Home
  By Author [ A  B  C  D  E  F  G  H  I  J  K  L  M  N  O  P  Q  R  S  T  U  V  W  X  Y  Z |  Other Symbols ]
  By Title [ A  B  C  D  E  F  G  H  I  J  K  L  M  N  O  P  Q  R  S  T  U  V  W  X  Y  Z |  Other Symbols ]
  By Language
all Classics books content using ISYS

Download this book: [ ASCII | HTML | PDF ]

Look for this book on Amazon


We have new books nearly every day.
If you would like a news letter once a week or once a month
fill out this form and we will give you a summary of the books for that week or month by email.

Title: Ευμενιδες
Author: Aeschylus, 525 BC-456 BC
Language: Greek
As this book started as an ASCII text book there are no pictures available.


*** Start of this LibraryBlog Digital Book "Ευμενιδες" ***


Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed
otherwise. The translator has chosen not to assume the ancient
text that is missing, but to denote the gap by . . . .

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
έχει. Ο μεταφραστής έχει επιλέξει να μην υποθέσει τα λόγια για
μέρη του αρχαίου κειμένου που λείπουν, αλλά να υποδείξει την
έλλειψη με . . . .



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ


ΑΙΣΧΥΛΟΥ

ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

Μ Ε Τ Α Φ Ρ Α Σ Η
I Ω Α Ν. Γ Ρ Υ Π Α Ρ Η

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΉ



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ
ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ



ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
I. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1911



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ
ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
Ι. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

1911



Ε Υ Μ Ε Ν I Δ Ε Σ

Εις τας Ευμενίδας, το τελευταίον δράμα της Ορεστείας, η σκηνή
υπόκειται κατ' αρχάς μεν εις τον ναόν του Πυθίου Απόλλωνος εν
Δελφοίς, όπου, υπό  την προστασίαν του Θεού, ο μητροκτόνος
Ορέστης ευρίσκει προσωρινόν άσυλον από την καταδίωξιν των
Ερινύων. Ο ίδιος ο θεός αποκοιμίζει τας τιμωρούς θεάς και
διευκολύνει την φυγήν του Ορέστου, όστις κατά συμβουλήν του
καταφεύγει εις τας Αθήνας, ικέτης της Αθηνάς. Εις τας Αθήνας
λοιπόν συνεχίζεται και τελειώνει η πράξις. Η Αθηνά δεχθείσα
ικέτην τον Ορέστην, μη δυναμένη όμως αφ' ετέρου να παρίδη το
δίκαιον των φοβερών Ερινύων, συνιστά εκ των πολιτών το μέγα και
σεμνότατον εκείνο κριτήριον του Αρείου Πάγου, διά να αποφασίση
περί της τύχης του υποδίκου. Η διαδικασία διεξάγεται καθ' όλους
τους τύπους της ποινικής νομοθεσίας των Αθηναίων, και με την
ψήφον της Αθηνάς, επελθούσης ισοψηφίας, ο Ορέστης κηρύσσεται
ελεύθερος του φόνου. Αλλ' η τοιαύτη απόφασις εξεγείρει φοβεράν
την οργήν των Ερινύων κατά της πόλεως των Αθηνών, την οποίαν
μόλις και μετά βίας επί τέλους κατευνάζει η Αθηνά διά της
πειθούς και των υποσχέσεών της. «Τοιουτοτρόπως η τέχνη του
ποιητού τερματίζει την μακράν ταύτην σειράν τραγικών
καταστροφών, την φοβεράν και αιματηράν ταύτην τριλογίαν, με την
παρήγορον εικόνα μιας ιεράς τελετής, με τα ευσεβή εφύμνια τα
αντηχούντα από της σκηνής και προς τα οποία ανταποκρίνονται εκ
του αμφιθεάτρου αι θορυβώδεις και χαρμόσυνοι επευφημίαι των
θεατών». (M. Patin). — Περιώνυμος έμεινεν εις το Αττικόν
θέατρον, διά την πρωτοφανή κατάπληξιν την οποίαν επροξένησεν, η
σκηνή εκείνη των Ευμενίδων, όπου το φάσμα της Κλυταιμνήστρας
εξεγείρει εκ του ύπνου τας Ερινύας και τας παρορμά εις νέαν
καταδίωξιν του φονέως της υιού της.



ΠΡΟΣΩΠΑ



ΠΡΟΦΗΤΙΣΣΑ
ΑΠΟΛΛΩΝ
ΟΡΕΣΤΗΣ
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑΣ
ΧΟΡΟΣ
ΑΘΗΝΑ
ΠΡΟΠΟΜΠΟΙ



ΑΙΣΧΥΛΟΥ
ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ



ΠΡΟΦΗΤΙΣΣΑ

Πρώτο δοξάζω απ τους θεούς στη δέησί μου
την πρωτομάντισσα τη Γη· και υμνώ κατόπι
τη Θέμιδα, που δεύτερη, καθώς το λέγουν,
σ' αυτό το μητρικό της κάθησε μαντείο·
και τρίτη στη σειρά, με θέλημά της κι όχι
από κανέν' αναγκασμένη, εκάθησε άλλη
θυγατέρα της Γης, η τιτανίδα η Φοίβη
και αυτή γενέθλιο τόδωκε δώρο στο Φοίβο,
πούχει της μάμης τόνομα παράνομα του.
Κι αυτός της Δήλου αφίνοντας λίμνη και ξέρες,
στους ήμερους γιαλούς άραξε της Παλλάδος
κ' ήρθ' από κει σ' αυτή του Παρνασού τη χώρα
και τον ξεπροβοδίζανε με πολύ σέβας
στρώνοντας δρόμο να διαβή οι γυιοί του Ηφαίστου
κ' ήμερη κάνοντας τη γη πούταν πριν άγρια.
Και με τιμές τον δέχτηκε ο λαός μεγάλες
κι ο βασιλιάς Δελφός της χώρας κυβερνήτης.
Κι ο Δίας στο νου του εμπνέοντας τη θεία την τέχνη
τον βάζει μάντη τέταρτο σ' αυτούς τους θρόνους,
κ' είναι του Δία πατέρα του ο Λοξίας προφήτης.

Απ τους θεούς αυτούς αρχίζω τις ευχές μου·
και την Προναία δοξολογώ Παλλάδα πρώτη
κ' υμνώ τις νύφες πόχουν το Κωρύκιον άντρον,
φώλιασμα των πουλιών και των θεών συχνάσμα
  —  τον τόπον έχει ο Βρόμιος, δεν το ξεχάνω,
αφόντας ο θεός ωδήγησε τις Βάκχες
κ' έβαλε σα λαγό να σχίσουν τον Πενθέα·  —
και τις πηγές του Πλείστου και του Ποσειδώνα
την δύναμιν υμνόντας και τον τέλειο Δία
έπειτα μάντισσα στον τρίποδα καθίζω.

Και τώρ' ας δώσουν από πριν πολύ πιο κάλλια
να μου συντύχη το έμπασα· και με τον κλήρο
όσοι είναι ας έρθουν Έλληνες, κατά το νόμο·
γιατ' όπως οδηγάει ο θεός και προφητεύω.

Ω, τρόμος ναν το πης και τρόμος ναντιβλέψης
μ' έδιωξεν όξω από τα σπίτια του Λοξία
που μήτε νόχω ανάκαρα, μουδ' όρθια στέκω,
και τρέχω με τα χέρια αντίς με τα κανιά μου
γιατί είναι τίποτα η γρηά σαν πάρη φόβο!
Μπαίνω λοιπόν στο πολυστέφανο το βάθος
όπου θωρώ κάποιο θεοκατάρατο άνδρα
πάνου στον ομφαλό να κάθουνταν ικέτης
κ' αίμα τα χέρια του έσταζαν και το σπαθί του
γυμνό κρατούσε κι' αψηλόν ελιάς κλωνάρι
με λήνον μεγαλώτατο σεμνά ζωσμένο,
μ' άσπρο μαλλί, για να σου δώσω να το νοιώσης·
και μπρος στον άντρ' αυτό φριχτό καρτέρι
κοιμάται γυναικών, σε θρόνους καθισμένες·
όχι γυναίκες μα Γοργόνες λέω πως νάναι,
μα ουδέ και με Γοργόνες πάλιν απεικάζω
γιατί τις έχω κάπου ιδή ζωγραφισμένες
ν' αρπάζουν του Φινέα το δείπνο· μ' αυτές όμως
φτερά δεν έχουν, μαύρες και σιχάμματα είναι
και ρεύγονται έτσι και φυσούνε που να φεύγης
και στάζουν απ τα μάτια τους μισητόν αίμα,
κ' είν' η στολή τους να μην πλησιάζουν ούτε
σε αγάλματα θεών ούτε σε ανθρώπων σπίτια·
ποτέ δεν είδα το σκαρί του συναφιού των
κι' ουδέ ποια γης καυχιέται νάθρεψε το γένος
άβλαβα αυτό, χωρίς τον κόπο της να κλάψη.

Μα για τα επίλοιπ' ας γνοιαστή ο ίδιος τώρα
του ναού τούτου ο κύριος Λοξίας ο μέγας,
που τέχνη του είναι οι μαντουδειές και γιατροσόφια
και να ξορκίζη τα κακά κι απ άλλων σπίτια.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Δε θενά σε προδώσω· πάντοτε φρουρός σου
κι αν πλάι σου παραστέκομαι κι αν μακράν είμαι
δεν θενά γίνω μαλακός για τους εχθρούς σου·
Πιάστηκαν βλέπεις τώρ' αυτές οι λυσσασμένες
σε ύπνο βαρύ παράδοτες, οι πομπιασμένες
οι γρηές οι κόρες της Νυχτός, που δεν τις σμίγει
κανείς θεός, ουδ' άνθρωπος, ούτε θηρίον·
κ' έγιναν μόνον για κακό κέχουν μονιά τους
το σκότος και του Τάρταρου τα καταχθόνια
απ τους θεούς κι απ τους ανθρώπους μισημένες.
Μα όμως να φεύγης και το θάρρος σου μη χάσης
γιατί θενά σε κυνηγήσουν κι αν περνόντας
την πατημένη τη στεριά πίσω σου αφήσης
και πάνω από τη θάλασσα κι απ τα νησιά της·
και μη αποκάμεις να περιβοσκίζης τούτα
τα πάθη κι άμα 'ρθής στην πόλι της Παλλάδος
κάθου κι αγκάλιασε το ξύλινο άγαλμά της·
και κει μ' αυτές θα βρούμε κρίσι και με λόγια
που να μαλάζουν τις καρδιές θα κάμω τρόπο
μια και καλή απ τα πάθη αυτά να σε γλυτώσω
αφού σ' έσπρωξα εγώ τη μάννα σου να σφάξης.


ΟΡΕΣΤΗΣ
Άναξ Απόλλων, ξέρεις ναγαπάς το δίκιο
κι αφού το ξέρεις κάμε και να μη μ' αφίσης,
και η δύναμή σου εγγύησι πως θα με σώσης.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Θύμας το αυτό κι ας μη νικάη το νου σου ο φόβος
μα εσύ, αυτάδελφο αίμα κι απόνα πατέρα,
φύλαγέ τον, Ερμή· κιόπως και τόνομα έχεις
γίνε απ αλήθεια κι Οδηγός να συνοδεύης
τον ικέτη μου αυτόν· κι ο Δίας τιμά το σέβας
των κηρύκων, που για καλό του ανθρώπου εδόθη.


ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑΣ

Κοιμάσθε, ωιμέ! και σαν κοιμάσθε ποια σας χρεία;
Μα εγώ από σας σε τέτοιο τρόπο ατιμασμένη,
με διπλό πήχυ, για το φόνο που έχω κάμη
δε λέει να πάψη των νεκρών η καταφρόνια
κι άτιμη τριγυρνώ: γιατί έχω, ξέρετέ το
την πιο από μέρος τους μεγάλη κατηγόρια·
μα πόπαθα τέτοιο κακό απ τους πιο ζεστούς μου.
κανείς θεός δεν είπε να οργιστή για μένα,
που, μάννα, σφάχτηκα απ τα χέρια του παιδιού μου.
Και ιδέτε αυτές μου τις πληγές με την καρδιά σας.
γιατί φωτίζεται η ψυχή σαν κλειούν τα μάτια,
ενώ στο ξύπνο δε θωρεί καλά το πνεύμα.
Κι όμως πόσα δεν έχετε γευτή από μένα,
ακράσωτες χοές και προσφορές καθάριες
και δείπνα που θυσίαζα σεμνά τις νύκτες
σε ώρα που για κανέν' άλλο θεό δεν είναι!
μα όλα αυτά τώρα βλέπω κλωτσοπατημένα
και κείνος πάει και ξέφυγε σαν το ζαρκάδι
κ' έτσι αλαφρά καταμεσίς απ τα πλεμμάτια
με πολύ περιγέλοιο σας πηδάει και πάει.
Μ' ακούσετέ μου κ' είναι αυτά για τη ψυχή μου
όσα είπα· και ξυπνήστε, σκιές του κάτω κόσμου
που όνειρο τώρα κράζω σας, η Κλυταιμνήστρα!


