Ενθυμείσαι, . . .
ότε προ τεσσάρων ετών συνωθούμεναι και αι δύο διά της στενής
κλίμακος, κατωρθώσαμεν μετά κόπον πολύν να εύρωμεν θέσιν εντός
του μικρού ακροατηρίου, και προσμένουσαι ανυπομόνως να τον
ακούσωμεν εκινούμεν τα ριπίδιά μας ως μηχαναί, διά να μη
λιποθυμήσωμεν εκ του καύσωνος και της στενοχωρίας; «Ο Δεληγεώργης
θα ομιλήση! θα ομιλήση ο Δεληγεώργης!» εψιθύριζον πέριξ ημών τα
πυκνά ακροατήρια, και μετ' ολίγον αληθώς τον είδομεν
εγκαταλείποντα την θέσιν αυτού και αναβαίνοντα εις το βήμα.
Ενθυμείσαι, ποία βαθεία σιωπή έκλεισεν ευθύς τα ουχί συνήθως
σιωπηλά στόματα των βουλευτών και ακροατών· ενθυμείσαι, πώς
εισώρμησαν αίφνης διά μιας εις τας κενάς των έδρας οι απόντες,
εχθροί του και φίλοι του, και κατέλαβον εν ησυχία τας θέσεις των,
και ώπλισαν τα ώτα των διά των χειρών των, ίνα μη χάσωσι μίαν του
συλλαβήν. Δεν είχαν δίκαιον; Το κατ' εμέ ουδέποτε θα λησμονήσω
την στιγμήν εκείνην, την οποίαν ουδέ συ, είμαι βεβαία,
ελησμόνησες. Το υπερήφανον εκείνο παράστημα, η ευγενής μορφή, η
σεμνή αναβολή, το εγκρατές και μεμετρημένον των κινήσεων, το
ιλαρόν και ατάραχον βλέμμα του ρήτορος με εγοήτευσαν αληθώς, πριν
ή εκείνος ανοίξη τα χείλη του. Και όμως ποία με ανέμενεν ακόμη
γοητεία, ότε ήνοιξε το στόμα! Δεν ήτο, έλεγες, φωνή εκείνη, αλλά
γλυκεία τις και μυστηριώδης απήχησις κώδωνος κρυσταλλίνου,
μαγεύουσα την ακοήν και κρατούσα υπό διαρκές και ακαταμάχητον
θέλγητρον τον ακροατήν. Ουδέποτε ήκουσα γλυκυτέραν ανθρώπου
φωνήν, σπανίως δε και ήχου οιανδήποτε κλαγγήν, ήτις να έχη τόσην
την μυστηριώδη της μαγείαν. Μετά τας πρώτας του λέξεις δεν
εννόουν πλέον τι έλεγε, διότι — σου εξωμολογήθην το πάθημά μου —
δεν επρόσεχον πλέον εις την έννοιαν των λεγομένων — μου ήρκει η
διαρκής εκείνη μουσική, ην απλήστως κατέπιναν ούτως ειπείν τα ώτα
μου, μου ήρκει η μελωδία εκείνη του λόγου, η αρμονία της φράσεως,
η ουδέποτε προσκόπτουσα, ο ρυθμός εκείνος, όστις ενετείνετο και
εχαλαρούτο, παλλόμενος ως βαρβίτου χορδή υπό τόξον αριστοτέχνου,
το μυστηριώδες εκείνο μέλος, όπερ εξέπνεεν ηρέμα εις το τέλος της
φράσεως, ως ο επί της λείας άμμου εκπνέων φλοίσβος του κύματος.
Έκλεισα, ενθυμούμαι, τους οφθαλμούς, και μ' εφάνη ότι από γλυκύ
εξύπνησα όνειρον, ότε μ' επρότεινες ν' αναχωρήσωμεν, διότι ο
Δεληγεώργης είχε καταβή από το βήμα. Τα ενθυμείσαι όλα αυτά; τα
ενθυμείσαι βεβαίως, διότι πολλάκις μ' επερίπαιξες διά το πάθημά
μου εκείνο, το λίαν ποιητικόν, ως το απεκάλεσες. Αλλοίμονον! δεν
θα το πάθω πλέον αυτό το πάθημα, διότι θ' αργήση πολύ ν' αποκτήση
άλλον Δεληγεώργην το βήμα της βουλής. Πόσον βαθέως συνησθάνθη την
απώλειάν του ο λαός των Αθηνών! Είδα, φίλη μου, πένθος αληθινόν
και εγκάρδιον εικονισμένον εις όλων τας μορφάς, είδα τας θύρας
και τα παράθυρα των εμπορικών καταστημάτων ενδυμένας μελανά
παραπετάσματα· είδα τριάκοντα στεφάνους σωρευμένους επί του
φερέτρου του· είδα δάκρυα ανεπίπλαστα σταλάζοντα επί του ψυχρού
του μετώπου!

Κλείω βαρύθυμος την επιστολήν μου, ήτις και εις σε βεβαίως
βαρυθυμίαν θέλει προξενήσει. Αλλ' ήτο δυνατόν να σου γράψω, και
ν' αποσιωπήσω το φοβερόν αυτό δυστύχημα, το οποίον απωρφάνωσεν
όχι μόνον μίαν οικογένειαν, αλλ' έθνος ολόκληρον;

Ευχήσου να ήμαι φαιδροτέρα την ερχομένην εβδομάδα, και μη με
μαλώσης πλέον διότι βλέπεις πώς σε τιμωρώ· αντί επιστολής σου
γράφω . . . σωστόν σύγγραμμα.

Β'.

Εν Αθήναις τη 30 Μαΐου 1879

Θα μείνης, μου γράφεις, ακόμη ημέρας τινάς εις Φλωρεντίαν, διά ν'
απολαύσης ανέτως τα παντοειδή θέλγητρα της τοσκανικής
μεγαλοπόλεως. Θέλεις να θαυμάσης μέχρι κόρου την  Α φ ρ ο δ ί τ η ν
και τους  Π α λ α ι σ τ ά ς  της Tribuna, τας θαυμασίας γλυφάς
του Γιβέρτη επί των ορειχαλκίνων πυλών του Βαπτιστηρίου, την
περιώνυμον  Κ α θ η μ έ ν η ν   Π α ν α γ ί α ν  του Ραφαήλου εν
τω μεγάρω Πίττη και την  Ν ύ κ τ α, το γλυπτικόν αριστούργημα του
Μιχαήλ Αγγέλου, εν τη εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου. Θέλεις να
επανίδης εκ τετάρτου και πέμπτου το σύμπλεγμα των Νιοβιδών, να
παραδράμης τον Άρνον υπό την δροσεράν σκιάν των πυκνών
δενδροστοιχιών των Cascine, να καθίσης άπαξ έτι υπό την ερυθράν
σκιάδα του Bello Sguardo και να εκδράμης πρωί, πριν ή ανατείλη ο
ήλιος, εις το Φιέζολε, διά της μυροβόλου φλωρεντινής πεδιάδος,
την οποίον κοσμεί αυτοφυής η αγριορροδή και ο ίασμος. Όλα αυτά
μου τα γράφεις με τόσην αυτάρκη ευχαρίστησιν, ώστε μα την
αλήθειαν θα επίστευα, ότι το κάμνεις διά να κινήσης τον φθόνον
μου, αν συγχρόνως δεν μου εζήτεις και νέα αθηναϊκά. Δεν
επαναλαμβάνεις μεν πλέον τας επιτιμήσεις της πρώτης σου
επιστολής, ουδέ πνέει πλέον το γράμμα σου θυμόν και αγανάκτησιν,
αλλ' ο φιλαθηναϊσμός σου, αν και δεν έχει την πρώτην εκείνην
αγρίαν του έξαψιν, έγεινεν όμως επιμονώτερος, και κινδυνεύει να
μεταβληθή εις νόσον χρονίαν. Τι κάμνουν αι Αθήναι; Ήρχισε το
Φάληρον; εκτίσθη το νέον θέατρον του Απόλλωνος; Ήλθεν ο θίασος
του Ταβουλάρη; Έγειναν αι εξετάσεις του Ωδείου; Όλα σου αυτά τα
ερωτήματα παρατάσσονται κομβολογηδόν εις την επιστολήν σου, και
ζητούν απάντησιν ταχείαν και λεπτομερή.


Ας σου απαντήσω λοιπόν, αφού

   Il n' est pas avec toi des accommodements,

ως θα έλεγε φίλος μου τις επιφυλλιδογράφος, παρωδών χάριν σου τον
στίχον του Μολιέρου.

Και εν πρώτοις, τι κάμνουν αι Αθήναι. Αι Αθήναι προ παντός,
αγαπητή μου, ομιλούν πολιτικά. Ερωτούν, αν έφθασεν ο Φουρνιέ εις
την Κωνσταντινούπολιν, αν προσεκλήθη η κυβέρνησις να διορίση εκεί
αντιπρόσωπον, αν και πότε πρόκειται να διαταχθούν αι νέαι
βουλευτικαί εκλογαί, αν έγειναν οι συνδυασμοί της δείνα και δείνα
επαρχίας, αν το δάνειόν μας καλύπτεται ταχέως, και τα λοιπά, και
τα λοιπά.

Περί αυτών όμως πάντων ευτυχώς συ δεν ενδιαφέρεσαι. Ο Θεός σ'
επροφύλαξεν από την λύμην της πολιτικής. Τα κύρια άρθρα των
αθηναϊκών εφημερίδων δεν κινούσιν ευτυχώς τον θαυμασμόν σου· δεν
αναγινώσκεις συ τον Μακώλαιϋ, ουδέ τους λόγους του Κικέρωνος εις
γαλλικήν μετάφρασιν, και προτιμάς να ομιλής περί της βροχής και
του κονιορτού μάλλον ή περί της προσεχούς εκβάσεως των
βουλευτικών εκλογών.

Δεν σου ομιλώ λοιπόν περί πολιτικών, διότι άλλως ούτε τα ηξεύρω
ούτε τα εννοώ. Σου σημειόνω μόνον εν παρόδω, ότι οσάκις οι
Αθηναίοι δεν ομιλούν περί πολιτικών, ασχολούνται σπογγίζοντες τον
ιδρώτα όστις περιρρέει τα πρόσωπά των, ροφώντες, ουχί ευχαρίστως
εννοείται, τον κονιορτόν, όστις, κατά το βαθύ λόγιον της πρώην
δημοτικής αρχής, θα μείνη εν Αθήναις εφ' όσον θα μείνη και η
ομίχλη εν Λονδίνω, παγωτοφαγούντες και γλωσσωλγούντες το εσπέρας
εν τω Σολωνείω, και μη κατορθόνοντες πολλάκις μ' όλην αυτών την
παταγώδη και ασθματικήν αναπνοήν να δροσίσωσιν ολίγον τον αέρα,
όστις την παρελθούσαν εβδομάδα ήτο αληθώς πνιγηρός.

Τώρα, — προχωρώ βλέπεις κατά τάξιν — τι κάμνει το Φάληρον;

Το Φάληρον ήρχισε τας πανηγύρεις του την προχθές Κυριακήν. Τα
λουτρά, εννοείται, δεν ήρχισαν ακόμη, αρκείται δε ο κόσμος
αναπνέων από της ακτής την ιωδούχον αύραν των κυμάτων, πλην ενός
μόνου κυρίου, εις τον οποίον οι ιατροί, ένεκα της πασχούσης
υγείας των ροδίνων του παρειών, παρήγγειλαν, ως λέγει, να κάμνη
ενενήκοντα λουτρά και να τρώγη ενενηκοντάκις την mayonnaise του
φαληρικού εστιατορίου, και όστις επομένως αρχίζει πρώτος πάντοτε
τα λουτρά του και τα τελειόνει τελευταίος. Διηγούνται μάλιστα,
ότι πέρυσιν, ότε περί τας αρχάς Σεπτεμβρίου απεφασίσθη να
αφαιρεθώσιν οι λουτήρες ένεκα ελλείψεως λουομένων, εύρον αυτόν εν
τούτοις οι εργάται εντός ενός λουτήρος, ενδυμένον, εννοείται, ως
ο Αδάμ προ της αμαρτίας, κρατούντα σφιγκτά τας δοκούς του
παραπήγματος, και μη συναινούντα να παύση τα λουτρά του, διότι . .
του έλειπαν ακόμη δύο προς συμπλήρωσιν των ενενήκοντα. Αν δεν
ήρχισαν όμως ακόμη τα λουτρά, ήρχισαν αι παραστάσεις.
Παραστάσεις! θα αναφωνήσης βέβαια. Και εφέτος λοιπόν πάλιν
παραστάσεις; Μάλιστα! και εφέτος πάλιν παραστάσεις εις το πείσμα
σου, διά να ζηλεύης. Τι τάχα ενόμισες, ότι επειδή πέρυσι και
προπέρυσι απέτυχε κάπως το θέατρον του Φαλήρου, ηθέλαμεν αποκάμει
εφέτος και βαρυνθή; Διόλου· και ηπατήθης πολύ, αν το ενόμισες.

Έχομεν λοιπόν και εφέτος θέατρον εις το Φάληρον, και θέατρον
μάλιστα γαλλικόν, και συρρέομεν πάλιν εκεί αθρόοι από της προχθές
Κυριακής, άνδρες γυναίκες και παιδία, και συνωθούμεθα να
ακούσωμεν την  Ω ρ α ί α ν  Μ υ ρ ο π ώ λ ι δ α, και απολαύομεν
πάλιν μετά το τέλος της παραστάσεως του θορυβώδους μεν αλλά
διασκεδαστικού εκείνου θεάματος, το οποίον παρέχουσιν οι επί του
κρηπιδώματος του σιδηροδρόμου συσσωρευόμενοι άνδρες, οι ως επί το
πλείστον ηρωικώς αγωνιζόμενοι προς προκατάληψιν θέσεως εν τη
αμαξοστοιχία. Ο εφετεινός θίασος δεν είνε κακός εν συνόλω, ούτε
δικαιούται τις να έχη μείζονας παρ' αυτού απαιτήσεις, όταν
αναλογισθή ότι είνε θίασος υπαιθρίου θεάτρου, και ότι μία δραχμή
είνε η τιμή της εισόδου. Είνε αληθές ότι άλλοτε η εταιρεία του
σιδηροδρόμου μας είχε συνειθίσει να πληρόνωμεν δέκα μόνον λεπτά
διά το θέατρον, και ότι ενθυμούμεθα την ευδαίμονα εκείνην εποχήν.
Λέγουν μάλιστα, ότι ο χρυσούς εκείνος αιών υπήρξε και διά την
εταιρίαν χρυσούς. Αλλ' οπωςδήποτε η δεκάρα εκείνη ήτο απλώς
αστειότης, και δεν δύναται τις ευλόγως να ζητή καθ' εκάστην
αστειότητας. Το βέβαιον είνε, ότι η φαληρική εκείνη διασκέδασις
είνε μία των ωραιοτέρων μας θερινών διασκεδάσεων, αίτινες άλλως
δεν είνε λίαν άφθονοι· οσάκις δε μάλιστα, ως εφέτος, δεν λαμβάνει
τας τραγικάς διαστάσεις του  Φ ά ο υ σ τ, της Λ ο υ κ ί α ς, της
Ν ό ρ μ α ς και των Κ α θ α ρ ι σ τ ώ ν, αλλά περιορίζεται εις
πινάκια ελαφρά και ευκατάποτα, οποία είνε μ' όλα των τα ελαττώματα
αι Οφφεμπαχιάδες, δύναται τις να λησμονήση ευαρέστως παρά το
γλαυκόν κύμα του Φαλήρου, υπό την θερινήν πανσέληνον, και προς
ορχηστικήν τινα μελωδίαν του γαλλικού θεάτρου, τον καύσωνα και τον
κονιορτόν της πρωτευούσης.

Περί του θεάτρου του Απόλλωνος και των άλλων παραλισσίων
διασκεδάσεων δεν σου γράφω σήμερον, διότι δεν κατώρθωσα ακόμη να
τας ίδω. Ο ιατρός μου, όστις, σημείωσε, φορεί ακόμη το εσπέρας
τον επενδύτην του, δεν μου επιτρέπει να μεταβώ εκεί την εσπέραν,
διότι, λέγει, είνε πολλή υγρασία. Δεν θα τον ακούσω όμως — σου το
εξομολογούμαι υπό πάσαν εμπιστοσύνην — και η προσεχής μου
επιστολή θα ήνε πλήρης γερμανικών ασμάτων, και πάθους ελλήνων
υποκριτών, και αμανέ ανατολικού, αν, ως ελπίζω, έλθη έως τότε ο
ανυπομόνως εκ Σμύρνης προσδοκώμενος θίασος.

Εις το Ωδείον τώρα, το οποίον βλέπεις αφήκα τελευταίον pour la
bonne bouche. Ότε προ οκτώ ετών συνεστήθη ο μουσικός και
δραματικός σύλλογος εν Αθήναις, και σκοπόν αυτού εκήρυξε την
μόρφωσιν Ελλήνων αοιδών και ηθοποιών, και την διάδοσιν εν γένει
του ευρωπαϊκού μουσικού αισθήματος εις τόπον όπου απόλυτος σχεδόν
κύριος εδέσποζεν ο αμανές, οι πλείστοι, ενθυμούμαι, εχαιρέτισαν
την σύστασιν αυτού με δυσπιστίας μειδίαμα, ολίγοι δε μόλις
πλήρεις ελπίδων αισιόδοξοι επίστευσαν εις την επιτυχίαν του νέου
ιδρύματος. Τα πράγματα σήμερον δεν εδικαίωσαν μεν εισέτι τους
αισιοδόξους, διέψευσαν όμως ήδη τους δυσκόλους εκείνους, οίτινες
αφθονούσι δυστυχώς παρ' ημίν, και νομίζουσι πάντοτε, ότι
παρέχουσι δείγματα βαθείας κρίσεως και δυνάμεως μαντικής, αν εκ
προοιμίων φανώσι δυσπιστούντες προς την επιτυχίαν γενναίας τινός
επιχειρήσεως, και καταδικάσωσιν εκ προκαταβολής, ως ματαίαν ή
πρόωρον, την παρ' ημίν εισαγωγήν των στοιχείων εκείνων του
νεωτέρου πολιτισμού, άτινα αποτελούσι τα υγιέστερα των συστατικών
του. Το Ωδείον των Αθηνών, ήτοι το κύριον ίδρυμα του μουσικού και
δραματικού συλλόγου, δεν παρήγαγεν ακόμη, είνε αληθές, ηθοποιούς,
διότι αρχήθεν, αγνοώ έκ τινων σκέψεων ορμώμενος, επέστησεν ο
σύλλογος την προσοχήν αυτού εις καταρτισμόν και μόρφωσιν του
μουσικού ιδίως τμήματος. Παρήγαγεν όμως ήδη ικανώς μορφωμένους
μουσικούς και αοιδούς εκατέρου του φίλου, εξεπαίδευσεν ορχήστραν
ολόκληρον, εκ τεχνιτών συγκειμένην και βιομηχάνων, εδίδαξε την
μουσικήν και την ωδικήν τους τροφίμους του Ορφανοτροφείου Χατζή
Κώστα, έδωκε πολλάς μέχρι τούδε συναυλίας, ακουσθείσας μετ'
ευχαριστήσεως και δικαίας, εννοείται, επιεικείας, και τέλος
πάντων — τώρα ετοίμασε το μεγαλείτερον των επιφωνημάτων σου —
εξετέλεσε πρό τινων ημερών ολόκληρον μελόδραμα — την Βετλήν του
Δονιζέττη — από της μικράς σκηνής του θεάτρου του. Το επερίμενες
αυτό; Εγώ, σε βεβαιώ, δεν το επερίμενα. Δεν σου γράφω περί του
κειμένου του μελοδράματος, όπερ είς των καθηγητών του Ωδείου
μετέφρασεν ελληνιστί, διότι είνε αυτό καθ' εαυτό ασήμαντον, και
ολίγη επομένως η βλάβη, αν η ελληνική μετάφρασις ηύξησε κάπως την
ασημαντότητά του· εκτός δε τούτου ευτυχώς αι λέξεις δεν
ακούονται, και ο ακροατής, ευχαριστούμενος εκ της ελαφράς
μελωδίας και του υποπτέρου ρυθμού της μουσικής, δεν προσέχει εις
τας περιέργως περιπαθείς φράσεις, τας οποίας ανταλλάσσουσιν οι
δύο ερασταί. Ό,τι όμως πρέπει να σου γράψω, διότι μεγάλην και
απροσδόκητον μ' επροξένησεν εντύπωσιν, είνε η επιτυχία των χορών
κατά πρώτου λόγου και της ορχήστρας κατά δευτέρου. Η επιτυχία
αύτη είνε καθαρόν και αναντίρρητον προϊόν της διδασκαλίας του
Ωδείου, και αληθή παρήγαγεν έκπληξιν εις τους ακροατάς. Νέοι και
νέαι, από δύο μόλις ή από τριών ετών διδασκόμενοι εν τω Ωδείω,
εξετέλεσαν τους χορούς και τας ομοφωνίας του μελοδραματίου με
πολλήν και τονικήν και χρονικήν ακρίβειαν, και ουδόλως ήσαν
υπερβολικά τα χειροκροτήματα των θεατών, άτινα επεδοκίμασαν και
ενεθάρρυναν τον νεαρόν εκείνον θίασον. Δικαία επίσης ήτο η
επιδοκιμασία και ενθάρρυνσις της πρωταγωνιστρίας δεσποινίδος
Βέσσελ, ήτις δεν έχει μεν πλήρη και τελείαν φωνήν υψιφώνου,
έψαλεν όμως αψόγως το μέρος της, και θέλει βεβαίως καταστή
δόκιμος ελαφρά υψίφωνος, αν εξακολουθήση ασκουμένη μετά του αυτού
ζήλου, και αποφεύγη ιδίως να κουράζη την φωνήν αυτής. Περί των
δύο ανδρών, του υψιφώνου και βαρυφώνου, non ragioniam, ως λέγει ο
Δάντης· προθυμίαν είχον πολλήν και οι δύο αλλ' ενθυμείσαι τι
λέγει το γραφικόν ρητόν.

Τέλος πάντων, φιλτάτη, ηκούσαμεν εν Αθήναις μελόδραμα ελληνιστί
αδόμενον υπό ελλήνων. Το πράγμα είνε άξιον λόγου, φαντάζομαι δε
ποίος ενθουσιασμός θα καταλάβη σε την πατριώτιδα, και ποίος
διθύραμβος θα ήνε η απάντησίς σου εις την επιστολήν μου.

Γ'.

Εν Αθήναις τη 30 Μαΐου 1879.

Έχεις δίκαιον. Τα Μεδιόλανα είνε αναντιρρήτως η ωραιοτέρα πόλις
της Ιταλίας. Δεν έχουν βεβαίως ούτε την ζωηρότητα της Νεαπόλεως,
ούτε το κλασικόν γόητρον της Ρώμης, ούτε την επιβάλλουσαν εκείνην
σεμνότητα της Φλωρεντίας. Δεν έχουσιν όμως επίσης ούτε τον
επαιτικόν και ρυπαρόν πληθυσμόν της πρώην πρωτευούσης του παλαιού
νεαπολιτικού βασιλείου, ούτε τους ρασοφόρους και τας
κωδωνοκρουσίας και τους λοιμώδεις πυρετούς της ουρανίας πόλεως,
ούτε την ερημίαν εκείνην της βασιλίδος της Τοσκάνης, ήτις εμπνέει
σήμερον αληθή λύπην εις τον γνωρίσαντα την Φλωρεντίαν άλλοτε
ποτε, εις ημέρας δόξης παρελθούσης. Ολίγας ημέρας έμεινα προ ετών
εις Μεδιόλανα. Με ηύφρανεν όμως, σε βεβαιώ, κατά το βραχύ αυτό
διάστημα, το εξωτερικόν εκείνο ήθος της ευτυχίας, το οποίον
βλέπει ευθύς πρώτον ο επισκεπτόμενος την πόλιν, και το οποίον
διαθέτει τόσον ευχαρίστως του θεατήν, οπουδήποτε και αν το
απαντήση, είτε εις πόλιν ολόκληρον, είτε εις οικίαν είτε εις
άτομον απλούν. Είσελθε εις ολλανδικήν οικίαν, και θα ιδής πόσην
θα αισθανθής ευχαρίστησιν, βλέπουσα πάντα τα εν αυτή καθάρια και
εν τάξει, το έδαφος στίλβον, τας υέλους των παραθύρων
αστραπτούσας από το τρίψιμον, τα παραπετάσματα λευκά ως χιόνα, τα
κλείθρα λάμποντα ως κάτοπτρα. Αισθάνεσαι ευθύς, ότι ο ιδιοκτήτης
ου μόνον ευπορεί, αλλά και γνωρίζει πώς πρέπει να ζήση εν
ευπορία· τον μακαρίζεις ενδομύχως, η ευημερία εκείνη αντανακλάται
εις την ψυχήν σου και ανατέλλει κατόπιν επί του προσώπου σου, και
η καρδία σου ευρύνεται υπό ανεξήγητόν τι αλλ' ευάρεστον
συναίσθημα, όμοιον προς εκείνο το οποίον μας προξενεί το άρωμα
ευόσμου άνθους.

Δεν ηξεύρω, αν ερμηνεύω καλώς την ιδικήν σου ευχαρίστησιν, αλλ'
εις εμέ τουλάχιστον τοιαύτην τινά επροξένησεν εντύπωσιν η πόλις
σου, ότε κατά πρώτον την είδα. Η καθαριότης των οδών και των
κατοίκων, η αυτάρκης εκείνη ευχαρίστησις η λάμπουσα επί της
χρηστής αυτών και ακάκου μορφής, το σπεύδον και συγχρόνως
μετρημένον βήμα των, εκ του οποίου εσυμπέραινέ τις ευθύς, ότι οι
βαδίζοντες ούτε κηφήνες ήσαν, ούτε περίεργοι, αλλά μετέβαινον εις
το έργον των, όλα αυτά ως και η παντελής έλλειψις επαιτών και
αργών ανθρώπων, μου επροξένησαν εντύπωσιν, οποίαν εις ουδεμίαν
άλλην ησθάνθην ευρωπαϊκήν πόλιν.

«Αλλά, θα εκφωνήσης βέβαια, εγώ σου ζητώ νέα εξ Αθηνών, και συ
μου γράφεις διά τα Μεδιόλανα!» Συγχώρει με, αγαπητή μου· έχεις
δίκαιον. Ελησμονήθην προς στιγμήν, αλλά δεν σου γράφω και διατί
ελησμονήθην, διότι . . . γνωρίζω ότι θέλεις επιστολάς couleur de
rose, και αν σου έγραφον την αιτίαν της λήθης μου, πολύ
διαφορετικόν θα είχεν η αιτιολογία μου το χρώμα.

Νέον εξ Αθηνών δεν έχω άλλο μεγαλείτερον και σπουδαιότερον να σου
γράψω, ειμή ότι ο θίασος του Ταβουλάρη ήρχισε τέλος πάντων τας
παραστάσεις του παρά τας όχθας του Ιλισσού. Λέγω όχθας εξ απλής
παραδόσεως, χωρίς να εννοώ παντάπασι να προσβάλω τον ειρηνικόν
μας Ιλισσόν, ονομάζουσα αυτόν ποτάμιον. Είνε αληθές, ότι η επί
του καλλωπισμού της πόλεως επιτροπή έκρινεν αναγκαίον να εγείρη
παρόχθια τείχη, ίνα προφυλάξη, φαίνεται, τα χώματα της οδού
εναντίον της κατακτητικής ορμής του κλασικού ρύακος. Αλλ' ο
πτωχός — τω ύδατι — Ιλισσός δεν έχει αναντιρρήτως κακούς σκοπούς,
και ομοιάζει, νομίζω, αυτήν την φοράν με κράτος τι, κλασικόν
επίσης, το οποίον εμπόδιζαν άλλα μεγαλείτερα κράτη να πολεμήση,
ενώ εκείνο το ταλαίπωρον ουδέ καν εσυλλογίζετο τοιαύτα κινδυνώδη
εγχειρήματα. Ήρχισε λοιπόν ο κλασικός Μένανδρος τας κλασικάς του
παραστάσεις παρά το κλασικόν ποτάμιον, ή κυριολεκτικώτερον παρά
τα χαλίκια του κλασικού ποταμίου, επί θεάτρου ανακαινισθέντος εκ
βάθρων, υπό την λάμψιν αεριόφωτος αυτήν την φοράν, και απέναντι
κοινού, το οποίον τίποτε άλλο δεν θέλει καλλίτερον, ειμή να
ανατριχιάζη εκατοντάκις της εσπέρας προς τας φοβεράς σκηνάς των
οικογενειακών δραμάτων του Dennery, να μοσχεύη τέσσαρα
τουλάχιστον μανδήλια διά των δακρύων, άτινα προκαλεί η περιπαθής
απαγγελία της πρωταγωνιστρίας, και να χειροκροτή εκθύμως la prose
του κ. Ταβουλάρη, όστις από τινος έγεινε και μεταφραστής, και, —
μα τον θεόν, νομίζω και συγγραφεύς. Εις αυτού τουλάχιστον τον
κάλαμον απέδωκε το κοινόν την προκήρυξιν, δι' ης ο θίασός του
εδήλωσεν εις τους Αθηναίους την έναρξιν των παραστάσεων αυτού.
Υποθέτω, ότι θα έχης την φυσικήν και πατριωτικήν περιέργειαν να
την αναγνώσης· επειδή δε μου είνε αδύνατον να την αντιγράψω
ολόκληρον εντός επιστολής, σου μεταδίδω μόνον την αρχήν της.
«Αφιππεύοντες», λέγουσιν οι έλληνες ηθοποιοί, «εκ του Πηγάσου,
όστις εν τω παρελθόντι κατά την νηπιώδη της ελληνικής σκηνής
κατάστασιν συμπαρέσυρεν ημάς πολλάκις εις αιθέρια ύψη, εις
ελπιδοφόρα και ψυχοτερπή όνειρα, αλλά και εις απροσπελάστους τοις
πλείστοις κορυφάς, ένθα αι μούσαι μεθύσκουσι τους θνητούς εκ των
αθανάτων ναμάτων της Ιπποκρήνης, λέγομεν ξηρά ξηρά . . . κ. τ.
λ.» Σου ορκίζομαι, ότι ούτε παρέλειψα ούτε προσέθηκα συλλαβήν εις
το αυθεντικόν της προκηρύξεως κείμενον. Δεν προσθέτω δε σχόλιον
κανέν, διότι . . . ουδέ διότι, νομίζω, χρειάζεται.

Πρώτη παράστασις υπήρξεν η του Μ ά ξ β ε λ, «εξόχου δράματος του
Ιουλίου Βαρβιέ», ως λέγει η θεατρική προκήρυξις, «εις πράξεις
πέντε και ένα πρόλογον, μεγάλην εμποιήσαντος αίσθησιν εν
Παρισίοις, διότι παριστά την πάσχουσαν και πεπλανημένην
δικαιοσύνην». Φέρουσα δε ο πρόλογος και αι πέντε του δράματος
πράξεις τας εξής φοβεράς επιγραφάς· «Θ α ν α τ ι κ ή
ε κ τ έ λ ε σ ι ς, Ο  υ ι ό ς  τ ο υ  δ ο λ ο φ ό ν ο υ,
Α δ ε λ φ ό ς  κ α ι  α δ ε λ φ ή, Τ ο  ε γ χ ε ι ρ ί δ ι ο ν,
Τ ο  ό ρ α μ α, Η  τ ι μ ω ρ ί α». Φοβείσαι; εγώ φοβούμαι, αγαπητή,
και δι' αυτό, σου εξομολογούμαι την αμαρτίαν μου, μόλις κατώρθωσα
να ακούσω τον πρόλογον. Η φρίκη μου υπήρξε τόση, ώστε τα νεύρα μου
ήρχισαν να χορεύουν, και ανεχώρησα ευθύς με σφοδρόν πονοκέφαλον.
Αναντιρρήτως αι σφοδραί συγκινήσεις δεν με στέργουν. Ήμην πάντοτε
κράσεως ασθενούς, και δι' αυτό κάμνω ακόμη ψυχρολουσίαν.

Πλην τι τα θέλεις; μ' όλην αυτήν την τακτικήν θεραπείαν, των
νεύρων μου, είνε ακόμη απρόσιτοι εις εμέ αι συγκινήσεις των
«ο ι κ ο γ ε ν ε ι α κ ώ ν  δ ρ α μ ά τ ω ν» του Μενάνδρου. Δεν
δύναμαι λοιπόν, βλέπεις, να σου γράψω λεπτομερέστερον τα κατά την
πρώτην παράστασιν του Απόλλωνος, επιφυλάττομαι δε να σου λαλήσω
εκτενέστερον περί του ελληνικού μας θεάτρου, όταν δοθή καμμία
κωμωδία ή άλλη τις παράστασις ηρεμωτέρα, την οποίαν να καταπίνη
ευκολώτερον ο ασθενής μου στόμαχος.

Εξελθούσα του Απόλλωνος ηξεύρεις τι έκαμα; μετέβην ευθύς απέναντι
εις το Άντρον των Νυμφών, όπου ψάλλει σήμερον και μουσουργεί
θίασος γερμανών και γερμανίδων, ή κυριολεκτικώτερον βοημών και
βοημίδων. Quantum mutatum ab illo το ταλαίπωρον αυτό Άντρον! Ούτε
άνθη πλέον, ούτε σκιαί, ούτε υδάτων ψίθυρος, ούτε παράσχειον
μονοπάτι! Καθίσματα μόνον ξύλινα τριγύρω και τραπέζια με ποτήρια
ζύθου, ναργιλέδες πού και πού αναδίδοντες τας κυανωπάς των έλικας
διά του αραιού φυλλώματος των ολίγων περισωθέντων δένδρων, και
σανίδωμά τι, απομιμούμενον δήθεν σκηνήν, και μεταφερόμενον εδώ
και εκεί κατά τας εκάστοτε ανάγκας και συμφωνίας του ιδιοκτήτου.
Αφ' ότου το πρώτον, προ οκτώ ετών, εισέβαλεν εις τον ποιητικόν
εκείνον χώρον ο πρώτος επισκεφθείς τας Αθήνας γερμανικός μουσικός
θίασος, ήτοι η  Μ α ρ ί κ α ι ς, ως επωνόμασεν αυτόν το πυκνόν
πλήθος των θαυμαστών του, τι δεν είδε το πτωχόν αυτό Άντρον, και
τι δεν ήκουσεν! Ήκουσε την Risette τραγουδούσαν διά της ανδρικής
της φωνής την Femme du sapeur· ήκουσε την Stella del nostro amore
εν ιταλική δυωδία, και τας κωμικάς προσλαλιάς του έλληνος clown
Μανώλη· είδε τον Φραντζήν και την αμερικανήν σχοινοβάτιδα, ήτις
ανήρτα από του τραχήλου της εκατόν οκάδων βάρος· ήκουσεν αμανέν
και είδε ταχυδακτυλουργίαν! Όλα τα είδε, και σήμερον πάλιν
επανέρχεται εις τα πρώτα του,

     comme on revient toujours
     a ses prémieres amours,

και έχει βοημούς μουσουργούς, οίτινες πίνουσι τον ζύθον των
απαθέστατα, οσάκις δεν παίζουσι, και αοιδούς βοημίδας, αίτινες,
οσάκις δεν ψάλλουσι, περιφέρουσι το ιλαρόν τον μειδίαμα και το
πινάκιόν των εις τους θεατάς.

_Άλλαξαν όμως οι καιροί ς' τον κόσμον εδώ κάτω!_

Δεν βρέχει πλέον αργυρά νομίσματα ούτε χαρτονομίσματα αιδημόνως
συνεπτυγμένα η περιπαθής λατρεία των θεατών· δεν φωλεύουσι πλέον
εις τα άδυτα των αδύτων του συμφύτου άλλοτε κήπου οι γηραιοί
λάτρεις της Τούμπλας και της Άννας, αναμένοντες έν των μειδίαμα
ως δρόσον του ουρανού· ουδέ υπάρχει πλέον ανάγκη να συνοδεύωσι
τας μουσουργούς νεάνιδας εις τας οικίας των κλητήρες και
χωροφύλακες μετά το τέλος της παραστάσεως, ίνα προφυλάττωσιν
αυτάς κατά του εξημμένου ενθουσιασμού των ακροατών. Οι χρυσοί
χρόνοι της ποιητικής εκείνης νηπιότητος του αθηναϊκού κοινού
παρήλθον ανεπιστρεπτεί, και σήμερον μόλις που τολμά η δεκάρα να
περιφρονήση το πεντάλεπτον επί του λευκού χειρομάκτρου του
πινακίου, μόλις δε το χείλος των αδιαφόρων ακροατών ανοίγεται εις
ανάλατόν τινα φιλοφροσύνην προς την χαλκολογούσαν μουσουργόν, και
το περικαθήμενον κοινόν δυσκόλως μόλις συγκατατίθεται να μειδιάση
προς την τετράφωνον μελωδίαν του

Auf der Au, Au . . Au, Au . . Au!

την οποίαν υλακτούσιν εναμίλλως τέσσαρες γερμανικαί χάριτες,
φορούσαι κατά παράδοξον καλαισθησίαν όλα της ίριδος τα χρώματα.

Γινόμεθα βλέπεις πρακτικώτεροι οσημέραι και ημείς οι εν Αθήναις.
Επαύσαμεν προ καιρού να τρεφώμεθα με ατμούς και αισθήματα·
αποβλέπομεν εις την ουσίαν κυρίως· ανάγομεν όλα εις την
υ π ε ρ τ ί μ η σ ι ν  ή  υ π ο τ ί μ η σ ι ν, και φιλολογικώς
κινδυνεύομεν, μα την αλήθειαν, να γείνωμεν οπαδοί της πραγματικής
σχολής του Assomoir ή του  Α υ τ ο κ τ ο ν ε ί ο υ (!!), αν
προτιμάς την πρόσφατον ελληνικήν μετάφρασιν.

Απέρχεσαι τέλος, μου γράφεις, εις την λίμνην του Κόμου, και εκεί
θα σου διευθύνω την προσεχή μου επιστολήν. Μη λησμονήσης, ότι
θέλω λεπτομερή έκθεσιν των πρώτων σου εντυπώσεων.

Δ'.

Εν Αθήναις, τη 11 Ιουνίου 1879.

Σου γράφω και σήμερον εις Μεδιόλανα, διότι, μη λαβούσα επιστολήν
σου αυτήν την εβδομάδα, δεν ηξεύρω πού αλλού να διευθύνω το
γράμμα μου. Είμαι τουλάχιστον βεβαία τοιουτοτρόπως, ότι η
επιστολή μου θα σε πάρη το κατόπιν, και θα σε φθάση επί τέλους
όπου ευρίσκεσαι, χωρίς να πάθη ό,τι φοβούμαι ότι έπαθεν η ιδική
σου εις το ελληνικόν ταχυδρομείον. Τι τα θέλεις όμως; ήθελα πολύ
να είχες φθάσει εις την λίμνην του Κόμου. Πρώτον, διότι θα
επέγραφα με αρχαιολογικήν υπερηφάνειαν την επιστολήν μου: Εις
Λ ά ρ ι ο ν   Λ ί μ ν η ν, και θα σου εδείκνυα τοιουτοτρόπως σοφίαν
γεωγραφικήν, την οποίαν βεβαίως δεν θα επερίμενες, διότι δεν
υποπτεύεις συ — η άκακος και ενθουσιώδης φύσις — ότι αρκεί τις να
φυλλομετρήση επ' ολίγα μόνον λεπτά τον πρώτον τυχόντα
ερυθρόφυλλον Οδηγόν, διά να μάθη πώς έλεγον οι παλαιοί την
λίμνην, της οποίας αι όχθαι θα ακούσουν εφέτος τα θαυμαστικά σου
επιφωνήματα. Δεύτερον, διότι θα είχα αφορμήν, απαντώσα εις τας
ιδικάς σου εντυπώσεις, να φλυαρήσω και εγώ ολίγον περί της
μαγευτικής εκείνης λίμνης, και να γεμίσω κάπως το σημερινόν μου
γράμμα, το οποίον κινδυνεύει τώρα να μείνη κενόν, κενότατον και
πτωχόν. Διότι — τι να σου το κρύπτω αγαπητή μου; — αι Αθήναι,
όσον και αν εξογκούνται, όπως ομοιωθώσι με τας ευρωπαϊκάς
μεγαλοπόλεις, όσον και αν αντιγράφουν — με στραβόν, εννοείται,
χάρακα, — τον δυτικόν πολιτισμόν, όσον και αν ετελειοποιήθησαν
κατά το φαγητόν, την ενδυμασίαν και τας διασκεδάσεις, μένουσιν
όμως πάντοτε και είνε πόλις μικρά, μικροσκοπική, μικρόσοφος και
μικρολόγος· μ' όλας δε τας εβδομήκοντα δύο χιλιάδας κατοίκων, τας
οποίας έχουν σήμερον κατά την τελευταίαν απογραφήν, δεν
παρέχουσιν όμως ύλην δι' επιστολάς εβδομαδιαίας, οποίας τας
θέλεις συ . . . — φλυάρους δηλαδή, λεπτομερείς και παραγεμισμένας
με νέα, — με νέα, εννοείται, περίεργα και ενδιαφέροντα, άσχετα με
την πολιτικήν, μη μετέχοντα κακογλωσσίας, αποτασσόμενα δε τω
Σατανά και πάση τη πομπή αυτού.

Πού να τα εύρω λοιπόν εγώ, αυτά τα νέα; Να τα δημιουργήσω; Ούτε
το θέλεις, ούτε, αν το ήθελες, έχω αυτήν την ικανότητα. Δεν μου
μένει άλλο, ή να επιχειρήσω λεπτομερή ανάλυσιν της Perichole και
του Oeil crevé, τα οποία δίδει τώρα ο γαλλικός θίασος του
Φαλήρου. Αλλά και γνωρίζεις και γνωρίζω και γνωρίζομεν όλοι, εκ
της ενδόξου ιστορίας του εν Αθήναις γαλλικού θεάτρου, τα μουσικά
αυτά αριστουργήματα, των οποίων δικαιοί τον τίτλον αυτόν
αναντιρρήτως η καθ' εκάστην εσπέραν πυκνή συρροή του κοινού επί
των αναπαυτικών σκάμνων του θεάτρου. Να σου απαριθμήσω τα
παντοειδή πολεμικά πλοία, άτινα σταθμεύουσι τώρα εις Φάληρον; Να
σου περιγράψω το cricket των άγγλων ναυτών, οίτινες με
απαραμείωτον ευσυνειδησίαν παρέχουσι καθ' εσπέραν σχεδόν εις το
περίεργον κοινόν το διασκεδαστικόν αυτό θέαμα, ως θεατρικόν τινα
πρόλογον, ούτως ειπείν, των εσπερινών παραστάσεων; Αλλ' η
περιγραφή μου δεν θα είχε κανέν θέλγητρον διά σε, ήτις ηξεύρω
πόσον αηδιάζεις τους άνδρας, όταν παίζωσιν ως παιδία. Ώστε, αφού
και καλά θέλεις νέα αθηναϊκά, ηξεύρεις τι συλλογίζομαι; Να πάρω
κατά σειράν τα σχολεία και τα παντοειδή εκπαιδευτήρια των Αθηνών,
τα οποία κάμνουν τώρα τας εξετάσεις των, και να σου καταστρώσω
λεπτομερεστάτην έκθεσιν του αποτελέσματός των. Το πράγμα δεν θα
ήτο πληκτικόν όσον υποθέτεις, ούτε διδακτικόν μόνον, αλλά και
κωμικόν εν μέρει και πολύ οπωςδήποτε ευάρεστον. Θα ήρχιζα,
φαντάσου, από τας αγγελίας των διευθυντών και τα εκ προκαταβολής
επαινετικά διάφορα των εφημερίδων· θα μετέβαινα κατόπιν εις τους
πανηγυρικούς λόγους των διδασκάλων, οίτινες, ως μεγάλα παιδία,
έχουσι και αυτοί την αθώαν επιθυμίαν να κάμωσι την επίδειξίν των·
θα σου ανέφερα μερικάς φράσεις των διδασκαλικών αυτών αγορεύσεων,
αίτινες μου ενθύμισαν τον θαυμάσιον εκείνον ορισμόν: «Παιδεία
εστί γνώσις συνειδήσεων της ανθρωπότητος καθόλου φύσεως», δι' ου
γυμνασιάρχης τις ποτέ επροοιμίασε τον εναρκτήριον των εξετάσεων
λόγων του· θα σου απεμνημόνευα των διδασκάλων τας ερωτήσεις και
τας απαντήσεις των μαθητών, τας συγκινήσεις των γονέων και των
θεατών τα σχόλια· δεν θα παρέλιπα να σου περιγράψω τας
λευχείμονας ως περιστεράς μαθητρίας, και την ενδυμασίαν των
διδασκαλισσών, προσπαθούσαν να συμβιβάση την διδασκαλικήν
σοβαρότητα προς την κοσμικήν φιλαρέσκειαν· θα σου ανήγγελλα κ'
εγώ, ως αι εφημερίδες, τα ονόματα των τάδε μαθητών και των δείνα
μαθητριών, όσαι εγοήτευσαν τους ακροατάς διά των ευφυών των
απαντήσεων, και επί τέλους θα ανέγραφα τους θριάμβους εκάστου
εκπαιδευτηρίου, συμφώνως προς όσα δημοσιεύουσι συνήθως περί αυτών
οι διευθυνταί των, οι διδάσκαλοι, οι φίλοι, και των παιδίων αυτών
οι γονείς, οίτινες νομίζουσιν, ότι δεν είνε αρκετή η επιτυχία των
τέκνων των, αν δεν τυπωθή και το όνομά των εις την εφημερίδα.
Αλλά όλος αυτός ο κόπος μου θα ήτο περιττός διά σε, ήτις
λαμβάνεις όλας σχεδόν τας καθημερινάς εφημερίδας των Αθηνών, και
θα έχης επομένως εγκαίρους και νωπάς και λεπτομερείς όλας τας
περί των εξετάσεων των σχολείων μας ειδήσεις.