ΧΟΡΟΣ

(Μούγκρισμα).

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Μουγκρίζετε, μα εκείνος τώρα πήρε δρόμο
γιατί έχει φίλους που δε μοιάζουν τους δικούς μου.


ΧΟΡΟΣ

(Μούγκρισμα).

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Βαθιά κοιμάσαι και δεν το ψυχοπονιέσαι
αυτό πόπαθα! φύγε ο φονιάς μου, ο γυιός μου!


ΧΟΡΟΣ

(Ούρλιασμα).

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ούρλιαζε· κοίμου! μα δε λες και να ξυπνήσης
ποια δουλειάν έχεις παρά το κακό να κάνης;


ΧΟΡΟΣ

(Ούρλιασμα).

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Συμφώνησαν δυο δυνατοί, ο ύπνος κι ο κόπος
κι αδράνισαν της δράκισσας την άγριαν άφρη.


ΧΟΡΟΣ

(Διπλό δυνατό μούγκρισμα).
Πιάστο, πιάστο, πιάστο έχε το νου σου!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Στόνειρο κυνηγάς αγρίμι κι αλυχταίνεις
σα σκύλλος που όλο της δουλειάς του έχει την έγνοια.
Τι κάνεις; Σήκω κι ας μη σε νικάη ο κόπος
τον ύπνο απόδιωξε να δης τι έχομε πάθη!
Ας σου πληγώσουν την καρδιά οι ονειδισμοί μου
που είναι για τους φιλότιμους σα φτερνιστήρια·
τρέχα και φύσα επάνω του θανάτου αγέρα
για να τον λυώση ο αχνός των σωθικών σου η φλόγα·
εμπρός! με δεύτερα κυνήγια μάρανέ τον.


ΧΟΡΟΣ

Ξύπνα, ξύπνα και συ αυτήν, και Γη εσένα.
Κοιμάσαι; Ξύπνα κι αποδιώχνοντας τον ύπνο
ας δούμε αν θάν' του κάκου αυτό το προοίμιό μας.

  —  Όχου, αλλοί μου, αλλοί! Φίλες επάθαμε . . .

  —  ω μου τα τόσα πόπαθα· κι όλα του κάκου!

  —  επάθαμε κακό βαρύκλαυτο, πωπώ
αβάσταχτο κακό·
απ τα πλεμμάτια ξέμπλεξε και πάει ταγρίμι.

  —  με νίκησ' ύπνος και την άγρη μου έχασα.

  —  Ω, εσύ, του Δία ο γυιός, ο κλέφτης είσαι συ

  —  και νέος εμάς, αρχαίες θεές, καββάλα επήρες·

  —  και τίμησες αυτόν τον άντρα τον κακό
κι άθεο στους γονιούς,
και συ, θεός, τον μητροκτόνο επήες να σώσης

  —  ποιος θενά πη πως είναι δίκια τάχ' αυτά;
Μα έφτασ' εμένα ονειδισμός μες στα όνειρά μου
και μου έζαψε σα διφρηλάτης μια
με μεσοβάσταχτο κεντρί
στα σωτικά, στο ψυχικό·
  —  κ' έχω να πω της μάστιγας
του δήμιου του ανήμερου
βαρύ το σύγκρυο το βαρύ που μ' έκοψε.

Τέτοια κακά οι νεώτεροι θεοί μας κάνουν
που εξουσιάζουν το θρονί της Δίκης
αιματοκομποστάλαχτο
από τα πόδια ως την κορφή·
  —  έχεις της γης τον ομφαλό
να δης, που πήρε επάνω του
κι αταίριαστο κρατάει αιμάτων μόλυσμα.

Και τους βωμούς του μαντικού του αδύτου
μόνος του πήε και μόλυνε
αυτόθελος κι αυτόκλητος
κ' ενάντια στους θεούς, για χάρι ενός θνητού
αφάνισε τις Μοίρες τις αρχαίες

Μόνου η κακία που τόμεινε, μα κείνος
και κάτω αν φύγη από τη γη
ποτέ δε θαύρη γλυτωμό
κι άλλον εκδικητή για το αίμα που χρωστεί
πάνω στην κεφαλή του θενά πάρη.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Έξω, προστάζω γρήγορα απ' αυτά τα σπίτια
ξεκουμπιστείτε, αδειάστε μας τ' άγια τα μέρη.
μήπως σου έρθει λευκόφτερο κανένα φίδι
απ το χρυσόδετο δοξάρι αμολημένο,
κι ο πόνος μαύρο αφρό σε κάμη να ξεράσης
απ τ' άντερά σου, βγάζοντας τα αίματα πούπιες.
Σ' αυτά τα σπίτια δεν σου πρέπει να ζυγώνης,
μα όπου σφαγές και δίκες κεφαλών κομμένων
ματιών βγαλμένων, και γι' αφανισμό του γένους
των παιδιών στίβουν τον αφρό κι ακρωτηριάζουν,
καταπετρώνουν και σπαραχτικά μουγκρίζουν
οι καρφωμένοι στα παλούκια· τάχ' ακούτε
γιατί σας αποστρέφονται οι θεοί, που τέτοια
στρέγετε πανηγύρια; κι όλος της μορφής σας
το δείχνει ο τρόπος, μέσα σε σπηλιά να ζήτε
πρέπει αιμοβόρου λεονταριού κι όχι σε τέτοια
λαμπρά μαντεία να τρίβετε το μόλυσμά σας·
σύρτε, δίχως βοσκό να περιβοσκηθήτε,
κανείς θεός δεν τ' αγαπά τέτοιο κοπάδι!


ΧΟΡΟΣ

Άναξ Απόλλων, άκουσέ με στη σειρά μου·
εσύ 'σαι, όχι συνένοχος να πης σε τούτα
μα όλως διόλου μόνου εσέ βαραίν' η αιτία.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Πώς δα; Δεν το ξηγάς και με πιότερα λόγια;


ΧΟΡΟΣ

Συ τούδωκες χρησμό τη μάννα του να σφάξη.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Να πάρη του πατρός του εκδίκησι· πώς όχι!


ΧΟΡΟΣ

Κ' αίμα νωπόν εδέχτηκες να προστατεύσης;


ΑΠΟΛΛΩΝ

Μάλιστα εδώ τον πρόσταξα να καταφύγη.


ΧΟΡΟΣ

Και μας λοιπόν, τη συνοδεία του, αποδιώχνεις;


ΑΠΟΛΛΩΝ

Γιατί σ' αυτό να μπήτε το ιερό δεν κάνει.


ΧΟΡΟΣ

Όμως αυτό το χρέος μου είναι διωρισμένο.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Και ποια είν' αυτή η ωραία τιμή που έτσι καυχιέσαι;


ΧΟΡΟΣ

Να διώχνουμε τους μητροκτόνους απ τα σπίτια.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Και τη γυναίκα που τον άντρα της σκοτώση;


ΧΟΡΟΣ
Δεν είναι το ίδιο κι όποιος χύση αίμα δικό του.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Δίχως αξία λοιπόν κι ούτε ωφελούν καθόλου
της τέλειας Ήρας και του Δία οι συμφωνίες,
και η Κύπρις, η πηγή κάθε χαράς του ανθρώπου,
δίχως τιμή ξεγράφηκε μ' αυτό το λόγο·
γιατί ο μοιραίος δεσμός του αντρόγυνου, που η Δίκη
τον γνοιάζεται, είναι ανώτερος κι από τον όρκο.
Αν λοιπόν είσ' αδιάφορη για όσους σκοτώνουν
τα ταίρια τους κι ακδίκητους άνοργη αφήνεις,
άδικα τότε κυνηγάς και τον Ορέστη,
αφού απ τη μια μεριά και πάρα τα θυμάσαι
ενώ για τάλλα αδιάφορη ούτε σε γνοιάζει.
Μα η Αθηνά θενά γνοιαστή γι αυτά το δίκιο.


ΧΟΡΟΣ

Κείνον εγώ ποτέ μου δεν θα τον αφήσω.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Κυνήγα τον λοιπόν, κόπο στον κόπο νάχης.


ΧΟΡΟΣ

Δεν είναι δα κι όσο τη λες μικρή η τιμή μου.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Τέτοια τιμή δε θάθελα και να την έχω.


ΧΟΡΟΣ

Γιατί λογιέσαι μέγας βέβαια πλάι στο Δία·
μα εγώ, της μάννας με τραβάει το αίμα, κ' έτσι
για να τον γδικηθώ τα ίχνη του ψάχω ναύρω.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Κ' εγώ βοηθός του τον ικέτη μου θα σώσω
γιατί είναι φοβερή και σε θεούς κι ανθρώπους


ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω δέσποινα' Αθηνά, με πρόσταξε ο Λοξίας
κ' ήρθα, μα καλοδέξου με άθλιον πλανήτη
που πια δεν είμαι ακάθαρτος και μολυσμένος·
το κακό τώρα εστόμωσε που είμαι μπασμένος
και σ' άλλα σπίτια και σχετίστηκα μ' ανθρώπους
όταν στεριές και θάλασσες όμοια περνούσα
καταπώς πρόσταζ' ο χρησμός που μούπε ο Φοίβος·
κ' ήρθα στο σπίτι σου, ω θεά, και το άγαλμά σου
κρατόντας θα προσμένω εδώ τέλος της δίκης.


ΧΟΡΟΣ

1. Και βέβαια· να σημάδι φανερό του ανθρώπου
κι όπως σου δείχνει ο αμίλητος μηνυτής τράβα·
γιατί, καθώς ο σκύλος λαβωμένο ελάφι,
στάλα προς στάλα του αίματος τον ξετρυπώνω·
το στήθος μου λαχάνιασ' απ τους τόσους κόπους
που τόπο γης δεν άφησα να μην περάσω·
κι αφτέρωτη, πάνω από θάλασσες πετόντας
ήρθα χωρίς να μείνω πίσω απ το καράβι·
μα τώρα κάπου εδώ θε νάναι ζαρωμένος
γιατί αίμα ανθρωπινό τη μύτη μου χαϊδεύει.

2. Τα μάτια σου έχε τέσσερα, τήρ' απ' ολούθε
μη σου ξεφύγη απλέρωτος της μάννας του ο φονιάς.

3. Νά τον αυτός! και βρήκε πάλι στήριγμα·
στο άγαλμα της θεάς το άγιο περιπλεχτός
κρίσι ζητάει να βρει για το έγκλημά του.

4. Δε θα του γίνη αυτό· το αίμα της μητρός
δύσκολα πίσω παίρνεται, ωιμέ!
μια που χυθή κ' η μαύρη γης το πιή.

5. Μα πρέπει αντίς γι' αυτό να δώσης, ζωντανός,
κόκκινο γαίμ' απ το κορμί σου να ρουφώ·
και τέτοιο λαχταρώ από σε κακόπιοτο πιοτό!

6. Κι αφού σε λυώσω ζωντανό, θε να σε πάρω
κάτω, να βρης ταντίποινα του μητροσκοτωμού.

7. Και θενά δης κι αν κανείς άλλος άνθρωπος
ή σε θεόν ασέβησε ή σε ξένο
ή στους δικούς του αμάρτησε γονιούς,
νάχη ο καθένας άξιο το μισθό του.