Τι λοιπόν να σου γράψω, αφού πρέπει οπωςδήποτε να γεμίση η
επιστολή μου; Να σου γράψω, ότι, αφ' ότου ήρχισαν να πνέωσιν οι
ετησίαι, έχομεν πάλιν τόσον εν Αθήναις κονιορτόν, ώστε, αφού αι
εβδομήκοντα δύο χιλιάδες κάτοικοι της πρωτευούσης τρώγουσι και
ροφούσι καθ' ημέραν τρισμέγιστον αυτού ποσόν, μένει πάλιν τόσον
πολύς, ώστε κινδυνεύει να μας θάψη όλους; Το πράγμα δεν είνε
νέον. Είνε τόσον παλαιόν, ώστε, ως ηξεύρεις, οι προπάτορές μας
γηγενείς Αθηναίοι εκαυχώντο ότι εφύτρωσαν από την κόνιν αυτήν της
πατρίδος των, όπως επίστευον ότι εφύτρωσαν και οι τέττιγες, και
εκόσμουν την κόμην των διά τούτο με τέττιγας χρυσούς, όπως ημείς
με πολύ ολιγωτέραν καλαισθησίαν κοσμούμεν αυτήν με ταριχευμένα
πτηνά και με χρυσοκανθάρους. Τι τα θέλεις όμως, φιλτάτη μου;
παλαιόν ή νέον, το πράγμα είνε οχληρότατον και αηδέστατον. Έχουσι
και η Νεάπολις και η Αλεξάνδρεια και άλλαι πόλεις κονιορτόν, αλλ'
ο ιδικός μας κονιορτός, ο κονιορτός εκείνος, από τον οποίον
υπάρχει φόβος ότι θα φυτρώσουν μίαν ημέραν οι μέλλοντες κλασικοί
κάτοικοι των Αθηνών, είνε κάτι τι ξεχωριστόν και μέχρις
απελπισίας αφόρητον. Είνε εχθρός φοβερός και ακαταμάχητος, όστις
σε πολεμεί και μακρόθεν και εκ του συστάδην, μετά παρρησίας
συνάμα και υπουλότητος, και κατά του οποίον ουδεμία είνε δυνατή
υπεράσπισις. Σου τυφλόνει τους οφθλαμούς, σου παραγεμίζει το
στόμα, σου φράττει τα ώτα, σου ξηραίνει και αυτόν σου τον
λάρυγγα, διότι αναγκάζεσαι επί τέλους να τον αναπνεύσης θέλουσα
και μη θέλουσα. Εις μάτην κλείεσαι εις την οικίαν σου· σε
παρακολουθεί διά της θύρας, εισέρχεται διά των παραθύρων, εισδύει
διά των υέλων, και μα την αλήθειαν, νομίζω ότι και διά των τοίχων
αυτών εισχωρεί. Σημείωσε δε, ότι όπως ο ανατολίτης υπό το
πεπρωμένον, κύπτομεν και ημείς οι δυστυχείς την κεφαλήν υπό το
παντοδύναμον κράτος της θεομηνίας, υποτασσόμεθα εις την μάστιγα
του κονιορτού, και ουδ' επιχειρούμεν καν πλέον να τον
πολεμήσωμεν. Απεπειράθημεν άλλοτε να τον συναθροίζωμεν από τας
οδούς και να τον ρίπτωμεν έξω της πόλεως· αλλ' αφού είδαμεν ότι ο
αδάμαστος ημών εχθρός επανήρχετο και πάλιν οργίλος επί πτερύγων
ανέμων, εδώκαμεν τόπον τη οργή, και παρητήθημεν της ανίσου και
ανωφελούς πάλης, σκεφθέντες φρονιμώτατα ως ο ευφυής εκείνος
υπηρέτης, όστις δεν εκαθάριζε τα λασπωμένα υποδήματα του κυρίου
του, διότι εσυλλογίζετο, ότι έμελλον και πάλιν μετ' ολίγον να
λασπωθούν. Τώρα καταβρέχομεν μόνον ενίοτε. Ημέραν παρ' ημέραν
μόλις, ή κάλλιον ειπείν νύκτα παρά νύκτα, διότι και τούτο γίνεται
πολύ μετά την δύσιν του ηλίου (τοσούτος βλέπεις είνε ο φόβος
μας!) — περιφέρονται είς τινας των δρόμων ισχνοί τινες,
κατεσκληκότες και πεφοβισμένοι ημίονοι, σύροντες όπισθέν των
σαθρά τινά βαρέλια, τα οποία λασπόνουν πού και πού τον δρόμον,
σέβονται δε θρησκευτικώς το πλείστον μέρος του κονιορτού, όστις
ευθύς κατόπιν των εγείρεται θυμώδης και περικαλύπτει και
ημιονηλάτην και ημίονον και βαρέλιον. Έχουσι δε τότε οι διαβάται
διπλήν διασκέδασιν· την μίαν θερινήν, τον κονιορτόν, και την
άλλην χειμερινήν, την λάσπην. Λέγουν εν τούτοις πολλοί, ότι δεν
είνε δεισιδαίμων φόβος η αιτία της προς τον κονιορτόν ανοχής μας,
αλλ' άλλη τις πεζοτέρα και πραγματικωτέρα, . . . . η έλλειψις
ύδατος. Ίσως έχουσι δίκαιον. Φοβούμαι όμως μη και τα δύο
συμπίπτουσι. Διότι τέλος πάντων δεν ήτο δυνατόν με το ολίγον
νερόν το οποίον έχομεν διαθέσιμον να καταβρέχωμεν περισσοτέρους
δρόμους καθ' εκάστην, παρά να λασπόνωμεν ολιγωτέρους ημέραν παρ'
ημέραν; Η σκέψις μου, βλέπεις, δεν έχει αξιώσεις επιστημονικής
βαθύτητος, αλλ' είνε απλή τις και πρόχειρος ιδέα, η οποία απορώ
πώς δεν έρχεται και εις των αρμοδίων τον νουν.

Οπωσδήποτε το ζήτημα των υδάτων της πόλεώς μας αποκτά καθ' ημέραν
μεγαλειτέραν σπουδαιότητα, και πολύ επικαίρως εδημοσιεύθη εσχάτως
επί του αντικειμένου τούτου πραγματεία τις αληθούς επιστήμονος,
του κ. Κορδέλλα. Δεν ανέγνωσα ακόμη το βιβλίον. Θα το αναγνώσω
όμως αυτήν την εβδομάδα και θα σου γράψω την προσεχή.

Ε'.

Εν Αθήναις τη 20 Ιουνίου 1879.

Είσαι κατενθουσιασμένη, μου γράφεις, και εννοώ κάλλιστα τον
ενθουσιασμόν σου, και θα τον υπέθετα, αν δεν μου τον έγραφες.
Φαντάζομαι δε πού θ' αναβή ο ενθουσιασμός σου αυτός ακόμη, όταν
σιγά σιγά περιπλεύσης ανέτως, όχι δι' ατμοκινήτου αλλά διά μικράς
λέμβου, την λίμνην ολόκληρον, ή περιέλθης ανέτως τας όχθας της,
και επισκεφθής και θαυμάσης τας μαγευτικάς εκείνας επαύλεις,
αίτινες κοσμούσι τους χλοερούς των λόφους. Τότε θα ιδής . . . —
δεν εξακολουθώ, διότι είμαι βεβαία ότι θα θυμώσης, ως εθύμονες
άλλοτε κωμικώτατα, ότε με κατελάμβανεν — ενθυμείσαι; — η σατανική
επιθυμία να σου διηγούμαι το τέλος μυθιστορήματος, ούτινος συ
ανεγίνωσκες την αρχήν. Ας έλθω λοιπόν εις τας Αθήνας μας, και ας
αφήσω την Ιταλίαν σου. Ας υποταχθώ εκούσα άκουσα εις τον φοβερόν
σου εγωισμόν, όστις δεν αρκείται μόνον εις τας εκ της ξενιτείας
απολαύσεις, αλλά θέλει ως καρύκευμα εβδομαδιαίον και τας από της
πατρίδος ειδήσεις, και τας θέλει ευαρέστους πάντοτε και τερπνάς.
Ευαρέστους πάντοτε και τερπνάς! Αυτό δα είνε! Ηξεύρεις, ότι
κατήντησες τυραννική; Δεν θέλεις, λέγεις, να σου αναφέρω τα
δυσάρεστα των Αθηνών, ούτε να ακονίζω την ευφυίαν μου — ευχαριστώ
διά την φιλοφροσύνην — εις τας ελλείψεις της ελληνικής
πρωτευούσης· τας γνωρίζεις, λέγεις, και επιθυμείς να τας
λησμονήσης· δι' αυτό ίσα ίσα εταξείδευσες, διά να μη βλέπης το
θέαμα των μικρών μας ασχημιών, και ν' ατενίζης μόνον μακρόθεν την
Ελλάδα, ως ωραίον σκηνογράφημα, το οποίον δι' αυτό ακριβώς
εζωγραφήθη, διά να βλέπεται μακρόθεν. Σου ταράττει, γράφεις, τα
νεύρα σου, η έστω και ανώδυνος και αθώα κακολογία· σ' εμποδίζει
να χωνεύης τακτικά τα ωραία ελβετικά χαμοκέρασα, τα οποία σου
παραθέτει ο προγάστωρ και φαιδρός σου ξενοδόχος, και τέλος
πάντων, kurz und gut, ως λέγει πάλιν ο γερμανός σου υπηρέτης,
θέλεις να σου γράφω τα ωραία πράγματα των Αθηνών, τα ευχάριστα
μόνον και τα ιλαρά, διότι αυτό σε ωφελεί εις την υγείαν! Έχεις εν
μέρει δίκαιον. Ταξειδεύεις χάριν θεραπείας . . . νοσήματος το
οποίον αγνοείς και συ, ως το αγνοούσι και οι . . ιατροί σου, αλλ'
αδιάφορον — και εννοείς, πολύ λογικώς και συνεπώς, να αποτελώσι
και αι επιστολαί μου μέρος ολοκληρωτικού της θεραπείας σου: τρις
της εβδομάδος λουτρά, πάσαν πρωίαν τυρόγαλα, δύο ώρας περιπάτου
καθ' ημέραν, και άπαξ της εβδομάδος . . . μίαν φαιδράν επιστολήν
εξ Αθηνών! Ωραία, μα την αλήθειαν, ετακτοποίησες την υγιεινήν σου
δίαιταν, και θα είχα μαύρην αληθώς την καρδίαν, αν εγώ μόνη εκ
κακής μου θελήσεως ετάραττα την συνταγήν σου.

Πλην, φίλη μου, . . . — αλλ' έστω· ουδέ δικαιολογούμαι καν, διότι
συλλογίζομαι τα πορφυρά σου ευώδη χαμοκέρασα, και την ενδεχομένην
κακήν των χώνευσιν. Τούτο μόνον συλλογίσου· ότι αν έξαφνα καμμίαν
εβδομάδα δεν λάβης επιστολήν μου, δεν πρέπει να το αποδώσης εις
κακήν μου θέλησιν, μήτε εις αμέλειαν, μήτε εις οκνηρίαν, αλλά
μόνον και απλούστατα εις εξάντλησιν ή προσωρινήν τουλάχιστον
έλλειψιν των συστατικών του χαροποιού αερίου, όπερ επιθυμείς και
καλά να φέρωσιν υπό την ρίνα σου τα γράμματά μου. Où le peuple
n' a rien, le roi perd ses droits λέγουν οι γάλλοι, συ δε βεβαίως
δεν έχεις την αξίωσιν να δεσπόσης των αδυνάτων, ούτε θα οργισθής
διότι δεν σου δίδεται το μη υπάρχον. Αλλά και αν οργισθής, θ'
ακούσης το «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος», και θα ησυχάσης.

Αυτήν ευτυχώς την εβδομάδα έχω κάτι να σου διηγηθώ, και χαίρω ότι
η υγεία σου είνε ακόμη εξησφαλισμένη δι' οκτώ ημέρας.

Την παρελθούσαν ή μάλλον ειπείν την προπαρελθούσαν τρίτην κατέβην
με τον I . . . εις το Φάληρον. Μη με μαλώσης, σε παρακαλώ, ότι
καταβαίνω συχνά εις το Φάληρον, μήτε υποθέσης άλλ' αντ' άλλων. Το
εσπέρας δεν έχομεν τι άλλο να κάμωμεν, όσοι δεν θέλομεν να
μείνωμεν εις το Σολωνείον καθήμενοι ή εις την πλατείαν του
Συντάγματος περιπατούντες, παρά να καταβώμεν εις το Φάληρον, ή να
υπάγωμεν εις τον Απόλλωνα, ή να μείνωμεν θαυμάζοντες την σελήνην
εις το καφενείον των Ολυμπίων. Εγώ προτιμώ το πρώτον, όχι μόνον
διότι είνε δροσερώτερον, αλλά και διότι είνε μακρύτερα από τα
περιπαθή άσματα των γερμανίδων. Κατέβην λοιπόν εις το Φάληρον,
εγευμάτισα εκεί, και άμα έδυσεν ο ήλιος ετράπην με τον σύντροφόν
μου προς την Μουνυχίαν, διά να διασκεδάσω θεωρούσα τα
πυροτεχνήματα, τα οποία επρόκειτο να καώσι προ των βασιλικών
οικημάτων επί τοις γενεθλίοις του βασιλόπαιδος Γεωργίου, όστις
την 12 υπερμεσούντος συνεπλήρου το δέκατον της ηλικίας του έτος.
Οι βασιλείς, ως γνωρίζεις ήδη πιθανώς εκ των εφημερίδων,
κατοικούσι και εφέτος θερινά τινα οικήματα, εκ των ωραίων εκείνων
και κομψών, άτινα κατεσκεύασε πρό τινων ετών επί του
μεσημβρινοανατολικού λόφου της Μουνυχίας και αντικρύ της
Φρεαττύος ο φιλόκαλος γερμανός αρχιτέκτων Τσίλλερ. Η από του νέου
Φαλήρου άγουσα εκεί οδός, ήτις πρό τινων ετών περιωρίζετο εις
ανώμαλον και θαμνόσπαρτον ατραπόν, τέμνουσα ελικοειδώς τον παρά
την παραλίαν υψούμενον λόφον, είνε σήμερον ωραία αμαξιτός
λεωφόρος περικάμπτουσα τον λόφον, παρατρέχουσα τον αιγιαλόν,
διερχομένη κάτωθεν του ερημικού πύργου του πρωθυπουργού ημών, και
καταλήγουσα διά κομψοτάτης καμπής εις την Μουνυχίαν.

Πρό τινων ετών, ως ενθυμείσαι, ουδέν άλλο υπήρχεν εκεί, ή γυμνοί
τινες μόνον βράχοι, όπου ουδέ άκανθαι εύρισκον τροφήν, παραλία
κάτωθεν αμμώδης και παντέρημος, και μόλις που το εσπέρας κάρρα
τινά μεταφέροντα εις τα γαλανά του Φαλήρου και της Μουνυχίας
κύματα τέκνα τινά του λαού, άτινα, επόμενα εις τον παντοκράτορα
συρμόν, ενόμιζον και αυτά απαραίτητον εις την υγείαν των την
χρήσιν των λουτρών. Σήμερον ήλλαξαν τα πράγματα· και το μεν
Φάληρον μεταμορφούται από ημέρας εις ημέραν εις χαριεστάτην
θερινήν διαμονήν, της οποίας επιφυλάττω την περιγραφήν εις κανέν
άλλο μου γράμμα — οικονομούσα ως βλέπεις τα γλυκύσματά μου, ώςτε
να έχω με τι να τρέφω την πεινώσαν υγείαν σου, — ο δε παρ αυτό
λόφος, ούτινος την κορυφήν κατέχει δίκην σκοπιάς ο πύργος του κ.
Κουμουνδούρου, ήρχισε και αυτός να στολίζεται, να οικοδομήται και
να αποκτά κατοίκους και λάτρεις. Την εσπέραν μάλιστα εκείνην η εξ
αυτού θέα ήτο αληθώς μαγευτική.

Δεν αισθάνεσαι τώρα κάπως τον εαυτόν σου καλλίτερα; Αι; Η βραδυά
ήτο γαληναία και δροσερά, τα δε νερά του Φαλήρου και της
Μουνυχίας ουδέ καν εσείοντο πέριξ των παντοειδών πολεμικών
πλοίων, τα οποία σταθμεύουσιν από τινος προ του όρμου της
Καλλιθέας, και των οποίων τους προτόνους εκόσμουν από τινος
πολύχρωμοι σημαίαι, οιονεί ανθόπλεκτοι στέφανοι. Πέραν εις το
βάθος διεγράφετο καθαρώς ο φαληρικός κόλπος, όστις μίαν ημέραν θ'
αμιλλάται ίσως προς τον ονομαστόν κόλπον της Νεαπόλεως, και
ούτινος τον αιγιαλόν διέστιζον ήδη πού και πού τ' αναπτόμενα φώτα
των επ' αυτού οικιών και καφενείων. Μακρότερον δε προς ανατολάς
ανέδυεν έτι από της εσπερινής ομίχλης το ποικίλον πανόραμα των
Αθηνών, ούτινος εδέσποζον τα απαράμιλλα του Παρθενώνος ερείπια,
χρυσούμενα υπό των ακτίνων της νέας σελήνης. Πολλάκις εσταμάτησα
καθ' οδόν και εστράφην προς τα οπίσω, ίνα θαυμάσω το αμίμητον
εκείνο πανόραμα, πάντοτε δε, οσάκις εστάθην, εσυλλογίσθην σε την
ξενιτευμένην, και επόθησα να σε είχα την στιγμήν εκείνην πλησίον
μου. Μετά ημισείας ώρας δρόμον εφθάσαμεν τέλος πάντων εις το
μικρόν καφενείον της Καλλιθέας, όπου προ δέκα μεν περίπου ετών
εφύετο ρικνή τις και νανοφυής αγριαπιδιά, σήμερον δε υπάρχουν
δένδρα σκιερά, και καθίσματα αναπαυτικά παρά την θάλασσαν, και
παίγνια γυμναστικά, ως εκείνα τα οποία θ' απαντήσης μετά τινας
εβδομάδας εις όλα τα χωρία της Ελβετίας, και κόσμος τέλος πάντων,
κόσμος καπνίζων το σιγάρον του και πίνων τον ζύθον του εν
ευαρέστω λήθη των κόπων της ημέρας. Επί του ωραίου τούτου λόφου
κατοικεί από τριών ήδη περίπου εβδομάδων η βασιλική οικογένεια. Ο
βασιλεύς, αληθής ναυτική φύσις, ως γνωρίζεις, αγαπά, λέγουσι,
πολύ το μέρος τούτο, όπερ αποτελεί ούτως ειπείν trait d' union
μεταξύ Φαλήρου και Πειραιώς, και το πλείστον σχεδόν της ημέρας
και της εσπέρας διατρίβει επί της θαλάσσης, οτέ μεν κολυμβών οτέ
δε αλιεύων, άλλοτε κωπηλατών και άλλοτε επισκεπτόμενος και
εξετάζων ως εμπειροπράγμων τα προ της Καλλιθέας ορμούντα πολεμικά
πλοία, ελληνικά ή ξένα. Μεταξύ τούτων ευρίσκετο την εσπέραν
εκείνην και η ωραία ρωσσική θαλαμηγός «Μ έ γ α ς
Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο ς» εκείνη ακριβώς, ήτις μετήγαγε προ μικρού
την βασίλισσαν ημών από της Κριμαίας, και ήτις, ως ελέγετο,
επρόκειτο να αποπλεύση μετά τινας ημέρας εις Νεάπολιν, ίνα
παραλάβη και μεταφέρη εις Κωνσταντινούπολιν και Βάρναν τον
πρίγκιπα Βάτεμβεργ.

Δύσκολον ήτο να σταθή τις επί του λόφου την εσπέραν της
προπαρελθούσης τρίτης· τόσον πολύς ήτο ο κόσμος των περιέργων.
Επέβημεν λοιπόν χάριν πλειοτέρας ανέσεως εις μικράν αλιευτικήν
λέμβον, και κωπηλατήσαντες μέχρι του στομίου της Μουνυχίας,
εστάθημεν εκεί, ίνα απολαύσωμεν το θέαμα των πυροτεχνημάτων,
άτινα είχον παρασκευασθή τη επιμελεία της δημαρχίας Πειραιώς, και
του ηλεκτρικού φωτός, διά του οποίον ο κ. Τιμολέων Αργυρόπουλος
έμελλε να φωτίση τα πέριξ. Ηκούσαμεν δε τοιουτοτρόπως μακρόθεν
και πολύ ευαρεστότερον τας μουσικάς της φρουράς και του
Φιλαρμονικού θιάσου Πειραιώς, αίτινες συνηλλάσσοντο μουσουργούσαι
καθ' όλον της φωταψίας τον χρόνον. Τα πυροτεχνήματα δεν σου τα
περιγράφω, διότι ήσαν μεν ωραία, αλλ' ουδέν είχον το καινοφανές.
Και είδες και είδαμεν πολλάκις εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός
και εις το Φάληρον τους τυπικούς μύλους και τας τυπικωτέρας
ρ ο υ κ έ τ α ς. Το ηλεκτρικόν όμως φως, ούτινος η εστία είχε
τοποθετηθή εις το απέναντι της βασιλικής επαύλεως κτήμα του κ.
Μελετοπούλου, και απετελείτο, ως μοι είπον, εκ μεγάλου
παραβολοειδούς επαργύρου κατόπτρου, παρήγαγε μαγευτικήν αληθώς
εντύπωσιν εις τους παρεστώτας, ων πολλοί το έβλεπον βεβαίως
πρώτην φοράν, και δι' αυτό δεν κατώρθωσαν να κρατήσουν την
μεγαλόφωνον του θαυμασμού των εκδήλωσιν. Υπό την λευκήν και
άπλετον λάμψιν του, ήτις επλημμύρισε διά μιας την επιφάνειαν των
ηρέμων υδάτων, διέκρινα επί στιγμήν εντός μικράς λέμβου τον
βασιλέα και την βασίλισσαν, επί άλλης δε τους βασιλόπαιδας
εκδηλούντας εν παιδική φαιδρότητι την χαράν των.

Είδαμεν άλλοτε μαζή, αν ενθυμείσαι, τους πίδακας των Βερσαλλιών
φωτιζομένους, τους κήπους του Schönbrun της Βιέννης καταφώτους
επίσης υπό ηλεκτρικών ακτίνων, τοξευομένων άνωθεν από της οροφής
των ανακτόρων, και πέρυσι μόλις την Avenue de l' Opera των
Παρισίων ηλεκτρόφωτον.

Τι να σου ειπώ, όμως; Τα κύματα της Μουνυχίας υπό την λευκήν
εκείνην μαρμαρυγήν είχαν άλλην τινά μαγείαν. Μη νομίσης δε, ότι
σου λέγω και τούτο χάριν της υγείας σου. Όχι! είνε αληθής μου
εντύπωσις.

Εν Αθήναις, τη 27 Ιουνίου 1879.

Αψίκορος και συ, ως όλαι μας αι αδελφαί, ως όλαι της Εύας αι
απόγονοι. Μόλις είδες την  Λ ί μ ν η ν   τ ο υ  Κ ό μ ο υ, — και
αμφιβάλλω αν την είδες καλά, διότι ουδεμίαν σχεδόν μου γράφεις
περί αυτής λεπτομέρειαν, — μόλις ανέπνευσες την δρόσον των
διαυγών της υδάτων, την οποίαν εγώ ματαίως ποθώ και ονειρεύομαι
καθ' εσπέραν από της φλογεράς καμίνου των Αθηνών, μόλις απήλαυσες
το θέαμα των πρασίνων οχθών της, και θέλεις πάλιν να φύγης, και
σχεδιάζεις ταξείδια προς βορράν, και επιθυμείς κλίματα
δροσερώτερα. Δροσερώτερα κλίματα! Είσαι τη αληθεία ανεκτίμητος.
Δεν σε αρκεί λοιπόν η δρόσος της βορείου Ιταλίας, δεν σε φθάνει η
ζωογόνος εκείνη αύρα, την οποίαν σου στέλλουν αι χιονοσκεπείς των
Άλπεων κορυφαί, αλλά θέλεις άλλην, ακόμη δροσερωτέραν διαμονήν.
Έπρεπε να σε είχα εδώ εις τας Αθήνας αυτάς τας ημέρας, και τότε
να έβλεπα τι ήθελες ποθήσει! Τριάκοντα βαθμοί Ρεωμύρου εις την
σκιάν, αγαπητή μου, ηξεύρεις τι θα ειπή; θα ειπή ένα βαθμόν
περισσότερον από τα θερμά σου εκείνα λουτρά, τα οποία, ως
ενθυμείσαι, σου επροξένουν σχεδόν λειποθυμίαν. Δεν ομιλώ περί του
καύσωνος εν υπαίθρω, διότι δεν τον ησθάνθην και αποφεύγω να τον
αισθανθώ. Ιδιαιτέραν κλίσιν προς τας καθέτους του ηλίου ακτίνας
δεν έχω δόξα τω Θεώ, ουδέ ομοιάζω τον καλόν μας εκείνον φίλον,
όστις εξήρχετο την μεσημβρίαν εις τας οδούς ασκεπής, και εμειδία
παράδοξον οίκτου μειδίαμα προς τους φορούντας πίλον και
κρατούντας αλεξήλιον. Άλλως τε και τίποτε δεν με αναγκάζει να
εξέρχωμαι την ημέραν εις τας οδούς των Αθηνών· αφίνω τον Βουγάν
και τα εμπορικά διά το εσπέρας, και λυπούμαι εκ βάθους καρδίας
τας δυστυχείς εκείνας, τας οποίας βλέπω από τα παράθυρά μου
περιφερομένας εις τα μαγαζιά εν μέση μεσημβρία διά μισήν πήχην
κορδέλλα, ως πολλάκις — entre-nous εννοείται, — μου συνέβη και
σου συνέβη. Λέγουσιν όμως, ότι ο υπό τον ήλιον καύσων των τριών
τεσσάρων τελευταίων ημερών ήτο αληθής καμίνου πνοή· ότι εξ όσων
τον περιεφρόνησαν μετενόησαν πολλοί, και ότι τινών μάλιστα εκ των
τολμηροτέρων έπαθεν η υγεία — άλλων, εννοείται, η σωματική και
άλλων η πνευματική. Εις του καύσωνος τουλάχιστον την επίδρασιν
αποδίδονται υπό των αρμοδίων έκτακτα τινά γεγονότα, οποία δεν
συμβαίνουσι συνήθως εις τας ηρέμους και μονοτόνους Αθήνας, και
των οποίων ήρωες — ή θύματα αν θέλεις — ήσαν ως επί το πλείστον
ομόφυλοί μας. Ούτως εν παραδείγματι προχθές απεπειράθη, ως
ήκουσα, τρυφερά τις νεάνις να αυτοκτονήση, λόγω μεν ότι η
περιπαθής της καρδία, από καιρού ήδη ψάλλουσα μόνη, δεν κατώρθονε
να ψάλη εν δυωδία, πράγματι όμως, ως έμαθον, διότι την προτεραίαν
επί τέσσαρας όλας ώρας είχε περιέλθει τας οδούς Αιόλου και Ερμού,
διά να εύρη κομβία αρμόζοντα εις το μακρόν corsage της à la
Pompadour ενδυμασίας της. Άλλης τινός κομψής θεραπαινίδος τοσούτο
εξηρέθισε, λέγουσι, την ζηλοτυπίαν ο καύσων του ηλίου, προστεθείς
εις του μαγειρείου τον καύσωνα, ώστε ολίγου δειν εξερρίζονε τον
μύστακα του σπαθάτου της δορυφόρου, εις ώραν παροξυσμού, αν
προλαμβάνων εκείνος δεν εδρόσιζε κάπως τας παρειάς της διά της
επαφής των στιβαρών του χειρών. Τρίτη τις άλλη ερρίφθη πρό τινων
ημερών εις το φρέαρ της οικίας, ζητούσα όχι τον θάνατον, υποθέτω,
ως έγραψαν αι εφημερίδες, αλλ' απλώς μόνον ολίγον ύδωρ δροσερόν.

Βλέπεις λοιπόν πού ευρισκόμεθα, και ευλόγει μάλλον τον Θεόν, ότι
δεν είσαι εις τας Αθήνας, αντί να αγνωμονής προς την δρόσον και
την χλόην της λίμνης σου.

Εν τούτοις μ' όλον αυτόν τον καύσωνα και τους σπουδαίους του
κινδύνους ετόλμησα την παρελθούσαν εβδομάδα να εξέλθω της οικίας
μου, διά να παρευρεθώ εις τας εξετάσεις του προτύπου σχολείου, το
οποίον συνέστησεν προ ενός έτους το Υπουργείου της Παιδείας ως
παράρτημα του Διδασκαλείου, προς πρακτικήν άσκησιν των νεοφύτων
διδασκάλων. Πρέπει δε να σου ομολογήσω, εξ ιδίου ενθουσιασμού
αυτήν την φοράν και όχι χαριζομένη εις την πατριωτικήν σου
αισιοδοξίαν, ότι με κατέπληξαν αληθώς τα ευχάριστα αποτελέσματα
του νέου συστήματος της διδασκαλίας, το οποίον εφηρμόσθη εις το
νεοσύστατον σχολείον. Το σχολείον αυτό είνε μακράν της πόλεως,
όπισθεν του βασιλικού κήπου, και οι μαθηταί του είνε κατ' ανάγκην
παίδες αγροτών και χωρικών. Αι εξετάσεις εν τούτοις των χωρικών
εκείνων παίδων, οίτινες ούτε εορτάσιμα εφόρουν, ούτε υπερτροφίαν
έπασχον, κατέδειξαν εμφανώς και πάλιν — αν υποτεθή ότι υπήρχεν
ανάγκη νέας του πράγματος αποδείξεως, — δύο τινά· πρώτον ότι η
αγάπη των γραμμάτων δεν είνε συνήθως του πλούτου περίσσευμα, και
δεύτερον ότι ανάγκη ριζικής μεταβολής του συστήματος, το οποίον
διέπει έως σήμερον την δημοτικήν μας εκπαίδευσιν. Τα παιδία δεν
πρέπει να διδάσκωνται ως παπαγάλλοι, αναγκαζόμενοι να
αποστηθίζωσι πράγματα τα οποία δεν εννοούσιν, αλλά να
εκπαιδεύωνται απ' αυτού του αλφαβήτου τοιουτοτρόπως, ώστε να
εξυπνά η νεαρά των διάνοια, αναβαίνουσα βαθμίδα προς βαθμίδα την
κλίμακα των γνώσεων, και να μορφούται η εύπλαστος καρδία των,
αποκτώσα βαθμηδόν την αγάπην του καλού και του αγαθού. Αλλέως . . .
— πλην θα εξολισθήσω εις φιλοσοφίαν, την οποίαν και συ
βαρύνεσαι και εγώ, ιδίως τώρα, ότε περιρρέομαι από ιδρώτα διά να
σου γράψω τας ολίγας αυτάς γραμμάς.

Το παρελθόν σάββατον εκηδεύθη εν Αθήναις μετά μαρασμόν
πολυχρόνιον και νόσον ήτις είχε μικρόν κατά μικρόν εκμυζήσει
πάσαν ζωικήν της δύναμιν . . . , τις νομίζεις; Η χήρα του
Οδυσσέως Ανδρούτσου! Ουδέ καν εφαντάζεσο ίσως, ότι έζη έτι εις
τας Αθήνας ενενηκοντούτις περίπου, έρημος, μόνη και λησμονημένη
εντός πενιχράς — όχι οικίας, αλλά σχεδόν καλύβης, η περικαλλής
ποτε εκείνη αμαζών, ην θαλεράν έτι νεανίδα είχε συζεύξει μετά του
οπλαρχηγού του Οδυσσέως ο φοβερός της Ηπείρου τύραννος Αλή-Πασάς,
ήτις όλον τον μέγαν αγώνα του 1821 παρηκολούθει πότ' εγγύθεν και
πότε μακρόθεν τον πολυπλάνητον σύζυγόν της, μέχρις ου τον
εθρήνησε τέλος κρεμάμενον από των προμαχώνων της Ακροπόλεως,
και της οποίας ο βίος ολόκληρος υπήρξε σειρά δυστυχημάτων και
δοκιμασιών. Μη βαρυθυμής όμως διά την άγνοιάν σου, διότι πολλοί,
οι πλείστοι σχεδόν των εν Αθήναις ηγνόουν ως και συ μέχρι του
προχθές σαββάτου, ότι η Ελένη Ανδρούτσου, η  Ο δ υ σ σ έ α ι ν α,
ως την εκάλει του αγώνος η γενεά, έζη έτι εν Αθήναις. Ολίγοι,
ολίγιστοι μόλις το εγνώριζον, και μεταξύ των ολίγων αυτών ήσαν οι
υπάλληλοι του λογιστηρίου του Υπουργείου των Εσωτερικών, οίτινες
της έδιδον κατά μήνα μικρόν τι ένταλμα βοηθήματος χρηματικού, δι'
ου κατώρθωσεν η μαραμμένη χήρα να συρθή σιγά σιγά προς τον τάφον.
Είνε τόσον άνετον πράγμα η άγνοια! Τόσον εύκολον και ευπρόσιτον
παρέχει την πρόφασιν εις τον αδιαφορούντα, αν η χήρα του Οδυσσέως
Ανδρούτσου κατεκλίνετο πολλάκις εν σκότει και εκοιμάτο νήστις!
Προ ολίγων μόλις ετών είχαμεν αναγκασθή, είνε αληθές, να την
ενθυμηθώμεν, και οιονεί αφυπνισθέντες έν πρωί ηκούσαμεν, ότι έζη
έτι η χήρα του Οδυσσέως, και ετέλει — αυτή μόνη, διότι τις άλλος
είχε καιρόν να φροντίση περί τούτου — την ανακομιδήν των οστών
του πεφιλημένου συζύγου της, του ήρωος της Γραβιάς. Έκτοτε όμως
την είχαμεν λησμονήσει εντελώς! Αλλ' η κόρη εκείνη άλλης γενεάς,
η γυνή του 1821, το γέννημα των Καλαρρυτών της Ηπείρου, η θυγάτηρ
του Χρήστου Καρέλη, δεν ελησμόνει εν τη πενιχρά της και σκοτεινή
καλύβη την Ελλάδα. Ότε δε προ ενός και ημίσεος έτους ευοίωνα τινα
αλλ' απατηλά δυστυχώς σημεία υπέδειξαν, ότι επρόκειτο να εξαναστή
το Ελληνικόν, και οι άνδρες ωπλίζοντο και εβάδιζον προς τα
σύνορα, ημείς δε αι γυναίκες, υπακούοντες εις το ευγενές φώνημα
της ελληνικής μας βασιλίσσης, ερράπτομεν χιτώνας και εξαίναμεν
μοτόν διά τους μέλλοντας τραυματίας του νέου ιερού αγώνος, η χήρα
του Οδυσσέως ησθάνθη και πάλιν την γηραιάν της καρδίαν
θερμαινομένην· εμνήσθη ημερών αρχαίων, ενθυμήθη την υπό τον ζυγόν
πατρίδα της, ωνειρεύθη την σοβαράν μορφήν του απαγχονισθέντος
ήρωός της, και έμεινε νύκτας πολλάς αγρυπνούσα υπό το αμυδρόν φως
της διψώσης λυχνίας της, ίνα . . . ξαίνη μοτόν  δ ι ά  τ α
π α λ λ η κ ά ρ ι α!

Ότε δε τέλος απέκαμον οι ισχνοί της δάκτυλοι και οι οφθαλμοί της
δεν έβλεπον πλέον, παρέλαβε της εργασίας της το προϊόν η
ενενηκοντούτις γραία και μεταβάσα εις τα ανάκτορα παρέδωκεν αυτό
εις την Βασίλισσαν, λέγουσα· «Στείλ' το, βασίλισσά μου! να ζούσε
ο Λεωνίδας μου, το πήγαινε 'κείνος!» Ο Λεωνίδας της ήτο ο
αγαπητός της υιός, ον δωδεκαετή μόλις είμαρτο να θάψη η δυστυχής
χήρα προ τεσσαράκοντα δύο ετών εν Μονάχω, όπου εξεπαίδευεν αυτόν
η μεγαλοδωρία του γηραιού φιλέλληνος βασιλέως Λουδοβίκου.

Αυτή λοιπόν η γυνή απέθανε την παρελθούσαν παρασκευήν εν Αθήναις,
και εκηδεύθη την επαύριον, προπεμφθείσα εις τον τάφον . . . . υπό
εικοσάδος ανθρώπων, και τούτων εκ των λαϊκών στρωμάτων. Ναι,
αγαπητή μου! Ημείς, οι ευγενείς και πεφωτισμένοι και τοσούτον
ευαίσθητοι κάτοικοι της πρωτευούσης του ελληνικού βασιλείου,
οίτινες συνοδεύομεν πυκνοί και πρόθυμοι την πρώτην κηδείαν ήτις
θα παρέλθη προ των παραθύρων μας — όταν μάλιστα έχη και μουσικήν
— ωκνήσαμεν να πληρώσωμεν εις του Οδυσσέως την χήραν ένα έσχατον
φόρον συμπαθείας και ελέου, τον οποίον εχρεωστούσαμεν, εννοείς;
εχρεωστούσαμεν και εις αυτήν και εις τον άνδρα της. Δεν το
εσυλλογίσθημεν, βλέπεις. Είμεθα τόσον πολυάσχολοι! Έπειτα, . . .
μήπως είχε μουσικήν; Μήπως είχαμεν αφορμήν να ακούσωμεν και να
κρίνωμεν κανέν νέον πένθιμον εμβατήριον του αρχιμουσικού μας;

Ζ'.

Εν Αθήναις τη 5 Ιουλίου 1879

Είχες δεν είχες λοιπόν, έφυγες από την Ιταλίαν, και προχωρείς, ως
μου γράφεις, προς βορράν, αγνοείς δε και συ ακόμη που θα
σταματήσης, απαράλλακτα ως τα εκδημητικά εκείνα πτηνά, τα οποία
διώκει εναλλάξ πότε το θέρος και πότε ο χειρών προς κλίματα
ευκραέστερα. Σε κατέλαβε και πάλιν, βλέπω, η κινητική σου εκείνη
μανία, διά την οποίαν ο μεν σοφός σου φίλος Ξ. σε ωνόμαζεν άλλοτε
perpetuum mobile, ημείς δε οι άλλοι οι μη σοφοί σ' ελέγαμεν
αεικίνητον, και σε εσυμβουλεύαμεν, ενθυμείσαι, αστειευόμενοι να
ζητήσης brevet d' invention από την κυβέρνησιν, πριν ή σε προλάβη
ο ατυχής εκείνος νέος Κ., ούτινος η μεγαλοφυής εφεύρεσις επέπρωτο
τέλος να εξατμισθή εντός . . . φρενοκομείου. Αλλά την μονομανίαν
σου αυτήν μας την ενδύει τώρα με το ωραίον πρόσχημα της επιθυμίας
δροσερωτέρας διαμονής. Έστω και τούτο· δεν φιλονεικώ μαζή σου διά
τόσον μικρόν πράγμα. Είμαι όμως περίεργος να ιδώ, αν ο λόγος
αυτός της αδιάκοπου σου κινήσεως δεν θα σε ωθήση επί τέλους μέχρι
της βορείου θαλάσσης. Πολύ φοβούμαι, μήπως λάβω καμμίαν ημέραν
επιστολήν σου, ήτις να μου αναγγέλλη, ότι επεβιβάσθης εις
ατμοκίνητον εκπλέον εις τας βορείους ακτάς της Νορβηγίας. Μη
μειδιάς· σε βεβαιόνω, ότι η είδησις δεν θα με εκπλήξη διόλου.
Οπωσδήποτε εγώ διευθύνω το γράμμα μου εις την παλαιάν σου
διαμονήν, και είμαι ήσυχος ότι κάπου θα σ' εύρη.

Σου είχα υποσχεθή εις μίαν των τελευταίων μου επιστολών να
αναγνώσω το περί των υδάτων της πόλεώς μας βιβλίον του Κ.
Κορδέλλα, και να σου γράψω περί αυτού. Υπέθεσα τότε και υποθέτω
ακόμη εν τω εγωισμώ μου, ότι θα σ' ενδιέφερε να γνωρίζης, αν ο
λάρυγξ της φίλης σου είνε υγρός ή ξηρός, και αν υπάρχει ελπίς να
εξασφαλισθή τουλάχιστον εν τω μέλλοντι το επιούσιον ύδωρ εις τους
κατοίκους της πόλεως, εις την οποίαν θα σταματήση επί τέλους μίαν
ημέραν και το πολυπλάνητον βήμα σου. Το ανέγνωσα λοιπόν απ' αρχής
μέχρι τέλους, αλλά δεν σου γράφω περί αυτού, και προτιμώ να σου
το στείλω υπό ταινίαν, ως λέγει παρ' ημίν η επίσημος των γραφείων
γλώσσα.

Δεν σου γράφω εν εκτάσει περί αυτού, και αρκούμαι μόνον να
συστήσω εις την προσοχήν σου το πολύτιμόν του περιεχόμενον, διότι
αδύνατον μου είνε δυστυχώς να συνοψίσω εντός επιστολής τας
πολυειδείς και ποικίλας ειδήσεις περί της γεωλογικής και
υδρογραφικής καταστάσεως των Αθηνών, όσας ο συγγραφεύς εταμίευσεν
εντός αυτού, διά πολλών κόπων και μελέτης μακράς. Σου σημειόνω
μόνον εν παρόδω, και τούτο διά να λάβης εγκαίρως τα μέτρα σου,
πριν ή αποκατασταθής οριστικώς εν Αθήναις, ότι κατά τον κύριον
Κορδέλλαν απαιτείται δαπάνη τριών περίπου εκατομμυρίων δραχμών,
ίνα διοχετευθώσιν εις τας Αθήνας τα αναγκαία εις τους κατοίκους
της ύδατα. Σημείωσε δε και τούτο, το οποίον δεν περιλαμβάνεται
εις το βιβλίον του Κ. Κορδέλλα, είνε όμως ουχ ήττον αληθές, διότι
περιλαμβάνεται εις τα λογιστικά βιβλία του δήμου Αθηναίων· ότι
δηλαδή ο αρχοντικός ούτος δήμος, — όστις κατά τούτο ομοιάζει τους
άρχοντας, ότι τα χρέη του είνε εξαπλάσια περίπου των εισοδημάτων
του — έχει ήδη τριών περίπου εκατομμυρίων χρέη, και ότι απέναντι
αυτών πληρόνει κατ' έτος εις τους δανειστάς του τόκον . . έν
σχεδόν τοις εκατόν. Υποθέτεις συ, ότι είνε εύκολον εις τοιούτον
οφειλέτην να εύρη και νέον δάνειον; Εγώ δυσκολεύομαι να το
ελπίσω, και διά τούτο εφρόντισα ήδη εγκαίρως να ανοίξω φρέαρ
εντός της οικίας μου, ίνα προλάβω την κόρυζαν, από την οποίαν
πολύ φοβούμαι ότι είνε προωρισμένοι ν' αποθάνωσι μίαν ημέραν
επιδημικώς οι κάτοικοι των Αθηνών.

Αι ειδήσεις αύται δεν θα σου ήνε βεβαίως πολύ ευχάριστοι, και
φοβούμαι μη πειράξουν την επισφαλή σου υγείαν. Διά τούτο δε και
ως ευάρεστον αντίδοτον σου στέλλω συγχρόνως σήμερον, υπό την
αυτήν ταινίαν, περίεργόν τι και διασκεδαστικώτατον βιβλίον,
επιγραφόμενον: «Η σύγχρονος Ελλάς, ήτοι απάντησις τω γάλλω
Edmonton About, μετάφρασις εκ του χειρογράφου της αγγλίδος F. Ε.
Μ.» Το μικρόν αυτό τομίδιον, το οποίον, ως βλέπεις, περιέχει
μετάφρασιν ανεκδότου χειρογράφου, θα σε διασκεδάση τρομερά· διότι
ηξεύρω εγώ πώς διατίθεται ο φύσει εύθυμος χαρακτήρ σου προς τα
παράδοξα, ή τα παράξενα, ως κοινότερον λέγομεν. Σε παρακαλώ μόνον
να μη σταματήσης εις την επιγραφήν· να μην ερωτήσης, διατί άραγε
και πόθεν και πώς και προς τι η απάντησις αύτη εις τον ευφυή
γάλλον μετά εικοσιπέντε όλα έτη από της δημοσιεύσεως της δηκτικής
εκείνης σατύρας κατά της Ελλάδος, ήτις κατέστησεν εν τούτοις
αυτήν πολύ γνωστοτέραν εις τον ευρωπαϊκόν κόσμον ή όλοι των φίλων
της οι ύμνοι· να μην απορήσης διατί, πριν ή δημοσιευθή το
πρωτότυπον, δημοσιεύεται η ελληνική μετάφρασις· να μη κινήσουν
τέλος την περιέργειάν σου. τα τρία αρχικά στοιχεία, υπό τα οποία
έκρυψεν αιδημόνως ο μεταφραστής την συγγραφέα. Εις όλας σου αυτάς
τας απορίας ηδυνάμην εγώ να σου δώσω λεπτομερή απάντησιν· δεν το
κάμνω όμως, πρώτον μεν διότι νομίζω, ότι πρέπει τις να σέβεται τα
ξένα μυστικά, όσον διασκεδαστική και αν είνε η αποκάλυψίς των,
και δεύτερον διότι η λύσις των αποριών εκείνων ουδόλως είνε
αναγκαία όπως διατεθής ευθύμως. Άνοιξε μόνον, σε παρακαλώ, κατά
τύχην το βιβλίον και σταμάτησε το βλέμμα σου όπου θέλης. Πρόσεξε
δε ιδίως εις την εξής περίοδον, την οποίαν σου αντιγράφω κατά
λέξιν από την ενενηκοστήν ογδόην σελίδα — σου λέγω κατά λέξιν,
διά να μη καταλογίσης τυχόν εις βάρος μου την γλαφυρότητα της
μεταφράσεως — «Αμέσως, λέγει η φιλέλλην αγγλίς περιγράφουσα την
εις Πειραιά απόβασίν της, περιεστοιχήθην υπό πλήθους
παραγγελιοδόχων και διερμηνέων, οίτινες, φαίνεται, μαντεύσαντες
ότι ήμην ξένη μοι προσέφεραν τας λέμβους των και παν ό,τι
αναγκαίον προς υπηρεσίαν μου, ου μην αλλά δριμέως κρίνουσα περί
αυτών εκ της σκληράς φήμης, και έχουσα πείραν των Ιταλών κλεπτών,
προσεποιήθην ότι δεν ενόησα την νεωτέραν ελληνικήν, σφάλμα δι' ό
ουδέποτε θέλω συγχωρήσει εμαυτήν . . . Τα των λεμβούχων και τα
τελωνειακά μπαξίς εισίν όλως άγνωστα ενταύθα . . . Ίσως οι
σφοδροί κατήγοροι των Ελλήνων επί του αντικειμένου τούτου
εκφράσωσιν αμφιβολίας. Αλλ' ιδού πώς έχουν τα πράγματα· οι
λεμβούχοι διακηρύττουσιν, ότε η απλή ευχαριστία του ν'
αποβιβάσωσεν εις την ξηράν ξένον τινά ήτο αρκούσα αμοιβή διά τους
κόπους του, αφού μάλιστα πληρόνονται τακτικώς έκ τινος ωρισμένου
τιμολογίου. Όλαι αι υπηρεσίαι αύται εφαίνοντο ότε μοι
προσεφέροντο δωρεάν, έτι δε και καθ' ην στιγμήν επατούμεν τον
πόδα επί της ξηράς πας διαβάτης ίστατο και με ηρώτα αν είχον
ανάγκην των υπηρεσιών του. Μετά τούτο δε δύο αχθοφόροι έλαβον την
αποσκευήν μου, . . . (και) ηρνήθησαν να λάβωσι το ανήκον αυτοίς,
λέγοντες ότι ουδείς ποτέ Αθηναίος ζητεί να πληρωθή όπως πράξη το
καθήκον του, αυτοί δε ουδέν άλλο έπραξαν ή τούτο, ιδόντες ότι
ήμην ξένη. Την αυτήν σχεδόν απάντησιν έλαβον παρά των υπαλλήλων
του σιδηροδρόμου . . . Δεν εδέχθησαν ποσώς, λέγοντες, ότι ήσαν
υποχρεωμένοι να παρέχωσι πάντοτε ελευθέραν διάβασιν εις τους
ξένους τους επισκεπτομένους την πατρίδα των». Σταματώ κατ'
ανάγκην, διότι μ' εμποδίζει ο γέλως να σου αντιγράψω περισσότερα.
Πώς σου φαίνεται, εις σε την ελληνίδα, την ζήσασαν . . . (μη
φοβήσαι, δεν λέγω πόσα) έτη εις την Ελλάδα, η θαυμαστή αυτή
ανακάλυψις λεμβούχων και αχθοφόρων μη δεχομένων πληρωμήν, και
σιδηροδρομικών υπαλλήλων παρεχόντων δωρεάν εισιτήρια;

Τι πρέπει άρα γε να υποθέση ο αναγινώσκων την διασκεδαστικήν
αυτήν μυθολογίαν; ότι είνε σκόπιμον μαγείρευμα προς αποστόμωσιν
των κατηγόρων της Ελλάδος, ή μάλλον ότι είνε αποτέλεσμα αστείας
τινός παιδιάς φιλόφρονος μεν αλλ' ιδιοτρόπου συνοδοιπόρου, όστις
επλήρωσεν αυτός τα μικρά έξοδα της Αγγλίδος, και της επώλησεν
έπειτα, ότι οι αχθοφόροι, οι λεμβούχοι και ο σιδηρόδρομος δεν
λαμβάνουσιν εν Ελλάδι πληρωμήν παρά των ξένων; Το κατ' εμέ
υποθέτω αδιστάκτως το δεύτερον, διότι άλλως θα ευρισκόμην εις την
δυσάρεστον ανάγκην να παραδεχθώ, ότι η φιλέλλην συγγραφεύς,
μυθολογούσα τοιαύτα πράγματα προς τους αναγνώστας της, νομίζει
φοβερόν πράγμα και πάσης μομφής άξιον το να πληρόνωνται οι
λεμβούχοι και οι αχθοφόροι και οι σιδηρόδρομοι, και εν τω ακράτω
της φιλελληνισμώ βλέπει 'ς τον  ο υ ρ α ν ό   φ ε γ γ ά ρ ι  εν
πλήρει μεσημβρία κατά το κοινόν λόγιον. Αλλ' ό,τι δήποτε και αν
υποθέση τις, δεν έχει άδικον η ιταλική εκείνη παροιμία: Dagli
amici mi guardi. Iddio che dai nemici mi guardo io, ούτε η άλλη
εκείνη ισπανική: Quien te cubre te descubre.

Ευτυχώς το βιβλίον αυτό, το οποίον, δεν αμφιβάλλω, θα συντελέση
εις την ευθυμίαν σου πλειότερον όλων σου των ταξειδίων, δεν
εδημοσιεύθη ακόμη αγγλιστί, και οι ευρωπαίοι, ευτυχέστεροι ημών
και κατά τούτο, αγνοούσιν έτι τους υπέρ της Ελλάδος πανηγυρισμούς
της συγγραφέως. Χαίρω φοβερά δι' αυτό, και από βάθους καρδίας
εύχομαι εις τον Θεόν να παρέλθη από της Ελλάδος το ποτήριον
τούτο· διότι εντρέπομαι τη αληθεία συλλογιζομένη, πώς θα
ξεκαρδισθώσιν οι αναγνώσται της κυρίας F. Ε. Μ. εις βάρος της
Ελλάδος, ουδέ παρηγορούμαι σκεπτομένη ότι θα γελάσωσιν ολίγον και
εις βάρος της.

Δεν τους θέλω τοιούτους φίλους, αδελφή! ας μου λείπουν! Μας
ξεσκεπάζουν αντί να μας σκεπάζουν, ως λέγουσιν οι Ισπανοί· και
συμφωνώ με τους Ιταλούς, οίτινες επικαλούνται κατ' αυτών την
προστασίαν του θεού. Πόσα ημείς ιδίως οι ταλαίπωροι Έλληνες
επάθαμεν έως τώρα από τον άκρατον και φιλελληνικόν έρωτα πολλών
φίλων μας! Τι να γείνη! On n' est trahi que par les siens! και
ομοιάσαμεν πολλάκις τα άκακα εκείνα πιθηκίδια, άτινα πνίγει διά
των πολλών της φιλημάτων εις τας αγκάλας αυτής η φιλόστοργος
μήτηρ των. Ας μας λείπουν, ας μας λείπουν τοιούτοι φίλοι.
Προτιμότεροι, μα τον Θεόν, εχθροί ως τον About παρά φίλοι ως την
κυρίαν F. Ε. Μ.

Η'.

Εν Αθήναις τη 16 Ιουλίου 1879

Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα διά πολλούς και διαφόρους
σπουδαίους λόγους, των οποίων ο σπουδαιότερος είνε, ότι δεν είχα
τι να σου γράψω. Η εξομολόγησίς μου αυτή με απαλλάττει, ελπίζω,
της απαριθμήσεως των άλλων, ως απηλλάγη ποτέ ομοίας απαριθμήσεως
ο αφελής εκείνος δήμαρχος, όστις υποδεχόμενος τον βασιλέα του και
δικαιολογουμένος ότι δεν διέταξε πυροβολισμούς επί τη ελεύσει
του, ήρχισε μεν λέγων πανηγυρικώς, ότι εβδομήκοντα ήσαν οι λόγοι
της ελλείψεώς του, προσέθηκε δε μετά τούτο εν πάση ταπεινότητι,
ότι ο πρώτος αυτών ήτο η έλλειψις πυρίτιδος. Ο μεγάθυμος βασιλεύς
τον απήλλαξε τότε της απαριθμήσεως των υπολοίπων εξήκονταεννέα
λόγων· ελπίζω δε ότι και η ιδική σου μεγαλοθυμία θα δειχθή
τουλάχιστον ίση, αν όχι και ανωτέρα της βασιλικής.

Μεγαθυμία; Ιδική σου μεγαθυμία . . . Ενθυμούμαι την τελευταίαν
σου επιστολήν, και αι ελπίδες μου καταβαίνουσιν υπό το άρτιον,
πολύ περισσότερον και από του ταλαιπώρου Λαυρίου τας μετοχάς. Συ
μεγάθυμος; κάθε άλλο! Αν είχες συ την χριστιανικήν αυτήν αρετήν,
δεν θα μου έγραφες βεβαίως την επιστολήν, την οποίαν μου έγραψες.
Αν κόκκον και μόνον συμπαθείας ησθάνετο η τρυφερά σου καρδία προς
την δυστυχή Αθηναίαν, ήτις κατ' αυτήν την ευδαίμονα των Αθηνών
εποχήν ψήνεται αλληλοδιαδόχως από τον καύσωνα και πασπαλόνεται
από τον κονιορτόν, δεν θα της περιέγραφες με τόσην θριαμβευτικήν
ευχαρίστησιν τας λεπτομερείας του θελκτικού σου ταξειδίου από την
Μείζονα Λίμνην εις την Λίμνην της Λυκέρνης. Θα περιωρίζεσο μόνον
να καταρασθής τα πυκνά του κονιορτού σύννεφα, τα οποία σ'
ετύφλωσαν, ως μου γράφεις, μεταξύ της Βιάσκας και του Αϋρόλου, θα
ηρκείσο εις την κωμικήν περιγραφήν του Μεγάλου Ξενοδοχείου της
Βιάσκας, το οποίον εδυσκολεύεσο, λέγεις, να ανεύρης μεταξύ των
περικυκλούντων αυτό οικίσκων, και θ' ανελογίζεσο ίσως, ότι ζώσα
εγώ εν μέσω των κυνικών καυμάτων των Αθηνών, δεν θα υπεδεχόμην
βέβαια με μειδίαμα ευχαριστήσεως την λεπτομερή αφήγησιν των
ιδικών σου διασκεδάσεων και τέρψεων, ούτε τον ποιητικόν σου
πανηγυρισμόν των χιόνων του Αγίου Γοθάρδου, επί των οποίων
έτρεμες συ εκ του ψύχους εν μέσω Ιουλίω! Αλλά είσαι άσπλαγχνος
και εγωιστική φύσις. Ούτε την περιγραφήν του αμιμήτου δρόμου
παρέλειψες, όστις υπεραναβαίνων το γιγάντειον όρος διαγράφει 46
καμπάς μόνον εντός της κοιλάδος της Τρέμολας, ούτε την εκατέρωθεν
της οδού εστιβασμένην εξ αμνημονεύτων χρόνων και άλυτον πλέον
χιόνα, ούτε την πρασίνην χλόην ήτις θάλλει επί του φυτικού
χώματος, το οποίον απέθηκεν βαθμηδόν ο άνεμος επί της επιφανείας
των χιόνων, ούτε τους καταρράκτας, οίτινες χωνευόμενοι υπό τους
προαιωνίους πάγους, αναδύουσι μακρότερον και κατακρημνίζονται επί
τας μελανάς των ελατών κορυφάς· ούτε τους κολοσσιαίους και
προσηνείς σκύλους του ξενώνος του Αγίου Γοθάρδου, οίτινες σε
έσυρον ηρέμα από της εσθήτος, ίνα λάβωσι μικράν μερίδα του
προγεύματός σου· ούτε τας γραφικάς των ελβετίδων ενδυμασίας, ούτε
την καταπληκτικήν Γέφυραν του Διαβόλου, ούτε του Φλύλεν την
αμίμητον τοποθεσίαν, ούτε της λίμνης σου τα πράσινα κύματα,
ούτε . . . . ούτε τίποτε τέλος πάντων, το οποίον ηδύνατο να
κινήση την ζηλείαν μου και τον φθόνον μου, και να μου καταστήση
αφορητοτέραν την εν Αθήναις θερινήν διαμονήν. Είνε φιλικόν
αυτό; είνε εύσπλαγχνον; είνε χριστιανικόν; Ας όψεσαι εν ημέρα
κρίσεως, ότε ο Πλάστης θα σ' ερωτήση, — και θα σ' ερωτήση
βεβαίως, διατί εταξείδευες εις την Ελβετίαν, ότε η φίλη σου
έμενεν εις τας Αθήνας; και διατί συ εκρύονες επί των Άλπεων, ότε
η ταλαίπωρος εκείνη ανελύετο εις ιδρώτα εν μέση πλατεία του
Συντάγματος;

Μη νομίσης όμως, ότι δεν είχαμεν και ημείς οι Αθηναίοι τας μικράς
μας διασκεδάσεις αυτάς τας ημέρας. Λέγω μικράς, βλέπεις, με όλην
την πρέπουσαν μετριοφροσύνην, καθότι περί μεγάλων παρ' ημίν δεν
πρόκειται, όσον και αν προσποιούμεθα τους μεγάλους. Εν πρώτοις
είχαμεν πολιτικήν ανεμοταραχήν, ήτοι σάλον κοινοβουλευτικόν, ως
λέγουσιν οι πολιτικοί. Η κυβέρνησις δηλαδή συνεκάλεσε την βουλήν,
η βουλή απεδοκίμασε την κυβέρνησιν, η κυβέρνησις έδωκε την
παραίτησίν της, έπειτα πάλιν έμεινε, διότι η αντιπολίτευσις δεν
εσχημάτισεν άλλο υπουργείον, και επειδή η αντιπολίτευσις εφάνη
ότι είχε και πάλιν διάθεσιν να αποδοκιμάση την κυβέρνησιν, η
κυβέρνησις έστειλε την βουλήν όθεν ήλθεν. Εννοείς συ τίποτε από
όλα αυτά; όχι βέβαια· ούτ' εγώ. Σε μέλει; ολίγον, αναντιρρήτως· κ'
εμέ το ίδιον. Λέγουν τριγύρω μου, ότι τα πράγματα είνε σπουδαία·
αλλ' όσοι το λέγουν φαίνονται ως ν' αστειεύωνται, και δεν τους
πιστεύω. Το μόνον σπουδαίον είνε κατ' εμέ αι διακόσιαι πεντήκοντα
περίπου χιλιάδες δραχμαί, αι οποίαι υπήρξαν το τίμημα της
οκταημέρου εκτάκτου συνόδου της βουλής μας. Ο ταλαίπωρος
ελληνικός λαός πληρόνει επί τέλους πάντοτε les pots cassés.

Έπειτα πλην των πολιτικών είχαμεν και έν έκτακτον συμβάν, ικανώς
κωμικοδραματικόν, το οποίον αρκετά μας συνεκίνησε και μας
διεσκέδασεν αυτήν την εβδομάδα. Πολύ φοβούμαι, ότι εις σε δεν θα
κάμη μεγάλην εντύπωσιν· ημείς όμως οι μικροπολίται, οίτινες δεν
έχομεν καθ' ημέραν τοιαύτα τυχηρά, αρκούμεθα και εις τα ολίγα,
αναλογιζόμενοι την παλαιάν παροιμίαν «όταν μη κρέας παρή και
ταρίχω στερκτέον», την οποίαν ο υπηρέτης μου μεταφράζει «εν
ελλείψει χαρτοσήμου καλό 'ν' και το στουπόχαρτο». Επειδή δε
νομίζω και εγώ ότι η τυχηρά αυτή διασκέδασις ημών των
μικροπολιτών δύναται να διασκεδάση και σε την κοσμοπολίτιδα, σου
διηγούμαι το γεγονός. Άκουσε λοιπόν και διασκέδασε, — αν θέλης,
εννοείται· υποχρεωμένη δεν είσαι. Είς εκ των πολλών υπαξιωματικών
του ελληνικού στρατού επεθύμησε, φαίνεται, να συνδέση την δάφνην
του Άρεως προς την μύρτον του έρωτος. Θύμα δε πρόχειρον των
φονικών του βλεμμάτων ευρέθη κόρη τις απλή και άκακος,
δεκαπενταέτις μόλις, ήτις και καταλιπούσα τον πατρικόν οίκον,
όπου είχεν ίσως βαρυνθή να ακούη από πρωίας μέχρις εσπέρας το
τ ύ π τ ω  τ ύ π τ ε ι ς του διδασκάλου πατρός της, — ίσως δε και
να το αισθάνεται ενίοτε, παρηκολούθησε τον εκπορθητήν της καρδίας
της εις μικρόν τινά εν Νεαπόλει (των Αθηνών) οικίσκον, όπου,
αλλάξασα γραμματικήν, έκλινε το j' aime, tu aimes αντί του βαρέος
εκείνου ελληνικού ρήματος.

Ο πατήρ όμως ήθελε την κόρην του, και η στρατιωτική αρχή ήθελε
τον παραπλανηθέντα ήρωά της. Ανεζητήθη λοιπόν το ερημητήριον των
δύο περιστερών, ευρέθη μετά κόπους πολλούς, και τα πεζά της
εξουσίας όργανα — όχι, ελησμόνησα· ήσαν και ιππείς — προσεκάλεσαν
τον νεαρόν Άρην να παραδώση εις τον πατέρα της την νεαρωτέραν
Αφροδίτην. Αλλά το ζεύγος το ερωτικόν, ενθυμούμενον και
αντίγραφον ίσως το επινόημα του Σελεστίνου και του Ξαβιέρου του
Méry, εκλείσθη και εμανδαλώθη εντός της φωλεάς του, και εδήλωσεν
εις τους πολιορκούντας αυτό κλητήρας και στρατιώτας, ότι κατ'
ουδένα τρόπον εννόει να χωρισθή. Εις μάτην αι παρακλήσεις των
κλητήρων, εις μάτην αι επιταγαί της στρατιωτικής αρχής. Ο ήρως
της κωμωδίας, προσαγορεύων από του εξώστου του ερωτικού του
φρουρίου το περιϊστάμενον πλήθος, εδήλου ρητώς και
κατηγορηματικώς, ότι είχεν εντός της οικίας πετρέλαιον και
δυναμίτιδα και πυρ και εκτός τούτων σπάθην και πολύκροτον· ότι
εις πρώτην απόπειραν εκβιάσεως της θύρας ήθελε πυροβολήσει κατά
του πρώτου τολμητίου, ήθελε κόψει τον λαιμόν της ερωτικής του
περιστεράς, ήθελεν ανάψει το πετρέλαιόν του, και . . . πριν ή
ανατινάξη εις τον αέρα διά δυναμίτιδος την οικίαν, ήθελεν
αυτοκτονήσει διά της τελευταίας του πολυκρότου βολής. Το πράγμα,
εννοείς, εφάνη κάπως σπουδαίον εις τους πολιορκητάς, διότι
ολίγοι, φαίνεται, μεταξύ αυτών εγνώριζον τον ήρωα. Το περιεστώς
πλήθος έφριξε, τα όργανα της εξουσίας συνεκινήθησαν και κάπως το
εσυλλογίσθησαν, επλατύνθη δε ικανώς ο κύκλος των περιέργων,
οίτινες την εσπέραν εκείνην είχον προτιμήσει το εν Νεαπόλει θέαμα
από την παράστασιν του  Ά μ λ ε τ  εν τω Απόλλωνι και του
Ο ρ φ έ ω ς εν Φαλήρω. Συμβουλίου γενομένου, εκρίθη καλόν να
αλωθώσιν οι ποιητικοί ερασταί διά του πεζοτάτου μέσου της πείνης.
Φρουρά τακτική εστήθη προ του ερημητηρίου των δύο περιστερών, και
περιπολίαι τακτικαί μετηλλάσσοντο εις ώρας τακτάς, προς
ανέκφραστον διασκέδασιν των αργών Αθηναίων και των περιέργων
γειτόνων, οίτινες ούτε Άντρον των Νυμφών εσυλλογίζοντο πλέον,
ούτε Βουλήν, ούτε πλατείαν του Συντάγματος. Δυστυχώς όμως το
πράγμα εκοινολογήθη, η πόλις ήρχισε να συγκινήται, ο σπουδαίος
τύπος επελήφθη του ζητήματος, και η κοινή γνώμη απήτει την
αυστηράν του νόμου εκτέλεσιν. Αι αρχαί κατενόησαν ότι δεν
ηδύναντο πλέον να μένωσιν απαθείς — ή και συγκεκινημένοι,
αδιάφορον — θεαταί των γινομένων, και απεφάσισαν να προβώσιν εις
την εξ εφόδου άλωσιν της ερωτικής ακροπόλεως. Προχθές λοιπόν την
πρωίαν έγεινεν εν πρώτοις, κατά τα νόμιμα του πολέμου, η εις
παράδοσιν πρόσκλησις των πολιορκουμένων. Αλλ' ο ήρως εξελθών εις
τον εξώστην, παρισταμένης εκ δεξιών της νεαράς και μυρτοστεφούς
ηρωίδος, ελάλησεν εις το κοινόν διά μακρών, κρατών την σπάθην του
διά της δεξιάς και ανημμένην λαμπάδα διά της αριστεράς, και
εδήλωσε βροντωδώς, ότι προ των ομμάτων αυτών του περιεστώτος λαού
ήθελε φονεύσει την νεάνιδα και πυρπολήσει διά πετρελαίου τον
οίκον. Την δήλωσιν μάλιστα ταύτην παρηκολούθησε και δραματική τις
παντομίμα, καθ' ην  ε κ ε ί ν ο ς  μεν προσήγαγε την σπάθην του
εις τον τράχηλον  ε κ ε ί ν η ς, εκείνη δε έκλεισεν εν ερωτική
εκστάσει τους οφθαλμούς, οιονεί μέλλουσα να παραδώση το πνεύμα
εις την λευκήν της Αφροδίτης περιστεράν. Το άκακον κοινόν ενόμισε
πρόσφορον να φρίξη, και ανεκραύγασε μάλιστα εκ τρόμου. Αλλ' οι
στρατιώται δεν ενόμισαν αναγκαίον να συγκινηθώσι· διαρρήξαντες δε
διά πελέκεων την θύραν, ενώ μάτην ο ήρως εξηκολούθει χειρονομών
από του εξώστου και κραυγάζων, και περιφέρων πάντοτε την σπάθην
του εις της ερωμένης του τον λαιμόν, και γυμνών τα στήθη του και
προκαλών τους πυροβολισμούς των στρατιωτών, εισήλθον εκείνοι εις
τον οίκον, και τον συνέλαβον εν πάση πεζότητι. Πριν ή όμως τον
συλλάβωσι, προφθάσας εκείνος εκρήμνισεν από του εξώστου εις την
οδόν . . . τίνα υποθέτεις; την νεαράν ηρωίδα του οικογενειακού
δράματος, ως θα έλεγε πρόγραμμά τι του ελληνικού θεάτρου. Ούτω δε
απήχθη μεν ο ήρως εις το φρουραρχείον, η δε ηρωίς εις
παρακείμενόν τι φαρμακείον, όπως τη δοθή η πρώτη βοήθεια. Σε
διεσκέδασεν η ιστορία μου; το ελπίζω. Αν τώρα σου έλθη η
περιέργεια να μ' ερωτήσης: τι θα τον κάμουν τον παράδοξον αυτόν
ήρωα; θα σου απαντήσω αφελώς: δεν ηξεύρω. Αν έζων αλλού, θα το
ήξευρα και θα σου το έλεγα. Ίσως εδώ προβιβασθή.

Θ'.

Εν Αθήναις τη 25 Ιουλίου 1879

Η κωμικοτραγική μου διήγησις της παρελθούσης εβδομάδος τόσον
εξετάθη, ως είδες, ώστε με εμπόδισε να εκκαθαρίσω μαζή σου τον
εβδομαδιαίον μου λογαριασμόν, και μ' αφήκε μάλιστα υπό το βάρος
καθυστερούντων, άτινα σπεύδω να πληρώσω σήμερον, μη θέλουσα να
μιμηθώ κατά τούτο τους μάλλον φ ο ρ ο λ ο γ ο υ μ έ ν ο υ ς
ευδαίμονός τινος χώρας, ων αι προς το δημόσιον ταμείον οφειλαί
αναβαίνουσι μέχρι σήμερον εις το ασήμαντον ποσόν των εβδομήκοντα
περίπου . . . εκατομμυρίων.

Και εν πρώτοις λοιπόν ας σου αναφέρω την συναυλίαν Frigeri, την
οποίαν απηλαύσαμεν προ δεκαπέντε ημερών εν Φαλήρω. Δεν ενθυμούμαι
τώρα, τις μοχθηρός τεχνοκρίτης έγραψέ ποτε, ότι η μουσική
κατήντησε σήμερον θόρυβός τις ικανώς δυσάρεστος, διαφέρων παντός
οιουδήποτε άλλου θορύβου κατά τούτο και μόνον ότι πληρόνεται
ακριβώτερα. Αγνοώ ποία μουσική ακρόασις προεκάλεσε τον φοβερόν
αυτόν αφορισμόν του κριτικού εκείνου· υποθέτω όμως, ότι θα ήτο
πρώτη τουλάχιστον εξαδέλφη, αν όχι και αδελφή, της μοναδικής
συναυλίας την οποίαν μας προσέφερεν η εν Αθήναις επίδημος ιταλίς
αοιδός. Αι Αθήναι, βλέπεις, εξομοιούνται ολονέν προς τα μεγάλα
κέντρα του δυτικού πολιτισμού. Αφού απέκτησαν operette ως οι
Παρίσιοι, και season ως το Λονδίνον, και Damenorchester ως η
Βιέννα, ήρχισαν από τινος ν' αποκτώσι και μουσουργούς επιδήμους,
οίτινες φέρουσιν από καιρού εις καιρόν τον πλάνητα πόδα των εις
την κλασικήν χώραν των ωραίων τεχνών, θηρεύοντες μεν ίσως και
αυτοί τα φειδωλά κέρματα των Αθηναίων, ως οι δεκαετείς αλήται
αρπισταί της Μεσσήνης και του Τράνι, αλλά ποθούντες ιδίως να
προσθέσωσι κλάδον ελαίας Αττικής εις τους λοιπούς των στεφάνους.
Ημείς δε, άνθρωποι πρακτικοί, φειδόμεθα μεν των κερμάτων, όσον
και αν εξεχείλισαν εσχάτως εν Ελλάδι αι χάλκιναι εικόνες του
βασιλέως ημών, αφειδούμεν όμως στεφάνων και πανηγυρισμών,
διότι . . . die kosten ja nichts, ως λέγουσιν οι πολύ ημών
πρακτικώτεροι γερμανοί. Ούτω θα ανέγνωσες βέβαια εις τας
αθηναϊκάς εφημερίδας, τας οποίας σου έφερε το παρελθόν
ταχυδρομείον, τους θριάμβους της ιταλίδος ψαλτρίας, αλλά θα
παρετήρησες συνάμα, ότι των θριάμβων αυτών πολύ αραιοί υπήρξαν
οι μάρτυρες. Μεταξύ αυτών υπήρξα δυστυχώς και εγώ· το δε
μ α ρ τ ύ ρ ι ό ν  μου διήρκεσε δύο περίπου ώρας. Ευτυχώς όμως
«Ο τρώσας και πάλιν ιάσεται» λέγει η Γραφή. Το μαρτύριόν μου
είχεν εν εαυτώ και την θεραπείαν του. Η φωνή της Κ. Frigeri ήτο
τοσούτον μετριοφρόνως ολίγη και τόσον δειλώς οικονομική, οι δε
συμπαραστατούντες αυτή μουσουργοί τοσούτον συμπαθώς είχον
αποσυρθή εις τα μύχια βάθη της φαληρικής σκηνής, ίνα μη
καταστήσωσι φαίνεται προδηλοτέραν διά της παραβολής την φωνητικήν
ανέχειαν της ψαλτρίας, ώςτε η όλη συναυλία δεν υπερέβη την
ευάρεστον διαπασών υποκώφου τινός μορμυρισμού, συγχεομένου
μυστηριωδώς προς τον ήρεμον φλοίσβον των επί των άμμων του
Φαλήρου εκπνεόντων κυμάτων.

Εβλέπομεν την αοιδόν ανοίγουσαν τα χείλη και χειρονομούσαν μετά
πάθους πολλού, εβλέπομεν τους μουσικούς σύροντας ευσυνειδήτως τα
τόξα των επί των χορδών, αλλά τόσον και μόνον. Η μυστική ημών
ρέμβη δεν εταράσσετο· εφανταζόμεθα ότι είχομεν εμπρός μας
κινεζικήν τινα σκιοπαιδιάν, και . . . . ήμεθα ευχαριστημένοι.
Μόλις πού και πού η φωνή της ψαλλούσης έκρινε καλόν να βεβαιώση
την ύπαρξίν της δι' εκτάκτου αγώνος, και κραυγή τις τότε οξεία
μας εξήγειρε του ύπνου, ως ψυχρού λουτρού καταρράκτης επί την
κεφαλήν οπιοφάγου κινέζου. Αλλά τα έκτακτα αυτά ήσαν σπάνια· η δε
καθόλου της μουσικής ημών διασκεδάσεως εντύπωσις ωμοίαζε προς την
παράδοξον εκείνην και μυστηριώδη συγκίνησιν, ην προξενεί φωνή
εγγαστρίμυθου.

Έρχομαι τώρα εις τον papa Lavergne. Τον ενθυμείσαι, τον εύσωμον
εκείνον και φαιδρόν Ολύμπιον Δία, όστις επιδεικνύων εις την
χορείαν του δωδεκαθέου τας ευσάρκους του κνήμας, ανεφώνει μετά
δικαίας υπερηφανείας: et pas coton! Τον ενθυμείσαι βέβαια· τον
εθαυμάσαμεν μαζή κατά το 1871, ότε απετέλει τον ακράδαντον στόλον
του γαλλικού θεάτρου των Αθηνών. Τον εχειροκροτήσαμεν τότε ως
Général Boum και ως Jupiter, ήλπιζα δε να τον χειροκροτήσω και
εφέτος, ότε η διεύθυνσις του φαληρικού θεάτρου ενόμισε πρόσφορον
να καρυκεύση τα μουσικά της μαγειρεύματα διά των εκ του
παρελθόντος ευαρέστων αναμνήσεων των θεατών. Ήλθε λοιπόν και
πάλιν και ανέβη εις το φαληρικόν σανίδωμα ο Ζευς του 1871. Πόσον
όμως μεταβεβλημένος! Πόσον ισχνός και μαραμμένος ο ταλαίπωρος!
Ούτε παρειαί πλέον στρογγύλαι, ούτε κνήμαι στρογγυλώτεραι, ούτε
κοιλία στρογγυλωτάτη. Πομφόλυγες ήσαν πάντα και διερράγησαν. Και
αυτοί νομίζω οι τρεις τέσσαρες οδόντες του  π α τ ρ ό ς
α ν δ ρ ώ ν  τε  θ ε ώ ν  τε, οίτινες επένθουν άλλοτε εν ερημία
την στέρησιν των αδελφών των, μετέβησαν εις εντάμωσιν εκείνων,
και το άσμα του εφετεινού Διός ήτο άναρθρός τις φωνή, βαρεία μεν
ως πάντοτε και ηχηρά, αλλά τίποτε περιπλέον. Φαντάσου την
απογοήτευσιν των παλαιών του θαυμαστών. Φαντάσου δε και την λύπην
αυτών, ότε την επομένην πρωίαν ηκούσθη αίφνης καθ' όλην την πόλιν
η απαισία είδησις, ότι ο Ζευς ούτος ο κατεσκληκώς και ηρειπωμένος,
ούτινος το παρελθόν καν μεγαλείον επέβαλλε τον σεβασμόν, μετηνέχθη
από του χαρτίνου του Ολύμπου εις τας πολιτικάς φυλακάς διά χρέη!
Αστείος τις, αλλά σκληροκάρδιος και απαθής προς το φοβερόν αυτό
δυστύχημα του φαληρικού Ολύμπου, είπεν, ότι εις το νέον του
violon θα εννόησεν ο Ζευς πόσον τερπνόν ήτο και προτιμότερον το
violon του Ορφέως. Το λογοπαίγνιον είνε άσχημον, ως βλέπεις, και
διά τον δυστυχή Lavergne ήτο πολύ ασχημότερον. Ευτυχώς ευρέθη,
φαίνεται, θεός τις από μηχανής ισχυρότερος του Διός, και
απεφυλάκισε τον νεφεληγερέτην. Τον έχομεν λοιπόν και πάλιν,
μέχρις ου φυτρώση κανείς άλλος δανειστής.

Ιδού εξώφλησα τα καθυστερούντα μου, και μεταβαίνω εις τον
τ ρ ε χ ο ύ μ εν ον, ως λέγουσιν οι έμποροι. Επειδή δε είπα την
λέξιν τρεχούμενος, ηξεύρεις ποία είνε σήμερον η  π λ έ ο ν
τ ρ ε χ ο ύ μ ε ν η  δ ι α σ κ έ δ α σ ι ς (μεταφράζω κατά τον
συρμόν l' amusement le plus courou) των Αθηνών; Η Lilly, αγαπητή
μου. Συ δεν γνωρίζεις βέβαια την Lilly· δυστυχής θνητή! Η Lilly,
φιλτάτη, είνε χαριτωμένη τις Αγγλίς, τραγουδίστρια των εν υπαίθρω
σκηνών, ολίγον χορεύτρια, κάπως μίμος, πολύ πολύ όμως εύμορφη, και
πολύ περισσότερον ευμελής και εύσωμος. Διά να εννοήσης δε πόσον
είνε εύσωμος η νέηλυς αοιδός του Κήπου των Μουσών, αρκεί να σου
αναφέρω, ότι κυρία τις πρό τινων ημερών καθημένη πλησίον μου, —
ομοιάζουσα δε, σημείωσε καλώς, τσίρον της περυσινής εσοδείας, —
δεν ηδυνήθη να καταστείλη την ιεράν της αγανάκτησιν, βλέπουσα τας
τορνευτάς κνήμας της Αγγλίδος διαγραφομένας υπό το ροδόχρουν της
πλέγμα. «Αχ! τι εντροπή!» ανεφώνησεν· εγώ δε εμειδίασα εις
απάντησιν, συλλογιζομένη, ότι η τόσον αιδήμων γείτων μου είνε
τακτική φοιτήτρια του φαληρικού θεάτρου, και ότι πολλάκις είδε
και την Perichole και την Jolie Parfumeuse, και τας λοιπάς
ευωδίας του εφετεινού μας θιάσου. Η Αγγλίς λοιπόν αυτή
εγκατεστάθη εφέτος εις έν των επτά Άντρων, άτινα εφύτρωσαν ένθεν
και ένθεν της ξηράς κοίτης του Ιλισσού, και μετέβαλον, ως λέγει
ενθουσιώδης τις φίλος μου, το μέρος εκείνο της πόλεως εις άλλα
Champs Elysées. Ψάλλει αγγλιστί ελαφρά τινα ασμάτια, εις τα
οποία αναμιγνύει πού και πού και γερμανικάς ή γαλλικάς επωδούς,
και διά του απλού αυτού μέσου καταμαγεύει εις τοιούτον βαθμόν
τους ακροατάς της, ώστε ηρημώθησαν πέριξ και Άντρον των Νυμφών,
και Απόλλων και γερμανικοί θίασοι, και Γιαννούλα — είνε η
σμυρναία αοιδός του αμανέ, περί ης άλλοτε θα σου γράψω — και
αθρόος ο κόσμος συρρέει καθ' εσπέραν εις τους αναριθμήτους —
ολίγους όμως σκάμνους του θεάτρου, και συνωθείται ίνα καταλάβη
θέσιν παρέχουσαν και εις τα ώτα και εις τους οφθαλμούς συγχρόνως
τέρψιν. Το κύριον δε θέλγητρον της Lilly δεν είνε ούτε το μέτριον
άλλως άσμα της, ούτε αι υπέρ το μέτριον κνήμαι της, αλλ' η χάρις
του αναστήματος και της αναβολής αυτής, το εμμελές και αρμονικόν
των κινήσεών της και η περί την ενδυμασίαν της άπειρος τέχνη.
Αδύνατον να την υπολάβη τις Αγγλίδα, πριν ανοίξη το στόμα της.
«Έπιε νερόν του Σηκουάνα η Αγγλίς αυτή», μ' έλεγεν ο ίδιος
εκείνος φίλος μου, και νομίζω ότι δεν είχεν άδικον. Φαντάζεσαι
τώρα ευκόλως, εις ποίας υπερβολάς ωθεί καθ' εσπέραν ο
ενθουσιασμός το ευφάνταστον και ενθουσιώδες κοινόν των Αθηνών. Αι
φιλοφροσύναι γίνονται μεγαλοφώνως διά λόγων και σχημάτων, τα
επιφωνήματα του θαυμασμού ομοιάζουσιν ενίοτε με βρυχηθμούς, αι
ανθοδέσμαι δε και αι περιστεραί βρέχουσι κατά κεφαλής της Lilly,
ήτις ουδεμίαν συνήθως αισθάνεται δυσκολίαν να ανταποδίδη
μεγαλοφώνως επίσης και εκφραστικώτατα τας φιλοφρονήσεις των
θυμάτων της. Περί του συντρόφου της Lavator, κοινοτάτου κωμικού,
τις οίδε τινος ιπποδρόμου της Ευρώπης, ουδέ λόγος δύναται να
γείνη, ειμή μόνον ότι είνε σύζυγος της Lilly, — ως λέγει.

Δεν εξακολουθώ την επιστολήν μου σήμερον, διότι η συνέχεια θα ήτο
λυπηρά. Προτιμώ να σου μείνω και πάλιν χρεώστης.

Ι'.

Εν Αθήναις, τη 2 Αυγούστου 1879.

Ανέβης λοιπόν εις το Ρίγι και δεν ετρόμαξες! Ανερριχήθης διά
τολμηράς και παραδόξου σιδηροδρομικής τροχιάς εις δύο χιλιάδων
περίπου ποδών ύψος, και ούτε ζάλην ησθάνθης, ούτε ιλιγγίασιν,
ούτε φόβον! Καλόν σημείον. Θα ειπή, ότι το νευρικόν σου σύστημα
εδυναμώθη, ότι η επισφαλής εκείνη υγεία σου, — ήτις ως
ενθυμείσαι, δεν ενέπνεεν εις τους φίλους σου τόσους φόβους, όσους
εις σε, — ανέλαβε πάλιν. Δεν ηξεύρω κατά πόσον συνετέλεσεν εις
τούτο η περιηγητική σου θεραπεία· έχω όμως τον εγωισμόν να
νομίζω, ότι και τα ιδικά μου γράμματα ενήργησαν κάπως προς το
ευάρεστον αυτό αποτέλεσμα. Δεν δύνασαι τουλάχιστον να μου
αρνηθής, ότι συμμορφουμένη ακριβώς προς τας οδηγίας σου,
προσεπάθησα μέχρι τούδε πάση δυνάμει να φαιδρύνω τας ώρας της
ξενητείας σου, ότι απέφυγα επιμελώς πάσαν αφήγησιν και πάσαν
περιγραφήν δυναμένην να λυπήση τον πατριωτισμόν σου, και ότε η
αττική εκείνη αύρα, την οποίαν κατά τας ποιητικάς απαιτήσεις σου
προσεπάθουν να αποταμιεύω εκάστην εβδομάδα εντός των επιστολών
μου, περιείχεν ικανήν ποσότητα σκοπίμου φαιδρότητος. Σημείωσε δε,
ότι θα περιείχεν ακόμη περεσσοτέραν, αν μου επέτρεπες να
αναμιγνύω ενίοτε εις την σκευασίαν μου και μικρόν τι srupulum
κακολογίας, και να σου διηγώμαι παραδείγματος χάριν . . . πλην
δεν το θέλεις, μου το απηγόρευσες. N' en parlons plus.

Δι' αυτόν τον λόγον κ' εγώ απέφυγα να σου αναγγείλω διά της
παρελθούσης μου επιστολής λυπηράν τινά είδησιν, και σου έμεινα
και πάλιν χρεώστης, περιμένουσα να την μάθης παρά των εφημερίδων
πρώτον και κατόπιν παρ' εμού. Δεν θα έχη μεν πλέον το θέλγητρον
του νέου, αλλά τοσούτων νέων θέλγητρον ας μην έχη ποτέ κανέν μου
γράμμα. Ναι, φίλη μου, και σήμερον έτι, ότε παρήλθον ήδη δέκα
ημέραι από του απαισίου γεγονότος — και ηξεύρεις πόσα και ποία
πράγματα ψυχραίνονται συνήθως και λησμονούνται παρ' ημίν εντός
δέκα ημερών, — και σήμερον έτι έχω βαρυαλγή την καρδίαν, όχι
πλέον αναγγέλλουσα αλλά γράφουσα και εγώ, ότι ο ποιητής
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης απέθανεν. Είμαι δε βεβαία, ότι και εις σε
την αυτήν λύπην θα προξενήσωσιν αι ολίγαι αύται σειραί, όσην σου
επροξένησε το πρώτον του θανάτου άγγελμα, και ότι το δάκρυ το
οποίον θα θολώση και πάλιν τους οφθαλμούς σου δεν θα ήνε
ολιγώτερον θερμόν εκείνου, όπερ εστάλαξεν επί της πρώτης εντύπου
αγγελίας του δυστυχήματος, την οποίαν σου έφεραν αι εφημερίδες.
Είχαμεν και αι δύο το ευτύχημα να γνωρίσωμεν εκ του πλησίον τον
ευγενή εκείνον άνδρα· και αν οι πολλοί πενθούσι σήμερον την
μεγάλην και πρόωρον απώλειαν, ην υπέστησαν τα ελληνικά γράμματα
διά του θανάτου ενός των καλλιτέρων λυρικών ποιητών της νέας
Ελλάδος, ημείς πενθούμεν συγχρόνως και το άωρον τέρμα του βίου
ανδρός ευγενούς και υψηλόφρονος, ούτινος η μεγάλη και ευπαθής
καρδία, πλήρης φλογερού και δυσαπαλλάκτου πατριωτισμού, διερράγη
επί τέλους μοιραίως υπό την βιαιότητα των παλμών της. Ο
Βαλαωρίτης, ως ήξευρες, έπασχεν από πολλού βαρύ καρδιακόν νόσημα,
ούτινος ουδ' αυτόν τον ίδιον διέφευγεν η σπουδαιότης. Από καιρού
ήδη δεν κατεκλίνετο πλέον, και μόλις που κατώρθονε να κλείη τα
βεβαρημένα του βλέφαρα ανακύπτων επί βραχείας ώρας εις το
ανάκλιντρόν του. Η σωματική αυτή βάσανος είχεν εμπνεύσει
αναγκαίως εις τον ταλαιπωρούμενον ποιητήν της  Κ υ ρ ά
Φ ρ ο σ ύ ν η ς  βαρύθυμόν τινα μισοκοσμίαν· διά τούτο δε φεύγων
πάσαν κοινωνικήν αναστροφήν, είχεν αποσυρθή εις την παρά
τα γαλανά της Λευκάδος ύδατα εκτεινομένην ωραίαν εξοχικήν του
έπαυλιν, και εμόναζεν εις την  Μ α δ ο υ ρ ή ν του. Εκεί, θεώμενος
από των παραθύρων του τα μελανά της Ακαρνανίας όρη και βαθύτερον
τας κυανάς κορυφάς του Ζυγού, αναπνέων την βαλσαμώδη αύραν, ήτις
προσέπνεεν από τας ελάτας των ηπειρωτικών βουνών και από τα βάθη
του Αμβρακικού κόλπου, αναπολών την αιματηράν ιστορίαν του Αλή-
Πασσά και τα καρυοφίλια των αρματωλών, ανέπλαττεν εν εκστάσει της
Φροσύνης τον έσχατον στεναγμόν, πνιγόμενον υπό τα κύματα της
Λίμνης, και τους άθλους των Σουλιωτών επί των βράχων της Κιάφας·
έβλεπε το οικτρόν φάσμα του Θανάση Βάγια, και την σεμνήν μορφήν
του Σαμουήλ, ανατινάσσοντος το  Κ ο ύ γ κ ι  εις τον αέρα, και
έτεινεν άπληστον το ους, οιονεί προς μακρυνήν τινα και μυστηριώδη
μελωδίαν, προς την αρμονικήν λαλιάν των κλεφτών, την οποίαν μετά
τοσαύτης θρησκευτικής ευλαβείας απεταμίευσεν εις τα ποιήματά του.
Ενίοτε η έκστασις εκείνη μετέπιπτεν εις έμπνευσιν, η ρέμβη
μετεβάλλετο εις ενθουσιασμόν, η άφωνος ποιητική θεωρία εξεχύνετο
εις άσμα, και ο από της Λευκάδος άνεμος μας έφερεν εις Αθήνας
νέαν μελωδίαν του πάσχοντος ποιητού. Αλλ' ήσαν σπάνια δυστυχώς τα
ενεργά εκείνα διαλείμματα. Ο Βαλαωρίτης έβλεπε μόνον, ανεπόλει
και ωνειρεύετο. Ωνειρεύετο, φευ! ό,τι δεν του εχάρισεν η μοίρα να
ίδη πραγματοποιούμενον. Ωνειρεύετο τα  Γ ι ά ν ν ε ν ά  του
ελεύθερα· ωνειρεύετο νέον προσκύνημα εις την ηρωικήν εκείνην γην,
της οποίας υπήρξεν ο ψάλτης· ωνειρεύετο  ά σ μ α   κ α ι ν ό ν
ως τέρμα των παλαιών του ασμάτων, ωνειρεύετο να εορτάση το Πάσχα
εκεί, όπου ενηστεύθη τεσσάρων αιώνων τεσσαρακοστή. Αλλ' ο θάνατος
έκοψε τα όνειρα του ποιητού, και το αρρενωπόν του άσμα δεν θα
πανηγυρίση της Ηπείρου την ελευθερίαν. Όταν εκεί ποτε την
αιματοβαφή σημαίαν αντικαταστήση η κυανόλευκος και ο σταυρός την
ημισέληνον, όταν τείνη ένθους η Ήπειρος το ους προς την Λευκάδα,
ίνα ακούση την γνώριμον φωνήν πανηγυρίζουσαν την χαράν της, η
Λευκάς θα μείνη βωβή, και τα κύματα της μόνον, εκπνέοντα εις της
Πρεβέζης τον αιγιαλόν, θα φλοισβίσωσι πενθίμως, ότι . . . ο
Βαλαωρίτης δεν ζη πλέον.