8. Γιατί 'ναι ο μέγας των θνητών ο Άδης κριτής
κάτω στα τάρταρα της γης,
κι όλα τα πάντα στα χαρτιά φυλάει του νου του.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Εμένα οι τόσες συμφορές μου μόχουν μάθη
να ξέρω πότ' είν' ώρα να μιλώ και πότε
να σωπαίνω· μα στην περίστασί μου τούτη
μ' έβαλε δάσκαλος σοφός για να μιλήσω.
Το αίμ' απ τα χέρια μου μαραίνεται και σβύνει
και ξεπλυμένο της μητρός το μίασμα πάει,
γιατί όσο ακόμα είταν νοητό, τόχω ξορκίση
με χοιροσφάχτους καθαρμούς, στο βωμό επάνω
του Φοίβου· μα θα πήγαινε του μάκρου ο λόγος
αν ήθελα να πω απ' αρχής πόσους ανθρώπους
πλησίασα, χωρίς γι' αυτό κακό να πάθουν.
Και τώρ' αγνός μ' εύφημο στόμα επικαλούμαι
την Αθηναία, τη δέσποινα αυτής της χώρας,
νάρθη βοηθός μου· και χωρίς σπαθί θα πάρη
και μένα και τη χώρα μου και το λαό μου
πιστό για πάντα σύμμαχο και τιμημένο.
Μα είτε στα μέρη της λιβυστικής ηπείρου,
κατά του Τρίτωνος το ρέμα, όπου εγεννήθη,
πατά, είτε θεοφάνερη ή και σκεπασμένη,
βοηθόντας φίλους, είτε το Φλεγραίο τον κάμπο
σα στρατηγός, ανδρεία γιομάτος, κατοπτεύει,
ας έρθη! και μακρυάθε, σα θεός, ακούει  —
για να μου γίνη λυτρωτής απ' όλα τούτα.


ΧΟΡΟΣ

Δε θα σε σώση ο Απόλλωνας ούτε το χέρι
της Αθηνάς, να μη χαθής παρατημένος
δίχως χαρά ποτέ στα στήθια σου να μάθης,
βόσκημα δίχως αίμα κ' ήσκιος μόνο ανθρώπου!
Δεν απαντάς, μον τάχα με αψηφάς που κρένω,
ενώ για μένα τάξιμο σ' έχουνε θρέψη;
κι όχι σφαγμένος σε βωμούς, μα θα μας γέψης
ζωντανός· μ' άκουε αυτό τον ύμνο που σε δένω.

  —  Έλα εμπρός σε χορό ένα κύκλο ας δεθούμε
γιατί θέλομε τώρα
το φριχτό μας τραγούδι να πούμε.
Και να πούμε το πως στους ανθρώπους επάνω
την πάσα τους μοίραν εμείς κυβερνούμε.
Την ισιάδα εμείς και το δίκιο ζητούμε,
κι όποιος έχη τα χέρια
καθαρά χωρίς κρίμα,
δε γλυστράει κατ' αυτόν η οργή μας·
και περνάει, δίχως βλάβη, τη ζωή του ακέρια.
Μ' αν κανείς, σαν κι αυτόν, κριματίση
και τα χέρια αιματόβρεχτα κρύβη,
τότε εμείς, των νεκρών η βοήθεια,
μαρτυρώντας την πάσαν αλήθεια,
στον κακούργον εμπρός θα φανούμε
κι ως το τέλος το χρέος του φόνου ζητούμε.

Μάννα, ω μάννα Νύχτα, που μ' εγέννας
ζωντανών και πεθαμένων εκδικήτρα,
της Λητώς ζητάει ο γυιός  —  κι απάκουσέ μου,
να με βγάλη απ τις τιμές μου
κι απ τα χέρια μου να πάρη
το ψοφίμι αυτό, που πρέπει
της μητέρας του το φόνο να εξαγνίση.
Για τον κατάδικο μου αυτόν
τούτο μας το τραγούδι, ταραγμός
κι αντράλα του ξωφρενική,
των Ερινύων ο σκοπός,
χωρίς κιθάρα, αμπόδεμα
του νου και μαρασμός.

Γιατ' αυτός ο κλήρος μόχει λάχη
νάχω πάντ', απ την αλύγιστη τη Μοίρα,
όποιους τύχη ανθρώπους και βαραίνουν
κακουργήματα και φόνοι
να τους παίρνω καταπόδι· ώστε νάμπουν
μες στη γης· μα κι αν πεθάνουν
κ' έτσι πάλι όλως διόλου δε γλυτώνουν.
Για το σφαχτό που πάει έχει κοπή
τούτο μας το τραγούδι, ταραγμός
κι αντράλα του ξωφρενική,
των Ερινύων ο σκοπός
χωρίς κιθάρα, αμπόδεμα
του λογικού και μαρασμός.

Όταν γεννιόμαστ' αυτός μας εδόθηκ' ο κλήρος
χώρια απ τους άλλους θεούς τιμές νάχομε, κι ούτε
άδειπνος μου είναι κανείς των
και γιορτινούς άσπρους πέπλους γεννήθηκα να μη γνωρίζω.

Γιατί πήρα δουλειά μου να φέρνω
άνω κάτω τα σπίτια, που χύση
εχθρός σπιτικός αίμα φίλου,
και καταπάνου του ορμώντας
κι αν δυνατός λάχη νάναι
στο νέο τον πνίγομεν αίμα.
Σπεύδομ' εμείς ν' απαλλάξομε κάποιο από τούτες τις έγνοιες
κι από το βάρος αυτό τους θεούς ν' αλαφρώσω
για να μην έχουν αυτοί ανακρίσεις.
Της παρουσίας του άξιους ο Δίας δεν κρίνει κακούργους
που στάζουν τα χέρια τους αίμα,
[  —  άνω κάτω τα σπίτια, που χύση
εχθρός σπιτικός φίλου αίμα,
και καταπάνω του ορμώντας
κι αν δυνατός λάχη νάναι
στο νέο τον πνίγομεν αίμα.]

Και των ανθρώπων οι δόξες κι αν φτάνουν μεγάλες ως τάστρα
καταγής ρεύουν κι ατίμητες σβύνουν,
όταν στα μαύρα ντυμένες ορμούμε
και σ' άγριο βαλθούνε τα πόδια μας χορό.
Γιατί με φόρα πηδόντας
από ψηλά κατεβάζω
βαρύ το πόδι, όπου πέση
και πάρ' τον κατ' όπου τρέχει,
  —  τρομάρα του!  —  να μου γλυτώση.

Πέφτει χωρίς να το νοιώθη, στου νου του τη μαύρην αντράλα.
Τέτοια μαυρίλα, το κρίμα, τριγύρω του απλώνει,
όπως στα σπίτια του πίσσα σκοτάδι,
η πολυστέναχτη ρίχτει φωνή του λαού.
Γιατί πηδόντας με φόρα
από ψηλά κατεβάζω
βαρύ το πόδι, όπου πέση
και πάρ' τον κάτ' όπου τρέχει.
  —  τρομάρα του!  —  για να μας φύγη.

Έτσι είναι νάναι· πολυσόφιστες,
τελειωτικές, και δεν ξεχνούμε
ποτέ μας το κακό, βαριές
κι αλύγιστες σε παρακάλια.
το αξίωμά μας το άτιμο
και καταφρονεμένο κυβερνούμε
μακριά 'πο τους θεούς, σε μέρη ανήλιαγα
και δυσκολοσυντύχητα
και για όσοι βλέπουν κι όσοι φως δεν έχουν.

Και ποιος λοιπόν αυτά δε σέβεται
και δε φοβάται απ τους ανθρώπους,
ακούοντας τους νόμους μας
όπου μας ώρισαν οι Μοίρες
κ' επικυρώσαμε οι θεοί;
Η αρχαία τιμή μου μένει ακόμα
και δε γνωρίζω καταφρόνια,
αν κ' είναι κάτω από τη γης
η θέσι μου στανήλιαγα σκοτάδια.


ΑΘΗΝΑ

Άκουσα μια φωνή μακρυάθε να μου κράζη
από το Σκάμαντρο, ενώ έπερνα της χώρας
την κατοχή, που των Αργείων οι στρατηλάτες
από τη σκλαβωμένη γη τρανή μερίδα
μου ξεχώρισαν σύρριζη πάντα δική μου,
χάρισμα διαλεχτό στα τέκνα του Θησέα.
Κείθ' έβαλα τακούραστα πόδια σε δρόμο
δίχως φτερά τη φουσκωμένη αιγίδα σειόντας
τα γερά μέλη στρώνοντας σε τούτο το άρμα.
Μα βλέπω επίσκεψι παράξενη στη γη μου
που όχι φοβούμαι, μα μου ξάφνισε το μάτι.
ποιοι τάχα νάστε; για όλους σας το λέω στη μέση:
στο ξένο αυτό, που στο άγαλμα μου έχει προσπέση,
και σε σας, που δε μοιάζετε πλάσμα κανένα
κι ούτε σας είδαν θεοί ποτέ ανάμεσά τους
κι ούτε κι αντροφέρνετε πάλι καθόλου·
μα να βρίζη κανείς την ασχημιά ενός άλλου
είν' όξω από το δίκιο αυτό κι από το νόμο.


ΧΟΡΟΣ

Όλα τα πάντα σύντομα, θεά, θα μάθης·
εμείς της Νύχτας είμαστε οι φριχτές κόρες·
στα σπίτια μας, κάτ' απ τη γης, μας λεν Κατάρες.


ΑΘΗΝΑ

Ξέρω και τη γενιά και το παράνομά σας.


ΧΟΡΟΣ

Έτσι θα μάθης τώρα και τ' αξίωμά μας.


ΑΘΗΝΑ

Θε να το μάθω, αν ξάστερα μου το ξηγήσης.


ΧΟΡΟΣ

Έξω απ τα σπίτια τους φονιάδες κυνηγούμε.


ΑΘΗΝΑ

Και πού στο τέλος σταματά το φευγατιό τους;


ΧΟΡΟΣ

Εκεί που τι 'ναι ολότελα η χαρά δε ξέρουν.


ΑΘΗΝΑ

Τέτοια λοιπόν φευγιά κι αυτού του στριγγοκράζεις;


ΧΟΡΟΣ

Γιατί τη μάννα του έκρινε να πάη να σφάξη.


ΑΘΗΝΑ

Χωρίς άλλης ανάγκης φόβος να τον βιάζη;


ΧΟΡΟΣ

Σε τέτοιο κρίμα τι μπορεί ένα γυιό να σπρώξη;


ΑΘΗΝΑ

Απ τα δυο μέρη που είστ' εμπρός, τόνα γρικιέται.


ΧΟΡΟΣ

Μ' αυτός ούτ' όρκο δέχεται, ούτε μου βάζει.


ΑΘΗΝΑ

Πώς έχεις δίκιο θες νακούς, μα όχι και νάχης.


ΧΟΡΟΣ

Πώς λες; δεν το ξηγάς; σοφία δα δε σου λείπει.


ΑΘΗΝΑ

Να μη ζητάς τάδικο μ' όρκους να νικήσης.


ΧΟΡΟΣ

Μ' ανάκρινέ μας συ και δίκαζε ίσα πέρα.


ΑΘΗΝΑ

Τάχα σε μένα λες την κρίσι ναναθέσης;


ΧΟΡΟΣ

Πώς όχι; σε σεβόμαστε άξια κι απάξια.


ΑΘΗΝΑ

Τι έχεις σ' αυτά να πης, ω ξένε, στη σειρά σου;
Πες μας τη χώρα, τη γενιά, τις συμφορές σου
κ' έπειτ' αυτήν αντίκρουσε την κατηγόρια
αν στο δίκιο μπιστεύεσαι και τάγαλμά μου
κάθεσαι τούτο και κρατείς πλάι στο βωμό μου
ικέτης ταπεινός, στου Ιξίονα το σχήμα·
μια καθαρήν απόκρισι σ' όλ' αυτά δος μας.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω δέσποιν' Αθηνά, πρώτ' από τα στερνά σου
τα λόγια, θέλω βγάλη μια μεγάλην έγνοια·
δεν είμ' ακάθαρτος· και μόλυσμα στο χέρι
δεν είχα, σα σου πρόσπεσα στάγαλμα ικέτης·
και θα σου φέρω απόδειξι γι' αυτό μεγάλη·
νόμος προστάζει, αμίλητος ο φονιάς νάναι
ως που σφαχτού γαλαθηνού χυθεί το αίμα
πάνω στα χέρια του και τόνε καθαρίση·
είναι καιρός που αγιάστηκα μέσ' σ' άλλα σπίτια
έτσι με τρεξιμιά νερά και με σφαχτάρια.
Λοιπόν λέω να βγήκ' η έγνοια αυτή απ τη μέση·
τώρα και τη γενιά, πούθε κρατώ, θα μάθης:
Αργείτης είμαι, τον πατέρα μου καλά γνωρίζεις
τον Αγαμέμνονα, τον αρχηγό του στόλου,
που εσύ με κείνον έκαμες της Τροίας την πόλι
στάχτη· μα θάνατο κακόν έλαβ' εκείνος
στο γυρισμό του· γιατί η μάννα μου η κακούργα
τον σκότωσε, με ξομπλιαστά τυλίγοντάς τον
βρόχια, που του λουτρού το φόνο μαρτυρούσαν.
Και γω, ως τα τότε εξόριστος· σαν ήρθα πίσω
σκότωσα τη μητέρα μου, ναι, δεν ταρνιούμαι,
μ' αίμα, το αίμα του πατέρα μου εγδικόντας·
κ' είχα σ' αυτό συνένοχο και το Λοξία
που μούλεε πάθια αδήγητα πως θα με σχίσουν
αν στους αιτίους δεν έκανα ό,τι έχω κάνη,
κι αν δίκια ή όχι τόκανα, συ να το κρίνης·
γιατί από σένα ό,τι κι αν γίνη καλώς νάρθη.


ΑΘΗΝΑ

Αν κανείς τόχη δύσκολο το πράμα τούτο
άνθρωποι να δικάσουνε, μα όμως δεν πάει
κ' εγώ δίκες βαρυόργητες φόνου να κρίνω·
μάλιστ' αφού και συ, τέλεια ετοιμασμένος,
καθαρός κι άβλαβος μου πρόσπεσες ικέτης
και σε ντηριούμαι που άφταιγος στην πόλι μου είσαι·
μα ούτε κι αυτές εύκολον είναι ν' αποδιώξης,
κι αν τύχη και δεν πάρουνε την κερδισμένη,
στη χώρα μου φαρμάκι απ τα βρουχίσματά τους
θα στάξη καταγής, βαριά και μαύρη αρρώστεια.
Τέτοια 'ν' αυτά· κ' είτε τις στείλω κ' είτε μείνουν
δύσκολα και τα δυο, χωρίς να μας χολιάσουν
μα μια που ξέσπασεν εδώ το κακό τούτο,
θα βάλω δικαστές που σέβουνται τον νόμο
των όρκων, που θα κάνω εγώ αιώνιος νάναι·
και σεις καλέσετε μαρτύρια κι αποδείξεις
που βοηθούνε για να βγη στο φως η αλήθεια·
κι αφού διαλέξω απ τους πολίτες μου τους πρώτους
θα φέρω την υπόθεσι να ξεδιαλύνουν
σωστά, χωρίς όξ' απ το δίκιο να πατήσουν.


ΧΟΡΟΣ

Τώρα ναι που 'ναι ο χαλασμός
μ' αυτούς τους νέους θεσμούς,
αν θα νικήση αυτού
του μητροκτόνου η δίκη·
τώρα το χέρι πιο εύκολο
θε νάχουν όλ' οι ανθρώποι,
τώρ' απ' εδώ και μπρος πολλά
στ' αλήθεια πάθη φονικά
προσμένουν τους γονιούς απ τα παιδιά.

Γιατί τις εκδικήτρες πια
τις Σκύλλες δεν θε να τραβά
οργή καμιά για τα έργα αυτά
κ' ελεύθερος θάν' ο φονιάς.
Κι ο ένας του άλλου ακούοντας
τις συμφορές θε να ζητά
για τις δικές του ελάφρωσι·
μα είναι κακή παρηγοριά
στο δυστυχή και δε φελά.

Κι ας μην κλαίγεται κανείς,
σαν τον δέρνη η συμφορά,
κράζοντας τα λόγια αυτά:
  —  «Πού είσαι Δίκη;
πού των Ερινύων θρόνοι!»
τέτοια θα θρηνή ταχιά
κάποια μάννα ή πατέρας
σαν την πάθουνε· γιατί
πέφτει της Δίκης ο ναός.

Κάπου κι ο φόβος είν' καλός
και να μένη θρονιασμένος
πρέπει μες στο νου φρουρός·
και συμφέρει
η γνώσι και με το στανιό.
Και ποια πόλι ή ποιος θνητός
σα δε θρέφη στην καρδιά
κάποιο φόβο, θα τιμά
και τη δικαιοσύνη πια;

Μήτε με την αναρχία
μήτε πάλι στη σκλαβιά
να το στρέγης για να ζης·
πάντα στη μέση κρατάει το ζύγι ο θεός
και τιμά πότ' αυτό πότ' εκείνο·
σύμφωνα σου λέω μ' αυτά,
πως ο καρπός της ασέβειας είν' ο χαμός,
μα της καθαρής καρδιάς
η καλή και ποθητή
σ' όλους μας καλοτυχιά.

Σου το λέω μια και καλή,
σέβου της Δίκης το βωμό
και με πόδι άθεο
μην τον πατήσης ποτέ, για το κέρδος·
γιατί θε νάρθη η πληρωμή
κ' η ώρα της κρίσεως καρτερεί·
πρώτα κανείς του γονιού ας φυλάη το σέβας,
και τους φιλόξενους νόμους
μέσα στα σπίτια του πάντα
μ' ευλάβεια να κρατή.
Σαν είναι κανείς δίκαιος
με θέλησι του κι όχι απ' ανάγκη,
καλό να ιδή, μα σύρριζα ποτέ δε θα χαθή.
Ενώ ο αντίθεος, λέγω, ο ναύτης
που σέρνει ολούθε αδικομάζωχτο φορτίο,
θ' αναγκαστή με τον καιρό
να κατεβάση τα πανιά, σαν πέφτουν
σπασμένες του οι αντέννες.

Φωνάζει, μα κανείς δεν του γρικάει
μες στη φριχτήν ανεμοζάλη·
κι ο θεός γελά με τον απόκοτο άντρα
σαν παραδέρνη αβόηθος στη συμφορά
την ανεπάντεχη και δε ξεκεφαλώνει·
μα τα πολυκαιρνά τα πρώτα πλούτη
στης δίκης το ξερόβραχο συντρίβει
κι άκλαυτος πάει κι άφαντος.


ΑΘΗΝΑ

Κράξε κλητήρα, κ' ησυχία κάμε στο πλήθος
κ' η σάλπιγγα η Τυρρηνική η βροντοφωνούσα
μ' ανθρώπινο γιομάτη φύσημα, ας σημάνη
περίτρανο διαλάλημα σ' όλο το πλήθος·
γιατί πρέπει, τώρα που το κριτήριο τούτο
μαζεύεται, σιωπή να γίνη και να μάθη
τους νόμους μου εις πάντα τον αιώνα η πόλις
και όλοι αυτοί, για νάβγη απόφασι όπως πρέπει.


ΧΟΡΟΣ

Άναξ Απόλλων, να αφεντεύης στα δικά σου . . .
τι έχεις να κάμης και σ' αυτό το πράμα, πε μας;


ΑΠΟΛΛΩΝ

Ήρθα και για να μαρτυρήσω  —  γιατί μου είναι
ικέτης απ το νόμο αυτός και των σπιτιώ μου
πρόσφυγας και τονε καθάρισα απ το φόνο  —
και για να δικαστώ και γω, γιατί έχω μέρος
στο φόνο της μητέρας του· μα συ, όπως ξέρεις,
της δίκης κάμε εισήγησι και δόσε τέλος.


ΑΘΗΝΑ

Έχετ' εσείς το λόγο και τη δίκη ανοίγω·
γιατί όταν ο κατήγορος μιλήση πρώτος
μπορεί το ζήτημα σωστά να μας φωτίση.


ΧΟΡΟΣ

Αν κ' είμαστε πολλές θάχομε λίγα λόγια
και στη σειρά σου εσύ ένα προς ένα απάντα.
Τη μάννα σου αν εσκότωσες λέγε μας πρώτα.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Τη σκότωσα· κι αυτό καθόλου δεν ταρνιούμαι.


ΧΟΡΟΣ

Από τα τρία παλαίματα πάει, νά, το πρώτο.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν είμαι ακόμα κατά γης να μου καυχιέσαι.


ΧΟΡΟΣ

Τώρα και πώς την σκότωσες να μας πης πρέπει.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Θα πω· με το σπαθί ν' έκοψα το λαιμό της.


ΧΟΡΟΣ

Και ποιος σε παρακίνησε; τίνος ορμήνειες;


ΟΡΕΣΤΗΣ

Αυτού οι θείοι χρησμοί· και μάρτυρα τον έχω.


ΧΟΡΟΣ

Ο μάντις σ' έβαζε να γίνης μητροκτόνος;


ΟΡΕΣΤΗΣ

Κι ως τώρα δεν μετανοώ μ' ό,τι έχει γίνη . . .


ΧΟΡΟΣ

Σε λίγο άλλα θα λες, σαν θα σ' αρπάξη η ψήφος.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Τα θάρρητά μου στου πατρός μου έχω τον τάφο!


ΧΟΡΟΣ

Της μάννας σου φονιάς, στους νεκρούς τώρα ελπίζεις


ΟΡΕΣΤΗΣ

Γιατί είχε πάρη διπλό κρίμα στο λαιμό της.


ΧΟΡΟΣ

Πώς τάχα; δεν ξηγάς σ' αυτούς που θα σε κρίνουν;


ΟΡΕΣΤΗΣ

Σκότωσε τον πατέρα μου κι άντρα δικό της.


ΧΟΡΟΣ

Εκείνη πάει, σχωρέθηκε· συ, ζης ακόμα.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα όσο που ζούσε, πώς δεν τήνε κυνηγούσες;


ΧΟΡΟΣ

Δεν είταν με τον σκότωσεν από 'να αίμα . . .


ΟΡΕΣΤΗΣ

Κ' εγώ απ της μάννας μου λοιπόν ήμουν το αίμα;


ΧΟΡΟΣ

Και τότε πώς στα σπλάχνα της σ' έθρεψε μέσα,
κακούργε; της μητέρας σου το αίμ' απαρνιέσαι;


ΟΡΕΣΤΗΣ

Τώρα μαρτύρησέ μου εσύ κ' εξήγησέ μου,
Απόλλων, αν τη σκότωσα μ' όλα τα δίκια·
γιατί πως τόκαμα, όπως κ' είναι, δεν ταρνιούμαι·
μα πες μου εσύ αν σου φαίνομαι πως δίκια ή όχι
το αίμα της έχυσα, ν' αποκριθώ σε τούτους.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Σε σας, πόστησ' η Αθηνά κριτήριο μέγα,
σας λέω πως δίκαια τόκαμε· κι ως μάντις πούμαι
ψέμα δε ξέρω· κι απ το μαντικό μου θρόνο
ποτέ ούτε γι' άντρα ούτε γυναίκα ούτε για πόλι
άλλο απ του Δία τις προσταγές δεν είπ' ακόμη·
μάθε λοιπόν πόσο βαραίνει αυτό το δίκιο,
και του πατρός μου τη βουλή, σας λέω, ακλουθήστε,
γιατί απ το Δία πιο δύναμι δεν έχει ουδ' ο όρκος.


ΧΟΡΟΣ

Ο Δίας, κατά πως λες, σούδωκε το χρησμό του,
που είπες του Ορέστη αυτού, να εκδικηθή το φόνο
του πατρός του, χωρίς να λογαριάση μάννα;


ΑΠΟΛΛΩΝ

Γιατί δεν είναι τόμοιο αν σκοτωθή ένας άντρας
πόχει πλήθιες τιμές και θεϊκιά εξουσία,
κι από γυναίκα μάλιστα· κι όχι με βέλη
πολεμικά, που από μακριά ρίχνει Αμαζόνα,
μα όπως θακούσης, Αθηνά, κι όλοι όσ' είστε
που η ψήφος σας θα ξεδιαλύνη αυτή τη δίκη·
γυρνόντας δηλαδή απ τον πόλεμο, αφού είχε
τα πιότερα δεξά κυβερνημένα,  —  εκείνη
χαρούμενη τον δέχτηκε . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

μα όταν στο τέλος έξω απ το λουτρό περνούσε
τον τουλούπιασε ολόγυρα κ' έτσι πιασμένον
σ' άβγαλτον πέπλο κεντητό, τονέ σκοτώνει·
τέτοιος καθώς τακούσετε χάρος τον βρήκε
τον παντοσέβαστο τον αρχηγό του στόλου·
κ' έτσι κι αυτήν παράστησα, ναγαναχτήσουν
αυτοί που ωρίστηκαν τη δίκη να δικάσουν.