Συγχώρει, αν δεν σου γράφω σήμερον περισσότερα και φαιδρότερα.
Άφες την συγκίνησίν μου αμιγή, και ας μείνη και η ιδική σου
τοιαύτη.

ΙΑ'.

Εν Αθήναις τη 8 Αυγούστου 1879

Τίποτε σχεδόν άξιον λόγου δεν έχω να σου αναγγείλω εξ Αθηνών
αυτήν την εβδομάδα, και εντρέπομαι τη αληθεία, όχι εννοείται εις
λογαριασμόν μου, αλλ' εις λογαριασμόν της ελληνικής μεγαλοπόλεως
διά την νεολογικήν αυτής πτωχείαν. Και όμως αι Αθήναι ως και
άλλοτε σου έγραψα, μεγαλύνονται ολονέν, μεγαλύνονται και
αυξάνουσι, το δε μέτρον του σημερινού των μεγαλείου σου παρέχει
τούτο και μόνον το γεγονός, ότι η πρωτεύουσα του ελληνικού
βασιλείου θα εκλέξη εφέτος, κατά τας προσεχείς βουλευτικάς
εκλογάς, όχι πλέον έξ, ως μέχρι τούδε, αλλά οκτώ αντιπροσώπους.
Δεν δύνασαι, πιστεύω, να μου αρνηθής, ότι τούτο είνε πρόοδος,
πρόοδος αληθινή και αδιαφιλονείκητος, την οποίαν ουδ' αυτοί της
Ελλάδος οι εχθροί δύνανται ν' αρνηθώσιν. Ημπορεί τις ίσως, αν ήνε
μάλιστα φύσει δύσκολος άνθρωπος, φιλόψογος και μεμψίμοιρος, να μη
παραδέχεται ως εκφανή μαρτύρια της αναπτύξεως και προόδου των
Αθηνών, κατά την τελευταίαν από του 1870 δεκαετίαν, τον
εγκληματισμόν του γαλλικού θεάτρου παρ' ημίν, την εισαγωγήν των
raoûts και των αθώων questions, τας μονομαχίας χάριν ενός
μανδηλίου μιας γαλλίδος ηθοποιού, τους bals costumés, την Lilly
και άλλα πολλά πειστικώτατα εν τούτοις τεκμήρια, μαρτυρούντα ότι
αι Αθήναι δεν δύνανται να κοιμηθώσιν από την ζηλοτυπίαν των,
ακούουσαι ότι οι Παρίσιοι ονομάζονται ενίοτε nouvelle Athènes,
και προσπαθούσι να γίνωσι Παρίσιοι διά να ήνε άξιαι του ονόματός
των. Όλα αυτά φιλονεικούνται ίσως και δύνανται να φιλονεικηθώσι.
Δύναται τις ίσως μάλιστα· και να ισχυρισθή, ότι αι Αθήναι
απέχουσιν έτι πολύ των Παρισίων, διότι που combles ακόμη
και . . . . πολλά άλλα πράγματα. Τις όμως, σε παρακαλώ, θα
διαμφισβητήση, ότι δεν προώδευσε και δεν ανεπτύχθη καταπληκτικώς
πόλις, ήτις μετά ένα περίπου μήνα θα έχη οκτώ ε κ λ εκ τ ο ύ ς —
δηλ. βουλευτάς — εκ τριάκοντα περίπου κ λ η τ ώ ν ήτοι υποψηφίων,
ενώ είχε τέσσαρας μόνον κατά το 1860, πέντε κατά το 1865 και έξ
κατά το 1871; Φαντάσου επί στιγμήν, ότι μετά ένα αιώνα, αν τα
πράγματα θεού ευδοκούντος βαίνωσιν ως βαίνουσι, και αι Αθήναι μας
προοδεύσωσιν ως προοδεύουσι, θα έχωσι των εγγόνων μας οι εγγονοί
τ ρ ι ά κ ο ν τ α τουλάχιστον βουλευτάς! Δεν ζηλεύεις την δόξαν
των; και δεν λυπείσαι και συ φοβερά, ως εγώ λυπούμαι ενίοτε, ότι
εγεννήθης εκατόν έτη πρωιμώτερα παρ' ότι έπρεπε; Φαντάσου
τριάκοντα αντιπροσώπους, μεριμνώντας ημέραν και νύκτα περί της
ευημερίας και προόδου της κλεινής πόλεως, ωχρούς εκ των
πατριωτικών των αγρυπνιών και ισχνούς εκ της από του βήματος
ρητορείας των, μη τρώγοντας, μη πίνοντας, μηδέ κοιμωμένους χάριν
του κοινού καλού, — και ειπέ μου, σε παρακαλώ, αν μετά εκατόν έτη
δεν θα δικαιούνται να λέγωσιν οι απόγονοί μας, παρωδούντες το
μασσαλιωτικόν λόγιον: si Paris avait trente députés serait une
petite Athènes. Μη αμφιβάλλης δε περί τούτου. Αι Αθήναι έχουσι
μέλλον, και ευδαίμονες εκείνοι δι' ους το μέλλον αυτό θα ήνε
παρόν. Σήμερον όμως, μ' όλον το σχετικόν των μεγαλείον και τους
προσεχείς οκτώ των βουλευτάς, είνε δι' εμέ Σαχάρα αυχμηρά, όθεν
δεν ευρίσκω να συλλέξω προς ψυχαγωγίαν σου ουδέ το ελάχιστον
ειδησείδιον. Αν σου έγραφα πολιτικάς ανταποκρίσεις, και ηγάπας
και συ τα πολιτικά, ως τα τρελλαίνεται μία μας φίλη, θα είχα
πολλά πράγματα να σου γράψω, όχι τόσον αηδή, όσον υποθέτεις, και
πολύ διασκεδαστικώτερα παρ' ό,τι φαντάζεσαι. Ήρκει μόνον να σου
περιγράψω την εκλογικήν εκστρατείαν των υποψηφίων μας βουλευτών,
τα γλυκερά των μειδιάματα, τας μελισταγείς των θωπείας και τας
χονδράς των υποσχέσεις, αίτινες κατά τούτο και μόνον διαφέρουσιν
από τας υποσχέσεις των εκλογέων, ότι είνε κάπως μεγαλείτεραι κατά
το περιέχον και κενότεραι επομένως κατά το περιεχόμενον. Ήρκει να
σου εκθέσω εν συνόψει τα περί εκλογικών συνδυασμών μυστικά
διαβούλια των επαρχιακών υποψηφίων, άτινα εν τούτοις γίνονται εν
Αθήναις, χωρίς να υπάρχη ανάγκη να ερωτηθώσι κάπως και οι
μέλλοντες ψηφοφόροι, οίτινες κατατίθενται απλώς εις την μέλλουσαν
εκλογικήν εταιρείαν, ως κατατίθενται εις κερδοσκοπικόν τινα
εμπορικόν συνεταιρισμόν εκατόν δέματα βακαλάου, είκοσι βαρέλια
σακχάρεως και πεντήκοντα κάσσαι πετρελαίου. Ήρκει τέλος να κάμω
μαζή σου μικρόν τινα περίπατον εις την αγοράν και τας οδούς των
Αθηνών, και να διασκεδάσωμεν ομού, θεωρούσαι αδιακρίτως εις τα
βάθη των υπογείων οινοπωλείων, όπου θα εβλέπαμεν τον μελανόν
επενδύτην προστριβόμενον οικείως εις την λιπαράν εφεστρίδα του
χωρικού, το στίλβον υπόδημα πατούμενον εν φιλική διαχύσει υπό του
λασπωμένου τσαρουχίου, και τους γλαφυρούς δακτύλους κομψού τινος
υποψηφιδίου θωπεύοντας τον πιναρόν τράχηλον οινοβαρούς εκλογέως.
Αλλ' αυτά ως προείπα είνε πολιτικά, και ειξεύρω ότι δεν τα
νοστιμεύεσαι. Αν τουλάχιστον ενοστιμεύεσο τα διασκεδαστικά μεν
αλλά κάπως κακολόγα ανέκδοτα, άτινα τοσάκις ρητώς μου
απηγόρευσες, θα σου διηγούμην πολλά περίεργα της εβδομάδος ταύτης
σκάνδαλα. Αλλά συ λέγεις· Ο υ α ί  όχι μόνον δ ι'  ο υ αλλά και
ε ι ς  ο ν  τ ο  σ κ ά ν δ α λ ο ν  έρχεται, και πτύεις εις τον
κόλπον σου τρις και σταυροκοπείσαι προς την κακολογίαν.

Ανατρέχω λοιπόν εις τα παλαιά, καταβαίνω μαζή σου εις Φάληρον,
εις το μέγα και πολύ Φάληρον, το οποίον κατήντησε πλέον ανάγκη
εις διασκέδασιν του καλού κόσμου των Αθηνών, και σε οδηγώ εις
μίαν των πρώτων παραστάσεων των Cloche de Corville. Το κωμικόν
αυτό μελόδραμα, το οποίον υπήρξε πέρυσι, κατά την Παγκόσμιον
έκθεσιν των Παρισίων, έν των μεγίστων θελγήτρων του παντοδαπού
εκείνου πληθυσμού, όστις συρρέει εις την νέαν Βαβυλώνα, ίνα
δαπανήση τερπνότερον τα αποταμιεύματά του, εδόθη κατ' ανάγκην
εφέτος και από του φαληρικού θεάτρου, ως επεκράτησε να ονομάζεται
το επί των άμμων του Φαλήρου εστημένον ξύλινον παράπηγμα. Λέγω
κ α τ'  α ν ά γ κ η ν, διότι εννοείς πολύ καλά, ότι δεν ήτο
δυνατόν να μη χειροκροτήσωσιν αι Αθήναι πράγμα το οποίον
εχειροκρότησαν οι Παρίσιοι. Εχειροκρότησε λοιπόν και επεδοκίμασεν
ενθουσιωδώς το αθηναϊκόν κοινόν το  χ α ρ ι έ σ τ α τ ο ν  αυτό,
ως ωνομάσθη, μελόδραμα, και το εχειροκρότησε μάλιστα όπως ουδ'
εις τους Παρισίους αυτούς εχειροκροτήθη. Οι σκαιοί παρισινοί, ως
τουλάχιστον ενθυμούμαι, ουδέποτε κατώρθωσαν να εννοήσωσι και
εκτιμήσωσι την κομψήν εκείνην χάριν, μεθ' ης ανατρέπει την
τράπεζαν του ο είς των τριών γραφέων εν αρχή της τρίτης πράξεως,
και συνανατρέπεται μετ' αυτής κυλιόμενος επί της σκηνής. Ημείς
όμως εξετιμήσαμεν εις το Φάληρον και την δραματικήν του γεγονότος
τούτου σπουδαιότητα, και την ρυθμικήν αυτού χάριν και την νοήμονά
του εκτέλεσιν. Διά τούτο δε και το εχειροκροτήσαμεν, και την
επανάληψιν του εζητήσαμεν, και ο ταλαίπωρος Frederic ηναγκάσθη να
πέση εκ νέου και να κυλισθή εκ δευτέρου επί της σκηνής εν μέσω
ραγδαίων χειροκροτημάτων. Ότε όμως το ενθουσιώδες κοινόν εζήτησε
και την εκ τρίτου επανάληψιν του σκηνικού εκείνου επεισοδίου, ο
δυστυχής γραφεύς είχε, φαίνεται, βαρυνθή την κάπως κουραστικήν
αυτήν διά την ράχιν του διασκέδασιν, και παρελθών εις το
προσκήνιον, είπεν ευσεβάστως εις τους θαυμαστάς του: «Si ces
messiers ne sont pas contents, je n' en suis pas non plus». Το
κοινόν τότε ευχαριστήθη και ησύχασεν, αρκεσθέν εκόν άκον εις τα
μουσικά του έργου θέλγητρα. Τα θέλγητρα ταύτα λέγονται πολλά και
ποικίλα υπό του κοινού. Το κατ' εμέ δεν ηξεύρω αληθώς πώς να σου
παραστήσω την εντύπωσιν, ην μοι επροξένησε το παράδοξον αυτό
μουσικόν έργον. Δεν ομιλώ περί του είδους της δραματικής μουσικής
εις την οποίαν ανήκει, διότι δεν κατώρθωσα να το κατατάξω. Ούτε
σπουδαίον μελόδραμα είνε, ούτε εις την ιταλικήν opera buffa
ανήκει, ούτε opéra comique γαλλική δύναται να ονομασθή, ούτε
οφφεμπαχιάς είνε καθαρά. Είνε κάτι τι αμφίβιον και hybride,
ετερόκλιτον και χιμαιροειδές. Είνε είδος τι μωσαϊκού αλλοκότου,
ευάρεστον μεν εν συνόλω ως εκ της ποικιλίας των χρωμάτων και της
συμπλοκής των αραβουργημάτων του, μη έχον όμως οιονδήποτε
σχέδιον, ουδέ σκοπόν, ούτε ιδέαν, ούτε αναλογίας, ούτε
φωτοσκίασιν. Και αυτό το μελωδικόν του περιεχόμενον είνε αβυρτάκη
τις, η ιταλική σαλάτα, κατά την σημερινήν μαγειρικήν γλώσσαν,
όπου αλλαχού μεν αναγνωρίζεις τον  Κ ο υ ρ έ α  τ η ς
Σ ε β ί λ λ η ς και τους  Δ ρ α γ ό ν ο υ ς  του  Β ι λ λ ά ρ
και την  Κ ό ρ η ν της  Α γ γ ώ, αλλαχού δε απορείς προς το
γνώριμον του μέλους και δεν κατορθόνεις εν τούτοις να το ενθυμηθής.
Αι πλείσται των μουσικών του φράσεων είνε ράκη γνωστών παλαιοτέρων
μελωδιών, επιδεξίως όμως συνερραμμένα εις τριβώνιον πολύχρωμον,
το οποίον θαμβόνει την όρασιν και την ευχαριστεί εφ' ικανάς
στιγμάς. Η εκτέλεσίς του δεν υπήρξε κακή· πολλοί μάλιστα
διατείνονται ότι ήτο εξαίρετος. Σημείωσε όμως, ότι εις τους
πολλούς τούτους κατατάσσονται οι όχι ολίγοι θαυμασταί των
εφετεινών μας υψιφώνων κυριών, οι πωληταί των ανθοδεσμών και οι
πτηνοπώλαι, νομίζω, ακόμη, οι προμηθεύοντες τας περιστεράς, όσαι
ρίπτονται καθ' εσπέραν εις την σκηνήν, ως τρυφεροί ερμηνείς του
ενθουσιασμού θεατών τινων.

ΙΒ'.

Εν Αθήναις τη 19 Αυγούστου 1879.

Αν την παρελθούσαν εβδομάδα δεν έλαβες γράμμα μου, συλλογίσου,
ότι δεν έλαβα κ' εγώ ιδικόν σου, και συγχώρησόν με, αφού και συ
έχεις ανάγκην συγχωρήσεως. Μην υποθέσης όμως, ότι η έλλειψίς μου
ήτο πληρωμή της ελλείψεώς σου. Όχι· δεν είμαι τόσον εκδικητική.
Αφορμή της σιωπής μου ήτο άλλη, κοινοτέρα πολύ και αθωοτέρα: η
αμέλεια. Δεν ηξεύρω πως και διατί, αλλά τοσαύτη με είχε καταλάβει
την παρελθούσαν εβδομάδα αδράνεια, τόσος βαρεμός κατά την
εκφραστικωτάτην λέξιν του λαού, ώστε όχι μόνον η χειρ μου δεν
ενετείνετο εις εργασίαν οιανδήποτε, αλλά και αυτός ο νους μου
εβαρύνετο να σκεφθή. Δις μόλις και τρις προσεπάθησα να αποσείσω
την οκνηρίαν μου, αλλά και πάλιν δεν το κατώρθωσα. Σ' ενθυμήθην,
ενθυμήθην το χρέος μου, αλλ' αδύνατον ήτο να κρατήσουν οι
δάκτυλοί μου τον κάλαμον. Ο χάρτης έμενεν εμπρός μου λευκός, η
χειρ μου κατέπεσεν αδρανής, εχασμήθην, και . . . Αλλ' αρκεί·
κινδυνεύω να πάθω και τώρα τα ίδια, περιγραφούσα την παλαιάν μου
κατάστασιν. Η ανάμνησις μόνη του παλαιού εκείνου και ηδονικού
χασμήματος διαστέλλει και πάλιν τας σιαγόνας μου εις χάσμημα
νέον. Σήμερον όμως έχω θέλησιν. Αφίνω τον κάλαμον επί στιγμήν·
εγείρομαι, κάμνω δύο τρία βήματα εις το δωμάτιόν μου, πίνω έν
ποτήριον ύδατος ψυχρού και διαυγούς — από το φρέαρ της οικίας
μου, σημείωσε, διότι το ύδωρ της πόλεως δεν πίνεται πλέον — και
αναλαμβάνω την εργασίαν μου, διότι αλλέως, αν σ' άφινα και αυτήν
την εβδομάδα χωρίς επιστολήν, δεν ηξεύρω τι ήθελες μου ψάλει την
επομένην.

Έλα, λοιπόν, πηγαίνωμεν ομού εις το Άντρον των Νυμφών, να
ακούσωμεν την Ειρήνην ψάλλουσαν. Σου την είχα ονομάσει
Γ ι α ν ν ο ύ λ α ν  εις μίαν των προηγουμένων μου επιστολών,
αλλ' έκαμα λάθος και σπεύδω να το διορθώσω. Γ ι α ν ν ο ύ λ α
είνε το άσμα και όχι η αοιδός, καθώς θα ιδής μετ' ολίγον.
Εισερχόμενα λοιπόν και πάλιν εις το πολυπαθές εκείνο Άντρον, όπου
προ δύο περίπου μηνών ηκούσαμεν υλακτούσας τας γερμανικάς χάριτας.
Ο θίασος εκείνος ο γερμανικός κατέλιπεν ήδη προ ενός περίπου μηνός
την σκηνήν, επί της οποίας δεν κατώρθονε, φαίνεται, ν' ανανεώση
τους παλαιούς του θριάμβους, και μετεκομίσθη με όλα του τα τύμπανα
και τα κρόταλα εις τον παρά τας στήλας του Ολυμπίου Διός
φυτρώσαντα εντός του ρεύματος Κήπον του Παρθενώνος. Την θέσιν του
δε κατέλαβε συμμιγής τις άλλη, ωδική και μιμική και χορευτική
συγχρόνως, εταιρεία, εξ Ελλήνων συνάμα και Ιταλών και Ανατολιτών
προχείρως συγκροτηθείσα. Ο θίασος δε ούτος ο ποικίλος και
αστειότατος — χωρίς να το θέλη, εννοείται, — ορχήστραν του έχει
ένα και μόνον Άτλαντα, δέροντα ευσυνειδήτως καθ' εσπέραν επί
πέντε συνεχείς ώρας παράφωνον κλειδοκύμβαλον, ούτινος η ηλικία
τουλάχιστον επέβαλλε πλειότερον σεβασμόν (ή ανασκοπήν ως λέγουσι
σήμερον), και αδάμαντά του την σμυρναίαν Ειρήνην, ήτις τετράκις ή
πεντάκις της εσπέρας εναλλάσσει το τουρκικόν  σ α β α ί προς το
βαρύ και παθητικόν μέλος δημοτικού τινος άσματος. Το πλείστον
μέρος των θεατών έρχεται ν' ακούση αυτάς ιδίως τας ανατολικάς της
Ειρήνης μελωδίας, μονοτόνους μεν ως επί το πολύ αλλ' οικείας όμως
εις τα ώτα των ακροατών, συνοδευομένας δε δι' ενός βιολίου υπό
σμυρναίου μουσικού, και υπ' αυτής της αοιδού διά παραδόξου τινός
οργάνου, πολλήν έχοντος την ομοιότητα προς το γερμανικόν Zither.
Δι' αυτόν δε τον λόγον είνε συνήθως το κοινόν του Άντρου ικανώς
συμμιγές, ουδ' αποπνέει ως επί το πολύ αρώματα του Lubin και του
Atkinson. Υπάρχουσιν όμως μεταξύ αυτού και θεαταί ευρωπαϊκωτέραν
έχοντες την καλαισθησίαν, οίτινες τέρπονται πλειότερον εκ της
βραχνής κραυγής κολοσσιαίου τινός βαρυτόνου, περιφερομένου εις
την σκηνήν και παθητικώτατα χειρονομούντος μονωδίαν τινα του
Trovatore, ή εκ του οξέος συριγμού μελιταίας τινός υψιφώνου, ην η
πρασινοπόρφυρος ενδυμασία της μεταβάλλει εις αληθή χρυσομυίαν, ή
εκ των στερεοτύπων μορφασμών του αλευρωμένου προσώπου ηλιθίου
τινός pagliaccio, ή τέλος και εκ των χαριεστάτων δύο
αυτοχειροτονήτων χορευτριών, αίτινες ουδεμίαν έχουσι δυσκολίαν να
περιφέρωσι τον δίσκον των εις το κοινόν χωρίς να προσθέτωσιν
ο,τιδήποτε εις την στοιχειώδη αυτών ενδυμασίαν, συνοδευόμεναι
όμως πάντοτε υπό δεκαετούς τινος βρακοφόρου και ανυποδήτου
κ ι σ λ ά ρ - α γ ά.

Αλλ' αυτά αποτελούσι το αστείον μέρος της παραστάσεως. Το
σπουδαίον και ικανώς άξιον προσοχής αποτελεί το ανατολικόν άσμα
της Ειρήνης. Ηξεύρω, ότι η μουσική αυτή δεν σ' ενθουσιάζει τόσον
όσον τον Κ. Ducoudray. Σου φαίνεται, ως πολλάκις μου είπες,
φοβερά μονότονος και παντελώς άρρυθμος, ίσως δε δεν έχεις και
πολύ άδικον. Σημείωσε όμως, ότι δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον,
διότι τα ανατολικά μέλη είνε ικανώς μονότονα και άρρυθμα,
απαραίτητον είνε, όπως ευαρεστήσωσι, να άδωνται υπό ψάλτου, όστις
και φωνήν ιδία προς τούτο πεπλασμένην να έχη, και να αισθάνεται
βαθέως, και ησκημένος να ήνε διά μακρών.

Τότε με συγκινεί πολλάκις η ανατολική μελωδία μέχρι μυχών της
καρδίας μου· η μονότονος εκείνη, η κατ'  ε λ ά σ σ ο ν α
τ ό ν ο ν (minore) αδιακόπως φερομένη, αλλ' εντέχνως όμως
ποικιλλομένη διά τρομώδους λαρυγγισμού μουσική φράσις μου προξενεί
ανέκφραστόν τινα αλλά γλυκείαν βαρυθυμίαν, και το ους μου όχι
μόνον δεν κουράζεται υπό του βαρέως συρομένου ρυθμού, όστις ούτε
τέλος έχει πολλάκις ούτε αρχήν, αλλά τον παρακολουθεί τουναντίον
ευαρέστως, και όταν το άσμα παύση, τον παρατείνει πολλάκις δι'
ενδομύχου τινός και μυστηριώδους ηχούς.

Αυτό μου συνέβη προχθές, ότε ήκουσα την Ειρήνην ψάλλουσαν τους
ωραίους τούτους δημοτικούς στίχους·

_Όλαις η νηαίς παντρεύονται και πέρνουν παληκάρια, κ' εγώ η
Γιαννούλα η ώμορφη πήρα το μαραζιάρη. Σιμά του πάντα κάθομαι· του
κρένω δεν μου κρένει· ψωμί του δίνω δεν το τρώει, κρασί και δεν
το πίνει._

Η κλαγγή της φωνής της, καίτοι δεν έχει πλέον την δρόσον της
πρώτης νεότητος, έχει όμως σπάνιον αληθώς το κάλλος. Είνε φωνή
μεσοφώνου βαθεία, πλήρης, ηχηρά και ομαλωτάτη, εκφράζει δε πάθος
αληθές και ανεπιτήδευτον, και — όπερ σπανιώτατον εις ανατολίτας
αοιδούς, — είνε καθαρά του στήθους φωνή, ουδέποτε επικαλουμένη
της ρινός την βοήθειαν, ως επικαλούνται την βοήθειαν του fausset
οι ευρωπαίοι ψάλται. Κρίμα αληθώς, ότι τοιαύτη φωνή δεν έτυχεν
ευρωπαίου διδασκάλου ουδ' εμορφώθη διά σπουδών τακτικών.

Μου παραπονείσαι ότι δεν σου γράφω περί του ελληνικού θεάτρου. Αν
σου έγραφα, θα μου παρεπονείσο ότι σου γράφω, και θα μου έλεγες
ότι καταστρέφω την θεραπείαν σου.

ΙΓ'.

Εν Αθήναις τη 14 Ιανουαρίου 1880.

Πέντε ολοκλήρους μήνας είχα να λάβω γράμμα σου, και υπέθετα ότι
με είχες εντελώς λησμονήσει, ότε, επιστρέψασα εις τας Αθήνας,
όθεν έλειψα καθ' όλον σχεδόν αυτό το διάστημα, εύρον επί της
τραπέζης μου τρεις σου συγχρόνως επιστολάς, πλήρεις πικρών μεν
παραπόνων διά την σιωπήν μου, χαριεστάτων δε λεπτομερειών των
περιπλανήσεών σου και του εν Παρισίοις βίου σου. Και εις μεν τα
παράπονά σου άπαντα επαρκώς, ελπίζω, η απουσία μου, ήτις,
ανάγραψε και τούτο εις λογαριασμόν της ειλικρινείας μου, μ' έδωκε
νέαν αφορμήν, όχι μόνον να εκτιμήσω την αγάπην σου, αλλά και να
καμαρώσω πάλιν διά την ευχαρίστησιν την οποίαν σου προξενεί η
αθηναϊκή μου φλυαρία. Αι δε λεπτομέρειαι της κατά το πεντάμηνον
αυτό διάστημα ζωής σου, γραμμέναι μεθ' όλης εκείνης της χάριτος
και της αφελούς ασυναρτησίας, ήτις χαρακτηρίζει την νωχελή σου
φύσιν, με κατεγοήτευσαν αληθώς, και με μετεβίβασαν πολλάκις, ως
εν ονείρω, από της μικράς μου αθηναϊκής φωλεάς εις τον ευρύν
ορίζοντα του ευρωπαϊκού κόσμου. Αι λεπτομέρειαι ιδίως του
παρισινού χειμώνος, η ωραία σου περιγραφή της χιονοσκεπούς
λεωφόρου των Ηλυσίων και του παγωμένου Σηκουάνα, και η οδυνηρά
σου αφήγησις της διαρκούς φρικιάσεως, ήτις σε κατείχεν υπό όλας
σου τας σισύρας και με όλην την σπινθηρακίζουσαν εστίαν σου, μ'
έκαμαν πολλάκις να διαρραγώ εις άσβεστον γέλωτα. Ηξεύρεις διατί;
Ενθυμήθην τας καλοκαιρινάς σου επιστολάς, και την δροσομανίαν
ήτις σε είχε καταλάβει· ανεμνήσθην ότι αφήκες εν μηνί Αυγούστω
την Ελβετίαν, διότι δεν την εύρισκες αρκετά δροσεράν, και ότι
εβάδιζες προς βορράν εις αναζήτησιν ψύχους· εσυλλογίσθην τέλος
την δημώδη ελληνικήν παροιμίαν: τ α  μ ι κ ρ ά  δ ε ν
ή θ ε λ ε ς  τ α  μ ε γ ά λ α  γ ύ ρ ε υ ες, και ξεκαρδίσθην
σκεπτομένη, ότι δεκαπέντε βαθμοί υπό το μηδέν ευχαρίστησαν επί
τέλους με το παραπάνω την απληστίαν σου.

Ηξεύρεις όμως, ότι και ημείς οι μικροί και άσημοι Αθηναίοι δεν
καθυστερήσαμεν εις την  τ ο υ ρ τ ο υ ρ ι σ τ ι κ ή ν  αυτήν
συναυλίαν, την οποίαν συνεκρότησαν εφέτος οι πάγοι καθ' όλην την
Ευρώπην; Τετράκις μέχρι τούδε ελεύκανεν η χιών τας οδούς και τους
ορόφους των οίκων μας! Ο βοριάς, του οποίον εθρηνούμεν άλλοτε και
ιδίως πέρυσι την απουσίαν, πνέει αδιακόπως σχεδόν από δύο ήδη
μηνών, και τα ύδατα των υπαίθρων αυλάκων παγόνουσι κατά πάσαν
σχεδόν νύκτα. Ευτυχώς παγόνει μαζή των και ο πηλός των οδών μας,
αίτινες στίλβουσιν ούτω και λαμποκοπούσι την πρωίαν, όσον ουδεμία
δημοτική αρχή ποτέ θα το κατώρθονε.

Δεν 'σου περιγράφω λεπτομερώς τα του χειμώνος μας, διότι τι νέον
δύνανται να αναγγείλωσιν οι δύο μόλις βαθμοί ψύχους, τους οποίους
εζήσαμεν ημείς, εις τους είκοσι, τους οποίους έζησες συ; Τα
συνάχιά μας και τους βήχας μας και τας πορφυράς μας ρίνας τα
είχατε, υποθέτω, και σεις πολύ αφθονώτερα και ποικιλώτερα, και
ουδεμίαν επομένως θα έχης διάθεσιν να μάθης, ποσάκις επταρνίσθην
κατά τον παρελθόντα μήνα, και πώς βασανίζομαι να θεραπεύσω τας
χιονίστρας των χειρών μου. Ό,τι όμως θέλεις να μάθης, ό,τι
απαραιτήτως θέλεις να σου διηγηθώ, είνε το πώς διασκεδάζομεν
εφέτος. Χορεύομεν; Πηγαίνομεν εις το θέατρον; Ακούομεν μουσικήν;
Γίνονται συναστροφαί;

Εις όλα σου αυτά τα ερωτήματα αδύνατον, εννοείς, μου είνε να
απαντήσω διά μιας και μόνης μου επιστολής. Ησύχασε όμως, και δεν
θα σε αφήσω δυσηρεστημένην, αφού θέλεις να τα μάθης όλα.

Σου υπόσχομαι να βαρυνθής επί τέλους την φλυαρίαν μου, επί τω όρω
bien entendu να βαρυνθώ και εγώ την ιδικήν σου. Χορεύομεν;
ερωτάς. Και τι άλλο κάμνομεν, σου απαντώ. Οι χοροί και αι
χορευτικαί εσπερίδες και αι  δ ε υ τ έ ρ α ι (θα έπρεπε ίσως
δ ε ύ τ ε ρ α ι κατά σε, ήτις είσαι à cheval sur la grammaire,
αλλά τι να σου ειπώ; δεν μου έρχεται) και αι τρίται ήρχισαν ήδη
από του παρελθόντος μηνός, και φαντάσου τι κακόν έχει να γείνη
μέχρι των απόκρεω, αι οποίαι συμπίπτουν εφέτος την τρίτην Μαρτίου.
Αι χορευτικαί και διασκεδαστικαί μας ορέξεις ανεπτύχθησαν,
βλέπεις, κατ' ευθύν λόγον προς την διάρκειαν των απόκρεω, και από
της α'. Ιανουαρίου, ότε εδόθη ο πρώτος γενικός χορός της Αυλής,
επέρχονται καθ' εβδομάδα αλλεπάλληλοι προσκλήσεις, αι δε ολίγαι
μας ράπτριαι δεν προφθάνουσιν, όχι να μας ράπτωσωσιν αλλ' ουδέ να
μας ακούωσι. Κατήντησαν και αυταί personnages, και πολύ φοβούμαι
μήπως ορίσωσιν επί τέλους ώρας ακροάσεων, καθώς οι υπουργοί μας.

Περί του αυλικού χορού της πρώτης του έτους δεν σου γράφω τίποτε.
Ήτο όμοιος κατά την λαμπρότητα προς τους χορούς των παρελθόντων
ετών, τους οποίους γνωρίζεις, διότι είδες πολλούς· επιφυλάσσομαι
δε να σου γράψω λεπτομερέστερον περί του μικρού χορού, όστις
δίδεται απόψε, διά της προσεχούς μου επιστολής. Ας σου είπω
σήμερον ολίγα τινά περί του χορού της Κας Σ., και αυτά όχι μεθ'
όλης της λεπτομερείας, την οποίαν ποθεί η άπληστός σου
περιέργεια, διότι ούτε τα όρια απλής επιστολής θα εχώρουν όσα
θέλεις συ, ούτε ο κάλαμος της φίλης σου θα επήρκει. Περί την
χορευτικήν αυτήν εσπερίδα — διότι ούτω την ωνόμαζον μετριοφρόνως
τα προσκλητήρια — εγένετο πολύς εκ προοιμίων ο πάταγος, και
αμύθητον υπήρξε το πλήθος — άρρεν και θήλυ — το οποίον έφερε την
προχθές εσπέραν ένδυμα γάμου. Ούτω δε το μέγα εκείνο μέγαρον, του
οποίον εθαυμάσαμεν, ενθυμείσαι, άλλοτε ομού τας ημιτελείς μεν
αλλ' ευρείας και συνεχείς αιθούσας, επληρώθη μέχρι και αυτών των
τελευταίων γωνιών του μεσορόφου, κ' ενόμιζεν ο περί την δεκάτην
ώραν του προχθές Σαββάτου εισερχόμενος εις τα κατάκοσμα εκείνα
δώματα, ότι παρίσταται εις δημοσίαν τινά αγόρευσιν του νέου ημών
ιεροφάντου Μακράκη, πολύ πριν ή ο εισαγγελεύς μετριάση κάπως τον
ενθουσιασμόν του νοήμονος κοινού· της πρωτευούσης, το οποίον
ετίμησεν εσχάτως τον προφήτην, κατά τας τελευταίας βουλευτικάς
εκλογάς, δι' επτά χιλιάδων ψήφων, εις δόξαν της καθολικής
ψηφοφορίας! Η πληθύς δε αυτή, κατά την ομόφωνον της ιδίας πληθύος
γνώμην, υπήρξε το μόνον ελάττωμα της λαμπράς εκείνης εσπερίδος,
καθ' ην ημιλλώντο η αμίμητος καλλιτεχνική του οίκου διακόσμησις,
ο άπλετος φωτισμός των περιχρύσων αιθουσών, η της ορχήστρας
τελειότης, ο πλούτος και η κομψότης των εσθήτων, η χάρις των
χορευτριών, η κοινωνική σημασία των προσκεκλημένων, του δείπνου η
άφθονος και αριστοτεχνική ποικιλία, και επί πάσιν η προσηνής
ευγένεια και περιποιητικότης των οικοδεσποτών. Δεν επιχειρώ,
φιλτάτη, να σου περιγράψω τα θαυμάσια της οικίας, ουδέ τον
καλλίτεχνον ευτρεπισμόν των ωραίων αιθουσών του μεγάρου, θα
εχρειαζόμην πολλάς σελίδας, ίνα σου καταδείξω διά λέξεων την
βαθείαν εντύπωσιν του θαυμασμού, τον οποίον μου επροξένησεν η
κατάλευκος και δι' αναγλύφων εκ ναστοχάρτου περίκοσμος αίθουσα
κατά την βορειοανατολικήν πρόσοψιν του μεγάρου, η διαιρουμένη εις
δύο διά κομψοτάτων στηλών εκ λευκού πεντελικού μαρμάρου, η παρ'
αυτή δεξιόθεν μικροτέρα, διακεκοσμημένη διά γραφών και επίπλων
κατά τον επί Λουδοβίκου του ΙΕ'. συρμόν, η άλλη παρακειμένη, επί
των τοίχων της οποίας ανευρίσκει τις τον ρυθμόν και τας γραφάς
των πομπηιανών δωμάτων, το περαιτέρω μαγευτικόν μικρογράφημα των
αραβουργημάτων της Αλάμβρας, και τέλος το εκ ξύλου δρυός
περίγλυφον εστιατόριον, όπου διαρκώς εστρωμένον κυλικείον ανέψυχε
τους διψώντας και ενεδυνάμου τους απαύστως σχεδόν πεινώντας
στομάχους των προσκεκλημένων, χορευόντων και μη.

Άλλως δε η περιέργεια σου επιθυμεί αναντιρρήτως λεπτομερεστέραν
και φλυαροτέραν την περιγραφήν των κυριών και των ενδυμασιών των.
Και δι' αυτό όμως . . . τι να σου είπω; εντρέπομαι, αλλ' η
αλήθεια είνε, ότι ολίγα ενθυμούμαι, διότι ολίγα είδα. Ήμεθα τόσον
πολλαί και τόσον πυκναί, ώστε σε βεβαιώ, ότι πολλάς μας φίλας
μόλις κατώρθωσα να ιδώ και να χαιρετίσω εις το τέλος του χορού.
Σου αναφέρω μόνον εν γένει, ότι αι εσθήτες των χορευτριών ήσαν
βαρείαι ως επί το πολύ και όλαι σχεδόν πλούσιαι, εκτός ολιγίστων
— δυστυχώς! — εξαιρέσεων. Τρίχαπτα πανταχού, πλημμύρα de points
d' Angleterre et de point de Bruxelles, κεντήματα βαρύτιμα,
φορέματα εξ επικρόκου, αδάμαντες και μαργαρίται εις σχήματα
περιδεραίων και πτίλων και χρυσαλλίδων, άνθη χαριέστατα,
ωραιότερα των αληθινών, και ουραί . . . ουραί . . . ουραί . . .
τόσον μακραί, ώστε εσχίσθησαν, εσχίσθησαν και πάλιν έμειναν. Και
ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι του χορού; θα μ' ερωτήσης βέβαια. Τι να
σου ειπώ; Ηξεύρεις, ότι έχω το φοβερόν ελάττωμα να ήμαι δύσκολος,
και ότι σπανίως τολμώ ν' απονέμω τίτλους καλλονής. Πρέπει όμως
οπωσδήποτε να διακρίνω μεταξύ του πλήθους την ζωηρότητα και την
χάριν της Κυρίας Κ., το επιβάλλον παράστημα της Κυρίας Σ., την
ήρεμον μεγαλοπρέπειαν της Κυρίας Λ. και το αφελές εκείνο αλλ'
ανθηρότατον κάλλος της Κυρίας Ν., όπερ κρίμα αληθώς ότι ατελώς
εκτιμά η ράπτριά της. Εκ των δεσποινίδων μου ήρεσαν πολύ δύο
μικρά αλλά χαριέστατα κοράσια, άτινα διατηρούσιν επί του αφελούς
των προσώπου όλην την χάριν της νεαράς των ηλικίας, και
ανατέλλουσιν επί της ερυθριώσης μορφής των όλον εκείνο το
ανέκφραστον της αθωότητος γόητρον, το οποίον δυστυχώς εξαλείφει
παρ' ημίν από ημέρας εις ημέραν η μετάγγισις του πολιτισμού της
Εσπερίας. Η δεσποινίς Κ. και η δεσποινίς Κ. είνε κομψόταται
κόραι, και πεποίθησιν έχω, ότι θα γείνωσιν έτι κομψότεραι και
ωραίαι κυρίαι.

Ο χορός υπήρξε ζωηρότατος και πλήρης αδιαπτώτου ευθυμίας απ'
αρχής μέχρι τέλους· το δε ακροτελεύτιον cotillon διέκριναν
ωραιόταται εικόνες — σου μεταφράζω ούτω τας figures — ων δύο
ιδίως παρήγαγαν αληθώς μαγευτικόν αποτέλεσμα. Κατά την μίαν εξ
αυτών ευρέθησαν διά μιας οι πλείστοι των χορευτών περιβεβλημένοι
πολυχρώμους και ποικίλας εκ σιγαροχάρτου ενδυμασίας, ας εξήγον αι
χορεύτριαί των εκ μικρών περιχρύσων κιλίνδρων διανεμηθέντων εις
αυτάς επί τούτω· περιεδινούντο δε ούτω τα χορεύοντα ζεύγη εντός
της καταφώτου αιθούσης, και το θέαμα μοι ανέμνησε τοιχογραφίαν
τινά παριστάνουσαν τας απόκρεω της Βενετίας, την οποίαν είδα ποτέ
εν Ιταλία. Κατά την άλλην έθραυον αι χορεύτριαι κατά της κεφαλής
των χορευτών των λευκάς εκ λεπτού χαρτίου σφαίρας, και ανεπήδα εξ
αυτών νέφος ολόκληρον μικρών τεμαχίων χάρτου λευκού, άτινα
επλήρουν ως χιόνος νιφάδες τον αέρα, το έδαφος, τας κόμας των
κυριών και των κυρίων τα μελανά φορέματα. Ενόμιζες ότι χιών
κατέπιπτε την στιγμήν εκείνην πυκνή, και ηπόρεις ότι δεν ησθάνεσο
παγωμένους τους λοβούς των ωτίων σου.

Την πέμπτην ώραν μετά το μεσονύκτιον το μέγαρον ήτο σκοτεινόν,
και τους λοβούς των ωτίων μας επάγονεν αληθώς η παγερά ατμοσφαίρα
των Αθηνών, εν μέσω των κλειστών αμαξών, αίτινες μας μετέφερον
οίκαδε.

ΙΔ'.

Εν Αθήναις τη 20 Ιανουαρίου 1880.