ΧΟΡΟΣ

Ο Δίας κατά το λέγει σου απ' όλα κάλλιο
κρίνει το αίμα του πατέρα· ενώ κι ο ίδιος
έδεσε τον πατέρα του, το γέρο Κρόνο·
πώς συμβιβάζονται μ' αυτά όσα μας είπες;
και σας, σας θέλω μάρτυρες γι' αυτά πακούτε.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Κνώδαλα παντομίσητα, του θεού κατάρες,
οι αλυσίδες να λυθούν μπορεί, κ' υπάρχει
γιατρειά σ' αυτό κι άπειροι τρόποι να γλυτώσης·
μα μια που ένας σκοτωθή και πιεί το χώμα
το αίμα του, ναναστηθή δεν είναι τρόπος·
σ' αυτό αντιφάρμακο δεν έκαμε κανένα
ο πατέρας μου, που όλα τάλλα άνω και κάτω
στρέφοντας φέρνει, δίχως κόπο όπως του αρέσει.


ΧΟΡΟΣ

Κοίτα πώς την αθώωσί του υποστηρίζεις!
αφού της μάννας του το αίμα, αίμα δικό του,
έχυσε καταγής, πώς θα καθήση στο Άργος
στα πατρικά του ανάκτορα; ποιους δημοσίους
θάχη βωμούς να θυσιάζη; ποια φατρία
θα τον δεχτή να λάβη μέρος στις γιορτές της;


ΑΠΟΛΛΩΝ

Κι αυτό θ' αποκριθώ, και πόσο ορθά στοχάσου:
δεν είναι η μάννα που γεννά αυτό που λένε
παιδί της· θρέφει μοναχά το νέο το σπέρμα·
γονιός είν' ό που τόσπειρε· ξένη ενός ξένου
το φύτρο σώζει αυτή  —  κι αν ο θεός ταφήση·
και θα σου φέρω απόδειξι σ' αυτό που λέω:
πατέρας γίνεται να υπάρξη δίχως μάννα·
μάρτυρας, νά! κοντά του Ολύμπιου Δία η κόρη,
που μέσα σε κοιλιάς δε θράφηκε σκοτάδια,

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

και όμοιο κανείς θεός βλαστάρι δε θα εγέννα.
Μα εγώ, κι απ τάλλο, θενά κάμω, όπως γνωρίζω,
την πόλι σου, Αθηνά, και το λαό μεγάλους,
κι αυτόν ικέτη σούστειλα στα δώματά σου
για να γενή πιστός εις πάντα τον αιώνα
και ναποκτήσης σύμμαχον, θεά, και τούτον
και τα παιδιά του κ' έτσι να κρατάει για πάντα
να στρέγουν κ' οι απογόνοι τους αυτή την πίστι.


ΑΘΗΝΑ

Όσα 'παμε αρκετά· προσκαλώ τώρα τούτους
δίκια με την πεποίθησί τους να ψηφίσουν.


ΧΟΡΟΣ

Αλήθεια εμάς σωθήκανε όλα μας τα βέλη,
μένει νακούσω πώς θενά κριθή ο αγώνας.


ΑΘΗΝΑ

Και σεις; τι πρέπει, για να μην παραπονιέστε;


ΑΠΟΛΛΩΝ

Ακούσατε όσ' ακούσατε, και στην καρδιά σας,
ψηφίζοντας, τον όρκο σεβαστήτε, ξένοι.


ΑΘΗΝΑ

Ακούετε τώρα τον θεσμόν μου, ω Αθηναίοι,
που πρώτες δίκες κρίνετε για αίμα χυμένο·
κι αυτό των βουλευτών το δικαστήριο, πάντα
θα μένη και στο εξής στην πόλι του Αιγέως
και θα συνεδριάζη εδώ σ' αυτό το βράχο,
που στήσανε τις τέντες των οι Αμαζόνες,
σαν ήρθαν με στρατόν, από έχθρα του Θησέως,
και μπρος στο κάστρο επύργωσαν αυτό το νέο
ψηλόπυργο και κάμανε θυσίες στον Άρη
(που αυτό πήρε τόνομα: Άρειος πάγος).
Σ' αυτόν επάνω ο Σεβασμός κι ο αδερφός Φόβος
θα συγκρατούν μέρα και νύχτα τους κατοίκους
να μη αδικούν· φτάνει να μην αλλάζουν μόνοι
τους νόμους· σαν μολύνης το νερό με λάσπες
και βρωμερά αποχύματα, πιο δεν θε νάβρης
πιοτό καθάριο· συμβουλεύω το λαό μου
να μη δεχτή να σέβεται μήτε αναρχία
μήτε δεσποτισμό και μη εξορίση κάθε
φόβο απ την πόλι· γιατί ποιος απ τους ανθρώπους
σαν δεν φοβάται τίποτε θε νάναι δίκιος;
τέτοιο αν τιμάτε ίδρυμα, καθώς του αξίζει,
προπύργιον θενάχετε να σας γλυτώνη
τη χώρα και την πόλι σας, που άλλοι δε θάχουν
ούτε στου Πέλοπος τα μέρη ούτε στους Σκύθες·
αδιάφθορο και σεβαστό με αψιά τη γνώμη
ορίζω το κριτήριο αυτό μέσα στη χώρα
άγρυπνος νάναι φύλακας για όταν κοιμούνται.
Εμάκρυνα τις συμβουλές που είχα να δώσω
για το μέλλον στην πόλι μου· τώρα εσείς πρέπει
να σηκωθήτε να ψηφίσετε και μ' όλο
το σέβας του όρκου σας να κρίνετε τη δίκη.


ΧΟΡΟΣ

Μα εγώ, τη βαρειά παρουσία μας στη χώρα
να μην την ατιμάσετε σας συμβουλεύω.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Σας λέω και γω χρησμούς δικούς μου και του Δία
μην κάμετε αδιαφόρετους, μα ευλαβηθήτε.


ΧΟΡΟΣ

Μα δεν σου παν τα φονικά, νάχης να κάμης
κι αγνά δεν θάχης πια μαντεία να προφητεύης.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Λες κι ο πατέρας μου νάσφαλε στη βουλή του
όταν του πρόσπεσε ο πρωτοφονιάς ο Ιξίων;


ΧΟΡΟΣ

Τα ίδια και στου Φέρητα έκαμες τα σπίτια:
να τον κάμουν αθάνατο έπεισες τις Μοίρες.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Έναν, που σε τιμά, δεν είναι λοιπόν δίκιο
να ευεργετής, αν τύχη μάλιστα σε ανάγκη;


ΧΟΡΟΣ

Συ 'σαι, που τα παλιά μας χάλασες μοιράδια
και τις αρχαίες με το κρασί ξεγέλασες θεές.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Συ 'σαι, που παίρνοντας σέ λίγο τη χαμένη,
τάβλαβο στους εχθρούς σου θα ξερνάς φαρμάκι.


ΧΟΡΟΣ

Εσύ το λες· μα εγώ τη δίκη αν δεν κερδίσω,
θέλει το νοιώση η χώρα αυτή πόσο βαρύνω.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Εσύ και μες στους πιο παλιούς και μες στους νέους
θεούς τιμή δεν έχεις· και θα σε νικήσω.


ΧΟΡΟΣ

Μ' αφού εσύ νέος ποδοπατής τα γερατειά μου,
θα περιμένω ως που νακούσω μια τη δίκη,
γιατί είμαι δίβουλη της χώρας να θυμώσω.


ΑΘΗΝΑ

Σε μένα πέφτει το στερνό να πω το λόγο,
και θα δώσω τη ψήφο μου για τον Ορέστη·
γιατί δεν μ' έχει εμένα μάννα γεννημένη
και προτιμώ σ' όλα τον άντρα  —  όξω από γάμο  —
μ' όλη μου την καρδιά και παίρνω του πατέρα
το μέρος· κ' έτσι δεν θα δώσω σημασία
σε μια γυναίκα, που τον άντρα τον προστάτη
του σπιτιού της εσκότωσε· λοιπόν ο Ορέστης
νικά, κι αν βγουν ακόμη μερασμένοι οι ψήφοι.
Εμπρός, τώρα τους ψήφους βγάλετ' απ τις κάλπες
οι δικασταί, που έχετε οριστή για τούτο.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω Φοίβε Απόλλων, ποια θε νάναι τάχα η κρίσι;


ΧΟΡΟΣ

Ω μαύρη Νύχτα, μάννα μου, τα βλέπεις τούτα;


ΟΡΕΣΤΗΣ

Τώρα εδώ κρίνεται η ζωή κι ο θάνατός μου.


ΧΟΡΟΣ

Για μας, αν θα χαθούν ή αν μείνουν οι τιμές μας.


ΑΠΟΛΛΩΝ

Σωστά τους ψήφους όσους βγάζετε μετράτε
μήπως γίνη στο χώρισμα καμιά αδικία·
ένας να λείψη, γίνουνται κακά μεγάλα,
και μ' ένα ψήφο πιότερο, γλυτώνει σπίτι.


ΑΘΗΝΑ

Αθώος βγήκε αυτός απ το έγκλημα του φόνου
γιατ' ήρθανε στο μέτρημα ίσα ίσα οι ψήφοι.


ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω εσύ Παλλάδα που έσωσες το σπιτικό μου!
συ 'σαι που την πατρίδα μου, που πια δεν είχα,
μου ξαναδίνεις· και θα λένε στην Ελλάδα·
«Αργείτης πάλι εγένηκε και νοικοκύρης
στο βιος το πατρικό του, χάρις στην Παλλάδα
και στο Λοξία, και σ' αυτόν τέλος π' όλα ορίζει
τον Δία σωτήρα, που ευλαβήθηκε το αίμα
του πατρός μου και μ' έσωσε απ' αυτών τα νύχια».
Και τώρα εγώ στη χώρα αυτή και στο λαό σου,
πριν γύρω στην πατρίδα μου, όρκο θα κάμω
για δω και μπρος και για όλο τον καιρό αιώνια:
Κανείς απ τ' Άργος κυβερνήτης τ' άρματά του
μην ξεκινήση καταδώ ταντρειωμένα·
γιατί μες απ τον τάφο μου που θάμαι τότε,
όποιος αυτούς τους όρκους μου θενά πατήση,
με αλόγιστες κακοτυχιές θα τον ταράξω
και θάναι ο δρόμος του άκαρδος και θα σηκώσω
στο διάβα κακοσημαδιές, να μετανοιώση.
Μ' αν τους φυλάγουν, κι αν την πόλι της Παλλάδος
τιμούνε πάντα και βοηθούν με τ' άρματά τους,
έτσι θα μ' έχουν πάντοτε και πιο δικό τους.
Χαίρε λοιπόν, θεά, και συ λαέ της χώρας,
που εχθρός ποτέ στο πάλεμα μη σου γλυτώνη
και τ' άρματά σου νακλουθά για πάντα η νίκη.



ΧΟΡΟΣ

Α, θεοί, νέοι θεοί, τους νόμους τους παλιούς μου
ποδοπατάτε κι απ τα χέρια παίρνετέ μου.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

και καταφρονεμένη και βαρυογομισμένη
η μαύρη εγώ, στη χώρα τούτη, αλλοί!
θα στάξω φθορά,
θα χύσω φαρμάκι, θα χύσω,
τάχτι να βγάλω απ την καρδιά
κι απ το φαρμάκι θ' απλώση στη γης
στα φύλλα και στάνθη παντού φυλλοξέρα
  —  ω εκδίκησ' εκδίκησι  —  ναφήση εδώ πέρα.
περνόντας θανάτου φθορά.
Στενάζω· τι κάνω;
βαρειά στους ανθρώπους θα πέσω·
αλλοί μας! πολύ μαυρομοίρες
με το άτιμο πένθος,
αλλοίμονο, κόρες της Νύχτας!