Σου υπεσχέθην διά της τελευταίας μου επιστολής περιγραφήν του
πρώτου μικρού βασιλικού χορού, όστις εδόθη εφέτος, και σπεύδω να
εκπληρώσω την υπόσχεσίν μου, πριν ή έλθη του ταχυδρομείου η
ημέρα, ωφελουμένη από θερμήν αλλά παροδικήν βεβαίως ηλίου ακτίνα,
ήτις εισδύει την στιγμήν αυτήν διά του παραθύρου μου, και
ζωογονεί κάπως τους παγωμένους μου δακτύλους. Τι χειμών, αδελφή
μου, είνε ο εφετεινός! Υπεδέχθημεν προ ενός και ημίσεος μηνός την
χιόνα μετ' ευθύμου σχεδόν εκπλήξεως, και την συνελέξαμεν ιδίαις
χερσίν από της φλιάς των παραθύρων μας, και εσφαιροβολήθημεν δι'
αυτής, και την κατεπατήσαμεν χαίρουσαι, πριν ή έτι αναλυθή εις
ρύπον και πηλόν, ελπίζουσαι ότι, ως συνήθως, ουδέν άλλο ήτο η
ωραία τις χειμερινή σκηνογραφία, παρασκευασθείσα εις στιγμιαίαν
ημών διασκέδασιν υπό του αθηναϊκού χειμώνος, και μέλλουσα να
διαλυθή την επαύριον υπό το φαιδρόν του ηλίου θάλπος. Και διελύθη
μεν αληθώς, αλλά τι το όφελος, αφού μετ' ολίγας ημέρας
υπεδέχθημεν την δευτέραν της έκδοσιν; Εξεπλάγημεν και τότε,
εννοείται, αλλ' η έκπληξίς μας ουδέν είχε πλέον το εύθυμον. Ότε
δε μετά μίαν μόλις εβδομάδα ελεύκανε τας στέγας εκ τρίτου η χιών,
και μετ' ολίγας πάλιν ημέρας εκ τετάρτου, και επάγωσαν των ρυάκων
τα ύδατα, και είδαμεν τας λεμονοπορτακαλλέας των κήπων μας
φυλλορροούσας και  μ ε λ α γ χ ο λ ι κ ά ς — κατά την ωραίαν
έκφρασιν, ην μετεχειρίσθη προχθές ο βασιλεύς, ομιλών εν τω χορώ
μετά τινος των προσκεκλημένων, — τότε πλέον η έκπληξίς μας
εκορυφώθη εις αδημονίαν, και η παιδική εκείνη από των πρώτων
χιόνων χαρά μετετράπη εις αγανάκτησιν, ην από ενός ήδη μηνός
μαρτυρούμεν δι' επιφωνημάτων και βηχός, διά πατάγου ρινών και
χ ο υ χ ο υ λ ι σ μ ά τ ω ν.

Και μ' όλα αυτά εν τούτοις, και μ' όλας τας απαισίας προρρήσεις
των αστρονόμων μας, αίτινες προεικάζουσι βαρύτερον έτι το
επερχόμενον ψύχος, διασκεδάζομεν εφέτος πολύ περισσότερον παρ'
όσον διεσκεδάζομεν πέρυσι, ότε δεν είδαμεν σχεδόν χειμώνα και
ολίγον έλειψε να μεταβληθώμεν εις αμφίβια, υπό τας αδιακόπους
βροχάς, δι' ων μας εφιλοδώρει ο νότος. Είπα: μ' ό λ α  α υ τ ά,
ενώ έπρεπεν ίσως ορθότερον να είπω· δ ι'  ό λ α  α υ τ ά. Αφού οι
χοροί και αι συναναστροφαί και αι παννυχίδες είνε διασκεδάσεις
χειμεριναί, δεν είνε φυσικόν ν' αυξάνωσι και να πληθύνωνται όσον
αυξάνει κ' επιτείνεται ο χειμών; Τούτο συνέβη και εφέτος, ως σου
έγραφα την παρελθούσαν εβδομάδα. Ηνοίχθησαν τα διάκοσμα δώματα
των πλουσίων μεγάρων, και άλλα μεν καθ' ημέρας τακτάς, άλλα δ'
εκτάκτως συναθροίζουσιν επί του λείου δαπέδου των τον πυκνόν και
φαιδρόν όμιλον των χορευτών και χορευτριών, οίτινες, ενώ έξω
συρίζει ο βορράς και λευκαίνονται υπό την χιόνα οι δρόμοι,
αποζημιούσι τας εκ της αργίας του παρελθόντος αιμωδιώσας κνήμας
των, παρατείνοντες το cotillon μέχρι πρωίας. Και αυτοί δε οι
χοροί της Αυλής, τους οποίους, χάρις εις την ευμενή των βασιλέων
αγαθότητα, συνείθισεν ήδη ν' αναμένη τακτικώς ανά πάντα χειμώνα η
καλή των Αθηνών κοινωνία, προϋπολογίζουσα την εξ αυτών
διασκέδασαν ως ωρισμένον ευθυμίας εισόδημα, και αυτοί υπήρξαν
εφέτος εκτάκτως ωραίοι και ζωηροί.

Ο την παρελθούσαν Δευτέραν δοθείς μικρός χορός — ή συναστροφή, ως
καλεί αυτόν η αυλική γλώσσα, — υπήρξεν αναντιρρήτως είς των
ωραιοτέρων χορών όσους περιέλαβον ποτέ αι υψόροφοι εκείναι και
αληθώς λαμπραί αίθουσαι, ας γερμανοί αρχιτέκτονες και ιταλοί
ζωγράφοι κατεσκεύασαν και διεκόσμησαν εν έτει 1848 εν μέσω των
βασιλικών ανακτόρων των Αθηνών, και τας οποίας θαυμάζουσι δικαίως
και αυτοί οι την πρωτεύουσαν επισκεπτόμενοι ξένοι.

Εις τας αιθούσας αυτάς δίδονται υπό της νέας βασιλείας ου μόνον
οι μεγάλοι αλλά και οι μικροί χοροί.

Είνε δε βεβαίως προτιμότερος ο χώρος ούτος διά πολυπληθή και
μάλιστα χορευτικήν ομήγυριν ή τα μακρά εκείνα και υποτρέμοντα
πολλάκις δώματα του τρίτου ορόφου, όπου η βασίλισσα Αμαλία
συνεκάλει τον παλαιόν καιρόν την ευάριθμον και αραιάν ομάδα των
εκλεκτών, οίτινες ήσαν συνήθως οι κλητοί των μικρών χορών της
πρώην Αυλής. Προτιμώ δε και προτιμώσι μαζή μου, είμαι βεβαία, τας
αιθούσας των μεγάλων χορών πάντες οι προσκεκλημένοι, διότι πρώτη
και απαραίτητος ανάγκη παντός χορού, — είτε χορός καλείται είτε
συναναστροφή είτε ο,τιδήποτε άλλο — είνε αίθουσα ευρεία,
αδιάσειστον έχουσα το έδαφος, υψηλή και ευάερος. Είνε τόσον
ευχάριστον να χορεύης ανέτως, χωρίς να πνίγεσαι εντός του
πλήθους, μηδέ να κινδυνεύης να πατηθής ή να πατήσης ανά πάσαν
στιγμήν, μηδέ να αισθάνεσαι ότι ενδίδει το έδαφος υπό τους πόδας
σου, μηδέ να δυσκολεύεσαι ν' αναπνεύσης εντός πνιγηράς και θερμής
ατμοσφαίρας. Τα προσόντα δε ταύτα συνενούσιν άπαντα εν ωραιοτάτω
συνδέσμω αι ανακτορικαί αίθουσαι των μεγάλων χορών. Όταν μάλιστα
αναλογίζωμαι ιδιωτικάς τινας αιθούσας, τας οποίας αρέσκονται
συνήθως οι προσκαλούντες να πληρώσι μέχρι και των προθαλάμων,
φρονούντες ίσως μετά του K. de Montlucar Scribe «qu il vaut mieux
entasser ses amis dans l' antichambre . . . et quel-ques-uns
même sur l' escalier», και μεριμνώντες ως εκείνοι ουχί πώς να
διασκεδάσωσιν οι ξένοι των, αλλά πώς μάλλον να επιδείξωσιν αυτοί
το πλήθος των σχέσεών των, αισθάνομαι αληθινήν χαράν και
ανακούφισιν, ούτως ειπείν, οσάκις ευρίσκομαι εν μέσω των
περιχρύσων εκείνων και υψηλών δωμάτων, και φέρομαι ανάρπαστος υπό
του χορού διά της δροσεράς των ατμοσφαίρας, προς το γοργόν και
εναρμόνιον μέλος τελείας ορχήστρας, υπό το άπλετον φως των
πολλαπλών πολυελαίων, ων η άνωθεν καταπεμπομένη λάμψις μαγεύει
χωρίς να κουράζη τους οφθαλμούς.

Εννοείς επομένως ευκόλως πόσον διεσκέδασα την παρελθούσαν
δευτέραν, αν και δεν εχόρευσα πολύ, διότι ήμην κουρασμένη εκ
προηγουμένων αγρυπνιών. Οι αντίχοροι και οι στρόβιλοι δεν
παρετάθησαν, ως άλλοτε, πέραν του μεσονυκτίου, διότι η
ενδιαφέρουσα, ως λέγεται, θέσις της βασιλίσσης δεν επέτρεπεν αυτή
να μετάσχη του χορού, μήτε να παρατείνη πέραν του προσήκοντος την
νυκτερινήν αυτής αγρυπνίαν. Καίτοι όμως η Α. Μεγαλειότης απείχε
της χορευτικής διασκεδάσεως των προσκεκλημένων της, ήτο
περιχαρής, ως πάντοτε, και φαιδροτάτη, προσηνής και ομιλητική, η
δε αγαθή της μορφή, εφ' ης τοσούτον εύχαρις θάλλει έτι της
νεάνιδος η αφέλεια, υφ' όλην την αίγλην της ηγεμονικής
μεγαλειότητος, ενεθάρρυνε διά διαρκούς ιλαρού μειδιάματος τον
εύπτερον όμιλον, όστις ήρχετο και παρήρχετο στροβιλίζων ενώπιόν
της. Εφόρει χαριεστάτην μελανήν εσθήτα, διάκοσμον διά βαρυτίμων
λευκών τριχάπτων και ορμαθού όλου αδαμάντων· φαντάζεσαι δε, πόσον
η ανθηρά αυτής χροιά ανεδεικνύετο έτι ανθηροτέρα υπό της αμαυράς
εκείνης αναβολής. Ηξεύρεις βεβαίως συ η παρισινή, πόσον τα μελανά
φορέματα είνε εφέτος του συρμού κατά τους χορούς και τας
εσπερίδας· αγνοείς όμως, ότι και ημείς αι οσημέραι
τελειοποιούμεναι κατηντήσαμεν πλέον τόσον ενήμεροι εις τους
νόμους του Κ. Worth, ώςτε μετεφυτεύσαμεν ήδη τας μελανάς εσθήτας
εν Αθήναις, χωρίς ν' αφήσωμεν να παλαιώση μηδ' ένα καν χειμώνα ο
συρμός των. Ούτω δε πλησίον της βασιλικής τέσσαρες άλλαι μελαναί
ενδυμασίαι ανέπτυσσον άλλη μεν τα λευκά της τρίχαπτα, άλλη δε
τους διανθείς της στεφάνους, και άλλη τους πολυχρώμους θυσάνους
της, αλλ' ήσαν όμως όλαι σχεδόν άκομψοι και εζητημέναι,
προκαλούσαι μεν το βλέμμα αλλά μη ευχαριστούσαι αυτό. Περί άλλων
φορεμάτων μη μ' ερωτάς. Όχι διότι δεν ήσαν ωραία· τουναντίον,
ήσαν ωραιότατα, πλουσιώτατα, βαρυτιμότατα τα πλείστα· αλλά δι'
αυτό ίσα ίσα σου λέγω, μη μ' ερωτάς. Δεν ηξεύρω ποίον είνε το
ιδικόν σου φρόνημα· το κατ' εμέ όμως λυπούμαι φοβερά, και
ελεεινολογώ τον τόπον μας και το μέλλον του, οσάκις βλέπω εις
ποίον ύψος πολυτελείας ανήγαγε την ενδυμασίαν μας η ούτω
καλουμένη αλλά κακώς εννοουμένη — κοινωνική ανάγκη.

Το βλέπω δε δυστυχώς πολύ συχνά το φαινόμενον αυτό, και εις τον
τελευταίον ανακτορικόν χορόν το είδα τοσούτον ανεπτυγμένον, ώστε
αι λυπηραί σκέψεις, τας οποίας μου εγέννησε, μ' έρριψαν εις
δυσθυμίαν παράδοξον, την οποίαν μάτην προσεπάθησα ν' αποδιώξω
καθ' όλην την εσπέραν. Ανελογίσθην τους δυστυχείς συζύγους των
κυριών, αίτινες έφερον χιλίων φράγκων εσθήτας εις την ράχιν των,
τους ταλαιπώρους πατέρας των δεσποινίδων, αίτινες έσυρον διά της
αιθούσης τας πλουσίας και μακράς ουράς πολυτελών μεταξωτών
φορεμάτων, ων ήτο πρόδηλος η παρισινή καταγωγή, και είπα κατ'
εμαυτήν . . . — περιττόν να σου το επαναλάβω, διότι καμμίαν
βεβαίως δεν έχεις όρεξιν ν' αναγνώσης τας μελαγχολικάς σκέψεις
της πρεσβυτιζούσης φίλης σου.

Τώρα θα μ' ερωτήσης βεβαίως, ποίαι ήσαν αι ωραιότεραι του χορού,
διότι συ, — το ηξεύρω — δεν αρκείσαι εις την ερώτησιν, ποίαι ήσαν
αι ωραιότεραι toilettes, ήτις μόνη σήμερον είνε του συρμού εν
Αθήναις. Η απάντησίς μου θα ήνε απαράλλακτος με την απάντησιν,
την οποίαν έδωκα την παρελθούσαν εβδομάδα εις το ίδιόν σου
ερώτημα. Η Κυρία Κ., η Κυρία Λ., και πάσαι κατά δεύτερον λόγον αι
άλλαι. Συλλογήν ωραίων γυναικών δεν έχει δυστυχώς άφθονον η
ελληνική πρωτεύουσα, και την πλειάδα εκάστου χορού και πάσης
εσπερίδος αποτελούσιν ως επί το πλείστον τα ίδια πρόσωπα.

Το δείπνον παρετέθη ενωρίτερον ή άλλοτε, περί το μεσονύκτιον, εν
τη μεγάλη αιθούση, ης εσύρθησαν αίφνης, προς δοθέν σημείον, αι
διά των διαμέσων στηλών ανηρτημέναι αυλαίαι, και απεκάλυψαν διά
μιας τας εστρωμένας τραπέζας, ων ηκτινοβόλουν τα κρύσταλλα υπό
τους πολυφώτους λυχνούχους. Έγεινε τότε . . . . . η φοβερά
έφοδος, και μετά μικρόν πάταγος σιαγόνων συγκρουομένων διεδέχθη
τους σιγήσαντας φθόγγους της ορχήστρας. Ότε ο πάταγος εκείνος
εκόπασεν, ήκουσα τινάς σχολιάζοντας τα του δείπνου και
παραπονουμένους, ότι οι κούρκοι δεν ήσαν αρκετά παχείς, ουδ' ο
καμπανίτης λίαν άφθονος. Οι παραπονούμενοι ήσαν γνωστοί μου·
γνωρίζουσα δε, ότι οι κούρκοι και ο καμπανίτης δεν έχουσι συνήθη
των διαμονήν τας τραπέζας των, εμειδίασα και σχεδόν ανεκάγχαζον.
Η ευάρεστος αυτή τροπή διέλυσε την προτέραν μου δυσθυμίαν, και
ότε επέστρεψα εις την οικίαν μου, εμειδίων ακόμη με τους
δυσκόλους εκείνους συνδαιτυμόνας.

Συ χορεύεις; πώς δεν μου γράφεις τίποτε;

ΙΕ'.

Εν Αθήναις, τη 28 Ιανουαρίου 1880.

Αν δεν εφοβούμην μη καταντήσω μονότονος ως μυθολόγος γραία και
πληκτική ως αγγλικόν μυθιστόρημα, θα ήρχιζα και την σημερινήν μου
επιστολήν από την νέαν εισβολήν του χειμώνος, της οποίας προ
πέντε ήδη ημερών είμεθα θύματα, και ήτις μας απειλεί διά νέων
πάλιν χιόνων και νέων παγετών. Αλλ' εσκέφθην και θα σκεφθής
ομοίως ελπίζω, ότι αρκετά είνε πλέον τα χειμερινά μας μυρολόγια,
αφού ούτε μας παρηγορούν ούτε το κακόν εξορκίζουν. Τι όμως να σου
γράψω, διά να μη γείνω μονότονος, αφού χειμών και χοροί επλήρωσαν
δύο μου ήδη γράμματα, χειμών δε μόνον και χοροί είνε και αυτής
της εβδομάδος τα νέα; Χορός παρά τω γραμματεί της γαλλικής
Πρεσβείας, ούτινος θα ενθυμείσαι βεβαίως τον ωραίον bal costumé,
τον οποίον έδωκε πέρυσι κατά την αυτήν εποχήν χορός — ο δεύτερος
ήδη — της εν Αθήναις γερμανικής παροικίας εν τη Philadelphia·
χορός τέλος πάντων masqué et paré εν τω θεάτρω, — ιδού εν
ολίγοις ο χορευτικός ισολογισμός των τελευταίων ημερών. Ο πρώτος
εξ αυτών υπήρξεν ωραία αληθώς εσπερίς, συναθροίσασα εκατόν
περίπου προσκεκλημένους εκ των κορυφών της αθηναϊκής κοινωνίας·
είχε δε τούτο ιδίως το ευάρεστον χαρακτηριστικόν, ότι δίκην
ανθοδέσμης, αποτελουμένης εξ ευωδών μόνον ανθέων, περιελάμβανε
νεαρά μόνον πρόσωπα και χορευτικάς μόνον κνήμας. Tapisserie, ήτοι
στασίδια, ως προσφυώς μετέφρασέ ποτε την λέξιν ο κ. Σκυλίσσης,
έλειπον σχεδόν εντελώς, και πάντες περίπου όσοι παρεκάθισαν εις
το μεσονύκτιον δείπνον το είχον κερδίσει αληθώς εν  ι δ ρ ώ τ ι
τ ο υ  π ρ ο σ ώ π ο υ  τ ω ν. Ο γερμανικός χορός της
Ρhiladelphia, όστις από έτους εις έτος λαμβάνει μεγαλοπρεπεστέρας
τας διαστάσεις, ήτο αφελεστάτη ως πάντοτε και χωρίς τινος
αυστηράς εθιμοτυπίας συνάθροισις, όπου οι νεαροί χορευταί και αι
εύπτεροι χορεύτριαι, ξανθόκομοι Τεύτονες οι πλείστοι, εχόρευον
μετά προδήλου ευχαριστήσεως και ακάματοι απ' αρχής μέχρι τέλους,
διακοπτόμενοι μόνον ενίοτε όπως πίωσι ποτήριον ζύθου ή φάγωσι
τεμάχιον χοιρομηρίου.

Τας ατελείς αυτάς και ανεπαρκείς βεβαίως διά σε πληροφορίας σου
δίδω ουχί εξ ιδίας όψεως, αλλ' εξ ακοής μόνον και εκ παραδόσεως
νεαρού χορευτού, όστις μου εξωμολογήθη, ότι ουδαμού διεσκέδασε
τόσον, όσον εν μέσω της απροσποιήτου εκείνης και ανεπιτηδεύτου
ομηγύρεως, όπου άλλως δεν ήτο υποχρεωμένος, έλεγε, να προσέχη
αδιακόπως, πού θέτει τον πόδα του, εκ φόβου μη σχίση την ουράν
βαρυτίμου τινός μεταξωτού φορέματος δισχιλίων φράγκων.

Η διασκεδαστική όμως συνάθροισις της παρελθούσης εβδομάδος,
εκείνη εις ην ομοθύμως — και δικαίως ως φαίνεται — απένειμαν την
δάφνην, ουχί τόσον οι χορευταί όσον οι θεαταί της, είνε ο εν τω
χειμερινώ θεάτρω των Αθηνών δοθείς χορός μετημφιεσμένων.
Ηξεύρεις, υποθέτω, ουχί βεβαίως εξ όψεως, αλλ' εκ πιστής τινος
και λεπτομερούς αφηγήσεως, τι πράγμα είνε περίπου οι διδόμενοι εν
Αθήναις κατά τας απόκρεω χοροί μετημφιεσμένων, ων κερδοσκόποι
συνήθως αμφιτρύωνες είνε διευθυνταί τίνες καφενείων ή
ξενοδοχείων, τρέφοντες την εύλογον ελπίδα να εξοδεύσωσιν εν μέσω
της χορευτικής τύρβης τα αμφίβολα και ουχί εκτάκτως ελκυστικά
ποτά και όψα των ερμαρίων των, ή ευσυνείδητοι χοροδιδάσκαλοι,
υπολαμβάνοντες καθήκον αυτών να παράσχωσιν εις τους επιμελείς
τελειοφοίτους των μαθητάς, άπαξ καν κατά το τέλος των μαθημάτων
και δίκην ευσήμου ή βραβείου, την ασυνήθη χορευτικήν απόλαυσιν
ετεροφύλων χορευτριών, θα ήκουσες αναμφιβόλως, όποίος τις είνε ως
επί το πλείστον ο τας ομηγύρεις αυτάς αποτελών όμιλος, όστις κατά
τούτο ιδίως δύναται να ονομασθή μετημφιεσμένος, ότι το ήμισυ των
ανδρών του φορεί γυναικεία ενδύματα. Θα εγέλασες δε βεβαίως εξ
όλης σου καρδίας, φανταζομένη τους αρειμανείους των χορευτών
μύστακας προκύπτοντας ενίοτε του προσωπείου και ελέγχοντας το
αληθές γένος των κατ' επιφάνειαν χορευτριών, ή τον απαραίτητον
του χορού διευθυντήν, όρθιον επί καθέδρας εν τω μέσω της αιθούσης
και εκφωνούντα μετ' απανθρώπων στρεβλώσεων τα γαλλικά προστάγματα
των αντιχόρων, ή το συμμιγές εκείνο της χορευτικής ατμοσφαίρας
άρωμα, εν ώ επικρατεί ιδίως η οσμή του υπό των στομάχων των
χορευτών χωνευομένου οίνου.

Και τοιούτος λοιπόν ήτο, θα ερωτήσης βεβαίως, ο εις το θέατρον
δοθείς χορός μετημφιεσμένων; — Όχι ακριβώς, σου απαντώ, αλλά
περίπου τοιούτος. Κατά βάθος ολίγον διέφερε των άλλων εκείνων,
περί ων ήκουσες διηγούμενα όσα έλεγα προ μικρού· ήτο δε μόνον
κατά τι επηυξημένος και διωρθωμένος, ως πάσαι αι νεώτεραι
εκδόσεις. — Και τον είδες λοιπόν; θα εξακολουθήσης ερωτώσα. — Τον
είδα βέβαια· διατί να μην τον ιδώ; και τι άλλο θέλεις να ιδώ εγώ
εν Αθήναις, όταν συ βλέπης τους bal de l' Opéra εν Παρισίοις; Η
μόνη διαφορά μεταξού εμού και σου είνε, ότι συ μεν, διά να ίδης
τους χορούς του παρισινού μελοδράματος, θα ηναγκάσθης πιθανώς να
φορέσης  δ ό μ ι ν ο ν  και προσωπείον, εγώ δε ανυπόκριτος και
αμεταμφίεστος ενεθρονίσθην εις έν θεωρείον, και απήλαυσα ανέτως
το περίεργον και αστειότατον εκείνο θέαμα, εφ' όσον, εννοείται,
μου το επέτρεπεν ο πυκνός καπνός, τον οποίον έστελλον εις την
αίθουσαν οι από των διαδρόμων του θεάτρου καπνίζοντες χορευταί,
και ο υπό τους πόδας των χορευόντων αδιακόπως αναδιδόμενος
κονιορτός. Κύριον θέλγητρον του χορού επρόκειτο να ήνε κατά το
πρόγραμμα του θεατρώνου, και υπήρξεν εν μέρει, η παρουσία του
προσωπικού του θεάτρου en costume, και η μετοχή αυτού εις τον
χορόν. Ο κ. Moreau είχε πεισθή, ως φαίνεται, μετά δίμηνον πείραν,
ότι οι ψάλται και αι ψάλτριαι, τους οποίους από δύο ήδη μηνών
έτρεφε διά μόνης της πρωινής δρόσου, — ίνα μη πάθη πιθανώς η φωνή
των — ου μόνον δεν κατώρθοναν να μεταβληθώσιν εις τέττιγας, μ'
όλην την ανακρεόντειον δίαιταν, εις την οποίαν τους υπέβαλλεν,
αλλ' εμαρτύρουν τουναντίον ορχηστικήν τινα ειδικότητα, αξίαν
μείζονος προσοχής και εμψυχώσεως. Απεφάσισε λοιπόν να
χρησιμοποιήση δημοσία τα κεκρυμμένα του θιάσου του προτερήματα
και, tirant deux moutures du même sac, να πληρώση συνάμα την
συνήθως κενήν αίθουσαν του θεάτρου του. Πρώτην φοράν εφέτος ο κ.
Moreau είχε την τύχην να φανή ευφυής· και το θέατρον επληρώθη
όσον ουδέποτε το παρελθόν Σάββατον, και οι ηθοποιοί του εχόρευσαν
όπως ουδέποτε είχον τραγουδήσει. Ο αντίχορος μάλιστα, τον οποίον
επί το κορδακικώτερον συνεκρότησαν οι αποτυχόντες τέττιγες του
θεατρώνου μας, υπήρξε γραφικώτατος και ζωηρότατος, προς μεγίστην
του κοινού ευχαρίστησιν, ο δε κωμικός Gregoire, ενδυμένος
παράδοξον και ιδιότροπον ιπποκόμου στολήν, απέδειξεν ότι ηδύνατο
να διαπρέψη ως homme caoutchouc εις οιονδήποτε ιππόδρομον της
Ευρώπης.

Η Κ. Minelli ως οδαλίσκη και η Κ. Νeuville ως folie ήσαν επίσης
κομψόταται, και πολλοί των θεατών ελησμόνησαν το άσμα των
βλέποντες τας ενδυμασίας των. Το υπόλοιπον θεατρικόν τάγμα έμεινεν
ως επί το πολύ μετριοφρόνως incognito υπό τα πολύχρωμα dominos
της θεατρικής ιματιοθήκης, και απέβαλλε μόνον ενίοτε τα
προσωπεία, οσάκις η ανάγκη π ό σ ι ο ς  η δ'  ε δ η τ ύ ο ς ωδήγει
αυτό εις το κυλικείον του θεάτρου. Την ανάγκην δε αυτήν πολλάκις,
φαίνεται, συνησθάνθησαν καθ' όλην την εσπέραν οι συνήθως
νηστεύοντες τρόφιμοι του Κ. Moreau, διότι περί τα τέλη της
νυκτερινής του πανηγύρεως ήρχισαν κάπως να λησμονώσιν οι πόδες
των τα βήματα του χορού, και η ζωηρότης αυτών και των προ μικρού
συνδαιτυμόνων των κατεδεικνύετο δι' εκχύσεων οικειότητος
παραδόξου, της οποίας αδιάκριτοι πλέον παρίσταντο θεαταί οι εν
τοις θεωρείοις περίεργοι. Τότε κατέλιπον και εγώ το θέατρον· ώστε
δεν δύναμαι, βλέπεις, να σου αφηγηθώ το τέλος της χορευτικής
εορτής του κ. Moreau, ήτις πρόκειται, ως ακούω, να
επαναλαμβάνεται κατά παν Σάββατον μέχρι του τέλους των απόκρεω.

Α! είδες; ολίγου δειν ελησμόνουν την κωμικωτέραν μορφήν του
θεατρικού χορού. Ήτο Άγγλος τις, αληθής και γνήσιος, εκ των
αμιμήτων εκείνων, ους απηθανάτισεν η γραφίς του Doré και ο
κάλαμος του Féval, και τους οποίους παρακολουθούσι συνήθως οι
αγυιόπαιδες των Παρισίων. Ο άνθρωπος είχε προδήλως ακατάσχετον
επιθυμίαν να διασκεδάση· τι δε φαντάζεσαι, ότι έκαμεν; Έκοψε τον
ερυθρόν του μύστακα και τας δαυκόχρους παραγναθίδας του, ενεδύθη
γυναικείαν εσθήτα decolletée, ήλειψε την απαθή του φυσιογνωμίαν
διά πυκνού στρώματος poudre de riz, τους ηρακλείους του ώμους δι
αφθόνου  γ ά λ α κ τ ο ς  π α ρ θ ε ν ι κ ο ύ, και ήλθεν εις τον
χορόν, όπως αντιτάξη, φαίνεται, τα στερεά κάλλη των ευσάρκων του
βραχιόνων προς τα λαγαρά θέλγητρα των εγκαθέτων χορευτριών του
θεάτρου. Νομίζω δε ότι το επέτυχεν· αν τουλάχιστον ερωτηθώσιν οι
βραχίονές του, εφ' ων πολλαπλά και ποικίλα απέμειναν τα ίχνη
τολμηρών τινων δακτύλων, αναντιρρήτως θα είπωσι το ίδιον. Ίσως
επόνεσεν ολίγον ο ιδιότροπος Άγγλος· αλλά  ε μ π ρ ό ς  'ς  τ α
κ ά λ λ η  τ'  ε ί ν'  ο  π ό ν ο ς! κατά την δημώδη παροιμίαν.
Υποθέτεις ότι θα το ξανακάμη το ερχόμενον Σάββατον; Τις οίδε!
That is very comical, θα είπε καθ' εαυτόν, και θα επαναλάβη
πιθανώς την διασκέδασιν.

ιΣΤ'.

Εν Αθήναις, τη 10 Φεβρουαρίου 1880.

Δεν σου έγραψα την παρελθούσαν εβδομάδα, διότι εβαρύνθην πλέον να
γράφω περί χορών και διασκεδάσεων, περισσότερον ίσως παρ' ό,τι
εβαρύνθην να χορεύω και να διασκεδάζω. Και όμως χοροί και
διασκεδάσεις είνε το μόνον πράγμα, περί του οποίον δύναταί τις
σήμερον να λαλήση εν Αθήναις, αφ' ότου μας απεχαιρέτισεν ο δριμύς
χειμών, όστις επάγονε μεν, είνε αληθές, τας ρίνας και τους
δακτύλους μας, αλλά μας παρείχε τουλάχιστον ύλην ομιλίας.

Περί πολιτικών δεν σου έγραψα ποτέ, και ουδέ σήμερον θα σου
γράψω, μολονότι τα πράγματα, ως λέγουσιν οι αρμόδιοι, είνε
σπουδαία, διότι πρόκειται, φαίνεται, και πάλιν να πέση το
Υπουργείον.

Περί των απόκρεω δεν είνε καιρός ακόμη να γείνη λόγος, διότι,
μολονότι ήρχισε σήμερον το τριώδιον, και ανυπόμονοί τινες
μετημφιεσμένοι ενεφανίσθησαν ήδη εις την οδόν Σταδίου, και η
περιλάλητος  κ α μ ή λ α  εθεάθη προχθές ορχουμένη προ του
Σολωνείου εν μέσω πυκνού ομίλου περιέργων, ουχ ήττον ο κόσμος ο
πολύς επιφυλάσσεται ακόμη, τα δε μικρά μαγαζεία των οδών Αιόλου
και Ερμού, άτινα εκ του προχείρου μετεβλήθησαν εις εμπορεία
προσωπίδων και μεταμφιέσεων, μάτην αναπτύσσουσιν από των θυρών
και παραθύρων των τα πολύχρωμα εκείνα και πολύσχημα ράκη, άτινα,
μ' όλα της υπηρεσίας των τα έτη και τας πολυαρίθμους αυτών
πληγάς, δεν απεφάσισαν οι απάνθρωποι ενοικιασταί των να
κατατάξωσιν εις απομαχίαν. Φαίνεται εν τούτοις, ότι θα έχωμεν
εφέτος ζωηροτάτας απόκρεω, περιεργοτέρας πολύ των παρελθόντων
ετών, και μετά τινων μάλιστα νεωτερισμών. Αν τουλάχιστον πιστεύσω
εις ακριτόμυθά τινα εκμυστηρεύματα φίλων μας, των οποίων δεν μου
επετρέπεται σήμερον να σου γράψω τα ονόματα, οργανίζεται είδος τι
corso διά των οδών Σταδίου και Πατησίων, ούτινος τα κυριώτερα
πρόσωπα θα είνε ηρωίδες μάλλον ή ήρωες. Λέγεται μάλιστα, . . αλλ'
αρκετά και ίσως πλέον του δέοντος εφλυάρησα. Αν και όταν γείνη το
πράγμα, θα σου το περιγράψω εν πάση λεπτομερεία, και η περιέργειά
σου θα κερδήση μάλλον ή θα ζημιωθή αναμένουσα.

Η εχεμυθία αυτή με στενοχωρεί, έσο βεβαία, πολύ περισσότερον ή
σε, διότι θα ηδυνάμην άλλως να γεμίσω σήμερον εξαίρετα την
επιστολήν μου, και δεν θα ευρισκόμην εις την φοβεράν αυτήν
αμηχανίαν του να μη έχω τι να σου γράψω, και να αναγκάζωμαι επί
τέλους, αποφεύγουσα τα περί χορών και εσπερίδων και διασκεδάσεων,
να σου ομιλήσω σήμερον . . . περί του  υ π ο β ρ υ χ ί ο υ
π λ ο ί ο υ, διά του οποίου πρόκειται, καθ' όλα τα φαινόμενα, να
συνταράξη εντός ολίγου τον ευρωπαϊκόν κόσμον η μικρά Ελλάς.

 — «Υποβρυχίου πλοίου!» θ' ανακράξης βέβαια, διακόπτουσα την
ανάγνωσιν των γραμμών αυτών. «Πώς! έχετε υποβρύχιον πλοίον εις
την Ελλάδα;»

 — Όχι, κυρία μου, δεν έχομεν ακόμη, αλλά θα έχωμεν, ελπίζω,
εντός ολίγου, και τότε πλέον, εννοείς, gare aux cuirrassés! Μη
γελάς! Το μέγα πρόβλημα, ούτινος η λύσις τοσάκις μάτην απησχόλησε
τους μεγαλειτέρους ναυπηγούς της Αγγλίας, της Γαλλίας και της
Αμερικής, και θα μετέβαλλεν ίσως, αν επετυγχάνετο, τον χάρτην της
Ευρώπης εντός ολίγων ετών, το πρόβλημα αυτό πλησιάζει, ως λέγουν,
να λύση παρ' ημίν ουχί ναυτικός τις, ουχί επιστήμων, μαθηματικός,
μηχανικός ή άλλος, αλλ' άνθρωπός τις κοινός, απλούς, απαίδευτος,
περικλείων όμως, φαίνεται, εις τα προνομοιούχα του στήθη το θείον
εκείνο πυρ, όπερ μετέβαλεν άλλοτε τους αλιείς εις αποστόλους, και
τοσαύτας ενεργεί παραδόξους μεταβολάς και σήμερον έτι εν Ελλάδι,
χώρα κατ' εξοχήν προνομιούχω. — «Αλλά, θα μου παρατηρήσης μεθ'
όλης της δυνατής δειλίας του χαρακτήρος σου, αλλά νομίζω, ότι ίνα
επιτύχη μηχανική τις εφεύρεσις δεν αρκεί μόνον το θείον πυρ αλλά
χρειάζεται και κάποια επιστημονική προπαίδευσις, διότι άλλως, αν
π. χ. δεν ηξεύρη τις ότι δύο και δύο κάμνουν τέσσαρα, δύναται να
υποθέση, παραπλανώμενος υπό του θείου πυρός, ότι κάμνουν πέντε,
και τότε;» — Αι, φιλτάτη! πιθανόν να έχης δίκαιον, διότι έχεις
υπ' όψιν σου την Ευρώπην· εις την Ελλάδα όμως το πράγμα είνε
κάπως διαφορετικόν, και ότι είνε διαφορετικόν απέδειξαν τα μέχρι
τούδε γενόμενα πειράματα, άτινα επέτυχον πληρέστατα.

Πριν δε με διακόψης και πάλιν, άκουσε. Ο μέλλων εφευρέτης του
υποβρυχίου πλοίου, αφού πολλάκις πρότερον, παρόντων ευαρίθμων
μόνον θεατών, κατεβύθισε το υποβρύχιον σκάφος του εν τω όρμω του
Φαλήρου, και διαμείνας ικανήν ώραν υπό τα ύδατα, ανέδυ πάλιν σώος
και υγιής, προσεκάλεσε πρό τινων ημερών διά δημοσίας αγγελίας
κόσμον πολύν εις το Φάληρον, και ενώπιον πυκνού ομίλου περιέργων
και δυσπίστων κατεβυθίσθη αυτός και τα τέκνα του εντός του
υποβρυχίου σκάφους του, διέμεινε πέντε περίπου ώρας υπό τα ύδατα,
και ανέδυ μετά ταύτα υγιέστατος, εν μέσω των παταγωδών ευφημιών
των παρισταμένων. Συγκεκινημένος τότε ανέβη εις έν τραπέζιον του
καφενείου, και απέτεινε θερμοτάτην και πλήρη πεποιθήσεως
προσφώνησιν εις τους θεατάς του, ήτις κατέληξε διά της δηλώσεως,
ότι προς τελειοποίησιν της εφευρέσεώς του του εχρειάζοντο τρεις
χιλιάδες φράγκων, άτινα ήλπιζεν, είπεν, ότι προθύμως ήθελον
συνεισφέρει οι ενδιαφερόμενοι υπέρ της επιτυχίας του. Η
προσφώνησις αύτη εκορύφωσεν, εννοείς, τον ενθουσιασμόν του κοινού·
είς των παρισταμένων αντεφώνησε τον εφευρέτην, πολλαί κυρίαι
ησθάνθησαν υγραινομένους τους οφθαλμούς των και ήρχιζαν να τους
σπογγίζωσι διά των ρινομάκτρων των, επιτροπή δε πάραυτα
συνεκροτήθη, όπως μεριμνήση περί συλλογής των τρισχιλίων φράγκων.
Η επιτροπή ανέλαβε προθύμως το έργον, ωργάνωσε λαχείον, και είνε
πάσης αμφιβολίας εκτός, ότι το χρήμα θέλει ταχέως συμποσωθή, και
ότι η σπουδαία εφεύρεσις θα  τ ι μ ή σ η  τ ο ν  τ ό π ο ν. Τι
λέγεις τώρα παρακαλώ; Μη με διακόψης και πάλιν, παρατηρούσα
μικρολόγως, ότι η υπό την θάλασσαν βύθισις οιουδήποτε σκάφους δεν
καθιστά ήδη αυτό υποβρύχιον πλοίον, ότι το σπουδαίον είνε να
κινήται το υποβρύχιον σκάφος όπως θέλει ο εντός αυτού κυβερνήτης,
να διαμένη εις ωρισμένον βάθος, να βλέπη και να ενεργή υπό το
ύδωρ και άλλα τοιαύτα μικρολογήματα, οποία ήκουσα να παρατηρώσι
τινές φύσει φιλοκατήγοροι. Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έχουσι
πατριωτισμόν, όσοι δεν αισθάνονται αναπτερούμενον τον νουν των
και θερμαινομένην την καρδίαν των προς το μεγαλείον και την δόξαν
της πατρίδος των, όσοι τέλος πάντων νομίζουσιν, ότι επιδεικνύουσι
σοφίαν, αμφιβάλλοντες περί πάντων και προς πάντα δυσπιστούντες.
Συ όμως είσαι αγνή πατριώτις, και τοιούτοι λόγοι δεν αρμόζουν εις
τα χείλη σου. Εύχου μόνον υπέρ της επιτυχίας του έργου και
πίστευε, διότι ηξεύρεις ότι η πίστις μεταθέτει όρη, και πληροί
κοιλάδας, και . . . . . κατασκευάζει υποβρύχια πλοία· — διατί
όχι;

Απόψε δίδεται μουσική συμφωνία εις το Ωδείον, υπό του εν Αθήναις
προ τινος χρόνου εγκατεστημένου ιταλού κλειδοκυμβαλιστού
Lacalamita. Το πρόγραμμα του είνε αρκετά ελκυστικόν. Επεθύμουν
ιδίως ν' ακούσω την περιλαμβανομένην εν αυτώ ωραίαν τετραφωνίαν
του Mozart, και περιπαθές τι Andante apassionato, έργον
διακεκριμένου έλληνος μουσουργού και μελοποιού, του κ. Αυγερινού,
ον είχες, υποθέτω, την ευτυχίαν ν' ακούσης συ άλλοτε εν Αγγλία.
Έγραψα, επεθύμουν, διότι δυστυχώς δεν θα υπάγω· όχι διότι μ'
επηρεάζει το άδικον λογοπαίγνιον, όπερ διά της παρατονίσεως του
ονόματος εδημιούργησεν άλλοτε ευφυολόγος τις αθηναίος εις βάρος
του κ. Lacalamita, αλλά διότι . . . πρέπει να χορεύσω και απόψε!

Madame, . . . ah! Madame . . . plaignez mon tourment.

ΙΖ'.

Εν Αθήναις τη 17 Φεβρουαρίου 1880

Δόξα τω θεώ, έχω σήμερον να σου γράψω και κάτι άλλο, εκτός χορών
και εσπερίδων· τόσον δε περισσότερον χαίρω, ότι με ηυνόησεν αυτήν
την φοράν η τύχη, όσον γνωρίζω, πόσον ενδιαφέρεσαι εις
φιλολογικάς ομιλίας, και πόσον σ' αρέσκει η καλή και αληθής
μουσική. Επιχειρώ λοιπόν να σου μεταδώσω ατελώς την ευχαρίστησιν,
την οποίαν ησθάνθην την παρελθούσαν εβδομάδα εκ φιλολογικής
μελέτης, την οποίαν απήγγειλε την εσπέραν της τετάρτης ο κύριος
Γ. Βερναρδάκης εν τω φιλολογικώ συλλόγω  Π α ρ ν α σ σ ώ, και εκ
μουσικής εσπερίδος, εις την οποίαν ο κοινός ημών φίλος κ. Δ.
συνεκάλεσε την επαύριον Πέμπτην ευάριθμον ομήγυριν φίλων.

Και αι δύο αυταί εσπεριναί διατριβαί υπήρξαν δι' εμέ ου μόνον
ευχάριστος ανακούφισις από του χορευτικού πανδαιμονίου, το οποίον
κατέκλυσεν εφέτος τας Αθήνας, αλλά και απόλαυσις αληθής, εξ
εκείνων αίτινες και διαρκούσαι θέλγουσι την ψυχήν και την
καρδίαν, και παύουσαι καταλείπουσιν οπίσω των ανάμνησιν ιλαράν
και γλυκύθυμον, ήτις αυτή καθ' εαυτήν είνε τέρψις, ως είνε τέρψις
το ηδύπνουν άρωμα, όπερ αφίνει κατόπιν της ωραία γυνή, ως είνε
τέρψις η διάβασις χλοεράς ατραπού,

où le vent balaya des roses,

κατά την ωραιοτάτην έκφρασιν του Sully Prudhomme.

0 Κ. Βερναρδάκης, τον οποίον δεν είνε απίθανον να εγνώρισες εις
Παρισίους, όθεν προ δύο περίπου μηνών κατήλθεν εις Αθήνας, είνε
νεώτερος αδελφός του γνωστού ποιητού της  Μ ε ρ ό π η ς  και
άλλοτε διαπρεπούς καθηγητού της ιστορίας εν τω Πανεπιστημίω.
Δόκιμος δ' επίσης φιλόλογος και διά σπουδαίων ήδη έργων τιμήσας
τα ελληνικά γράμματα, κατέδειξε την παρελθούσαν τετάρτην εν τω
Π α ρ ν α σ σ ώ, ότι και ποιητικήν έχει την ψυχήν, ως ο πρεσβύτερος
αυτού αδελφός, και την χάριν του λόγου ίσην σχεδόν προς εκείνον.
Θέμα του λόγου του ή μάλλον αφορμήν αυτού έλαβεν ανέκδοτόν τι
απόσπασμα του Ευριπίδου, το οποίον δημοσιευθέν πρό τινος εν
Παρισίοις πολύ φυσικώς επροξένησε πάταγον μεταξύ των ελληνιστών
της Δύσεως, και πολλάς προεκάλεσε συζητήσεις, και μεγάλως διήρεσε
τας γνώμας των σοφών, περίπου τις ήτο άρα γε η απολεσθείσα
τραγωδία του τραγικωτάτου των αρχαίων ποιητών, ης απετέλει αέρος
το ανευρεθέν λείψανον. Δεν περιμένεις βέβαια να σου μνημονεύσω
τας γνώμας των ξένων φιλολόγων, ούτε τους λόγους δι' ων
κατεπολέμησεν αυτάς ο έλλην συνάδελφός των. Το πράγμα θ' απέβαινε
πολύ σοφόν, σοφώτερον αναμφιβόλως και σου και εμού. Όταν σου
αναφέρω απλώς, ότι κατά την γνώμην του κ. Βερναρδάκη το
δημοσιευθέν απόσπασμα ανήκει εις τραγωδίαν του Ευριπίδου
«Α ν δ ρ ο μ έ δ α ν», της οποίας υπάρχουσιν ήδη γνωστά και
δημοσιευμένα πεντήκοντα περίπου άλλα αποσπάσματα, πολύ όμως
μικρότερα και ασημότερα, είνε νομίζω τούτο αρκετόν διά την
φιλολογικήν σου περιέργειαν. Ίσως ίσως δε και αυτό θα σου ήνε
αδιάφορον, διότι ουδείς πιθανώς υπάρχει λόγος να ανησυχής, αν εις
τα σωζόμενα μέχρι τούδε δίστιχα ή τετράστιχα αποσπάσματα
απολεσθείσης αρχαίας τραγωδίας προσετέθη και άλλο νέον, έστω τούτο
και τεσσαρακοντάστιχον, έστω και ωραίον αληθώς υπό πάσαν έποψιν.
Ό,τι όμως βεβαίως δεν θα σου ήνε αδιάφορον, ό,τι πολύ θα επεθύμεις
να ήκουες και συ όπως ήκουσα και εγώ, είνε αυτή η απολεσθείσα
τραγωδία του Ευριπίδου, ης προδήλως — κατά την ταπεινήν μου
γνώμην — απετέλει μέρος το δημοσιευθέν εσχάτως τεμάχιον.

Και πού λοιπόν, θ' αναφωνήσης, ευρέθη αυτή η τραγωδία, και πώς
δεν μου το λέγεις τόσην ώραν; — Δεν ευρέθη, φίλη μου, δυστυχώς·
ευτυχώς όμως ανεπλάσθη συγκολληθείσα εκ των αμόρφων εκείνων
λειψάνων, ανεδημιουργήθη ούτως ειπείν εκ του μη όντος υπό της
καλλιτέχνου χειρός του νεαρού φιλολόγου, άρτιον δε σχεδόν ούτω
και καλλίμορφον ανεπτύχθη προ των εκθάμβων ακροατών το ωραίον
εκείνο έργον του μεγάλου τραγικού, όπερ ομοφώνως κατέτασσον οι
αρχαίοι μεταξύ των αριστουργημάτων του. Δεν ηξεύρω, αν σ' έτυχέ
ποτε — και θα σ' έτυχε βεβαίως — να ιδής που αναπλαστικήν εικόνα
αρχαίου μνημείου, εξ εκείνων τας οποίας οι Γερμανοί ιδίως
επιτηδεύονται, οι επιστημονικώς ως επί το πλείστον παιδεύοντες
την καλλιτεχνικήν των γραφίδα. Το κατ' εμέ ενθυμούμαι πάντοτε
μετ' ίσης συγκινήσεως την βαθείαν και γοητευτικήν αληθώς
εντύπωσιν, την οποίαν μου επροξένησεν ωραία τις τοιαύτη εικών της
Ακροπόλεως, γεγραμμένη υπό του Graeb άνωθεν της εισόδου της
ελληνικής αιθούσης του εν Βερολίνω Μουσείου. Ώρας ολοκλήρους
έμεινα θεωμένη την χαριεστάτην εκείνην και πλήρη εμπνεύσεως
ανάπλασιν των αμιμήτων αριστουργημάτων, άτινα εκάλλυνον προ
αιώνων τον ιερόν βράχον της Αθήνας· και τοσούτον επί στιγμήν
ελησμόνησα και τα κύκλω μου γύψινα εκμαγεία ελληνικών αγαλμάτων
και την μακράν μου — επί της πατρίας γης — λυπηράν των ερειπίων
πραγματικότητα, τοσούτον εν παραδόξω εκστάσει ανυψώθην
ανεπαισθήτως εις των ονείρων τον κόσμον, ώστε υπέλαβον την εικόνα
πιστήν μάλλον της αληθείας αντιγραφήν ή ανάπλασιν του μη
υπαρχοντος, και ήλπισα, ότι επανερχομένη εις τας Αθήνας ήθελα
επανεύρει την Ακρόπολίν μου λαμπράν και απαστράπτουσαν εκ κάλλους
και νεότητος, οποίαν είχε φαντασθή και γράψει αυτήν ο γερμανός
ζωγράφος επί του τοίχου του βερολινείου Μουσείου. Τοσαύτη ήτο η
μαγική δύναμις της ευλαβούς εμπνεύσεως του καλλιτέχνου, ούτινος η
γόησσα και ειδήμων γραφίς είχεν εμφυσήσει ζωήν εις τους
συντετριμμένους λίθους, ανιδρύουσα επί του βάθρου της την
Πρόμαχον, αναστηλούσα τους πεπτωκότας κίονας του Παρθενώνος,
επαναφέρουσα εις την ζωφόρον αυτών τα συλήματα του Έλγιν, και
συμπληρούσα τον απωρφανωμένον όμιλον των σεμνών Καρυατίδων, ως
λέγει που έλλην ποιητής, ον παρέτρεψε δυστυχώς εις ακανθώδεις
τρίβους η δημοσιογραφία·

     _Του Παρθενώνος θεωρών τας στήλας πετωκυίας,
     τον πλάττω ως τον έπλασεν ακμαίον ο Φειδίας,
            ο πλάστης ούτος των θεών,
     και παν εκπλύνων λείψανον των δουλικών κηλίδων,
     κοσμώ και με την λείπουσαν εκ των Καρυατίδων
           του Ερεχθέως τον ναόν._

Τοιαύτη περίπου υπήρξε και η εντύπωσις, ην μοι επροξένησε την
παρελθούσαν τετάρτην η υπό του Κ. Βερναρδάκη ανάπλασις της
«Ανδρομέδας» του Ευριπίδου. Ακούσασα αυτόν συνθέτοντα μετ'
ευλαβείας το απολεσθέν δράμα εκ των περισωθέντων λειψάνων του,
συγκολλώντα ούτως ειπείν και προσαρμόζοντα τα μικρά εκείνα
συντρίμματα, αναπληρούντα τα κενά διά λόγου ποιητικού, εγκρατούς
και αρχαιοπρεπές έχοντος το κάλλος, υποβάλλοντα εκάστοτε τον
προσήκοντα λόγον εις του Περσέως, της Ανδρομέδας και του Κηφέως
το στόμα, και την προσήκουσαν συμβουλήν και κρίσιν εις τα χείλη
του κορυφαίου του χορού, ενόμισα προς ώραν, ότι ανέλυε μάλλον
υπάρχουσαν και σωζομένην τραγωδίαν ο ρήτωρ και εφαντάσθην ότι
επανερχομένη εις την οικίαν μου και ανοίγουσα τον Ευριπίδην θα
ανεύρισκον εντός αυτού την «Ανδρομέδαν» ολόκληρον, οποίαν προ
μικρού είχεν αναπλάσει αυτήν ο κ. Βερναρδάκης. Τοσούτον είχε το
γόητρον η επιστήμων φαντασία του λαλούντος, τοσαύτην είχε την
χάριν ο λόγος του, τοσούτον ήτο αληθής και βαθεία η εν τη ψυχή
αυτού ενσάρκωσις του δράματος.

Τι λέγεις τώρα; Δεν θα επεθύμεις και συ να ήσο εκεί και να τον
ήκουες; Παρηγορήσου όμως. Ο λόγος του νεαρού αλλά διακεκριμένου
ήδη φιλολόγου θέλει δημοσιευθή προσεχώς, και δύνασαι τότε ν'
απολαύσης εκ της αναγνώσεως όσην εγώ απήλαυσα εκ της ακροάσεως
ευχαρίστησιν. Θέλεις δε βεβαίως πεισθή και συ, ως εγώ επείσθην,
ότι ο τόπος ημών ο πάντων αφθονών αλλά και πάντων σπανίζων,
απέκτησεν επιστήμονα των γραμμάτων ουχί συνήθη, ουδέ όμοιον προς
το πολύ πλήθος των ημετέρων φιλολόγων, ων η περί τας λέξεις σοφία
ουδέν σχεδόν άλλο κατώρθωσε δυστυχώς μέχρι τούδε, ή να εμπνεύση
εις τους πολλούς αποστροφήν μάλλον ή έρωτα προς τα αθάνατα έργα
των παλαιών, άτινα εις τούτο και μόνον κρίνονται ως επί το
πλείστον χρήσιμα, εις το ν' ασκώσι δίκην πτωμάτων τα μικροσκόπια
της κριτικής και τα μαχαίρια της γραμματικής ανατομίας.

Έχει και ο Κ. Βερναρδάκης μικροσκόπιον, και διά πολλών ήδη
κατέδειξεν, ότι διαυγέστατος είνε του μικροσκοπίου του ο φακός·
αλλ' έχει όμως και οφθαλμόν, οφθαλμόν ψυχής συνάμα και καρδίας,
και τούτο είνε δι' εμέ, την μη σοφήν, η μεγίστη του σοφία.

Δεν μου περισσεύει, βλέπεις, χάρτης διά την μουσικήν εσπερίδα.
Αλλά ce qui est différé n' est pas perdu. Επιφυλάξου διά την
προσεχή εβδομάδα.

ΙΗ'.

Εν Αθήναις τη 24 Φεβρουαρίου 1880.

Τι κόσμος! τι θόρυβος! τι οχλοβοή! Τι πλήθος συνωθουμένων εις
τους δρόμους! Πόσοι και ποίοι μετημφιεσμένοι! Πόσαι και ποίαι
φωναί, και πόσος πάταγος, και πόσα συρίγματα, και πόσος
κονιορτός! — Και κονιορτός; — Και κονιορτός, αγαπητή μου, μ' όλην
την προ τριών ημερών βροχήν, ήτις είχεν απελπίσει τους Αθηναίους,
βλέποντας πνιγομένην σχεδόν εντός του πηλού την από των Κρονίων
προσδοκωμένην διασκέδασίν των.

Προ μικρού μόλις επέστρεψα παραζαλισμένη και κεφαλαλγούσα εις την
οικίαν μου, αφού επί δύο σχεδόν ολoκλήρους ώρας περιήλθον την
οδόν Αιόλου από της πλατείας της Ομονοίας μέχρι της μακαρία τη
λέξει  Ω ρ α ί α ς  Ε λ λ ά δ ο ς, και εκείθεν την οδόν Ερμού
μέχρι της πλατείας του  Σ υ ν τ ά γ μ α τ ο ς, και εκείθεν την
οδόν  Σ τ α δ ί ο υ  μέχρι του  Σ ο λ ω ν ε ί ο υ, και εκείθεν
πάλιν την οδόν Αιόλου, και πάλιν την οδόν Ερμού, και καθεξής και
καθεξής, ως έλεγεν ο μακαρίτης Ασώπιος. Το τι επατήθην κατ' αυτήν
μου την περιήγησιν, το τι διεσκέδασα, και εξεκωφάθην, και
εγέλασα, και . . . . αηδίασα, δεν περιγράφεται. Φαντάσου, . .
πλην είνε αδύνατον να φαντασθής. Έπρεπε να ήτο μαζή μου προ
ολίγων ωρών, να πάθης ό,τι έπαθα, να ιδής ό,τι είδα, να ακούσης
ό,τι ήκουσα, διά να συλλάβης αμυδράν τινα ιδέαν της διασκεδάσεως,
την οποίαν απήλαυσεν η αθηναία φίλη σου κατά τας εφετεινάς
απόκρεω. Θα προσπαθήσω μολοντούτο να σου μεταδώσω ατελώς τας
εντυπώσεις μου, διότι τας έχω νωπάς ακόμη, και μη με συνερισθής,
αν σου γράψω άτακτα και συγκεχυμένα, διότι συγκεχυμένον και
άτακτον είνε εις την κεφαλήν μου ό,τι ούτε τάξιν ηδύνατο να έχη,
πολύ φυσικώς, ούτε ειρμόν, ούτε μέθοδον.

Εν πρώτοις και προ πάντων γενική και όχι λίαν ευχάριστος
εντύπωσις των Κρονίων της σημερινής Κυριακής είνε δι' εμέ η
παντελής σχεδόν έλλειψις ευφυών μεταμφιέσεων. Εκτός δύο ωραίων
εξαιρέσεων, τας οποίας θ' απαντήσωμεν μετ' ολίγον, το πολύ και
αμέτρητον πλήθος των εφετεινών ειδώλων περιελάμβανε
μεταμφιεσμένους κοινούς, ουδέν παριστάνοντας, ουδέν λέγοντας,
νομίσαντας δε, φαίνεται, ότι αρκετή διασκέδασις ήτο και δι'
αυτούς και διά το θεώμενον πλήθος, να φορέσουν έν ενοικιασμένον
domino, κατά το μάλλον ή ήττον κομψόν και καθάριον, να
ακριβοπληρώσωσι μίαν άμαξαν, και να περιέρχωνται ούτω τας
λεωφόρους σκορπίζοντες φασόλια κατά του πλήθους — η σπατάλη των
δεν προέβη μέχρι  κ ο υ φ έ τ ω ν — ή μοιράζοντες τυπωμένην την
ευφυίαν των δι' επισκεπτηρίων φερόντων την φράσιν· «Μ. Rigolopulo
et Cie· Ν α  μ α ς  γ ρ ά φ ε τ ε», και ακούοντες κύκλω του τα
πλήθη φωνούντα εν χορώ την φράσω του συρμού Κ ό φ' τ ο!
Κ ό φ' τ ο! Μη μ' ερωτάς επί του παρόντος, τι σημαίνει η
περίεργος αύτη φράσις, την οποίαν, μιμούμενον τους παρισινούς,
καθιέρωσεν εφέτος το αθηναϊκόν κοινόν. Θα την ακούσωμευ μετ'
ολίγον εντονωτέραν, και τότε θα σου την εξηγήσω.

Αν θέλης δος μου τώρα διανοητικώς τον βραχίονά σου, και
πηγαίνωμεν προς στιγμήν ν' αναμιχθώμεν εις το ρεύμα του πλήθους,
όπερ φέρεται πυκνόν από της πλατείας της  Ο μ ο ν ο ί α ς προς
την οδόν του  Α ι ό λ ο υ. Προσοχή μη μας πατήσουν, ή μη
πατήσωμεν ημείς κανέν εκ των απειραρίθμων νηπίων, τα οποία
σύρουσι κατόπιν των αι φιλόστοργοι αυτών μητέρες διά να τα
διασκεδάσωσι.

Περιττόν, υποθέτω, να σταθώμεν ενώπιον του μικρού αυτού
θεατριδίου, το οποίον περικλείει ολόκληρον μία και μόνη ρυπαρά
σινδών, και εις του οποίου την ανοικτήν θυρίδα κινούνται ένθεν
κακείθεν δυο τρεις πλαγγόνες, συνδιαλεγόμεναι ακατανόητα διά του
στόματος του κινούντος αυτάς θεατρώνου. Είνε τόσον αδέξιαι, ώστε
ουδέ να δαρώσι καν προσηκόντως δεν κατορθόνουσιν. Ας
προχωρήσωμεν. Α! Ιδού ευθύς έν  κ ά ρ ρ ο ν, του οποίου οι
κάτοικοι διασκεδάζουσιν αναντιρρήτως, αδιαφορούντες αν
διασκεδάζουν και οι θεαταί των. Ηλείφθησαν προχείρως ό,τι χρώμα
είχε πρόχειρον ο γείτων των βαφεύς, άλλος κυανούν, άλλος ερυθρόν,
άλλος κίτρινον, και άλλος ολιγαρκέστερος ολίγην ασβόλην από της
εστίας του. Εφόρεσαν ό,τι εύρον· οι μεν το πάπλωμά των, οι δε των
συζύγων των τα φορέματα, άλλοι πίλους υψηλούς, και άλλοι σπυρίδας
ανεστραμμένας. Έζευξαν εις το ταραχώδες των άρμα έν έτι άλογον
περιπλέον, εκάθισαν επ' αυτού ένα των σύντροφον, όστις σοβαρός
και ατάραχος επιδεικνύει τας μέχρι μηρού γυμνάς και κιτρινοβαφείς
ρωμαλέας του κνήμας, και αφού δι' ολίγων οκάδων ρητινίτου
εκανόνισαν προσηκόντως την ψυχικήν των διάθεσιν, εκίνησαν
θριαμβευτικοί, άδοντες και αλαλάζοντες, ουδόλως δε ανησυχούντες
περί του παρισταμένου πλήθους, όπερ ουδέ να κυττάξωσι καν
καταδέχονται. Δεν ειξεύρω διατί, αλλά μ' αρέσκουσιν οι
μιλτοπάρειοι αυτοί αρματηλάται. Ουδέν εμπαίζουσιν, ουδ' έχουσι
την αξίωσιν να εμπαίξωσι. Διασκεδάζουσι μόνον, διότι τούτο και
μόνον ηθέλησαν, και εννοούσι τας Απόκρεω κατά την αληθή και
φυσικήν αυτών σημασίαν, απαράλλακτα όπως εννόουν τα Κρόνια του οι
παλαιοί Ρωμαίοι. Τους προτιμώ μυριάκις των ανόστων δομινοφόρων,
δι' ων ο αύξων πολιτισμός του ελληνικού και η ξενική μίμησις
αντικατέστησαν σήμερον τους παλαιοτέρους μ α κ η δ ό ν ο υ ς,
τους  κ ο υ δ ο υ ν ά τ ο υ ς, τους  δ ι α β ό λ ο υ ς, τους
ψ α ρ ά δ ε ς  και τους  τ ο υ ρ κ α λ ά δ ε ς.

Ολίγον περαιτέρω, επί της πλατείας της Τραπέζης, παίζουσι τα
πασίγνωστα  ρ ό π α λ α. Τα γνωρίζεις βεβαίως εν πάση αυτών τη
αηδία και ρυπαρότητι, ώστε περιττόν είνε να σταματήσωμεν. Non
guarda e passa· ας ρίψωμεν δε μόνον, αν θέλης, μίαν δεκάραν εις
τον τενεκέν του θεατρώνου. Παρέκει προφαίνεται από της παρόδου
των Αγίων Θεοδώρων το γεγηρακός ήδη αλλά παραδόξως ανανεωθέν
εφέτος  Γ α ϊ τ α ν ά κ ι. Κερδοσκοπική και αυτή μεταμφίεσις, ως
τα  ρ ό π α λ α  και το διά πλαγγόνων θέατρον, άτινα προ μικρού
απηντήσαμεν. Διαφέρει δε μόνον κατά τούτο εκείνων, ότι οι
θιασώται του είνε εφέτος καθαριώτερον και ευπρεπέστερον
ενδυμένοι, μολονότι τα λευκά σανδάλια των κυριών των, όσον
ευρείας και αν έχωσι τας διαστάσεις, υποφέρουσι τα πάνδεινα υπό
των έτι ευρυτέρων ποδών τους οποίους περικλείουσι.

Δόξα τω Θεώ! Ιδού και είς ευφυής μασκαράς. Είνε αψόγως
ενδεδυμένος μελανήν αναξυρίδα και μελανόν επενδύτην, κομβωμένον
μέχρι πώγωνος, φορεί υψηλά μέχρι γονάτων υποδήματα, φέρει
πτερνιστήρας ηχηρούς και μεγάλους, και κρατεί μάστιγα. Έχει το
ήθος αύταρκες και το βήμα βαρύ, πάλλει δε την μάστιγά του, ως
άνθρωπος έτοιμος να μαστίση τον πρώτον, ούτινος ήθελε τον
δυσαρεστήσει το ήθος. Αντί παντός προσωπείου, καλύπτει την
κεφαλήν αυτού ολόκληρον ωραία και επιτυχεστάτη όνου κεφαλή.
Μαντεύεις βεβαίως, τι ήθελε να σατυρίση· πολύ φοβούμαι όμως, μη
το μαντεύσωσι και άλλοι εντός ολίγου, και ο τολμηρός σατυριστής
επιστρέψη εις την οικίαν του μώλωπας φέρων πολλούς από τινός
αρειμανίου χειρός και μετάνοιαν πλείονα της τόλμης του.

Ας προχωρώμεν εν τούτοις, καταστέλλουσαι όσον δυνατόν την
περιέργειάν μας, διότι το πλήθος είνε πυκνόν, και το ρεύμα του
δεν επιτρέπει ανέτους παρατηρήσεις. Άλλως τε και δεν έχομεν τι
περίεργον να παρατηρήσωμεν. Ούτε ο νεανίσκος αυτός, όστις θέλει
δήθεν να σατυρίση τους γυναικείους συρμούς, και περιεβλήθη προς
τούτο παν δυνατόν και ακατονόμαστον ράκος· ούτε οι εφ' αμάξης
εκείνοι δύο, οίτινες έκρυψαν τας μικράς των κεφαλάς εντός
μεγαλειτέρων εκ ναστοχάρτου, τας οποίας αναγκάζονται να
υποκρατώσι διά των χειρών των· ούτε ο μείραξ αυτός, όστις εφόρεσε
πορφυρούν επώμιον και πορφυράν φενάκην και διευθύνει μόνος του το
κομψόν του αμάξιον, είνε θεάματα παρατηρήσεως άξια. Ας κάμψωμεν
λοιπόν την γωνίαν της  Ω ρ α ί α ς  Ε λ λ ά δ ο ς, και ας
τραπώμεν την οδόν  Ε ρ μ ο ύ.

Πλήθος συμπαγές, εντός του οποίον μόλις κατορθόνει να κινήται η
δεξιά πάντοτε βαίνουσα σειρά των αμαξών, εξώσται πλήρεις
περιέργων, αλλ' ουδ' είς σχεδόν μετημφιεσμένος, εκτός των
εποχουμένων δομινοφόρων. Αδύνατον να στραφώμεν προς τα οπίσω· ας
αφήσωμεν να μας κινή το ρεύμα.

Α! τέλος πάντων ας αναπνεύσωμεν! εφθάσαμεν εις την πλατείαν του
Συντάγματος. Εδώ ημπορούμεν κάπως να κινηθώμεν και μόναι μας.
Ημπορούμεν δε και να σταθώμεν εις καμμίαν γωνίαν, διά ν'
απολαύσωμεν την χαριτωμένην θέαν του θαυμασίου αυτού επικηδείου
ρήτορος, όστις οτέ μεν εν περιπαθεί κατανύξει οτέ δε μετά ζωηρού
ενθουσιασμού εκφωνεί επικήδειον λόγον εις τεθνεώτα . . . . όνον,
τον οποίον σύρει μεθ' εαυτού εντός κάρρου, και εξαίρει τας
πολυειδείς του μακαρίτου υπηρεσίας προς την πατρίδα. Σημείωσε και
αυτόν ως δεύτερον ευφυά μετημφιεσμένον, και ας προχωρήσωμεν προς
την οδόν  Σ τ α δ ί ο υ.

Τι είνε αυτοί; Φουστανελλοφόροι αρειμανείς, πάλλοντες τα κυρτά
των ξίφη, στρήφοντες τον μύστακά των, και περικυκλούντες εν
αλαλαγμώ τον αρχηγόν αυτών, όστις ιππεύων σοβαρώτατον όνον και
ανέτως επί μαλακών προσκεφαλαίων αναπαυόμενος, αρκείται καπνίζων
την καπνοσύριγγά του εν πλήρει ψυχική γαλήνη. Τίνα εκστρατείαν
άρα γε παρωδεί η κωμική αυτή πομπή; Το παριστάμενον πλήθος
φαίνεται κατενθουσιασμένον. Φωνάζει, επευφημεί, κροτεί τας
χείρας, και κραυγάζει μετά παραφοράς την φράσιν του συρμού:
Κ ό φ' τ ο! Κ ό φ' τ ο!

Αλλά τι λοιπόν σημαίνει η παράδοξος αυτή φράσις; Ουδέν άλλο ή: Α
ρ κ ε ί!  Φ θ ά ν ε ι! Αρμόζει δεν αρμόζει, ο λαός υποδέχεται δι'
αυτής και συνοδεύει πάντα παρερχόμενον μετημφιεσμένον και ιδίως
τους κομψούς δομινοφόρους των αμαξών, προς τους οποίους, μα την
αλήθειαν, δεν φαίνεται αδίκως αποτεινομένη η κραυγή του πλήθους.
Είνε τόσον άνοστοι! τόσον άνοστοι! . . . Αν δε θέλης να μάθης και
πόθεν η καταγωγή του  Κ ό φ' το, λυπούμαι μη δυναμένη να σου
μεταδώσω ακριβές τι και οριστικόν. Συζήτησις γίνεται μεγάλη τας
ημέρας αυτάς εν Αθήναις, γνώμαι συγκρούονται πολλαί περί της
φύτρας και ρίζης του πράγματος, λογομαχία αυτόχρημα βυζαντηνή
ανεπτύχθη μεταξύ των αρμοδίων, αλλά δεν κατωρθώθη έτι να
δ ι α λ ε υ κ α ν θ ή, ως λέγουσιν οι φιλόλογοι, το ζήτημα.
Πιθανώτατον φαίνεται, ότι αφορμήν έδωκε πρώτην εις το  Κ ό φ' το
γηραιός τις εφημεριδοπώλης, αγαπών υπερβολικά τα πνευματώδη ποτά,
και σταματών συχνά πυκνά προς της θύρας των οινοπωλείον, ίνα
δροσίζη τον κουραζόμενον λάρυγγά του δι' αλλεπαλλήλων ρακοποτίων.
Τα ζιζάνια των οδών, άτινα εβαπτίσθησαν προσφάτως επί το
ποιητικώτερον  υ π ο δ η μ α τ ο σ μ ή κ τ α ι, — οι άλλως
αμαθέστερον και ευνοητότερον  λ ο ύ σ τ ρ ο ι  καλούμενοι, —
ήρχισαν φωνούντα  Κ ό φ' το εις τον δυστυχή εφημεριδοπώλην, και
εκ τούτου η φράσις. Άλλοι, ως προείπον, λέγουσιν άλλα· αλλ' ημείς
και αι δύο είμεθα απερίεργοι, και δεν ανησυχούμεν, εννοείται,
πολύ προς την τύρβην των πολυπραγμονούντων, εις τους οποίους πολύ
φοβούμαι, ότι πρέπει επί τέλους, αρμοδιώτατα αυτήν την φοράν, να
φωνήση τις  Κ ό φ 'το.


ΙΘ'.

Αθήναις τη 2 Μαρτίου 1880.

Είνε σήμερον η τελευταία Κυριακή των Απόκρεω, και η πόλις
ολόκληρος, μεταμφιεσθείσα σύσσωμος από της χθες εσπέρας . . .
καλύπτεται σήμερον διά παχείας χιόνος. Μετημφιέσθη, βλέπεις, η
πόλις αντί των κατοίκων της, οι δε κάτοικοί της θρηνούσι και
ολοφύρονται και κόπτονται και βλασφημούσι, διότι ο καιρός εχάλασε
τας διασκεδάσεις των.

Αν ανήκον εις τους ευλαβείς εκείνους και θεοσεβεστάτους
θεολόγους, οίτινες προτείνουσι να κρεμασθή ο καθηγητής Ζωχιός,
διότι αναπτύσσει τας θεωρίας του Δαρβίνου από της πανεπιστημιακής
καθέδρας, και τον πρόσφατον θάνατον χρηστού ανδρός απέδωκαν εις
οργήν του θεού, τιμωρήσαντος δήθεν τον υποστηρίζοντα την διάλυσιν
των μοναστηριακών κηφηνείων, θα απέδιδα και εγώ τον αιφνίδιον
αυτόν χειμώνα εις οργήν θεϊκήν, τιμωρούσαν επί τη παραλυσία των
τους από ενός ήδη και ημίσεος μηνός διασκεδάζοντας και μη
χορτάσαντας ακόμη Αθηναίους. Αν ήμην μετεωρολόγος, θα έλεγον το
πράγμα φυσικόν και προσδοκώμενον, συνδυάζουσα, εννοείται, το
βαρόμετρον και τα μετεωρολογικά τηλεγραφήματα, τα ρεύματα των άνω
και κάτω στρωμάτων της ατμοσφαίρας, και δεν ηξεύρω πόσα άλλα
πράγματα ακόμη. Αλλ' ουδέν εκ τούτων είμαι, και αρκούμαι επομένως
οδυρομένη και εγώ διά τον αιφνίδιον αυτόν και φοβερόν χειμώνα,
όστις μας περιετύλιξε διά μιας εις σινδόνα λευκήν, και εσαβάνωσεν
ούτως ειπείν τας εφετεινάς απόκρεω, πριν ακόμη ξεψυχήσωσι.

Παράδοξος βεβαίως θα σου φανή η αρχή της επιστολής μου, και
απροσδόκητος η αγγελία της πέμπτης και έκτης εκδόσεως χιόνος, την
οποίαν εδημοσίευσεν αναχωρών ο Φεβρουάριος. Τι θα ειπής όμως,
όταν μάθης ότι εντός μιας και μόνης εβδομάδος είχαμεν όλα τα είδη
των καιρών, αιθρίαν και ήλιον, άνεμον και βροχήν, χιόνα και
πάγους;

Την παρελθούσαν Κυριακήν  χ α ρ ά  θ ε ο ύ, ως λέγει ο λαός·
ήλιος λάμπων και θερμαίνων, ουρανός αθηναϊκός, και πλήθος φαιδρόν
εις τους δρόμους. Την Δευτέραν άνεμος φοβερός, και την νύκτα
θύελλα αληθινή, αναρπάζουσα τας καπνοδόχας των οικιών, εκριζούσα
δένδρα και αναποδογυρίζουσα τας κεράμους των ορόφων. Την
Τρίτην . . . αλλοίμονον εις όσους εξήλθον της οικίας των! Οι πίλοι
των ίπταντο επί πτερύγων του βορρά ως φύλλα φθινοπώρου, αι ράβδοι
των εκυλίοντο εις τας οδούς ως κάρφη αχύρων, αι κνήμαι των
απέμενον αδρανείς εν μέσω του πεζοδρομίου, και η αναπνοή των
εκόπτετο ως υπό αντλίαν πνευματικήν. Την τετάρτην και την πέμπτην
ημέραι πάλιν φωτειναί και χλιαραί, ημέραι έαρος, μεταγγίσασαι τας
Αθήνας ολοκλήρους εις τας εξοχάς των περιχώρων και τους αγρούς,
όπου τρυφερός εσείετο ο νεογενής χόρτος υπό την μαλακήν πνοήν
ανεπαισθήτου αύρας. Έλεγέ τις ότι ο Μάιος, ωφελούμενος από τας
Απόκρεω, περιεφέρετο incognito εις την χλοεράν πεδιάδα, όπου
ευφυείς τινες ανεμώναι τον εννόησαν και προέκυψαν πρώιμοι εις
προϋπάντησίν του. Ηπατάτο όμως όστις το έλεγεν. Ήτο ο
Φεβρουάριος, ο ελεεινός και δύστροπος Κ ο υ τ σ ο φ λέ β α ρ ο ς
του λαού, όστις εμασκαρεύετο και αυτός προσωρινώς και υπεκρίνετο
τον Μάιον, αλλ' έμενεν όμως πάντοτε κατά βάθος ο παροιμιακός μην
του ψύχους και του βορρά. Την ιδίαν ευθύς εσπέραν μας έφερε
βροχήν παγετώδη, και την επομένην πρωίαν ελαφραί χιόνος νιφάδες
απεπειρώντο να στρώσωσι λευκάς των οικιών μας τας στέγας. Δεν το
κατώρθωσαν την ημέραν εκείνην, αλλά το κατώρθωσαν όμως την
επομένην, καθ' ην ο ορίζων των Αθηνών μετεβλήθη διά μιας εις
ορίζοντα του Βερολίνου, και το θερμόμετρον κατέβη εις 6 βαθμούς
υπό το μηδέν, και αι μύται μας εκοκκίνησαν ως μήκωνες ανθηραί.
Σήμερον τέλος εξυπνήσαμεν, και αι Αθήναι είχον την όψιν
πλακούντος αφρώδους, εκ των ωραίων εκείνων, τους οποίους,
ενθυμείσαι, τόσον λαιμάργως άλλοτε κατεπίναμεν εις Αϊδελβέργην.
Μιας σπιθαμής, — ακούεις; — μιας σπιθαμής είχε πάχος η χιών· και
καθ' ην ώραν σου γράφω,

     _εν πέντε σισύραις εγκεκορδυλημένη,_

πίπτει πάντοτε πυκνή και αδρά, ως πίπτουσιν από τινος αι ιδέαι
πυκναί και αδραί εντός του ελληνικού βουλευτηρίου, όπου θα έμαθες
βέβαια εκ των εφημερίδων, οποίον ηρωικόν θόρυβον παρήγαγεν
εσχάτως μία μας ομόφυλος, ανανεώσασα τας παραδόσεις της παλαιάς
αγοράς, και τακτικόν συνάψασα διάλογον από των ακροατηρίων προς
τους εν τη αιθούση . . . αγορεύοντας.

Φαντάζεσαι οποίαν λύπην, οποίαν αγανάκτησιν, οποίαν απόγνωσιν
παρήγαγεν η παράδοξος αυτή και απευκταία του χειμώνος εμφάνισις
εν τέλει των αθηναϊκών Κρονίων. Εκτός ίσως των οικοδεσποτών και
των αμφιτρυώνων, οίτινες εύρον ευπρόσδεκτον αφορμήν να κλείσωσι
τους οίκους των προς τον βορράν και τους . . . μετημφιεσμένους,
πάντες οι άλλοι, οι θέλοντες να χορεύσωσιν, οι θέλοντες να
μεταμφιεσθώσιν, οι θέλοντες να  σ ε ρ ι α ν ί σ ω σ ι ν, οι
θέλοντες να ίδωσι τέλος πάντων, είνε απαρηγόρητοι. Δεν σου λέγω
το  φ υ σ ο ύ ν  και δεν   κ ρ υ ό ν ε ι, κατά την παροιμίαν,
καθότι περί του τελευταίου τούτου φροντίζει ο βορράς και η χιών,
αλλ' αναντιρρήτως το φυσούν και δεν  ζ ε σ τ α ί ν ε τ α ι. Δεν
εννοούν, πώς είνε δυνατόν να μη διασκεδάσωσι την τελευταίαν
Κυριακήν των Απόκρεω, αφού διεσκέδασαν ήδη έξ άλλας Κυριακάς, και
έξ άλλα Σάββατα, και έξ άλλας εβδομάδας. Και πώς διεσκέδασαν, και
πώς μετημφιέσθησαν! Το γνωρίζεις ήδη αρκετά, διότι όλα μου τα
γράμματα από δύο σχεδόν μηνών δεν ήσαν άλλο τίποτε ή χρονικά των
αθηναϊκών διασκεδάσεων, και χρονικά ατελή — σημείωσε, — διότι εν
μέσω του κατακλυσμού εκείνου της ευθυμίας και της τέρψεως, όπου
επί έξ όλας εβδομάδας έπλεεν αμέριμνος η χορευτική των Αθηναίων
κιβωτός, πολλάς κατ' ανάγκην ελησμόνησα εσπερίδας και πολλούς
παρέλειψα χορούς. Ούτε τας ωραίας εσπερίδας της Κυρίας Σ. σου
εμνημόνευσα, αίτινες ανά πάσαν Δευτέραν συνεκέντρουν εντός
πολυτελεστάτων αιθουσών το άνθος του αθηναϊκού κόσμου, ούτε τας
συναστροφάς της Κυρίας Δ., όπου ολίγος μεν αλλ' οικείος και
εύθυμος όμιλος παρέτεινε μέχρι της τετάρτης πρωινής ώρας το
ταραχώδες cotillon, ούτε άλλας μεμονωμένας και μικροτέρας
νυκτερινάς ομηγύρεις, των οποίων και τώρα πλέον, — κατόπιν εορτής
— θ' απέβαινε μακρά και η απλή μόνον απαρίθμησις.

Και αυτήν όμως την τελευταίαν εβδομάδα, ης αι άπληστοι Αθήναι
θρηνούσι σήμερον χιονοσκεπείς την τραγικήν καταστροφήν, δεν
εμείναμεν άγευστοι πλακούντων ουδέ άποτοι λεμονάδων. Πλην του
ωραίου χορού της Κυρίας Λ., δι' ου φαιδρώς εωρτάσθησαν οι
πρόσφατοι αρραβώνες ζεύγους νεαρού, πλην του δευτέρου χορού της
εν Πειραιεί Λέσχης, όστις επέτυχεν, ως λέγεται, πολύ περισσότερον
του πρώτου, η παρά τη Κυρία Ν. Σ. λαμπρά εσπερίς της παρελθούσης
πέμπτης υπήρξεν αληθώς η μεγαλοπρεπεστέρα προπομπή των εφετεινών
απόκρεω, και αφήκεν ανεξάλειπτον την μαγευτικήν της εντύπωσιν εις
πάντων των προσκεκλημένων την μνήμην. Ούτε των ωραίων αιθουσών η
πλήρης καλαισθησίας διακόσμησις, ούτε η χάρις των κυριών και των
εσθήτων αυτών ο πλούτος, ούτε η περί πάντα τάξις και ευρυθμία,
αίτινες εμαρτύρουν ότι τοιούτου είδους υποδοχαί ουδέν ήσαν το
ασύνηθες διά τους οικοδεσπότας, ούτε το ωραίου διπλούν δείπνον
και το πρωτοφανές διπλούν cotillon ήσαν τα κύρια θέλγητρα της
μοναδικής εκείνης συναναστροφής. Υπέρ πάντα ταύτα επέλαμπε και
εζωογόνει και εφαίδρυνε την ομήγυριν η ανέκφραστος εκείνη χάρις,
ης η οικοδέσποινα κατέχει το μυστήριον, η φυσική εκείνη και
εγγενής ούτως ειπείν προσήνεια του ήθους, το ανεπιτήδευτον και
όμως διακεκριμένου των τρόπων, η αβρά εκείνη φιλοφροσύνη, ήτις
vous met si bien a votre aise, όπως λέγουσιν οι Γάλλοι, και όπως
δυστυχώς δεν δυνάμεθα να είπωμεν ημείς ακόμη ελληνιστί,
στερούμενοι πιθανώς την έκφρασιν διότι στερούμεθα εν γένει και το
πράγμα.

Ως προς τους μετημφιεσμένους, ή μάλλον ειπείν τους θέλοντας να
μεταμφιεσθώσι, μη νομίσης ότι τους εζημίωσε και πολύ η χθεσινή
και σημερινή χιών. Αν απέκλεισεν αυτούς από τον δρόμον, προς
μεγίστην λύπην των κεχηναίων, οίτινες μόνον προς τον συννεφή
ουρανόν δύνανται σήμερον ν' αποτείνωσι το  ε υ φ υ έ ς των
Κ ό φ' τ ο, ήνοιξεν όμως εις αυτούς τας οικίας, όπου εκόντες
άκοντες ανοίγουσι τας θύρας του οι οικοδεσπόται προς τα χιονόπαστα
στίφη, άτινα, καίτοι ριγούντα και τρέμοντα, εννοούσι να
αναπτύξωσιν υπό το προσωπείον τον πενιχρόν της ευφυίας των σπόρον.
Τινές μάλιστα των αμφιτρυώνων και προσεκάλουν ήδη προ ημερών τους
κομψούς δομινοφόρους διά της ανεκτιμήτου ταύτης φράσεως· «Αύριον
δεχόμεθα μασκαράδες. Έρχεσθε και σεις;»

Εννοείς λοιπόν τι έγεινε χθες την νύκτα, και τι θα γείνη
πιθανώτατα και απόψε. Φαντάζεσαι οποία ποσότης ευφυολογίας έχει
να δαπανηθή, και πόσον θα διασκεδάσουν οι συνάγοντες υπό την
στέγην των τα πολύχρωμα εκείνα και πολύστομα σμήνη, άτινα
εισέρχονται, τρώγουσι, πίνουσι, χορεύουσι, λέγουσιν ό,τι
φθάσωσιν, εντείνοντα μέχρι κρωγμού την φωνήν των, και απέρχονται
άγνωστα και κατευχαριστημένα.

Κατευχαριστημένα; Όχι πάντοτε δυστυχώς, διότι και η διασκέδασις
αυτή έχει ενίοτε την σκιεράν της όψιν. Άκουσε, να γελάσης. Προ
ολίγων ημερών ευάριθμος αλλά φαιδρά δομινοφόρων ομάς περιήρχετο
εσπέραν τινά τας οδούς των Αθηνών ζητούσα διασκέδασιν και χορόν
εις πάσαν οικίαν, της οποίας έβλεπε φωτισμένα τα παράθυρα.
Τοιαύτη έτυχε την εσπέραν εκείνην και οικία τις, όπου κατώκει
άλλοτε γνώριμον εις τους φίλους μας πρόσωπον. Οι εύθυμοι
νυκτοπλάνητες είδον φως εις τα παράθυρα, υπέθεσαν φυσικώς ότι ο
φίλος των έδιδε συναναστροφήν, και χωρίς τινος δισταγμού εζήτησαν
διά του αμαξηλάτου των την άδειαν να αναβώσιν. Η άδεια,
εννοείται, τοις εδόθη, και μετ' ολίγον οι μετημφιεσμένοι μας
ευρίσκοντο εν μέσω ομηγύρεως κυρίων και κυριών, των οποίων . . . .
παραδόξως ουδένα κατώρθωσαν ν' αναγνωρίσωσιν. Οι θορυβωδώς
υποδεχθέντες αυτούς είχον άψογον την ενδυμασίαν, αλλ' ουχί
εντελώς άψογον και την γλώσσαν, ουδέ τους τρόπους υπερβαλλόντως
κοσμίους.

 — Πού διάβολον επέσαμεν! εψιθύριζεν ο είς των δομινοφόρων.

 — Πού είνε ο κύριος Λ; έλεγεν ο άλλος, και εννόει τον προ
τεσσάρων μηνών μετοικήσαντα οικοδεσπότην.

 — Δεν γνωρίζω ψυχήν! παρετήρει τρίτος, και πάντες έμενον βωβοί
και κατάπληκτοι, ότε είς των χορευτών, ρωμαλέος και πορφυρούς την
όψιν Ηρακλής, πλησιάζει εις τον παρείσακτον όμιλον, και ερωτά διά
βροντώδους φωνής·

 — Έχετε άδειαν;

 — Βέβαια. Εζητήσαμεν άδειαν, πριν αναβούμεν.

 — Καλέ άδειαν από τον οικοκύρην . . . έχετε;

 — Δεν ειξεύρομεν πού είνε ο οικοκύρης· ημείς εστείλαμεν τον
αμαξάν μας, και μας είπεν ότι ειμπορούμεν . . .

 — Α! έτσι; πολύ καλά! Καθίσατε παρακαλώ!

Αλλά πού να καθίσουν οι φίλοι! Τα πράγματα ελάμβανον όψιν
παράδοξον και ικανώς ανησυχητικήν. Ως δροσιστικά προσεφέροντο εις
τους χορευτάς αμύγδαλα, πορτοκάλλια και ριζόγαλον μετά πολλής
κανέλλας, η δε ορχήστρα αποτελουμένη εκ δύο  ζ υ γ ι ώ ν
β ι ο λ ί ο υ  και  μ π ο υ ζ ο υ κ ί ο υ  ήρχισε μέλπουσα
σ υ ρ τ όν! Ούτε ο χορός ούτε τα δροσιστικά ήσαν φαίνεται της
ορέξεώς των, ενώ δε η λοιπή ομήγυρις συνεκρότει περί την αίθουσαν
τον ορχηστικόν της κύκλον, οι δομινοφόροι ετρέποντο αψοφητί ως
φαντάσματα προς την θύραν, και ητοιμάζοντο ήδη να διαβώσι την
φλιάν, ότε κυρία τις αποσπάται του συρτού, τοποθετείται δίκην
Κερβέρου προ της θύρας, και ερωτά επιχαρίτως μειδιώσα·

 — Και πώς, κύριοι, έτσι θα φύγετε, χωρίς να ιδούμεν τα χρυσά σας
μούτρα;

 — Αλλά, κυρία μου, απαντά είς των νέων, ον είχε φαίνεται
περισσότερον προσβάλει ο απρεπής του προσώπου του χαρακτηρισμός,
τα μούτρα μας έχουν, βλέπετε, μουτσούναις, και ο αμαξάς μας μας
είπεν, ότι είμεθα ελεύθεροι να μη ταις 'βγάλωμεν.

 — Κυρ Γιάννη! φωνεί τότε η κυρία πρός τινα των χορευτών, αυτό το
πράγμα δεν γίνεται! πρέπει κάποιος να βγάλη την μάσκα του.

 — Έννοια σας, κυρία Ουρανία, λέγει σοβαρός προσερχόμενος ο
πορφυρούς την όψιν Ηρακλής. Έννοια σας! αφήστε το πράγμα επάνω
μου, και θα ιδήτε.

Στρεφόμενος δε προς τους δομινοφόρους, οίτινες πολύ πιθανώς είχον
αρχίσει να οσφραίνωνται δυσάρεστα, παρατηρεί μεθ' ικανού
μεγαλείου·

 — Η κυρία έχει δίκαιον. Ένας τουλάχιστον από σας πρέπει να βγάλη
την μάσκα του.

 — Αλλά ο αμαξάς μας . . .

 — Ο αμαξάς σας, ο αμαξάς σας! Πούν' τος αυτός ο αμαξάς σας;

 — Νικόλα! κραυγάζει τότε στεντόρειον από της κλίμακος είς των
μετημφιεσμένων, έλα γρήγορα επάνω! Και μετά στιγμήν εμφανίζεται ο
Νικόλας.

 — Καλό 'ς τον κυρ Νικόλα! φωνεί αίφνης, σύμπασα η ομήγυρις, και
ο πορφυρούς την όψιν Ηρακλής τω προσφέρει ποτήριον οίνου.

 — Τι σόι πράγμα είν' αυτοί οι λεβέντες; τον ερωτά.

 — Καλά παιδιά, κυρ Γιάννη! 'Σ την υγειά σας, αδέλφια, και ο θεός
'ς το καλό!

 — Α έτσι; Πολύ καλά, κύριοι! Ευχαριστούμεν και να μας συγχωρήτε!

Οι φίλοι κατέβησαν, εννοείται, τας βαθμίδας ανά δύο, δεν αναφέρει
δε η ιστορία αν εξηκολούθησαν την νυκτερινήν αυτών εκδρομήν.