ΑΘΗΝΑ

Ακούτ' εμένα και μην παίρνετε το πράμα
κατάκαρδα· γιατί δεν έχετ' εσείς χάση.
Οι ψήφοι μεραστήκανε κ' εκρίθηκε έτσι
η δίκη κι όχι για δική σας καταφρόνια·
γιατί ήρθε μαρτυρία ξάστερη απ το Δία
και την έφερ' ο ίδιος που είπε στον Ορέστη
πως τίποτε δεν είχε, αν τόκανε, να πάθη.
Λοιπόν μη ξεθυμάνετε πάνω στη χώρα
τη μάνητα σας, μη θυμώνετε και στέρφα
μην την κάνετε, ρίχνοντας τα καυτά βέλη
της αψιάς άφρης σας που κάθε σπέρμα φθείρει.
Γιατί σας τάζω εγώ πως θάχετε, απ' αλήθεια,
σε γη αφιερωμένη σας άδυτα κ' έδρες,
που θρονιασμένες μπρος στους λιπαρούς βωμούς σας
μεγάλες θάχετε τιμές απ το λαό μου.


ΧΟΡΟΣ

Α, θεοί νέοι θεοί, τους νόμους τους παλιούς μου
ποδοπατάτε κι απ τα χέρια παίρνετέ μου

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

και καταφρονεμένη και βαρυογομισμένη
η μαύρη εγώ, στη χώρα τούτη, αλλοί!
θα στάξω φθορά
θα χύσω φαρμάκι, θα χύσω.
τάχτι να βγάλω απ την καρδιά
κι απ το φαρμάκι θ' απλώση στη γης
στα φύλλα και στάνθη παντού φυλλοξέρα.
  —  ω εκδίκησ' εκδίκησι  —  ναφήση εδώ πέρα
περνόντας θανάτου φθορά.
Στενάζω· τι κάνω;
βαρειά στους ανθρώπους θα πέσω·
αλλοί μας! πολύ μαυρομοίρες
με το άτιμο πένθος,
αλλοίμονο, κόρες της Νύχτας!


ΑΘΗΝΑ

Καμιά δεν σας εγένηκε ατιμία! μην πάρα
το παίρνετε κι αμάχη στήνετε με ανθρώπους.
Έχω και γω τα θάρρη μου στο Δία! τι τάχα;
κ εγώ μονάχ' απ τους θεούς τα κλειδιά ξέρω
του μέρους πουν' ταστροπελέκια σφραγισμένα·
αλλά δεν μας χρειάζουνται· μόνου άκουέ μου
και μην καταραστής του κάκου τέτοια λόγια
που θάχουνε καρπό τη δυστυχία της χώρας·
κοίμησε την πικρή χολή του αναβρασμού σου
σαν πολυοτίμητη μαζί μου εδώ που θάσαι,
και θάχης πια στη χώρα ταύτη τη μεγάλη
πρωτόλουβες θυσίες στις γέννες και στους γάμους
που να θυμάσαι πάντα αυτή τη συμβουλή μου.


ΧΟΡΟΣ

Εγώ να πάθω αυτά, καϋμός!
κ' εγώ η πρωτινή να σέρνομαι στη γης
σύχαμα καταφρονεμένο!
λυσσάω απ την οργή, λυσσάω απ το κακό,
ω γης κι ουρανέ!
ποιος σφάχτης στα πλευρά, ποιος σφάχτης με περνά;
άκουσε το θυμό μου, μάννα Νύχτα!
απ τις αρχαίες μου τις τιμές, μ' άνομες πονηριές
με βγάλανε θεοί  —  κ' είμαι τίποτα πια!


ΑΘΗΝΑ

'Στό συγχωρώ, γιατί είσαι γεροντότερή μου
κι όσο γι' αυτό πολύ αξιώτερη από μένα·
μα έδωκε και σε μας ο Δίας κάποια γνώσι.
Αν φύγετε σε χώρα αλλόφυλη να πάτε
θα θυμηθήτε αυτή τη γης, σας το προλέγω·
γιατί τα χρόνια πούναι για ναρθούν, θα κάμουν
πολύ ενδοξότερη την πόλι μου, και τότε
στην τιμημένη γειτονιά, που θάχης πλάι
στα σπίτια του Ερεχθέα, τόσες τιμές θα λάβης
απ' άντρες και γυναίκες, όσες πουθεν' άλλου.
[Και συ μη σπείρης στους δικούς μου αυτούς τους τόπους
ζιζάνια φονικά, που βλάβουνε τα σπλάχνα
των νέων και με χωρίς κρασί τους ξεφρενώνουν,
μηδέ κορώνης τις καρδιές, σαν των κοκόρων,
κι αμάχη στήνης σπιτικιά μες στο λαό μου
να πολεμούν απόκοτα συναπατοί τους·
με άλλους ας είναι ο πόλεμος, που έφθασε, να τον
και που της δόξας την τρανή θε νάχη αγάπη.
κι όχι σαν του σπιτίσιου του ορνιθιού τις μάχες!]
Τέτοια μπορείς, αν θες, να λάχης από μένα:
καλό να δης, καλό ναβρής, καλό να κάμης.
σ' αυτήν που μαζί θάχομε την άγια πόλι.


ΧΟΡΟΣ

Εγώ να πάθω αυτά, καϋμός!
κ' εγώ η πρωτινή να σέρνομαι στη γης
σύχαμα καταφρονεμένο!
λυσσάω απ την οργή, λυσσάω απ το κακό,
ω γης κι ουρανέ!
ποιος σφάχτης στα πλευρά, ποιος σφάχτης με περνά;
άκουσε το θυμό μου, μάννα Νύχτα!
απ τις αρχαίες μου τις τιμές, μ' άνομες πονηριές
με βγάλανε θεοί  —  κ' είμαι τίποτα πια!


ΑΘΗΝΑ

Δεν θαποκάμω να σου λέω τα καλά σου,
για να μην πης ποτέ πως απ τη νιώτερή σου
θεάν εμένα κι απ της πόλεως τους ανθρώπους
διώχτηκες άτιμη κι απόξενη αποδώθε.
Μα αν όμως την Πειθώ μ' αγνή καρδιά ευλαβιέσαι,
της γλώσσας μου το γήτεμα ας σε μαλάξη,
και μείν' εδώ· μα αν πάλι και δε θες να μείνης
δεν θάχης δίκιο καν στην πόλι αυτή να ρίξης
οργή κ' εκδίκησιν ή βλάβη στο λαό μου·
ενώ μπορεί στη νόμιμη εξουσία σου νάναι
η χώρα αυτή, και σ' όλα νάχης τις τιμές σου.


ΧΟΡΟΣ

Και δέσποινα Αθηνά, ποιάν έδρα λες πως θάχω;


ΑΘΗΝΑ

Απίκραντη από κάθε θλίψι, μόνου δέξου.


ΧΟΡΟΣ

Δέχτηκα. Ποιες λοιπόν τιμές με περιμένουν;


ΑΘΗΝΑ

Να μην προκόβη δίχως σε κανένα σπίτι.


ΧΟΡΟΣ

Συ θα το κάμης τέτοια δύναμι να πάρω;


ΑΘΗΝΑ

Γιατί όποιος σε τιμά δεξά θα του τα φέρνω.


ΧΟΡΟΣ

Και για όλο τον καιρό εγγύησι θα μου δώσης;


ΑΘΗΝΑ

Ξέρω, πράμα που δεν θα κάμω να μην τάζω.


ΧΟΡΟΣ

Μ' εμάγεψες θαρρώ και την οργή μου αφήνω.


ΑΘΗΝΑ

Ευλόγησε λοιπόν τους φίλους που θα κάμης.


ΧΟΡΟΣ

Και τι ευλογίες μου λες στη χώρ' αυτή να ψάλω;


ΑΘΗΝΑ

Που σε κακιές συνερισιές να μη αποβλέπουν·
και τέτοιες κι απ τη γης κι απ τις θαλάσσιες αύρες
και από τον ουρανό κι απ τις πνοές του ανέμου
στη χώρα με καλόβολους να πέφτουν ήλιους·
και καρπός άφθονος και γης και βοσκημάτων
να μη αποκάνη να φτουρά χρόνο με χρόνο·
γλύτωνε απ το κακό τανθρώπινα τα φύτρα,
μα των ανόμων η σπορά ριξιμιά νάναι.
Γιατί, σαν φυτουργός, δεν στρέγω των δικαίων
το γένος απ' αυτούς βλάβη καμιά να πάθη.
Τέτοια από σένα· κι όσο για τους ματοβρέχτους
και δοξαστούς πολέμους, δεν θα το βαστάξω
καμιά άλλη πόλις τα πρωτεία νάχη της νίκης.


ΧΟΡΟΣ

Θέλω να ζω μαζί με την Παλλάδα,
πια δεν καταφρονώ την πόλι,
που ο Δίας ο παντοδύναμος κι ο Άρης
την κάνουν κάστρο των θεών,
καμαρωμένη απαντοχή
των βωμών όλης της Ελλάδος·
γι' αυτήν καλόγνωμες κ' εγώ
ευχές σκορπώ κι ορίζω:
πλούσιες καλοσοδειές κι άφθονο βιος
απ τη γη μέσα ναναδίνη
του νήλιου το φαιδρό το φως.


ΑΘΗΝΑ

Έτσι γνοιάζομαι 'γώ για την πόλι μου αυτή,
οι μεγάλες με δύσκολη γνώμη θεές,
το κατάφερα εγώ, να καθήσουν εδώ·
γιατί ωρίστηκε, μες στους ανθρώπους αυτές
κυβερνούνε τα πάντα,
κι όποιον λάχη με μάτι καλό και δε δουν,
πούθε τούρχεται ο χτύπος δε ξέρει·
γιατί και των γονιών οι αμαρτίες, εμπρός
τον τραβούνε σ' αυτές, και βουβή η συμφορά,
όσο νάχη μεγάλη φωνή,
μ' αγριώτατη οργή τον ξεκάνει.


ΧΟΡΟΣ

Κακοί άνεμοι βλάβη μη φέρουν
στα δέντρ'  —  αυτή 'ναι η ευχή μου  —
των φύτρων να μην καίη τα μάτια η κάψα
και δεν πετάγουνε οι βλαστοί,
μηδ' ας απλώνεται η κακιά
που φθείρη τον καρπόν αρρώστεια·
τα πρόβατ' ας προκόβη ο Παν
και με διπλή τη γέννα
να τρέφη, στο ταχτό καιρό·
κι ο πλούτος, που απ της γης τα σπλάχνα βγαίνει,
των θεών τα δώρα ας μαρτυρά.


ΑΘΗΝΑ

Και τακούτε λοιπόν, της χώρας φρουροί,
ταγαθά που η σεμνή σας ορίζει Ερινύς;
γιατί και στους θεούς πούναι κάτω απ τη γη
δύναμι έχει μεγάλη και για τους θνητούς,
όπου ζούνε στο φως, τέλειαν έχει εξουσία·
σ' άλλους δίνει τραγούδια και σ' άλλους ζωή
μες στο μαύρο το δάκρυ πνιγμένη.


ΧΟΡΟΣ

Τις κακές ώρες, που θερίζουν
πάρωρα νιάτα, τις ξορκίζω·
και στις χαριτωμένες νιές
άντρα του βίου των σύντροφο δίνετε,
σεις που στο χέρι σας είναι,
και σεις μητραδερφές μου,
Μοίρες, που δίκια μοιράζετε,
που κάθε σπίτι επισκέπτεσθε,
και πάσαν ώρα το δίκιο βάρος
της παρουσίας σας να νοιώθουν κάνετε,
ω πολυοτίμητες σ' όλα θεές.


ΑΘΗΝΑ

Για τη χώρα μου τέτοια ν' ακούω, που αυτές
τόσο πρόθυμα ορίζουν,
μου ξανοίγει η καρδιά, και τη χάρι ευλογώ
της Πειθώς, που τη γλώσσα μου ωδήγα
ναντικρύσω το άγριο των πείσμα.
Μα ενίκησε ο Δίας, του λόγου ο θεός,
κι απ' αυτή μεταξύ μας τη συνερισιά
στο καλό, βγαίνω εγώ κερδημένη.


ΧΟΡΟΣ

Της κακοαχόρταγης Διχόνοιας
εύχομαι, μες στην πόλη αυτή,
το βρουχητό να μη ακουστή·
μηδέ να πιή πολιτών αίμα το χώμα,
που να ζητάη μ' οργή
άλλη ναρπάξη απ την πόλι
εκδίκησι πίσω με φόνους.
Αλλά χαρές μεταξύ τους
να περνοδίνουν, μ' αγάπη αμοιβαία
και να μισούν με μια γνώμη·
γιατ' αυτό σε πολλά, στους ανθρώπους, γιατρειά ναι.