Μαντεύεις τι είχε συμβή; Ο μάγειρος του οικοδεσπότου, λαβών παρά
του κυρίου του την άδειαν, είχε συγκαλέσει εν τη κενή οικία τους
συναδέλφους και φίλους του εις χορόν. Τα λοιπά εξηγούνται.

Η χιών έπαυσε να πίπτη καθ' ην ώραν κλείω την επιστολήν μου.
Ανοίγω το παράθυρόν μου, και βλέπω σχεδόν αίθριον τον ουρανόν.
Φαντάσου, αν αύριον είνε ωραία ημέρα! Ας χαίρουν τα Κούλουμα και
το Φάληρον.

Κ'.

Εν Αθήναις, τη 9 Μαρτίου 1880.

Δόξα τω θεώ και προσκύνημα τω Κυρίω των Δυνάμεων, ότι μας
απήλλαξε τέλος πάντων της φοβεράς βασάνου, ήτις ονομάζεται
ενδυμασία προς χορόν, της έτι φοβερωτέρας, ήτις ονομάζεται χορός,
και της φοβερωτάτης πασών, ήτις ονομάζεται αγρυπνία μέχρι πρωίας
και cotillon διαρκούν τέσσαρας ώρας.

Ησυχάσαμεν επί τέλους, αγαπητή μου φίλη, και δυνάμεθα τώρα εν
πάση ανέσει, διά  μ ε τ α ν ο ι ώ ν  και χαβιαροφαγίας, να
καθαρισθώμεν από πάσης χορευτικής αμαρτίας και να αποπλύνωμεν
πάντα τα από των απόκρεω και των μεταμφιέσεων κρίματα ημών. Θα το
κάμωμεν όμως άρα γε; Ή τουλάχιστον θα το κάμωμεν όλαι; Αμφιβάλλω
πολύ· και θ' αμφιβάλης και συ μαζή μου, όταν μάθης, ότι χθες
ακόμη, σάββατον μόλις της πρώτης εβδομάδος της τεσσαρακοστής,
εχόρευον — όχι εγώ, θεός φυλάξη! — αλλά πολλαί φίλαι μας . . . .
μέχρις της τρίτης μετά το μεσονύκτιον. Και πώς λοιπόν! θ'
αναφωνήσης βέβαια· δεν εχόρτασαν επί δύο ήδη μήνας sandwichs και
λεμονάδας; δεν εκουράσθησαν οι πόδες των; δεν εβαρύνθησαν οι
ρώθωνές των ροφώντες καπνόν κηρίων και κονιορτόν; δεν εβαρύνθησαν
αι γλώσσαι των ομιλούσαι μεταξύ δύο αντιχόρων περί βροχής και
ηλίου, περί χειμώνος και αιθρίας, περί υπουργικής κρίσεως και
Κωστοπούλου, περί της οδού Πατησίων και του ελληνικού ζητήματος;
Όχι, αγαπητή μου! ούτε εκουράσθησαν, ούτε εβαρύνθησαν. Απόδειξις
δε τούτου το φοβερόν χθεσινόν πραξικόπημα, το οποίον, ως μανθάνω,
πρόκειται να επακολουθήσωσι και άλλα όμοια εντός ολίγου. Δεν
ηξεύρω, αν ο κόσμος εν γένει ελωλάθη εφέτος, ή εγώ παραδόξως
πρεσβυτίζω. Το βέβαιον όμως είνε, ότι η μανία των διασκεδάσεων,
των εσπερίδων και των χορών δεν εξεθύμανεν ακόμη, μ' όλον το
δυσάρεστον douche, το οποίον έρριψε κατά των κεφαλών μας ο
ανεκδιήγητος χειμών της παρελθούσης εβδομάδος. Ούτω δε, μολονότι
κ' εφέτος καθ' όλους τους τύπους εωρτάσαμεν τα  Κ ο ύ λ ο υ μ α,
μολονότι, ως εμάντευον εις το τέλος της παρελθούσης μου
επιστολής, ηθρίασεν αίφνης την Καθαράν Δευτέραν ο καιρός, οιονεί
από σκοπού καταδεικνύων, ότι ετραχύνθη μεν ίνα κόψη τας αμαρτωλάς
ημών διασκεδάσεις, εγλυκάνθη δε πάλιν εν μια νυκτί, ίνα καλέση
ημάς εις πανηγυρικήν προϋπάντησιν των νηστειών και της μετανοίας,
ημείς όμως  ο υ  β ο υ λ ό μ ε θ α  σ υ ν ι έ ν α ι, ούτε σημεία
εκτιμώμεν ούτε οιωνούς, εμμένομεν δε σκληροτράχηλοι εις την
παραλυσίαν, και ο θεός πλέον. . . . ε λ ε ή σ α ι  κ α ι
ο ι κ τ ε ι ρ ή σ α ι  η μ ά ς. Αυτά δε περίπου έλεγε και σήμερον
εν πολλή κατανύξει καλοθρεμμένος τις ιεροκήρυξ, όστις εφρόντισεν
επί τέλους να μνημονεύση επιδεξίως προς τους ακροατάς του και
μικρόν τι αυτού συγραμμάτιον, ορίζων συνάμα και το βιβλιοπωλείον,
όπου ηδύνατο να το αγοράση ο βουλόμενος προς ψυχικήν αυτού
οικοδομήν, αντί  ε υ τ ε λ ο ύ ς  τι μ ή ς. Γνωρίζετε σεις αυτού,
εν Παρισίοις, το είδος αυτό της Réclame, το οποίον υπερβαίνει, ως
βλέπεις, παν ό,τι ομοειδές επενόησαν μέχρι τούδε οι Αμερικανοί;

Ουχ ήττον, μολονότι και νηστεύοντες χορεύομεν, μολονότι και
μετανοούντες εν τεσσαρακοστή διασκεδάζομεν ως εν απόκρεω,
εσπεύσαμεν όμως ως άνθρωποι κατ' εξοχήν τυπικοί ν'
αποχαιρετίσωμεν δήθεν τα Κρόνια και πάσαν την πομπήν αυτών, άλλοι
μεν εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός, άλλοι δε εις το Φάληρον.
Εννοείς, ότι αφότου η ακτή του νέου Φαλήρου ήρχισε να κάμνη
ανταγωνισμόν εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός, ο κόσμος των
καθαυτό Κουλούμων έγεινεν αραιότερος και από έτους εις έτος
ελαττούται. Μάτην ήθελέ τις και εφέτος αναζητήσει επί των
γραφικών καίτοι φαλακρών λόφων, οίτινες δεσπόζουσι των οχθών του
ξηρού Ιλισσού, τας ποικίλας εκείνας συστάδας των σταυροποδητί
καθημένων πέριξ τρυβλίου ελαιών, κρομμύων, θριδάκων και της
απαραιτήτου π λ ώ σ κ α ς· μάτην ήθελέ τις ζητήσει τα παλαιά
εκείνα και παροιμιακά όρη των στραγαλίων, άτινα έφρασσε
κυκλοειδής πορτοκαλλίων παράταξις, και το απειράριθμον τάγμα των
κ ο υ λ ο υ ρ τ ζ ή δ ω ν, πέριξ των οποίων εσκίρτων εκ χαράς των
νηπίων τα ροδοπάρεια στίφη, και τους σκοροδοστεφείς
β ι ο λ ι σ τ ά ς, και τους όπισθεν της κεφαλής των φέροντας την
προσωπίδα μετημφιεσμένους, και των υπό τας στήλας του Ολυμπιείου
ορχουμένων παλληκαρίων τον όμιλον, και το πυκνόν, πυκνότατον
εκείνο πλήθος των θεατών, οίτινες κατέκλυζον τον πέριξ χώρον,
δίκην μυρμήκων στρατιάς. Όλα εκείνα τα παλαιά, όλη εκείνη η
φαιδρά αληθώς πανήγυρις, ήτις έτι τοσαύτα έτη αντείχεν επίμονος
εις παν εκκλησιαστικόν ανάθεμα και πάσαν επισκοπικήν προγραφήν,
παρήλθε πλέον σήμερον ανεπιστρεπτεί, και ό,τι δεν κατώρθωσεν η
εκκλησία κατώρθωσεν ούτως ειπείν ο πολιτισμός. Λέγω ούτως ειπείν,
διότι μετέθηκεν απλώς ό,τι μάτην εκείνη προσεπάθει να εξοντώση.
Δεν γίνεται πλέον εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός το προσκύνημα
της Καθαράς Δευτέρας, αλλά γίνεται όμως από πέντε ήδη ετών εις το
Φάληρον. Εις τους λόφους του Ιλισσού απέμειναν πιστοί αποδημηταί
ολίγιστοι μόνον, μη πολιτισμένοι και εις τας κατωτέρας του λαού
τάξεις ανήκοντες. Αυτοί μεταφέρουσιν ακόμη εκεί, ως είχον
μεταφέρει την παρελθούσαν Δευτέραν, τας ελαίας των και τα σκόροδά
των και τα πενιχρά των όστρεα και τον απαραίτητον ρητινίτην, και
τραγουδούσιν ακόμη εύθυμοι, και χορεύουσι προς τον ήχον βραχνού
τινος και παραχόρδου βιολίου. Αλλ' είνε ολίγοι δυστυχώς, ως είνε
ολίγοι και οι θεαταί των. Οι πολλοί, ων η πολιτιζομένη και
νεωτερίζουσα στρατιά πληθύνεται οσημέραι, καταβαίνουσιν εις το
Φάληρον, όπου υπάρχει εστιατόριον της Εταιρίας του σιδηροδρόμου,
όπου υπάρχει καφενείον, όπου κτίζονται μέγαρα εξοχικά, όπου
δύναταί τις τέλος να περιπατήση ώρας ολοκλήρους εις διακοσίων
μέτρων έκτασιν, θαυμάζων τας πασσαλοστοιχίας, ας οι φαληρισταί
αποκαλούσι κήπους, το μελαγχολικόν παράπηγμα, όπερ το θέρος
ονομάζεται θέατρον, και . . . . . την περίεργον ανεμαντλίαν, ήτις
ως γίγαντος σκελετός αναπτύσσει προς την θαλασσίαν αύραν τας
ερυθράς της πτέρυγας. Τα πολλά ταύτα και ποικίλα θέλγητρα του
Φαλήρου, εις τα οποία μη λησμονήσης να προσθέσης το μέγιστον
εκείνο, όπερ συνοψίζουσιν αι γαλλικαί λέξεις: voir et être vu,
συγκαλούσι συνήθως την Καθαράν Δευτέραν παρά τον φαληρικόν
αιγιαλόν τον ούτω καλούμενον καλόν κόσμον των Αθηνών, όστις, αφού
περιπατήση ώρας τινάς, και ακούση ρακένδυτόν τινα και άνιπτον
ιταλόπαιδα παίζοντα διά της άρπας του την Mandolinata και την
Stelle Confidente, επιστρέφει οίκαδε κατευχαριστημένος, και
διηγείται την επιούσαν ότι επέρασε θαυμάσια εις το Φάληρον.
Εφέτος όμως και του Φαλήρου τα  Κ ο ύ λ ο υ μ α  ήσαν πενιχρά και
μέτρια. Ο κόσμος ήτο ολίγος, ίσως διότι ο άφθονος πηλός των οδών
εμπόδισε τους περισσοτέρους να επιχειρήσωσι την από της οικίας
των εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν οδοιπορίαν, πολύ μακροτέραν
και δυσαρεστοτέραν της από του σταθμού εις το Φάληρον· το δε
εστιατόριον του σιδηροδρόμου ήτο κλειστόν, διότι πιθανώς η χιών
της προτεραίας είχε παγώσει τους κερδοσκοπικούς υπολογισμούς του
ξενοδόχου. Ούτω πάσαι αι διασκεδάσεις, τας οποίας προ μικρού
ανέφερα, έγειναν μεν, αλλ' έγειναν κατά πολύ μικροτέρας
διαστάσεις, και ως greatest attraction της ημέρας έμεινεν η
ανεμαντλία του σιδηροδρόμου, ήτις αντικατέστησεν από τινων μηνών
το δυστυχές ονάριον, ούτινος οι αφιλοκερδείς αγώνες επότιζον
άλλοτε τον κήπον της Εταιρείας.

Θέλεις τώρα και έν νέον; Έφθασε προχθές ο ιταλικός μελοδραματικός
θίασος, όστις πρόκειται να τέρψη τα αθηναϊκά ώτα κατά την
τεσσαρακοστήν από της σκηνής του χειμερινού θεάτρου. Λέγεται δε
ήδη περί αυτού ότι η πρώτη κυρία είνε . . . . πολύ ωραία. Συ θα
ερωτήσης ίσως, αν τραγουδεί εύμορφα. Περί τούτου ουδείς έγεινε
λόγος μέχρι τούδε υπό του  φ ι λ ο μ ο ύ σ ο υ  κοινού.

Α! αλήθεια· ολίγου δειν να λησμονήσω και έν άλλο νέον. Έπεσε το
Υπουργείον.



ΠΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ,

ΛΙΤΟΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ (11)



Ο αναγινώσκων τας τέσσαρας ταύτας λέξεις της επιγραφής της
προκειμένης μελέτης θέλει κατά πάσαν πιθανότητα συνάψει αυτάς
φυσικώς και κατά τάξιν ανά δύο, την μεν πτωχείαν μετά της
λιτότητος, την πολυτέλειαν δε μετά του πλούτου. Σκεπτόμενος
βεβαίως κατά λογικωτάτην ακρίβειαν, ότι οι νεοφανείς ασπάραγοι
τιμώνται τριών δραχμών κατά δέσμην, ότι οι ασπάραγοι είνε
λίχνευμα μάλλον ή φαγητόν, και ότι τα λιχνεύματα προϋποθέτουσι τα
φαγητά, θέλει συμπεραίνει, κατά λογικωτάτην επίσης ακρίβειαν, ότι
εκείνοι μόνον δύνανται να τρώγωσι και τρώγουσι συνήθως νεοφανείς
ασπαράγους, όσοι περισσεύουσι φαγητού και αφθονούσιν, εννοείται,
χρήματος. Περί ορέξεως δεν πρόκειται, καθότι η όρεξις των
προσφάτων ασπαράγων δεν είνε προνόμιον εξαιρετικόν τάξεώς τινος
ανθρώπων, και αν η μοίρα εδημιούργησε διάφορα τα βαλάντια και το
περιεχόμενον αυτών, η φύσις όμως εδημιούργησεν ομοίους τους
ουρανίσκους των ανθρώπων και ομοίους σχεδόν αυτών τους στομάχους.
Αν δε μετά της αυτής λογικής ακριβείας εξακολουθήση σκεπτόμενος ο
ημέτερος αναγνώστης, θέλει επίσης σκεφθή, ότι, επειδή αι
μεταξωταί εσθήτες και τα τρίχαπτα είνε ακριβαί συνήθως και
βαρύτιμοι, δεν είνε δυνατόν να φορώσιν αυτάς ειμή μόνον των
πλουσίων αι γυναίκες, εκείνων δηλαδή, οίτινες τοσούτον έχουσι
στρογγύλον το πουγγίον αυτών, ώςτε, αφού φάγωσι μέχρι κόρου
προσφάτους ασπαράγους, δύνανται να ενδύσωσι και τας συζύγους
αυτών μέχρι κόρου δι' εσθήτων μεταξωτών.

Τας σκέψεις ταύτας επιβάλλει η λογική· και δι' αυτό ελέγομεν
ανωτέρω, ότι ο λογικός ημών αναγνώστης θέλει συνάψει τον πλούτον
μετά της πολυτελείας και την πτωχείαν μετά της λιτότητος,
αναλογιζόμενος και συμπεραίνων, ότι, όπως η πολυτέλεια είνε
ακολούθημα του πλούτου, ούτω και η λιτότης είνε της πτωχείας
ανάγκη. Δυστυχώς όμως η λογική δεν συμφωνεί πάντοτε και πανταχού
προς τα πράγματα· εν Ελλάδι δε ιδίως, και μάλιστα εν Αθήναις,
ψεύδει συνήθως η των πραγμάτων αλήθεια την αυστηρότητα της
λογικής. Είνε δε φυσική η τοιαύτη παρ' ημίν ανωμαλία, ουδέ πρέπει
να ξενίζη τον προσεκτικόν παρατηρητήν. Όπως τα εν ζυμώσει
διατελούντα ρευστά φέρουσι συνήθως επί της επιφανείας αυτών όλην
εκείνην την ιλύν, ήτις εις τρύγα μεταβαλλομένη θέλει μετ' ολίγον
καταβή εις τον πυθμένα — την φυσικήν αυτής θέσιν, — ούτω και εις
τας αστάτους και ζυμουμένας έτι κοινωνίας ανατρέπεται ως επί το
πολύ η φυσική των πραγμάτων θέσις, και πολλά γίνονται άνω κάτω,
και απορεί προς το παράδοξον ο επιπολαίως τα πράγματα μελετών.
Τοιούτο τι συμβαίνει σήμερον και εν τη ελληνική κοινωνία, ιδίως
δε τη Αθηναϊκή, ήτις ως πρωτευούσης κοινωνία ου μόνον ευλόγως
αξιοί να νομοθετή και διά την λοιπήν Ελλάδα, αλλά και ήρχισεν από
τινος πράγματι να γίνεται πρότυπον των επαρχιών.

Η ανατροπή αυτή της φυσικής των κοινωνικών φαινομένων αναπτύξεως
είνε δυστύχημα πάντως όπου και αν επέλθη, πολύ δε μείζον και
λυπηρότερον αναντιρρήτως, οσάκις επέρχεται εις έθνη μικρά, εις
πολιτείας πτωχάς και μόλις την βρεφικήν αυτών ηλικίαν
καταλιπούσας. Τοιαύτη νηπιώδης έτι κοινωνία είνε η ελληνική, και
διά τούτο μέγα δι' αυτήν δύναται να κληθή δυστύχημα το φαινόμενον
εκείνο, περί ου επιλαμβανόμεθα να ανακοινώσωμεν εις τον
αναγνώστην ολίγας σκέψεις και παρατηρήσεις.

Η πολυτέλεια εκρίθη πάντοτε και κρίνεται σήμερον έτι διαφόρως και
ποικίλως υπό των κοινωνιολόγων. Πολλοί αποκαλούσιν αυτήν λέπραν
εν πάση οιαδήποτε περιπτώσει, και παρ' αυτοίς έτι τοις πλουσίοις,
και την καταδικάζουσιν ανεπιφυλάκτως, ισχυριζόμενοι, ότι η εφ' α
μη δει δαπάνη, η θεραπεία ουχί πραγματικών αλλ' ανυπάρκτων,
συνθηματικών και φαντασιωδών μόνον αναγκών, και αυτή τέλος η εκ
του περιττού των περιττών προμήθεια είνε νόσημα κοινωνικόν,
παραλύον τα νεύρα και την παραγωγικήν δύναμιν των εθνών, μαραίνον
τα ευγενή των αισθήματα, καταστρέφον διά της αβροδιαίτης το
γενναίον του φρονήματος και αποπνίγον εν εκείναις μάλιστα ταις
πολιτείαις, όσων ο εθνικός προορισμός διατελεί έτι ανεκπλήρωτος,
πάσαν περί του μέλλοντος σκέψιν και πάσαν περί εθνικού μεγαλείου
μέριμναν.

Άλλοι δε τουναντίον, ουχί δυστυχώς οι ασημότεροι ούτε οι
ολιγώτερον έχοντες το κύρος του λόγου, αντεδοξούσιν ότι η
πολυτέλεια είνε ου μόνον ανάγκη των πλουσίων κοινωνιών, αλλ'
αυτόχρημα καθήκον των ευπορούντων.

Η πολυτέλεια, λέγουσιν ούτοι, ανοίγει πόρους εις την βιομηχανικήν
των εθνών παραγωγήν, προκαλούσα την άμιλλαν των βιομηχάνων και
κεντρίζουσα την εφευρετικότητα του πνεύματός των, ασχολούσα τας
εργατικάς δυνάμεις της πολιτείας, πληρούσα εκ του περισσεύματος
των πλουσίων ταμείων το κενόν του πτωχού βαλαντίου, και
διατιθεμένη τα ψιχία της αφθονούσης τραπέζης εις χορτασμόν του
πεινώντος πένητος.

Αλλ' οπωςδήποτε και αν κρίνωσι περί της πολυτελείας οι περί τας
κοινωνίας σήμερον φιλοσοφούντες, αι περί αυτών κρίσεις των δεν
ανάγονται εις το προκείμενον ημών θέμα του λόγου, καθότι
περιστρέφονται εις την εύλογον και φυσικήν και ευεξήγητον
πολυτέλειαν, την εκ του περιττού πολυτέλειαν των ευπόρων και
πλουσίων. Το να δαπανά ο πλούσιος όσα και όπου και όπως θέλει,
είνε λίαν φυσικόν. Δεν βλάπτει μεν εαυτόν, ωφελεί δε μάλλον ή
ζημιοί, αμέσως τουλάχιστον, τους άλλους. Κάμνει μεν την επίδειξίν
του, διότι τέλος πάντων είνε κύριος να ζη κάλλιον των άλλων, να
τρώγη ό,τι θέλει, να ενδύεται όπως θέλη, να έχη αμάξας και
θεωρεία, να δίδη γεύματα και χορούς· αλλ' η επίδειξις αύτη, όσον
αυστηρώς και αν κριθή υπό βαθυτέραν ηθικολογικήν έποψιν, δεν
δύναται να καταλογισθή εις κοινωνικόν έγκλημα, εν μέσω
τουλάχιστον μεγάλων και κατηρτισμένων κοινωνιών, όπου και αι
κοινωνικαί κλάσεις εισίν ακριβώς και δυσυπερβάτως διακεκριμέναι,
και ο της μιμήσεως πειρασμός δεν είνε πλέον νόσημα κοινωνικόν,
και οι άνθρωποι εν γένει ου μόνον γνωρίζουσι τι είνε και τι
έχουσιν, αλλά και αν το λησμονήσωσιν ενίοτε, αναγκάζονται να το
ενθυμηθώσιν υπό την χλεύην και την επιτακτικήν πίεσιν της κοινής
γνώμης.

Παρ' ημίν όμως σπανίζει μεγάλως η φυσική εκείνη και εύλογος
πολυτέλεια, αφθονεί δε τουναντίον η άλογος και η παράδοξος. Παρ'
ημίν δαπανώσιν ως επί το πολύ αφθόνως και σπατάλως οι
δυσαναλόγους προς την σπατάλην ταύτην έχοντες τους οικονομικούς
αυτών πόρους, οι πτωχοί απλώς ειπείν ή καν μετρίας περιουσίας
άνθρωποι, οι πλούσιοι δε τουναντίον φειδωλεύονται και
χρηματίζονται έτι μάλλον.

Πλην ολίγων, ολιγίστων εξαιρέσεων, αίτινες παρέχουσιν εν τη καθ'
ημάς κοινωνία το θέαμα της ελλόγου πολυτελείας, ο πλούτος εν
Ελλάδι σπανίως που συναντάται μετ' αυτής, και αν που συναντηθή,
αφορμή ως επί το πλείστον της τοιαύτης συμπτώσεως είνε η οψιμότης
του πλούτου, ή επιδείξεως πυρετός, ή κενόδοξον σχέδιον πολιτικής
και κοινωνικής προαγωγής. Ουδέν σχεδόν απαντά τις παρ' ημίν
παράδειγμα του σοβαρού εκείνου, του εαυτόν σεβομένου και την
αποστολήν του συνειδότος πλούτου, όστις εν ταις ανωτέραις τάξεσι
των ευρωπαϊκών κοινωνιών μεταβάλλει σχεδόν πάντοτε τους οίκους
των πλουσίων διά της λογικής και ευκόσμου πολυτελείας εις κυψέλας
ευεργετικάς, αφ' ων ου μόνον αμέσως ή εμμέσως σιτίζεται κόσμος
ολόκληρος εργατικός και βιομήχανος, αλλά και άλλος κόσμος,
ανώτερος μεν διανοητικώς αλλά πενιχρόν παρά της μοίρας λαχών του
χρήματος το τάλαντον, αποδέχεται φως και θερμότητα, εμψύχωσιν
υλικήν και νοήμονα υποστήριξιν. Σπάνιον δυστυχώς εύρημα είνε παρ'
ημίν έστω και πενιχρά τις βιβλιοθήκη εις οίκον πλουσίου, έτι δε
σπανιώτερον πινακοθήκη εξ ολίγων αλλά καλών εικόνων ή εύμορφόν τι
γλυπτικόν καλλιτέχνημα. Και αυτά δε τα εξωτερικά και
καταφανέστερα του πλούτου δείγματα, τα ανετωτέραν μεν την
απόλαυσιν του υλικού βίου μαρτυρούντα, κατελέγχοντα δε συνάμα και
την συναίσθησιν της φυσικής εκείνης ανάγκης του πλούτου εις
μετάδοσιν αυτού και κοινολόγησιν, είνε επίσης σπάνια εν τη
ελληνική κοινωνία, ή, αν που αναφαίνωνται, υπεμφαίνουσιν, ουχί
την ειλικρινή εκείνην πολυτέλειαν των πλουσίων, αλλά τον τύφον
μάλλον και τον επιδεικτικόν πυρετόν των οψιπλούτων.

Τι τούτο βλάπτει; ίσως ερωτήση τις. Ουδέν, αποκρινόμεθα, ουδέ
μνημονεύομεν του πράγματος όπως το κατακρίνωμεν. Είνε μεν αληθές,
ότι est modus in rebus, ήτοι ότι το  κ α λ ό ν  ο υ κ έ σ τ ι
κ α λ ό ν  ε ά ν  μ η  κ α λ ώ ς  γ έ ν η τ α ι, και ότι επομένως
και αυτή η των πλουσίων πολυτέλεια, κακώς γινομένη, ζημιοί μάλλον
ή ωφελεί την κοινωνίαν, διότι και τον φθόνον κινεί, και της
μιμήσεως τον πειρασμόν διεγείρει, και εις ευολίσθους παράγει
ατραπούς τους ανοήτους. Αλλά τέλος πάντων,  τ ι   μ α ς
μ έ λ ε ι, δύνανται ευλόγως να παρατηρήσωσιν οι ούτω δαπανώντες
πλούσιοι, τι μας μέλει, αν υπάρχουσι φθονεροί και ανόητοι, τι
πταίομεν ημείς αν σκάσωσιν ολίγοι βάτραχοι, διότι θέλουσι και καλά
να γείνωσι βόες ως ημείς. Ουδέν βεβαίως τους μέλει, ούτε πρέπει να
τους μέλη εκ της ατομικής των επόψεως. Μέλει όμως πολύ τον πολύν
κόσμον, έτι δε περισσότερον μέλει και πρέπει να μέλη τον περί της
εν γένει καλής ή κακής, υγιούς ή νοσηράς καταστάσεως της ημετέρας
κοινωνίας μελετώντα και ευλόγως περί αυτής ενδιαφερόμενον.

Αλλά το θέμα τούτο, όπερ μακράς και σπουδαίας μελέτης ηδύνατο να
καταστή υποκείμενον, είνε ξένον της σημερινής ημών διατριβής. Δεν
αδιαφορούμεν μεν, αν και πώς δαπανώσιν οι πλούσιοι παρ' ημίν,
αφίνομεν όμως εις άλλην ευκαιρίαν την περί τούτου μελέτην,
επιλαμβανόμεθα δε του δευτέρου μέρους του κοινωνικού ημών
παραδόξου, τουτέστι της πολυτελείας των μη πλουσίων, ήτις και
παριστά τα συμπτώματα πολύ σπουδαιοτέρας και κινδυνωδεστέρας
κοινωνικής νόσου, θέλει δε, δεινουμένη, καταστή αναποδράστως
θανατηφόρος γάγγραινα της Ελλάδος.

Εις βεβαίωσιν του λυπηρού τούτου φαινομένου αρκεί μικρά τις
μόνον, έστω και επιπολαία, παρατήρησις της αθηναϊκής κοινωνίας,
κατά τας δημοσίας αυτής συναθροίσεις. Ας εξέλθη ο παρατηρητικός
ημών αναγνώστης κυριακήν τινα ή μουσικής ημέραν εις τας πλατείας
του Συντάγματος και της Ομονοίας· ας παρακολουθήση τον περίπατον
των Πατησίων· ας πορευθή θερινήν τινα εσπέραν εις του Απόλλωνος
και του Φαλήρου τα ύπαιθρα θέατρα· ας παραμείνη τέλος εν αυτή τη
αιθούση του χειμερινού ημών θεάτρου, περιάγων επί τινας στιγμάς
το βλέμμα του από θεωρείου εις θεωρείον. Είμεθα ολίγοι δυστυχώς
και γνωριζόμεθα. Γνωριζόμεθα δε ου μόνον προσωπικώς, αλλά και
βαθύτερον έτι και λεπτομερέστερον, σπανίως αγνοούντες τις έκαστος
και πόθεν, τι πράττει, και — το σπουδαιότερον — τι έχει.

Ας παρατηρήση ο αναγνώστης ημών ο περίεργος. Εκεί μεν θα ίδη
διακοσιοδράχμου τινος δημοσίου μισθοφόρου την σύζυγον
μετακαλούσαν εις εσθήτα μεταξωτήν ολόκληρον του ανδρός της
μηνιαίον· εδώ δε της πλυντρίας αυτού την θυγατέρα — εκείνην
ακριβώς, ήτις χθες έτι το εσπέρας του έφερεν εντός κανίστρου τα
υποκάμισά του, και εις ην εδώρησεν ολίγα κέρματα διά τον κόπον
της, μεταμορφωμένην μεν εις περίκοσμον κυρίαν, και φέρουσαν επάνω
της τους κόπους εβδομάδων όλων της ταλαίνης μητρός της,
ελέγχουσαν όμως συνάμα διά της χροιάς της μορφής της — αν τυχόν
δεν είνε και αυτή εορτάσιμος — ότι μακράς ημέρας ενήστευσε χάριν
του κυριακού εκείνου περιπάτου. Παρέκει θ' απαντήση μικρόν τινα
υπάλληλον εμπορικού γραφείου, αναβοκαταβαίνοντα μόνον εντός
αμάξης του Σταδίου και των Πατησίων την λεωφόρον με άνθος εις την
κομβιοδόχην και την λαβήν του ραβδίου του εις τα χείλη, οφείλοντα
δε, βεβαίως μεν τον κομψόν του επενδύτην εις δυστυχή τινα ράπτην,
πιθανώτατα δε και εβδομάδων όλων γεύματα εις ελεήμονα τινα
ξενοδόχον. Εις του Φαλήρου την ακτήν και του θεάτρου τα εδώλια θα
εύρη συχνότατα ο παρατηρητής ημών πολυπληθείς οικογενείας —
πατέρα, μητέρα, θυγατέρας και υιούς, μικρούς και μεγάλους —
προσέχοντας εις το άσμα της σκηνής ή τρώγοντας παγωτά, ενώ
βεβαίως ανεπαρκώς εγευμάτισαν. Εις του χειμερινού μας τέλος
θεάτρου τα θεωρεία θα ίδη ανέτως αναπαυομένας και επιχαρίτως
μειδιώσας οικοδεσποίνας, αίτινες κατέλιπον βεβαίως οίκοι σωρείαν
παιδίων ατημελήτων και φωνασκούντων, κυλιομένων πιθανώς επί του
εδάφους εν μέσω τεμαχίων άρτου και τυρού, υπό την επιτήρησιν
ρυπαράς τινάς ανδρίας υπηρέτιδος. Πανταχού δε απλώς ειπείν,
πανταχού όπου αν στρέψη το βλέμμα, θα καταπλαγή προς την
μεγαλοπρεπώς κεκοσμημένην και επιδεικτιώσαν πτωχείαν, την υπό
αυτάρκες μειδίαμα σοβούσαν εν μέσω του πλήθους, την εκ της
ελλείψεως του άρτου δαπανώσαν εις το περίσσευμα της εσθήτος, την
αφελώς πιστεύουσαν, ότι εκλαμβάνεται αντί πλούτου. Τις όμως εν τη
μικρά ημών κοινωνία, απατάται εκ της προς το θεαθήναι παράφρονος
δαπάνης; τις ο αγνοών το περιεχόμενον και θαμβούμενος εκ του
περιέχοντος; τις ο αφελής εκείνος, όστις παραγνωρίζει το σεσηπός
ξύλον υπό τον καλύπτοντα ψευδόχρυσον; Ουδείς βεβαίως, διότι, ως
προείπομεν, είμεθα ολίγοι δυστυχώς και γνωριζόμεθα. Διά τούτο δε,
όσον και όπως αν ενδυθώσιν, όσον και όπως αν επιδειχθώσι δημοσία,
όσον και όπως αν καλύψωσιν αληθή και έντιμον πολλάκις πενίαν υπό
πλούτον ψευδή οι νομίζοντες αρκούσαν των πολλών την γνώμην εις
ευτυχίαν των ολίγων, ματαία πάντως είνε η προσπάθεια, και
ανωφελείς οι αγώνες των· διότι βλέποντες αυτούς μειδιώσι μεν εξ
οίκτου οι απαθέστεροι, ερωτώσι δε περιέργως αλλήλους οι
νευρικώτεροι: «Πού τα βρίσκει λοιπόν κ' εξοδεύει;» οι δε
απερισκεστότεροι και αναφωνούσιν ίσως δυσάρεστόν τι και προπετές
επιφώνημα εν μέσω της οδού. Πάντες δε γελώσιν, οι μεν ενδομύχως,
οι δε και εκφανώς προς την παράδοξον εκείνην μωρίαν, ήτις αφίνει
νήστιν τον ίδιον στόμαχον, ίνα τέρψη τους ξένους οφθαλμούς. Ίσως
και διά τους γελώντας γελώσιν οι άλλοι. Ουδέν παράδοξον, διότι ο
μύθος της ξένης δοκού, όσον παλαιός και αν ήνε, έχει επίκαιρον
πάντοτε και πανταχού την εφαρμογήν. Τούτο όμως αποδεικνύει, ότι
οι ανοήτως παρ' ημίν σπαταλώντες είνε πολύ πλείονες των
υποτιθεμένων, και ότι η επιδημία είνε πολύ μάλλον διαδεδομένη.

Και ταύτα μεν περί της νόσου και της αιτιολογίας της, ίνα
λαλήσωμεν επί το παθολογικώτερον. Τα δε περί της προγνώσεως αυτής
και της εκβάσεως, ως λέγουσιν οι ιατροί, είνε βεβαίως πολύ
δυσαρεστότερα και απαισιώτερα. Αν η ανόητος πολυτέλεια είνε
καθόλου λέπρα και φαγέδαινα των μικρών και ασυμπήκτων έτι
κοινωνιών, η των απόρων όμως σπατάλη, η εκ χρεών συνήθως, εκ
στερήσεως των αναγκαίων και εξ ασιτίας πολλάκις ή εκ κρυφίων
άλλων και δυσομολογήτων ενίοτε μέσων τρεφομένη, είνε νόσημα
κοινωνικόν ανίατον, φέρον εις παντελή εκφαύλισιν ηθικήν, εις
σήψιν και διάλυσιν την ατυχή εκείνην κοινωνίαν, ης υπονομεύει το
σώμα.

Πόθεν — αληθώς — επληρώθη χθες, ή πόθεν θα πληρωθή αύριον ή
μεθαύριον, ή την άλλην εβδομάδα το μεταξωτόν εκείνο φόρεμα της
συζύγου του διακοσιοδράχμου υπαλλήλου; Σήμερον ίσως εκ της
τοκογλυφικής προεξοφλήσεως του μισθού του, αύριον εκ βαρυτόκου
συναλλάγματος, μεθαύριον εκ καταχρήσεως, και την άλλην εβδομάδα
εξ άλλης αρρήτου πηγής.

Πώς επληρώθη ή θα πληρωθή ο αμαξηλάτης, ο ράπτης, ο ξενοδόχος του
μικρού εκείνου υπαλλήλου εμπορικού γραφείου; Διά μικράς τινος
σήμερον προκαταβολής, δι' υποσχέσεων και ψεύδους αύριον, διά
κρυπτού μεθαύριον, και μετ' ολίγον διά δικαστικού κλητήρος.

Πώς κατορθόνει ο ταλαίπωρος εκείνος οικογενειάρχης να οδηγή τρις
και τετράκις της εβδομάδος την οικογένειάν του εις τα θερινά
θέατρα, και να παρέχη αυτή απαραιτήτως την διασκέδασιν εκείνην,
ης κάλλιστα εστερούντο άλλοτε οι αθηναίοι αστοί, — ότε δεν είχον
αι Αθήναι Φάληρον και Απόλλωνα — ήτις όμως κατέστη πλέον
αναπόφευκτος εις την υγείαν των; Ουδ' αυτός ακριβώς το γνωρίζει.
Γνωρίζει τούτο μόνον· ότι χρειάζεται πάσαν εσπέραν τοιαύτης
θεατρικής ψυχαγωγίας δέκα περίπου δραχμάς, ότι δαπανά ούτως
έκαστον μήνα υπέρ τας διακοσίας, ότι εσπατάλησε βαθμηδόν μικρόν
τι αποταμίευμα, όπερ είχε διαφυλάξει δι' απευκταίαν ενδεχομένην
ανάγκην, και ότι . . . . πρό τινων εβδομάδων έχασεν έν τέκνον
του, διότι δεν είχε τα μέσα να το νοσηλεύση. Χάριν της υγείας των
άλλων, τα φέρει εις το θέατρον του Φαλήρου!

Πόθεν τέλος στολίζεται η δέσποινα εκείνη, και ενοικιάζει πάσαν
σχεδόν εσπέραν θεωρείον; Ερωτήσατε τα πολυπληθή της τέκνα, άτινα
κατακλίνονται άδειπνα και οιμώζοντα· ερωτήσατε τον σύζυγόν της,
όστις αναγκάζεται να επαιτή δεξιά και αριστερά κλειδία θεωρείου,
όστις χθες έτι σας εζήτησε δάνειον πεντήκοντα δραχμών, και αύριον
θα έχη μόλις να προμηθευθή τα τρόφιμα της ημέρας.

Πού δε απολήγει ούτως η ποικιλότροπος αυτή αλλά μία πάντοτε κατά
βάθος και η αυτή πανταχού παραφροσύνη, η διά της ανοήτου δαπάνης
κενή και ματαία επίδειξις, η χωρίς τινος λόγου δημιουργία
φανταστών αναγκών και η εκ παντός τρόπου προσπάθεια εις θεραπείαν
των;

Εις την ταπείνωσιν εν πρώτοις· κατόπιν εις τον εξευτελισμόν· μετ'
ολίγον εις την κοινήν περιφρόνησιν, και τέλος εις τα άρθρα του
ποινικού νόμου.

Εις ταύτα δε δυστυχώς και πάντοτε, ταχέως ή βραδέως, λήγει
συνήθως το στάδιον της εν τη πτωχεία σπατάλης· τοιαύτη ως επί το
πλείστον είνε η λυπηρά έκβασις της μανίας εκείνης, ης τα ατυχή
θύματα ουδέν άλλο επιδιώκουσιν ή την στίλβουσαν επιφάνειαν και
προς ουδέν άλλο ζώσιν ή προς απάτην του κόσμου.

Πλην, «τι σε μέλει περί των απολωλότων τούτων;» θα αναφωνήσωσιν
ίσως πολλοί των αναγνωστών μου. «Τι μεριμνάς περί ανθρώπων
προφανώς παραφρόνων, οίτινες πάσχουν μεν βεβαίως ηθικώς και
διανοητικώς, αλλ' επί τέλους είνε κύριοι να δαπανώσιν όσα και
όπως θέλουσιν, όσα και όπως ευρίσκουσι;» Δικαιοτάτη και ορθή η
παρατήρησις· σπεύδω δ' ευθύς να διαβεβαιώσω τους περιέργους μου
τούτους αναγνώστας, ότι ουδ' ελαχίστην έχω περί αυτών φροντίδα,
ούτε έχω την απλότητα να φρονώ, ότι δύναταί τις, ο,τιδήποτε λέγων
και οιαδήποτε μαντευόμενος, να συνετίση αυτούς ή διδάξη· οι
παθόντες άπαξ το ηθικόν τούτο νόσημα εισίν ανίατοι δυστυχώς, και
μάτην ήθελε τις προσπαθήσει να αποτρέψη το βήμα των της εις το
βάραθρον αγούσης. Η οδός είνε τόσον ολισθηρά αλλά και τόσον
συνάμα ευάρεστος και ωραία, ώστε εν πλήρει γοητεία διέρχονται
αυτήν συνήθως οι της πολυτελείας προσκυνηταί, και όταν η ώρα της
απογοητεύσεως σημάνη, το βήμα δεν οπισθοχωρεί πλέον διότι άλλως
και ματαία θα ήτο πάσα οπισθοχώρησις. Ουδείς λοιπόν προς αυτούς ο
λόγος εις οικοδόμησιν ή συνετισμόν. Non ragioniam di lor.
Αφίνομεν τους νεκρούς θάπτειν τους εαυτών νεκρούς, και
παρερχόμεθα. Δεν λησμονούμεν όμως τους παλαιούς εκείνους και
βαθυσόφους Σπαρτιάτας, οίτινες εμέθυσκον τους είλωτάς των και
τους εξέθετον κατόπιν οινοβαρείς και παραπαίοντας εις τα όμματα
των υιών των, εις σωτήριον αυτών παραδειγματισμόν. Ο άνθρωπος εν
γένει είνε ζώον μιμητικόν· πολύ δε μιμητικώτερον είνε ο Έλλην,
και κατά μείζονα έτι λόγον μιμητής είνε ο όμοιος του ομοίου του.
Παρ' ημίν δε μάλιστα, όπου και πολιτεύματος πλημμέλειαι και
πολιτικής και ηθικής ανατροφής έλλειψις από καιρού ήδη ήρχισαν
καταπίπτουσαι και καταρρίπτουσιν οσημέραι τα περισωζόμενα έτι
οπωςδήποτε παρ' άλλοις λαοίς διαχωριστικά των κοινωνικών τάξεων
όρια, και όπου η ισότητος αξίωσις σπανιώτατα μεν γεννά την ευγενή
εκείνην άμιλλαν προς απόκτησιν μείζονος ικανότητος και μαθήσεως,
συχνότατα δε τουναντίον παράγει εις την δουλικήν απομίμησιν των
εξωτερικών μόνον τρόπων, του ήθους και της ενδυμασίας, παρ' ημίν
ο εκ της μιμήσεως του κακού κίνδυνος είνε μέγας και εγκυμονεί
αναπόδραστον όλεθρον. Αν δε ανωτέρω, περί της πολιτείας των
πλουσίων λαλούντες, εφοβήθημεν τον πειρασμόν της μιμήσεως, και τα
απευκταία του επί των απόρων αποτελέσματα, προκειμένου όμως περί
της σπατάλης των μη πλουσίων δεν γεννάται πλέον φόβος εν ημίν,
αλλ' αυτόχρημα βεβαιότης, ότι το μίασμα της νόσου θέλει διαδοθή
εις τα υγιά έτι όμοια στρώματα της κοινωνίας, αν μη πάντες οι
δυνάμενοι συντελέσωσιν εις την χάραξιν βαθείας υγειονομικής
γραμμής μεταξύ υγιών και νοσούντων. Αποχωρίσωμεν, όπως είνε
δυνατόν, τους προσβεβλημένους από των απροσβλήτων, εμπνεύσωμεν
εις τούτους τον τρόμον της ασθενείας και των συνεπειών αυτής·
εργασθώμεν τέλος να σώσωμεν το δυνάμενον έτι να σωθή, ίνα μη
ταχέως μεταβληθή η αθηναϊκή κοινωνία σύμπασα εις «Ηοspice d'
Incurables».



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΥΠΟΜΟΝΗΣΙΑ (12)



Όστις ποτέ, υπομονής περισσεύων και θάρρους ευπορών, θελήση να
συγγράψη την ηθικήν νοσολογίαν της νέας ελληνικής κοινωνίας, και
ιδίως των ούτω καλουμένων ανωτέρων αυτής στρωμάτων, βεβαίως και
αναποδράστως θέλει τάξει μεταξύ των πρώτων και κυριωτάτων αυτής
ηθικών αρρωστιών την  α ν υ π ο μ ο ν η σ ί α ν. Το νόσημα είνε
γενικόν δυστυχώς, ευρύτατα διαδεδομένον, ως επιδημία μεγάλη και
πολυπλόκαμος, αλλ' εθνικώτατον όμως και ενδημικώτατον. Μηδέ τις
υπολάβη, ότι εισήχθη και αυτό μετά πολλών άλλων φραγκικών — ως
λέγομεν — πληγών εκ της αλλοδαπής, και παρηγορήση μεν ούτω
προχείρως την εθνικήν αυτού φιλαυτίαν, καταρασθή δε πατριωτικώς
της ελληνικής διοικήσεως, ότι ωλιγώρησε δήθεν καθάρσεων και
υγειονομικών φραγμών κατά της εισβολής του μολύσματος. Πάσχει και
η σύγχρόνος ευρωπαϊκή κοινωνία ανυπομονησίαν· αλλ' η ανυπομονησία
αυτή είνε ειδική ειδικωτάτη εκδήλωσις του καθολικού νοσήματος,
όπερ λυμαίνεται τον ελληνικόν κόσμον. Ανυπομονούσιν εν τη Δύσει
οι άνθρωποι· αλλ' ανυπομονούσιν ιδίως να πλουτήσωσι. Του
εκατομμυρίου το όνειρον είνε της νόσου αυτών η αιτιολογία, και αν
από μικρών έως μεγάλων, από γερόντων μέχρι παίδων, φέρονται
πάντες ακατάσχετοι υπό του στροβίλου της κερδοσκοπίας και
αναρριχώνται τετραποδητί πολλάκις την ανάντη κλιτύν του
χρυσοφόρου βουνού, και σχίζουσιν· ασθμαίνοντες τας χείρας των εις
τας τριβόλους και τας ακάνθας της ατραπού, και παρακάμπτουσιν
οσάκις δεν δύνανται να υπερβώσι τους σκοπέλους του νόμου, και
φιμούσιν οσάκις δεν δύνανται να στραγγαλίσωσι την ηθικήν, ένα
πάντες έχουσι σκοπόν: το χρήμα, το πολύ χρήμα. Εκεί από μακρού
ήδη λέγεται, ότι το χρήμα δεν έχει οσμήν, και ολίγοι πλέον
περισώζονται μωροί αμφισβητούντες του ρητού την ορθότητα. Διά
τούτο εκεί των πολλών ο βίος είνε συνεχής και ακάματος κερμάτων
θήρα· διά τούτο, — πλην ολίγων, ολιγίστων εξαιρέσεων,
προκατακλυσμιαίων ίσως λειψάνων άλλης εποχής — πάντες εκεί των
νέων ιδεών οι άνθρωποι, επιστήμονες και βιομήχανοι, καλλιτέχναι
και έμποροι, ποιηταί και τραπεζίται, γραμμάτων άνθρωποι και
κυβευταί, μίαν μόνην έχουσι του σταδίου αυτών βαλβίδα: το τι
ε ξ ο δ ε ύ ε τ α ι, και ένα μόνον πάσης των εργασίας σκοπόν: τα
εκατομμύρια. Ανυπομονούσι δε φυσικώ τω λόγω να τα αποκτήσωσι,
διότι κάλλιστα γνωρίζουσι και εκ των καθ' ημέραν παραδειγμάτων
διδάσκονται, ότι διά της χρυσής εκείνης κλειδός πάσης δόξης το
τέμενος ανοίγεται και πάσης δυνάμεως αλίσκεται η ακρόπολις.

Την ειδικήν ταύτην ανυπομονησίαν πάσχομεν εν μέρει και ημείς,
αλλά πάσχομεν αυτήν εν μικρώ. Μη κατορθώσαντες έτι — ευτυχώς ή
δυστυχώς, αδιάφορον — να φθάσωμεν εις την περιωπήν εκείνην του
δυτικού πολιτισμού, καθ' ην πάντα σχεδόν διατιμώνται εις χρήματα,
καθ' ην πάσα ευφυία και πάσα ικανότης, παν αίσθημα και παν
φρόνημα, και αυτή η αρετή και αυτή η κακία εισίν αξίαι
ανταλλακτικαί, έχουσαι την θέσιν αυτών εν τοις τιμολογίοις
ειδικών εμπόρων, και εν τοις καταλόγοις χρηματιστηρίων,
υπολειπόμεθα βεβαίως του ευρωπαϊκού μεγαλείου ως προς την ειδικήν
ταύτην όψιν του γενικού εκείνου νοσήματος. Υπάρχουσι μεν και παρ'
ημίν αραιά τινα, πού και πού παρατηρούμενα κρούσματα
χρηματιστικής ανυπομονησίας, ολίγα εκ πλειόνων περισωθέντα, μετά
το προ διετίας μέγα  θ α ν α τ ι κ ό ν· αλλά δεν είνε, ως
λέγουσιν οι ιατροί, περιπτώσεις άξιαι της κλινικής νοσολόγου,
ουδ' έχουσι σημασίαν καθιστώσαν επίφοβον την εις επιδημίαν τροπήν
του νοσήματος.

***

Η ανυπομονησία ημών, ως προείπομεν, είνε γενική της κοινωνίας
ημών αρρώστια· εγγενής ούτως ειπείν εις τον εθνικόν ημών
χαρακτήρα, τον ελαφρόν και αψίκορον, εκδηλουμένη δε επί πάσης
σχεδόν οιασδήποτε εργασίας του νεωτέρου Έλληνος, και λυμαινομένη
δίκην φυτού παρασίτου πάντα μεν κλάδον υλικής και διανοητικής
παραγωγής και δραστηριότητος, ιδία δε και προ πάντων την ανίκανον
αδράνειαν και την αυτάρκη αργίαν. Και δεν άγει μεν ταχέως εις
βιαίαν καταστροφήν η καθολική αυτή καχεξία, ως ο κακοήθης εκείνος
πυρετός της χρηματιστικής ανυπομονησίας, περί ου ανωτέρω
ελέγομεν· αλλ' υπονομεύει όμως δυστυχώς την εθνικήν ημών ύπαρξιν,
και εκλύει παντελώς τας ασυντάκτους έτι και σχεδόν ασυνειδήτους
παραγωγικάς ημών δυνάμεις. Αν δεν κεραυνοβολεί ως αποπληξία,
τήκει όμως ως φθίσις.

***

Δύο απλαί και σύντομοι αλλά βαρείαν έχουσαι την έννοιαν φράσεις
δύνανται ασφαλώς να θεωρηθώσιν ως παριστώσαι τα μικρόβια ή
βακτηρίδια της πρώτης και αρχικής μορφής του νοσήματος, αι
φράσεις· Δ ε ν  π ε ι ρ ά ζ ε ι!  και  Δ ε ν  β α ρ η έ σ α ι!
Σπόροι μικροί, μικροί ως κόκκοι σινάπεως, εφύησαν εις δένδρα
ακμαία, χάρις εις την παχείαν γην της ελληνικής φυγοπονίας και
απαθείας, ανεκλαδώθησαν εις εύρος και ύψος, και κινδυνεύουσι να
πνίξωσιν υπό την βαρείαν αυτών σκιάν πάσαν υγιά και εύρωστον
βλάστησιν.

 — Δεν πειράζει, λέγει ο ανυπομονήσας να περάνη οπωσδήποτε το
έργον του και ατελές παραδίδων αυτό εις τον παραλαμβάνοντα,
πεποίθησιν έχων αδιάσειστον, ότι το  δ ε ν  π ε ι ρ ά ζ ε ι
εκείνο καλύπτει πάσαν της εργασίας του ατέλειαν.

 — Δεν βαρηέσαι! απαντά ο παραλαμβάνων, ανυπομονών και αυτός να
αποκτήση το παραγγελθέν όπως όπως, και χριστιανικόν αυτού καθήκον
υπολαμβάνων να διαλύση πάσαν τυχόν ανησυχίαν του παραδίδοντος.

Σφίγγουσιν ούτως εν κατανυκτική ευφροσύνη τας χείρας η
ανυπομονησία του παραγωγού και του καταναλωτού η ανυπομονησία,
κυρούται της ημιμαθείας το κράτος και ανακηρύσσεται της
ημιτελείας το βασίλειον.

***

Ποσάκις άρα γε οι τας γραμμάς αυτάς αναγινώσκοντες δεν
ηγανάκτησαν, ακούσαντες αίφνης, εν παραδείγματι, τον ράπτην των
λέγοντα μετά ιλαρού μειδιάματος· δεν  π ε ι ρ ά ζ ε ι!  διότι
παρετήρησαν εις αυτόν, ότι αι χειρίδες του καινουργούς των
επενδύτου ήσαν βραχύτεραι του πρέποντος, ή ότι τα κομβία του ήσαν
παράχροα; Ποσάκις δεν ωργίσθησαν, ακούσαντες το αυτό παρά του
χρωματιστού της οικίας των, κηλιδώσαντος διά του χονδρού του
χρωστήρος τας ζωγραφίας του τοίχου, ή παρά του κηπουρού των,
καταστρέψαντος εν βία διά της σκαπάνης του τρυφερόν δενδρύλλιον,
ή παρά του υπηρέτου των αλλ' αντ' άλλων εκτελέσαντος;

Πάντες εν παντί το ευλογημένον αυτό δεν  π ε ι ρ ά ζ ε ι  φέρουσι
διά στόματος, ως πανάκειαν πάσης αυτών παραδρομής και βίας, ως
αλεξιτήριον πάσης κατακρίσεως και μομφής. Δ ο υ λ ε ι ά  ν α
γ ί ν ε τ α ι, λέγει ο Έλλην, επειγόμενος να περάνη ή κάλλιον
ειπείν να καταπαύση την εργασίαν του. Εμπρός και γρήγορα, ιδού το
γενικόν σχεδόν σύνθημα του παρ' ημίν εργαζομένου. Τι το άπορον,
αν η εργασία γίνεται ως επί το πολύ κακή και ατελής, αφού
κεντρίζει μεν αυτήν αδιαλείπτως η ανυπομονησία, σκέπει δε και
προστατεύει η ανοχή, ήτις και αυτή, ως ελέγομεν, την
ανυπομονησίαν έχει ρίζαν και φύτραν;

Διότι, αν ηγανάκτησε και εξωργίσθη πολλάκις ο αναγνώστης ημών,
ακούσας το φοβερόν εκείνο  δ ε ν  π ε ι ρ ά ζ ε ι χωρίς να το
περιμένη, δεν πρέπει, αν είνε δίκαιος, να λησμονήση, ποσάκις
είπεν αυτός: δ ε ν  β α ρ η έ σ α ι, χωρίς να το προσδοκά ο εις
ον απετείνετο.

 — Δεν βαρηέσαι, αδελφέ!

Γλυκεία και μελιτώδης φράσις, αναπαύουσα προχείρως την συνείδησιν
του Έλληνος, βαυκαλώσα την αβελτηρίαν αυτού, παρηγορούσα την
ατέλειαν των έργων του, εγκαρδιούσα το αψίκορόν του, και
αδελφούσα των ανυπομόνων την ποίμνην εις αιωνίαν μακαριότητα.

 — Ανέγνωσες το βιβλίον του Χ . . . ; έχει πολλάς απροσεξίας.
Εβιάσθη, φαίνεται, ο συγγραφεύς, αλλέως ημπορούσε να τας
αποφύγη . . . και η γλώσσα του είνε εις πολλά μέρη . . .

 — Δεν βαρηέσαι!

 — Είδες το νέον πατριωτικόν ποίημα του Ψ . . . ; Το εννόησες;

 — Δεν βαρηέσαι!

 — Καλέ πού τα έκαμες αυτά τα υποδήματα; τι σχήμα είνε αυτό; πώς
τα εκράτησες;

 — Δεν βαρηέσαι!

 — Είδες δα, τι λαμπράν θέσιν επέτυχεν ο Κ . . ., χθεσινό μόλις
παιδί; Πώς τα κατάφερε; Δεν νομίζεις ότι κάπως γρήγορα . . .

 — Δεν βαρηέσαι!

Και διά της φράσεως ταύτης συγχωρούμεν παν αμάρτημα, και
απολύομεν πάντα πταίστην. Α φ ί ε ν τ α ί  σ ο ι  α ι
α μ α ρ τ ί α ι λέγομεν περί παντός λέγοντος καθ' εαυτόν: δεν
πειράζει. Αφίενταί σοι αι αμαρτίαι, διότι βιαζόμεθα και ημείς ως
και συ. Αν συ δεν έχεις καιρόν να εργασθής όπως πρέπει, νομίζεις
ότι έχομεν καιρόν ημείς να σε κρίνωμεν όπως πρέπει; Συ βιάζεσαι να
παραγάγης, και ημείς βιαζόμεθα ν' απολαύσωμεν. Αλλά παράγεις και
συ κακώς και ημείς κακώς απολαύομεν· αδιάφορον· το σπουδαίον είνε
να τελειόνωμεν γρήγορα. Κάμε ό,τι θέλεις και άφινέ μας ησύχους.

Ούτω δε αφίνομεν και ημείς ησύχους πάντας τους ασθενείς αλλ'
ανυπομόνους σταδιοδρόμους, και αν ενίοτε γελώμεν βλέποντες αυτούς
παραπατούντας και πίπτοντας, ουδόλως όμως ξενιζόμεθα, ως επί το
πλείστον, οσάκις θεωρούμεν αυτούς ορθουμένους αίφνης εν μέση τη
οδώ, ισχυριζομένους ότι επέραναν τον δρόμον των, και αξιούντας να
τύχωσι του άθλου.

***

Γνήσιος και αναγκαίος τόκος της αδελφικής συναντήσεως των δύο
εκείνων φράσεων υπήρξεν η δευτέρα και κυριωτάτη φάσις της νόσου·
η προς την δόξαν και τα μεγαλεία, προς την ισχύν και τας υψηλάς
δημοσίας λειτουργίας ακράτητος ανυπομονησία της νέας ελληνικής
γενεάς.

Αν δόξα και πλούτος, θέσεις και τιμαί, είνε συνήθως πανταχού του
πολιτισμένου κόσμου το δίκαιον έπαθλον μακράς, συντόνου και
τελειοκάρπου εργασίας, αν αλλαχού αναγκαίον και απαραίτητον είνε
να ευφημηθή τις πρώτον ίνα διακριθή, και να φωτίση πρώτον ίνα
τεθή επί την λυχνίαν, παρ' ημίν απλουστεύει πάντα ταύτα και
ευκολύνει η ευλογημένη εκείνη σύμπτωσις του  Δ ε ν
π ε ι ρ ά ζ ε ι και του Δ ε ν  β α ρ η έ σ α ι.

Άλλοτε, εν παλαιοτέροις χρόνοις, είχον και εδώ κάπως άλλως τα
πράγματα, ουδ' ενομίζετο συζητήσεως αντικείμενον, ότι αναγκαίον
ήτο να βαδίση τις, ίνα φθάση εις το άκρον της οδού. Η εργασία
εκρίνετο αναγκαίος πρόδρομος της επιτυχίας, ουδ' εφαντάζοντο οι
άνθρωποι δυνατόν το Πάσχα χωρίς προηγουμένης τεσσαρακοστής.

Σήμερον όμως αι νηστείαι κατελύθησαν, και ήλλαξαν φυσικώς οι
φυσικοί πάσης προόδου όροι. Σήμερον εννοούσιν οι πολλοί να
θερίσωσιν άνευ σποράς, και ν' απολαύσωσιν άνευ κόπου. Και διατί
να μη το εννοώσι;

Πόσοι παρ' ημίν ήνυσαν το στάδιον αυτών ωθούμενοι μάλλον ή
περιπατούντες! Πόσοι πενιχρά πάντως φέροντες της ευφυίας ή της
ικανότητος τα εφόδια, έφθασαν εν τούτοις, οτέ μεν έρποντες, οτέ
δε υπό φίλης χειρός μετεωριζόμενοι, εις ύψη ου μόνον δυσανάβατα
αλλά και δυσθεώρητα εις τους συνωστιζομένους κάτω αληθείς
εργάτας! Πόσοι από μηδενικών ορμηθέντες και διά μηδενικών
βαδίσαντες σοβούσι σήμερον ως πολυψήφιοι αριθμοί! Πόσοι τέλος,
βιώσαντες εν τη μακαρία ραστώνη του  Δ ε ν  π ε ι ρ ά ζ ε ι,
επροχώρησαν πάντοτε και έφθασαν οπού έφθασαν, ακούοντες οπίσω των
την διαρκή ενθάρρυνσιν του  Δ ε ν  β α ρ η έ σ α ι!

Τι ηθέλατε να διδάξη τους νεωτέρους το ποικίλον τούτο και
πολυμερές φαινόμενον, ούτινος καθ' εκάστην επαναλαμβάνονται τα
παραδείγματα; Τι άλλο, ή ότι μωρία είνε πάσα ενδελεχής εργασία,
και βλακεία πας κόπος καρποφόρος; Τι άλλο, ή ότι προτιμότερον
είνε να σαλπίζη τις την ικανότητά του διά των εφημερίδων — οσάκις
δεν υπάρχει πρόχειρος φίλος σαλπιγκτής — , να ζητή τον στέφανον
πριν αθλήση, και να καταράται της απαθείας της ελληνικής, αν
τυχόν ο στέφανος βραδύνη, κεραυνοβολών ενίοτε και την κυβέρνησιν,
ότι δεν παραμερίζει τον μόδιον ίν' ανεύρη τον άγνωστον λύχνον;

Και ταύτα δυστυχώς τους εδίδαξε, και ταύτα βλέπομεν καθ' εκάστην
πέριξ ημών, όπου αν στρέψωμεν το βλέμμα.

***

Ο κύριος Τάδε χθες μόλις επανήλθεν εξ Ευρώπης, όπου κατώρθωσε
μόνον ίσως να απομάθη την γλώσσαν του χωρίς να την αντικαταστήση.
Εν τω ατμοκινήτω, όπερ τον μετεκόμισεν, επρονόησε να βαπτίση
εαυτόν εις την κολυμβήθραν επιστημονικής τινος ειδικότητος,
εκείνης περίπου ην υποθέτει δυναμένην να εξοδευθή εν Αθήναις.
Εφρόντισε δε και ν' αναγγείλη εγκαίρως εις το κοινόν διά του
τύπου την άφιξιν αυτού, μη παραμελήσας, εννοείται, να πληροφορήση
αυτό και περί των διασήμων καθηγητών του.

Παρήλθον μόλις ολίγοι μήνες, και απορεί πώς δεν συνεκινήθησαν έτι
αι Αθήναι.

Παρήλθον ακόμη ολίγοι, και εξίσταται πώς η κυβέρνησις δεν τον
διώρισεν . . . ουδ' εγώ δεν ηξεύρω τι.

Ο κύριος Δείνα είνε διδάκτωρ της νομικής — αδιάφορον πώς έγεινε.
Δικηγορεί από τινων ετών, οσάκις τον ζητήσουν — πράγμα σπάνιον·
προτιμά δε μάλλον να αναμιγνύεται εις την διαδικασίαν των
πτωχεύσεων, όπερ συχνότερον και μάλλον, φαίνεται, προσοδοφόρον.
Έντυπα οιαδήποτε, πλην των εφημερίδων, ήνοιξεν ολίγα μετά το
πέρας των σπουδών αυτού. Προτιμά το σφαιριστήριον και την
πολιτικολογίαν. Θέλει όμως θέσιν δημοσίαν, και την θέλει μεγάλην.
Αγανακτεί δε η ανυπομονησία του, ότι δεν την έλαβεν ακόμη. — Είνε
κυβέρνησις αυτή; εκφωνεί πολλάκις εν τω καφενείω· και οι φίλοι
του απαντώσιν εν χορώ: Βεβαίως δεν είνε κυβέρνησις.

Του τρίτου εκείνου, αποσχόλου μόλις νεανίου, είνε έτι πρωιμωτέρα
και η ανυπομονησία. Είνε γραφεύς υπουργικός· αλλά του υπουργείου
μόνον κατά τας αρχάς εκάστου μηνός πατεί την φλιάν, και τούτο διά
δύο λόγους· πρώτον διότι τότε συνήθως εκδίδονται τα μισθοδοτικά
εντάλματα, δεύτερον δε διότι, ως λέγει, δεν εννοεί να εργασθή, αν
δεν τον εκτιμήση — και αυτόν — η κυβέρνησις και τον προαγάγη κατά
την αξίαν του. Λαλών περί του τμηματάρχου του, πολιού λειτουργού,
από τριακονταετίας υπηρετούντος, αρκείται να μειδιά.

Άλλος γράφει ποιήματα — όχι άσχημα — αλλ' αδημονεί ότι δεν
ήρχισαν ήδη να εξοδεύωνται κατά χιλιάδας αντιτύπων.

Ούτος δημοσιογραφεί — ανωνύμως· απορεί δε ότι το κοινόν δεν
μαντεύει τα άρθρα του, ουδέ αρπάζει βαθέος έτι όρθρου τα φύλλα
της εφημερίδος, ήτις τα δημοσιεύει.

Εκείνος θαυμάζει, πώς η Comédie Française δεν παρήγγειλεν έτι
να μεταφρασθώσι τα δραματικά του έργα, ίνα χειροκροτηθώσι παρά
γάλλων πλειότερον ή μέχρι τούδε παρ' ελλήνων.

Αυτός θέλει να γείνη ονομαστός εντός εικοσιτεσσάρων ωρών, εκείνος
ένδοξος εντός μιας εβδομάδος, άλλος, υπομονητικώτερος, φθάνει
μέχρι του μηνός.

Ως τα παιδία, ων δεν εξικνείται εις ύψος η χειρ αναβαίνουσιν επί
καθέδρας και υπολαμβάνουσι προς στιγμήν ότι ηυξήθησαν εις άνδρας,
ούτω και οι ανυπόμονοι ημών σταδιόδρομοι νομίζουσιν ότι αληθώς
μεγεθύνονται, βαίνοντες επί των καλοβάθρων της εθελοφημίας.

***

Και πόση την ανυπομονησίαν έπειτα διαδέχεται απογοήτευσις
πολλάκις και πικρία! Διότι, όσον ευθηνή και αν ήνε παρ' ημίν η
φήμη, όσον ευκόλως και αν μαυλίζεται η δόξα, αδυνατεί τέλος και
αυτή να στέφη όλων τας κορυφάς, ουδ' αρκούνται οι πρακτικότατοι
έλληνες εις απλά δάφνης . . . ή εφημερίδων φύλλα. Εννοούσι κάπως
ψηλαφητήν την δόξαν, και την φήμην ουσιαστικωτέραν. Ναι . . . δεν
λέγουσι, καλή είνε και η δάφνη, και οι πανηγυρισμοί νόστιμοι, και
το θυμίαμα ευώδες· αλλ' ιδανικά όλ' αυτά . . . πολύ ιδανικά· διά
τούτο δε ίσως και τόσον ευκόλως χορηγούνται. Οι μεγάλοι άνδρες,
όσον μεγάλοι και αν ήνε, δεν δύνανται να τραφώσι διά δόξης μόνον
και λιβανωτού. Έπρεπε, . . και αρχίζει τότε μακρά ανάπτυξις και
συζήτησις περί του τι έπρεπε να πράξη, — τι λέγω, να πράξη; να
έχη ήδη πεπραγμένον η κυβέρνησις, περί του καθήκοντος όπερ
επεβάλλετο εις τους πλουσίους ομογενείς, περί του πατριωτικού
αισθήματος όπερ έπρεπε να φλέγη υπέρ της εθνικής δόξης τας
καρδίας των έξω ελλήνων, και να αναλύεται από καιρού εις καιρόν
εις χρηματικά τινα χορηγήματα υπέρ της προαγωγής και της
αποκαταστάσεως των διακεκριμένων έσω ελλήνων. Καλά ταύτα πάντα
και βεβαίως ευκταία· αλλ' υστερούσι δυστυχώς ως επί το πλείστον·
αντηχεί δε τότε μέχρι τρίτου ουρανού κραυγή αγανακτήσεως κατά της
απαθείας και αδιαφορίας του κοινού, κατά της αβελτηρίας και
ακαλαισθησίας των ευπορούντων, κατά της ακατονομάστου ψυχρότητος
της Κυβερνήσεως. Είνε δυνατόν να παραμελήται ο φωστήρ αυτός; Είνε
επιτετραμμένον να αγνοήται η μεγαλοφυία εκείνη; Υποφέρεται ν'
αναξιοπαθή τούτου η ικανότης και να πένεται του άλλου το
τάλαντον; Εχάθη μία καθηγεσία δι' αυτόν η μία θέσις
αμεριμνομερίμνης δι' εκείνον;

Και πολύς, εννοείται, ο κοπετός και μέγας των ανυπομονούντων ο
πάταγος.

***

Υπομονή, υπομονή ολίγη! Δεν διορθούνται δυστυχώς άλλως τα
πράγματα. Είνε βεβαίως λυπηρόν, ότι δεν διαγινώσκονται ούτε
διατιμώνται παρ' ημίν τοσούτον πρωίμως αι εξοχότητες, όσον
αλλαχού — καθ' α λέγουσι τουλάχιστον οι ανυπόμονοι. Αλλ' ας
ευδοκήσωσιν ούτοι ν' αναλογισθώσιν, ότι το ελληνικόν έθνος είνε
ολίγον δυστυχώς και πτωχόν, και εκτιμά μεν ευκόλως, διατιμά όμως
δυσκόλως και πληρόνει έτι δυσκολώτερον· ότι τα ιδιωτικά βαλάντια,
αμιλλώμενα κατά τούτο προς το δημόσιον, μόλις επαρκούσιν εις τα
απαραίτητα, ουδέ περισσεύουσιν εις ελευθεριότητας· και ότι παρ'
ημίν πολύς έτι θα παρέλθη χρόνος, έως ου κατορθωθή να
νομισματοκοπήται η δόξα, και μάλιστα η άωρος.

Υπομονή λοιπόν, αφού άλλως δεν γίνεται.



ΑΡΤΟΣ ΠΙΤΥΡΙΤΗΣ (13)



«Δεν γίνεται, παιδί μου, ψωμί με πίτυρα», μ' έλεγε ποτε ο
μακαρίτης Ράμφος, ο ευφυής εκείνος του Χαλέτ-Εφένδη συγγραφεύς,
ο τοσούτον έχων το μυθιστοριογραφικόν τάλαντον. Το σοφόν δε τούτο
απόφθεγμα του συνετού ανδρός, το περιβάλλον τύπον δημοτικής
παροιμίας εις αιωνίαν και αιωνίως έγκυρον αλήθειαν, συνώψιζε μεν
τότε, ότε το έλεγεν εκείνος, εν ώρα βαρυθύμου πολιτικής
απογοητεύσεως, την πολιτικήν ημών κατάστασιν, είμαρτο δε πολλάκις
έκτοτε να χρησιμεύση ως πικρόν επίγραμμα της κοινωνικής ημών
ζυμώσεως, καθ' ην εφέρετο διαρκώς η ιλύς από του πυθμένος εις την
επιφάνειαν. Σήμερον όμως ιδίως, ότε βαρύς επελθών ο τυφών
διέλυσεν εν μια στιγμή τας ροδίνας νεφέλας των χρηματιστικών ημών
ονείρων, σήμερον, ότε δριμύς έπνευσεν ο βορράς και ετράπη εις
ρίγος κρυερόν αχρηματίας πάσα εκείνη της υπερτιμήσεως και της
κερδοσκοπίας η θέρμη, σήμερον είν' ευκαιρία να επιγραφώσιν αι
λέξεις αύται πάσης οιασδήποτε μελέτης περί της καταστάσεως ημών,
ήτις ουδέν άλλο είνε ή οξεία εμφάνισις ενός και του αυτού χρονίου
νοσήματος, από μακρού ήδη κατατρύχοντος την κοινωνικήν ημών
ύπαρξιν.

***

Ας αναδράμωμεν ολίγον προς το παρελθόν, και ας επισκοπήσωμεν
ποσάκις μέχρι τούδε εφαντάσθημεν, ότι ήτο δυνατόν να
κατασκευάσωμεν  ψ ω μ ί  μ ε  π ί τ υ ρ α, ποσάκις το εζυμώσαμεν,
και ποσάκις εκηρύξαμεν άρτον το αηδές αυτό φύραμα.

Αφίνομεν κατά μέρος την πολιτικήν· ούτε σκοπός ημών είνε ούτε
διάθεσιν έχομεν επί του παρόντος να εξετάσωμεν, αν και κατά πόσον
δύναται να ονομασθή ευπροσώπως άρτος η συνταγματική και
κοινοβουλευτική κουραμάνα, ην επροίκισαν την Ελλάδα δύο μεγάλαι
της νεωτέρας ημών ιστορίας εποχαί. Σημειούμεν απλώς, ότι από
τεσσαρακονταετίας ήδη την τρώγομεν και ακόμη δεν επαχύναμεν.

Ανοίγομεν την βίβλον του κοινωνικού ημών βίου του τε δημοσίου και
του ιδιωτικού, και φυλλομετρούμεν αυτήν εική και τυχαίως. Είνε
πολύ μάλλον πρόχειρος και πολύ διδακτικωτέρα· παρέχει δε κατά
πάσαν σχεδόν αυτής σελίδα το θέαμα μερίδος τινός Ελλήνων, σήμερον
αυτής και αύριον εκείνης, ασχολουμένων ανενδότως και καλή τη
πίστει να ζυμόνωσιν άρτον πιτυρίτην, εις τροφήν εαυτών και των
άλλων.

Αλλ' ουδέ ήτο δυνατόν να γείνη άλλως.

Εφαντάσθημεν πάντοτε — και σήμερον ακόμη το φανταζόμεθα, και
κύριος οίδε πόσον έτι χρόνον θα το νομίζωμεν — ότι είμεθα ο
περιούσιος λαός του κυρίου· ότι περιεσώθημεν κατά θείαν ευδοκίαν
εκ του κατακλυσμού των χρόνων εις πλήρωσιν μεγάλης και υψηλής
αποστολής, και ότι πρώτιστον ημών καθήκον ήτο, όχι να ζήσωμεν —
αφού είχαμεν την τύχην ν' αναγεννηθώμεν — αλλά να διακριθώμεν προ
πάντων και να λάμψωμεν.

Μωρά έτι και νήπια ηρχίσαμεν να ομιλώμεν περί τελεολογικών
ζητημάτων πριν ή οδοντοφυήσωμεν, και τετραποδίζοντες έτι
περιεβάλομεν κράνος την ασθενή ημών κεφαλήν.

Ετράπημεν την περίβλεπτον αλλά τραχείαν και ανάντη ατραπόν της
δόξης, αντί να πατήσωμεν την άσημον αλλ' ασφαλή και ομαλήν οδόν
της εργασίας. Εφροντίσαμεν πώς να ενδυθώμεν και στολισθώμεν, πριν
ή μεριμνήσωμεν πού να κατοικήσωμεν και τι να φάγωμεν. Ούτω δε,
κατά φυσικήν και αναπόδραστον συνέπειαν, ελησμονήσαμεν τας
αληθείς ημών βιωτικάς και εθνικάς ανάγκας, ανάγκας ζωτικάς, ων η
θεραπεία ήτο κύριος και απαραίτητος όρος της κοινωνικής ημών
ευημερίας, και αμιλλώμενοι προς τους ξένους εν τη εξάψει του
εκπολιτιστικού ημών πυρετού, εδημιουργήσαμεν εις ημάς αυτούς
ανάγκας ψευδείς, φανταστικάς, ανυπάρκτους, και κατηναλώσαμεν και
καταναλίσκομεν έτι εις πλήρωσιν αυτών το κράτιστον και κάλλιστον
κεφάλαιον των εθνικών ημών δυνάμεων.

***

Τα επελθόντα έπρεπεν αναγκαίως να επέλθωσιν.

Ανάγκαι επακταί διά δανείων μόνον θεραπεύονται.

Απηξιώσαμεν να εργασθώμεν πάντες εις παρασκευήν του εθνικού ημών
άρτου διά του εθνικού ημών αλεύρου, και επροτιμήσαμεν ν'
ασχοληθώμεν, ολίγοι χάριν ολίγων, εις παρασκευήν άρτου ευρωπαϊκού
δι' αλεύρου των Τριών Σίγμα, και εζητήσαμεν την άχνην αυτήν, ήτις
μας έλειπε, δάνειον παρά της Ευρώπης.

Αλλά το άλευρον αυτό το ευρωπαϊκόν πόσοι το εγνώριζον, και πόσοι
ηδύναντο να το διακρίνωσιν; Ολίγοι μόλις. Οι άλλοι εδανείσθησαν
πίτυρα και τα εξέλαβον ως άχνην. Εζύμωσαν πλακούντας δυσπέπτους
και τους ενόμισαν άρτον, και ετράφησαν δι' αυτών, και τους
εμάσσησαν ηδονικώτατα, χαίροντες ίσως και εναβρυνόμενοι, ότι δεν
έτρωγον το  μ α ύ ρ ο ν  σ π ι τ ι κ ό ν  ψ ω μ ί  του
απολιτίστου Έλληνος, . . αυτοί οι εκ του προχείρου και τόσον
ακόπως πολιτισθέντες.

***

Επολιτίσθησαν ούτω κατ' αρχάς ολίγοι, ενόμισαν δηλαδή ότι
επολιτίσθησαν, και παρακολούθησαν αυτούς κατόπιν οι ασμένως
πιθηκίζοντες πάντοτε το καινόν και το στίλβον.

Και εισεκομίζοντο ούτω αφθονώτερα πάντοτε τα ευρωπαϊκά άλευρα εις
Αθήνας, κ' εζυμούντο δι' αυτών ευρωπαϊκοί πλακούντες εις
κατανάλωσιν του φιλοπροόδου Έλληνος.

Η ζήτησις κατά φυσικόν λόγον επετείνετο, διότι οι Έλληνες ήθελον
ολόιδια μιας να γείνωσιν Ευρωπαίοι, και η από της εσπερίας
προμήθεια εσπάνιζε πολλάκις, και το σπανίζον υπερετιμάτο.

Ήλθε τότε η νοθεία επίκουρος, και τα εγχώρια πίτυρα ήρχισαν
παρεισαγόμενα εις την κατασκευήν των πλακούντων του νεοελληνικού
πολιτισμού. Κατ' αρχάς ανεμίχθησαν με τα ξένα· είτα δε βαθμηδόν
και κατ' ολίγον αντικατέστησαν εκείνα εντελώς.

Πίτυρα και πίτυρα, ολίγον διέφερον αλλήλων κατά την γεύσιν.

***

Πτωχοί, αμαθείς, άτεχνοι, χθες μόλις απαλλαγέντες του
βδελυρωτάτου των ζυγών, και φέροντες έτι — πώς άλλως; — της
δουλείας τους μώλωπας επί του κοινωνικού ημών σώματος,
ελησμονήσαμεν δυστυχώς, κατ' αυτά τα πρώτα βήματα του ελευθέρου
ημών βίου, ότι πρώτον ημών καθήκον ήτο να ζήσωμεν, και ότι προς
τούτο απαραίτητον ήτο να κρατύνωμεν ημάς αυτούς διά της εργασίας,
και ν' αναρρώσωμεν διά της εγκρατείας και της φειδούς.

Ορέξεις είχομεν πολλάς, και ήτο φυσικόν να τας έχωμεν, διότι
χρόνους μακρούς είχομεν πεινάσει και διψήσει εν δουλεία. Αλλ' όχι
μόνον αυτάς ηθελήσαμεν πάσας διά μιας να θεραπεύσωμεν, αλλά και
νέας άλλας ησθάνθημεν αίφνης, ως πάντες οι οψίδοξοι και
οψίπλουτοι, και ωρμήσαμεν ακατάσχετοι εις πλήρωσιν αυτών, δίκην
στρατού βαρβάρων νικηφόρου, εισελαύνοντος εις δορυάλωτον χώραν
και σπεύδοντος να λεηλατήση αυτήν μέχρι του εσχάτου των τριόδων
της κάρφους, εκ φόβου μη δεν εύρη πλέον τίποτε την επαύριον.

Δεν εσυλλογίσθημεν, ότι ανεβλέπομεν από τυφλότητος μακράς, και
ότι το φως το άπλετον ηδύνατο ν' αποβή ολέθριον εις την νέαν και
ασθενή ημών όρασιν.

Δεν εσκέφθημεν, ότι όπως απολαύσωμεν όσων ωρεγόμεθα, είχομεν
πόρων ανάγκην και πόρων πολλών, ενώ ήμεθα γυμνοί έτι από της
δουλείας και ρακένδυτοι από της βαρβαρότητος.

Αντί να μεριμνήσωμεν εγκρατώς και περιεσκεμμένως περί της
προχείρου παρασκευής απερίττου ενδυμασίας, δυναμένης να καλύψη τα
ριγούντα ημών μέλη, ωνειρεύθημεν αμέσως ενδύματα πολυτελή και
χρυσοποίκιλτα, ως μόνην αναβολήν αξίαν των ενδόξων απογόνων του
Περικλέους, δυναμένην ανεπαισχύντως να επιδειχθή εις των
Ευρωπαίων τα όμματα. Είχομεν, βλέπετε, να κ ρ α τ ή σ ω μ ε ν
τ η ν  θ έ σ ι ν  μ α ς, ως λέγει ο μωρός εκατοντάδραχμος
υπάλληλος, ο νηστεύων μήνας όλους, ίνα πληρώση, — αν πληρώση —
την μεταξωτήν εσθήτα της συζύγου του.

Ούτω δε, αντί να περιορίσωμεν εξ αρχής τας ανάγκας ημών αναλόγως
των πόρων μας, ηγωνίσθημεν και αγωνιζόμεθα έτι δυστυχώς να
αυξήσωμεν τους πόρους ημών αναλόγως των αναγκών μας, και τούτων
ουχί αληθών και πραγματικών, αλλά ψευδών ως επί το πολύ και εκ
μωράς συνθήκης υπαγορευομένων.

Ηθελήσαμεν και θέλομεν να φανώμεν πλούσιοι, ενώ είμεθα
πτωχοί, . . . και ζυμόνομεν άρτον με πίτυρα, διότι άλευρον δεν
έχομεν.

***

Ουδ' ευρέθη τις εν μέσω του αγνώτος και απερισκέπτου πλήθους,
όστις να οδηγήση τα πρώτα του βήματα, ή να φωνήση καν εις τους
προς την άβυσσον χωρούντας τυφλούς, ότι βάραθρον χαίνει προ των
ποδών των.

Τουναντίον. Εκείνοι παρ' ων έπρεπεν άλλως να προσδοκάται σωτήριος
τις απόπειρα προς ανακοπήν του γεύματος, όπερ παρέσυρε τα πλήθη,
εκείνοι ακριβώς υπήρξαν οι συντελέσαντες εις αύξησιν αυτού και
εξόγκωσιν.

Οι μεν αυτών επέστρεφον εκ της Εσπερίας, κομίζοντες, πλην ολίγων
απέπτων και συγκεχυμένων γνώσεων, βαθυτάτην του ελληνικού βίου
περιφρόνησιν και χλεύην προς τα ήθη των πατέρων αυτών, οίτινες
είχον δαπανήσει εις μόρφωσίν των.

Οι δε, όψιμοι πλέον παραφυάδες παλαιοτέρων κ' ευρωστοτέρων
κορμών, καλύπτοντες υπό αξιώσεις αμέτρους αδράνειαν γεροντικήν
και παντελή βιωτικήν εξάντλησιν, διετήρουν έτι ως κειμήλιον τας
ξενοτρόπους του παρελθόντος αυτών παραδόσεις, και ανέπτυσσον
αυτάς εις ολέθριον πειρασμόν του πλήθους.

Άλλοι τέλος, από παντοίων επεισάκτων αναγνωσμάτων φθειρόμενοι,
και τους νοσηρούς αυτών πόθους ως αληθείς ανάγκας υπολαμβάνοντες,
σκοπόν του βίου των προετίθεντο την εκ παντός τρόπου πλήρωσιν
αυτών, εις ταύτην και μόνην συνοψίζοντες του πολιτισμού των το
ευαγγέλιον.

Ούτω δε κατήρξαντο πρώτοι της ολισθηράς πορείας όσοι έπρεπε να
οδηγήσωσιν εις την ευθείαν τους πολλούς, και ηκολούθησαν εκ
τούτων όσοι υπέλαβον ότι ηδύναντο να εξισώσωσι τους πόρους αυτών
προς τας δαπάνας της νέας διαίτης, μεθ' όσης ευκολίας εξισούντο
αι ορέξεις των προς τας ορέξεις των άλλων.

Ο άνθρωπος είνε μιμητής, και ο Έλλην είνε ο μιμητικώτατος των
ανθρώπων.

***

Και δεν υπήρξε σχεδόν φάσις μία του κοινωνικού ημών βίου, καθ'
ην, λησμονούντες όλως τι ηδυνάμεθα και ωφείλομεν να πράξωμεν εξ
ιδίων, να μη εμιμήθημεν τους ξένους.

Και δεν υπήρξε σχεδόν στιγμή, καθ' ην να μη ωνειρεύθημεν βοός
μεγαλεία, μικρά ημείς βατραχίδια, και να μη ηγωνίσθημεν, πάσας
ημών εντείνοντες τας δυνάμεις, να ογκωθώμεν εις μέγεθος και
περιωπήν.

Είνε ίσως θαύμα ότι δεν διερράγημεν ακόμη· αλλά πόσον διαρκούσι
πλέον σήμερον τα θαύματα;

***

Εν άλλη παλαιοτέρα εποχή, πριν έτι γείνωμεν ελεύθεροι, πρώτη και
κυρία των γονέων ημών μέριμνα ήτο να μάθωσι τα τέκνα των
ελληνικά· και τα εμάνθανον αληθώς, όσον ηδύναντο τότε να τα
διδάξωσιν οι διδάσκαλοι του καιρού. Αλλά την εποχήν εκείνην
διεδέχθη εποχή πολιτισμού, και αι υποχρεώσεις, ας εφαντάσθημεν
ότι επέβαλεν ημίν η τροπή των χρόνων, ήσαν φοβεραί και μεγάλαι.
Τι να τα κάμωμεν πλέον τα ελληνικά; Τι να κάμωμεν τον υγιά και
άγιον των πατέρων υμών άρτον, δι' ου εν χρόνοις δουλείας και
σκότους περιέσωσαν εκείνοι από του κατακλυσμού την εθνικότητα
αυτών και ημών; Ήτο πλέον δυνατόν να ζήσωμεν χωρίς γαλλικά;

Ενομίσαμεν ούτω απαραίτητον, όπως αποδειχθώμεν άξιοι της
περιβλέπτου θέσεως ην εκλήρου ημίν η θεία πρόνοια, να μάθωμεν
γαλλικά, πριν ή διδαχθώμεν την πατρικήν ημών γλώσσαν. Και
παρεδώκαμεν επί τούτω τα τέκνα ημών, από νεαράς αυτών ηλικίας,
εις ξένας παιδαγωγούς, ων αι πλείσται πάντη αλλοίαν έχουσιν ως εκ
του παρελθόντος αυτών την ειδικότητα, και ερυθριώμεν σχεδόν εξ
υπερηφανείας, όταν τα ακούωμεν στρεβλούντα μετά πολλών μορφασμών
ολίγας γαλλικάς λέξεις, και υπολαμβάνομεν εαυτούς αληθώς
ευδαίμονας, οσάκις τα βλέπομεν κρατούντα γαλλικόν βιβλίον, όπερ
ως επί το πλείστον είνε μυθιστόρημα.

Και έχομεν πλήρη και αδιάσειστον την πεποίθησιν, ότι δίδομεν
τοιουτοτρόπως καλήν ανατροφήν εις την νέαν γενεάν.

Δεν είνε τούτο άρτος πιτυρίτης, και χειρίστης μάλιστα πoιότητος;

***

Παρατηρήσατε εις τας οδούς και τας πλατείας των Αθηνών τον κομψόν
εκείνον νεανίσκον, όστις υπό τα στενά του ενδύματα φαίνεται ως
αλεξιβρόχιον εντός της θήκης του. Δεν θα δυσκολευθήτε να τον
εύρετε, διότι είνε πολλοί και ομοιάζουν όλοι απαράλλακτα. Είνε
υιός καλής οικογενείας, ήτις αφού μάτην εδαπάνησεν εκούσα εις
εκπαίδευσίν του, δαπανά σήμερον άκουσα εις ενδυμασίαν αυτού και
διασκέδασιν. Αν είχε το ευτύχημα να γεννηθή εις χρόνους παλαιούς,
θα επεμελείτο χαίρων των πατρικών κτημάτων, θα εφρόντιζε περί
ευρέσεως τελειοτέρου τινος λιπάσματος, και θα προσεπάθει ν'
αυξήση το ετήσιον από γης εισόδημά του. Σήμερον πράττει άλλως,
διότι άλλως ανετράφη. Τρώγει, μόνος αυτός, την μείζονα μερίδα της
πατρικής προσόδου, και προεξοφλεί το υπόλοιπον εις τους
τοκογλύφους. Αριστεί ως επί το πλείστον εν τω ξενοδοχείω, διότι
ευρίσκει πενιχράν την εν οίκω τράπεζαν, παίζει θαυμάσια
σφαιριστήριον, ομιλεί περί των πολιτικών πραγμάτων της Ευρώπης
μεταξύ ενός καφέ και ενός κονιάκ, τρέφει βαθυτάτην περιφρόνησιν
προς οιουδήποτε είδους εργασίαν, και ονειρεύεται διπλωματικήν
τινα θέσιν, ανάλογον των ολίγων σολοίκων γαλλικών φράσεων, δ' ων
καρυκεύει την ομιλίαν του.

Πιτυρίτης και αυτός, και πιτυρίτης αφθονότατος σήμερον εν τη
Αθηναϊκή αγορά.

Η αγαθή αυτή κυρία, ήτις φοιτά τακτικώτατα εις τας παραστάσεις
του εν Φαλήρω γαλλικού θεάτρου — χωρίς να γνωρίζη γαλλικά — μετά
της θυγατρός της, ήτις γνωρίζει τόσα μόνον, ώστε να εννοή τας
σεμνάς χειρονομίας των ηθοποιών, πιτυρίτην άρτον τρώγει και αυτή.

Πόθος της ενδόμυχος — ιερός