ΑΘΗΝΑ

Της καλής λοιπόν γλώσσας το δρόμο
βρίσκουν όσοι έχουν γνώσι;
απ την τρομερή των την όψιν εγώ
βλέπω κέρδος μεγάλο γι' αυτόν το λαό·
γιατί αν, πρόθυμες, πρόθυμα πάντα και σεις
τις τιμάτε πολύ, δίχως άλλο τη γη
και την πόλι σας θάχετε πάντα σωστή
δικαιοσύνης καθέδρα.


ΧΟΡΟΣ

Χαίρετε, χαίρετε μες στις αγκάλες του πλούτου,
χαίρε λαέ της Αττικής,
που κάθεσαι στο Δία κοντά,
φίλε της φίλης παρθένας
με τιμή πάντα και γνώσι·
όσοι κάτω απ τη σκέπη ζουν της Παλλάδος
κι ο πατέρας της σέβεται αυτούς.


ΑΘΗΝΑ

Και σεις χαίρετε· τώρα περνώ εγώ μπρος,
με το φως το ιερόν αυτής της συνοδειάς,
στους ναούς, που θε νάχετ' εδώ, να σας φέρω.
Προχωρείτε και κάτω απ τα φέγγη ταγνά
μες στη γη που θα μπήτε, καθετί βλαβερό
απ τη χώρα μακριά να κρατήτε,
και να στέλλετε μόνου ό,τ' είν' για καλό
και για δόξα της χώρας.
Και σεις, πούναι δική σας η πόλις αυτή
παιδιά του Κραναού, προβοδάτε τις ξένες σας·
και είθε πάντα ο θεός στο καλό
να φωτίζη τη γνώμη σας!


ΧΟΡΟΣ

Χαίρετε, χαίρετε  —  και τις ευχές δευτερώνω,
όλοι εδώ στην πόλι αυτή
άνθρωποί της και θεοί,
που την πόλι της Παλλάδος
χαίρεσθε· κι αν με τιμάτε
ξένη εμέ συγκάτοική σας
θάναι ζηλευτή η ζωή σας.


ΑΘΗΝΑ

Με χαρά δέχομαι κι αυτές τις ευλογίες
και σας ξεπροβοδώ με φωτερές λαμπάδες
κάτω στης γης τους τύπους και τα καταχθόνια
μ' αυτές μου τις ιέρειες, που τάγαλμά μου
φυλάγουν  —  με το δίκιο, γιατί θέλει γίνη
καμάρι αυτής της γης ο δοξαστός σας λόχος.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Παιδιά, γυναίκες, συνοδειά, γερόντισσες
με πορφυροβαμμένα ρούχα στολισμένες,
προβαίνετε, κι ας λάμψουν της φωτιάς τα φέγγη,
για να γνωρίζεται για πάντα η παρουσία των
στη χώρ' αυτή, με τάνθισμα γενεάς αντρείας!


ΠΡΟΠΟΜΠΟΙ

Πηγαίνετε στα σπίτια σας, μεγάλες, σεβαστές
παρθένες, κόρες της Νυχτός, που πρόθυμα σας προβοδούν
  —  και μ' άγια συνοχή ας ψάλλη η πόλις όλη!  —
μες στα παμπάλαια σπήλαια της γης, όπου τιμές
και προσφορές, θυσίες σεμνές, σας καρτερούν.
  —  Και μ' άγια συνοχή ας ψάλλη η πόλη όλη!  —
Καλόβουλες και σπλαχνικές στη χώρ' αυτή,
ελάτε, θέαινες σεβαστές κ' η φωτερή
στο δρόμο σας λαμπάδ' ας σας ευφραίνη
  —  και σεις τώρ' αλλαλάζετε τραγουδιστά!  —
Δε θαπολείπουν οι σπονδές στα σπίτια σας ποτέ,
απ της Παλλάδος τον λαόν ο Δίας ο δυνατός
κ' η Μοίρα τόχουν έτσι αποφασίση·
  —  και σεις τώρ' αλλαλάζετε τραγουδιστά!  —



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Ο μέγιστος των αρχαίων και νεωτέρων δραματικών ποιητών, για την
έντονη δραματικότητα, το βαθύ και συχνά προφητικό της σκέψης
του, τη λυρική του έξαρση και την αρμονία των εννοιών με την
αισθητική τους έκφραση. Οι τραγωδίες του, τολμηρές τόσον ως
σύνθεση τους, όσο και σαν πλοκή, έχουν ταυτόχρονα πολύ έντονη
την αίσθηση και την ψυχολογία του φυσικού και του πραγματικού,
ώστε να δονούνται από τον παλμό της πιο σφρίγουσας ζωής. Ο
Αισχύλος αποτελεί αναμφισβήτητα την πιο τέλεια ποιητική
εκδήλωση του ελληνικού μεγαλείου.

* * *

Αγαμέμνων: Πρόκειται για το πρώτο δράμα της Τριλογίας «Ορέστια»
κι αναφέρεται στην δολοφονία του Αγαμέμνονα από την σύζυγο του
Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. η σκηνή της
προφήτιδος Κασσάνδρας, που οδύρεται για την αιχμαλωσία της,
ανήκει στις τραγικότερες του παγκοσμίου Θεάτρου. Μετάφραση σε
στίχους, του Γρυπάρη.

Χοηφόροι: Το δεύτερο δράμα της «Ορέστειας». Περιέχει την
κυριώτερη πράξη, γύρω από την οποία στρέφεται η Τριλογία και
που πάνω της στηρίζεται το ηθικό πρόβλημα που κινεί την
«Ορέστεια»: ο Ορέστης θανατώνει τον Αίγισθο και τη μητέρα του·
ο νους του σαλεύεται και καταδιωκόμενος από τα φάσματα των
Ερινυών παίρνει τον δρόμο της εξορίας. Η μετάφραση, σε στίχους,
του Γρυπάρη.

Ευμενίδες: Η τραγωδία που ολοκληρώνει την «Ορέστεια».
Εκτυλίσσεται στους Δελφούς, όπου ο Απόλλων, αποκοιμίζοντας τις
Ερινύες, φυγαδεύει τον Ορέστη, και κατόπιν στην Αθήνα, όπου
υστέρα από απόφαση της Αθήνας, ο μητροκτόνος Ορέστης δικάζεται
από τον Άρειο Πάγο και απαλλάσσεται από την τιμωρία του φόνου.
Η μετάφραση, όπως κι όλης της Τριλογίας, του Γρυπάρη.

Επτά επί Θήβας: Το δράμα τούτο αναφέρεται στην τραγική Θήβας
μοίρα των δύο γιων του Οιδίποδα, πού, μονομαχώντας για τον
θρόνο των Θηβών, αλληλοσκοτώνονται. Ο ύμνος των Ερινύων κι ο
παθητικότατος θρήνος της Αντιγόνης και της Ισμήνης για τους
σκοτωμένους αδελφούς των είναι από τους λυρικώτερους της
αρχαίας τραγωδίας. Η μετάφραση, σε στίχους, αριστοτεχνική, με
φιλολογική ακρίβεια και δύναμη ύφους, του Γρυπάρη.

Πέρσαι: Το δράμα αυτό αποτελεί υψηλότατον ύμνο των ελληνικών
νικών κατά των Περσών, την εποχή των μηδικών πολέμων. Η
μεγαλοπρεπής αφήγηση της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα, κρίνεται σαν
μοναδικό υπόδειγμα επικολυρικής περιγραφής. Μετάφραση Ι.
Ζερβού.

Προμηθεύς Δεσμώτης: Το πιο μεγαλεπήβολο και υψιπετές Έργο του
παγκοσμίου θεάτρου. Παρουσιάζει τον Προμηθέα δεμένον πάνω στον
Καύκασο, κατά διαταγή του βασιλιά των θεών, προς τιμωρίαν της
φιλανθρωπίας του. Το Κράτος του Δία και η Βία, προσωποποιημένα,
ο Ήφαιστος, οι Ωκεανίδες, ο Ερμής, ο Ωκεανός, η Ιώ και ο
Προμηθέας, δρώντας ανθρώπινα και παθητικά, διατηρούν όλο το
θεϊκό μεγαλείο τους. Η μετάφραση, σε στίχους, του Ι. Ζερβού.
Ικέτιδες: Το δράμα αυτό, βασισμένο στην ιστορική παράδοση,
εξυμνεί την αρετή και τη φιλοξενία των Ελλήνων. Οι Δαναΐδες,
φεύγοντας από την Αίγυπτο, για να αποφύγουν να παντρευτούν με
τη βία, φιλοξενούνται και προστατεύονται από τους Αργείους και
πάλι ελευθερώνονται από την αποτολμηθείσα αρπαγή. Ο υψηλός
λυρισμός του έργου θαυμαζόταν από τους αρχαίους, ήδη, χρόνους.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Από τους τρεις κορυφαίους Έλληνες τραγικούς, που μας σώθηκαν
μερικά έργα τους, ο πιο προσιτός, τόσο στην αρχαιότητα όσο και
στην εποχή μας, είναι ο Ευριπίδης. Δραματικός και περιπαθής
ποιητής, ένας φιλόσοφος και, μαζί, ένας ψυχολόγος των
ανθρωπίνων αρετών και ελαττωμάτων.

***

Ανδρομάχη: το δράμα αυτό εικονίζει, κατά τον πιο θαυμαστό
τρόπο, έναν κόσμο αισθημάτων, ζήλειας, μίσους και στοργής. Ο
Νεοπτόλεμος, χωρίζοντας από την Ανδρομάχη, παντρεύεται την κόρη
του Μενέλαου και της Ελένης, την Ερμιόνη, που συνεννοείται με
τον πατέρα της να σκοτώσουν τον γιο που έδωσε η Ανδρομάχη στον
Νεοπτόλεμο. Ο Πηλέας, παππούς του παιδιού, σώζει τον μικρό, και
ο Μενέλαος σκοτώνει με δόλο τον Νεοπτόλεμο. Μετάφραση, τον Γ.
Τσοκόπουλου.

Άλκηστης: Σύμφωνα με τον όρο που είχε θέσει ο θεός, ο Άδμητος
θα γινόταν αθάνατος, αν κάποιος στενός συγγενής του δεχόταν να
θυσιαστή γι αυτόν το σκοπό. Οι γονείς του δεν δέχονται, μα η
γυναίκα του η Άλκηστης προσφέρεται πρόθυμα να θυσιαστή,
δίδοντας έτσι μοναδικό παράδειγμα συζυγικής αφοσίωσης. Η
μετάφραση, σε στίχους, του Γ. Τσοκόπουλου.

Μήδεια: Το τραγικότερο από τα δράματα του Ευριπίδου. Το πάθος
της ερωτικής εκδίκησης, ξεπερνώντας σ’ ένταση αυτό τούτο το
ερωτικό πάθος, εκφράζεται, στο έργο αυτό, στο έπακρο των
εκδηλώσεων του. Προδομένη από τον Ιάσονα, η Μήδεια καταπνίγει
τη μητρική στοργή μέσα της και σκοτώνει τα δυο τους παιδιά για
να εκδικηθή τον σύζυγο. Μετάφραση ΑΓΓ. Τανάγρα.

Ηλέκτρα: Ο Ορέστης και η αδελφή του Ηλέκτρα θανατώνουν τον
φονέα του πατέρα τους Αίγισθο και την μητέρα τους, συνεργόν του
φόνου επίσης, Κλυταιμνήστρα. Η κάθαρση εδώ έρχεται από τον από
μηχανής θεό, που δίδει και την εξάγνιση στους δύο μητροκτόνους.
Η μετάφραση, φιλολογικά πιστή, του Αγγέλου Τανάγρα.

Ιππόλυτος: Το νεωτεριστικώτερο από τα έργα του Ευριπίδου. Η
Φαίδρα αισθάνεται ανόσιο έρωτα προς τον γυιό του συζύγου της
Θησέως, τον Ιππόλυτο. Ο νέος αποκρούει τον έρωτά της κ’ η
Φαίδρα αυτοκτονεί, συκοφαντώντας τον στον πατέρα του. Ο Θησέας
εξορίζοντας τον Ιππόλυτο, τον καταρατάται να καταστραφεί από
τον Ποσειδώνα. Η κατάρα πραγματοποιείται, μα ή συκοφαντία
φανερώνεται κι ο Ιππόλυτος πεθαίνει θρηνούμενος και
συγχωρώντας. Η μετάφραση του Αγγέλου Τανάγρα.

Ιφιγένεια εν Αυλίδι: μια από τις παθητικώτερες και καλύτερες
τραγωδίες του Ευριπίδη. Οι προσπάθειες του Αγαμέμνονος να σώση
την κόρη του, η συμπάθεια και κατανόηση του Μενελάου, που
έρχονται αργά, για το θύμα, η τολμηρή αντίσταση του Αχιλλέα
εναντίον του στρατού για να σωθή η μνηστή του, εντείνουν τη
δράση και την τραγικότητα. Η λύση του δράματος δίδεται από τον
από μηχανής θεόν. Η μετάφραση, σε στίχους, του Ι. Φραγκιά.

Ιφιγένεια εν Ταύροις: Η Ιφιγένεια, που θυσιάζεται από τον
πατέρα της Αγαμέμνονα στην Αυλίδα, για να γίνη δυνατόν ν’
αποπλεύσουν τα πλοία της τρωικής εκστρατείας, σώζεται την
τελευταία στιγμή από την θεά Αρτέμιδα, που την μεταφέρει στην
χώρα των Ταύρων. Εκεί, μητροκτόνος πια και περιπλανούμενος, την
συναντά ο αδελφός της Ορέστης, ιέρεια της Αρτέμιδος. Φεύγοντας
αποκομίζει μαζί της και το άγαλμα της θεάς στην Αθήνα.
Μετάφραση Ν. Κυπαρίσση.

Βάκχαι: Πρόκειται για μιαν από τις αρτιώτερες και οπωσδήποτε
την λυρικώτερη από τις τραγωδίες του μεγάλου ποιητή. Ο Πενθέας
κ’ η μητέρα του Αγαύη, απιστώντας απέναντι των θείων,
τιμωρούνται από τον θεό Διόνυσο, γιατί δε θέλησαν να δεχθούν τη
λατρεία του στην Θήβα. Η μετάφραση, σε στίχους, του Κ. Βάρναλη.

Φοίνισσες: Περιστρέφεται γύρω από την τραγική παράδοση της
αδελφοκτονίας Ετεοκλέους και Πολυνείκους, Γεμάτη επεισόδια και
σκηνική δράση, όπως ο θάνατος των δυο αδελφών, το διώξιμο του
πατέρα τους Οιδίποδος, η γενναία απόφαση της Αντιγόνης κτλ.,
θεωρείται μια από τις ωραιότερες τραγωδίες του Ευριπίδου. Η
μετάφραση του Ν. Ποριώτη.

Ικέτιδες: Δράμα πολιτικό και πατριωτικό, αναγόμενο στον ήρωα
Θησέα, ο οποίος θάβει τους Αργείους που έπεσαν μπροστά στα
τείχη των Θηβών. Τον χορό της τραγωδίας τον αποτελούν οι
μητέρες και τα παιδιά των πεσόντων. Αυτά τούτα τα χορικά
θεωρούνται από τα παθητικώτερα της αρχαίας τραγωδίας καθόλου. Η
μετάφραση, σε στίχους, του Ν. Ποριώτη.

Ηρακλής μαινόμενος: Το ωραίο αυτό δράμα του μεγάλου τραγικού,
αναφέρεται στον Ηρακλή, που, ελευθερώνοντας τα παιδιά του,
κυριεύεται ύστερα από μανία και τα σκοτώνει. Μόλις συνέρχεται
από την τρέλλα του και καταλαβαίνει τι έχει κάμει, επιχειρεί να
αυτοκτονήση, αλλά τον σώζει ο φίλος του Θησέας. Η άρτια τούτη
μετάφραση, που διατηρεί όλη την ομορφιά του πρωτοτύπου
οφείλεται στον Κ. Βάρναλη.

Ίων: Το δράμα αυτό διακρίνεται για την περίτεχνη πλοκή του,
τις περιπέτειες που με πολλή τέχνη παρεμβάλλονται και για την
απροσδόκητη έκβαση. Η υπόθεση του περιστρέφεται γύρω από τους
κινδύνους, την αναγνώριση και την αναγόρευση, μετά, του Ίωνος,
ως κληρονόμου του βασιλέα της Αττικής Ξούθου. Η μετάφραση, του
Πολ. Δημητρακόπουλου.

Κύκλωψ: Σατυρικό δράμα, που ανάγεται στη γνωστή ομηρική
περιπέτεια του Οδυσσέα, με τη μέθη και την τύφλωση του Κύκλωπα,
που κάνει δυνατή τη σωτηρία του ήρωα και των συντρόφων του. Τα
κωμικά επεισόδια κάνουν το έργο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον για
κάθε εποχή. Η μετάφραση έγινε από τον Γ. Τσοκόπουλο.

Ορέστης: Το πιο πολύπλοκο και νεωτεριστικό δράμα ίσως, του
Ευριπίδη. Ο Ορέστης καταδικάζεται σε θάνατο από τους Αργείους,
ενώ ο θείος του Μενέλαος τον εγκαταλείπει, από δειλία.
Εξαγριωμένος από τη στάση του Μενελάου ο Ορέστης θέλει να
σκοτώση τη σύζυγο του και την κόρη του Ερμιόνη. Τελικά
μεταπείθεται από τον από μηχανής θεό και παντρεύεται την
Ερμιόνη. Η μετάφραση έγινε από την Ηλία Βουτιερίδη.

Ρήσος: Ανήκει στα νεώτερα δράματα της Αττικής Τραγωδίας, κ’
είναι αβέβαιο αν ανήκη στον Ευριπίδη, μολονότι από τους
αρχαίους ήδη χρόνους αποδιδόταν σ’ αυτόν. Φαίνεται ν’ ανήκη
μάλλον στη σχολή του Φιλοκλέους. Ανάγεται στο ομηρικό επεισόδιο
της αρπαγής της Ελένης από τον Πάρη. Η μετάφραση έγινε από τον
Άριστο Καμπάνη.

Ηρακλείδες: Το δράμα αναφέρεται στην περίθαλψη των Ηρακλειδών
στην Αττική κι αποτελεί ύμνο στην ανδρεία των Αργείων και των
Αθηναίων ηρώων. Το επεισόδιο, όπου η Μακαρία παραδίδεται με τη
θέληση της στον θάνατο προς χάριν της κοινής σωτηρίας, εντείνει
την τραγικότητα του δράματος. Η μετάφραση, σε στίχους Κ.
Βάρναλη.

Εκάβη: Συγκρατώντας την οδύνη της για τον θάνατο του γιου της
Πολυδώρου, η βασίλισσα της Τροίας συμβάλλει στην καταστροφή του
δολοφόνου. Στην τραγωδία τούτη, το πάθος της εκδίκησης στην
Εκάβη, περιγράφεται με βαθύτατη ψυχολογία. Η μετάφραση του Ν.
Ποριώτη

Ελένη: Αντίθετα από την παράδοση, η Ελένη παρουσιάζεται εδώ σαν
υπόδειγμα πιστής συζύγου, και βοηθημένη από τον σύζυγο της
Μενέλαο, κατορθώνει να γλυτώση από τον γάμο με τον Αιγύπτιο
βασιλέα. Η αδελφή του τελευταίου, η Θεονόη, που συμπονεί τους
συζύγους, είναι από τους καλύτερα διαγραφόμενους χαρακτήρες του
έργου. Μεταφραστής ο Άριστος Καμπάνης.

Τρωάδες: Το συνταρακτικό τούτο δράμα αποτελεί εξεικόνιση των
φρικαλεοτήτων της αλώσεως της Τροίας. Η σφαγή της Πολυξένης, ο
φόνος του Αστυάνακτος, η όψη της πόλης, που πυρπολείται, δίδουν
την πιο δραματική εικόνα πόλης που καταπατείται από τον εχθρό.
Η μετάφραση οφείλεται στον Άριστο Καμπάνη.

***

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Απαράμιλλοι σε δραματικό και πλαστικό κάλλος, οι τραγωδίες του
Σοφοκλέους αποτελούν απλησίαστα πρότυπα της δραματικής τέχνης
όλων των λαών κι όλων των εποχών. Αρμονικός υμνητής της φύσης,
θαυμαστός ανατόμος του πάθους, φιλοσοφικός ερευνητής της
ανθρωπίνης ψυχής και του ηθικού κόσμου, ο Σοφοκλής εξυψώνει,
φωτίζει και γοητεύει, με σκέψη, λυρισμό, περιπάθεια και
καλλιτεχνική αρτιότητα, το κοινό του.

Αντιγόνη: Από τα πιο συγκλονιστικά δράματα του παγκοσμίου
θεάτρου, το έργο αυτό παρουσιάζει αντίμαχα τον φυσικό νόμο  τη
φωνή του αίματος  προς το νόμο τής Πολιτείας, που επικρατεί
βέβαια και συντρίβει, αλλά δε μπορεί να ταπεινώση την ευγένεια
του φυσικού νόμου της στοργής. Η θαυμάσια μετάφραση, οφείλεται
στον Κ. Χρηστομάνο.

Ηλέκτρα: Η αλλεπάλληλη διαδοχή τραγικών γεγονότων και η συχνή
μετάπτωση των αισθημάτων και των παθών δίδουν στην τραγωδία
τούτη τον νεωτεριστικώτερο τύπο. Ύστερα από την ανάγνωση των
δύο αδελφών, του Ορέστη και της Ηλέκτρας, αποφασίζεται η
εκδίκηση της πατρικής δολοφονίας: ο φόνος της Κλυταιμνήστρας
και του Αιγίσθου. Η μετάφραση έγινε από τον Μ. Αυγέρη.

Οιδίπους Τύραννος: Ο τραγικός θρύλος της ακουσίας πατροκτονίας
του Οιδίποδος και του γάμου του με την μητέρα του
δραματοποιείται στο έργο αυτό σαν αποκάλυψη που επέρχεται από
τον θεό και που εξιλεώνεται με την αυτοκτονία της μητέρας,
αιμομίκτριας εν αγνοία της, και της εκούσιας τύφλωσης του
Οιδίποδος. Μεταφραστής ο Άριστος Καμπάνης.

Τραχίνιαι Το δράμα αυτό περιστρέφεται γύρω από τον οικτρό
θάνατο του Ηρακλή από ερωτικά φίλτρα της συζύγου του
Δηιάνειρας, που είχε παρασυρθή στην πράξη της από υπερβολικό
έρωτα. Η ακουσία δολοφόνος αυτοκτονεί και ο Ηρακλής, πριν
πεθάνη, μαθαίνει πώς είναι αθώα. Η μετάφραση οφείλεται στον
Άριστο Καμπάνη.

Φιλοκτήτης: Ο Νεοπτόλεμος, για να πάρη στην κατοχή του τα
πατρικά όπλα από τον Φιλοκτήτη, ύστερα από χρησμό, στην αρχή
μεταχειρίζεται δόλο, όπως τον είχε συμβουλέψει ο Οδυσσέας.
Συγκινημένος, όμως, από τη γενναιοψυχία του ήρωα, μετανοεί,
φανερώνει την απάτη και παραιτείται από τα σχέδια του. Ο
Ηρακλής που παρουσιάζεται σαν από μηχανής Θεός, συμβιβάζει τα
πράγματα και δίδει τη γνωστή από τον Όμηρο λύση.

Αίας: Αναφέρεται στον ομηρικό ήρωα, που παρεφρόνησε, κατά θείαν
βουλήν, για την αλλαζονία του. Συνερχόμενος ο ήρωας και
νιώθοντας ντροπή, αυτοκτονεί. Ύστερα από επέμβαση του αδελφού
του Τεύκρου και του αντιπάλου του Οδυσσέα κηδεύεται με μεγάλη
λαμπρότητα για τον ηρωισμό του και την άλλη του αγαθότητα. Η
μετάφραση ανήκει στον Κ. Βάρναλη.

Οιδίπους επί Κολωνώ: το τελευταίο από τα δράματα του
Σοφοκλέους. Παρουσιάζει τις τελευταίες περιπέτειες του
Οιδίποδος και κλείνει με τον θάνατο του στον Κολωνό. Η γενική
έξαρση, ο λυρισμός, η εξύμνηση των Αθηνών, το μεγαλείο του ήρωα
που πεθαίνει, αναδεικνύουν το δράμα αυτό ως ένα από τα
αριστουργήματα του παγκοσμίου θεάτρου. Η μετάφραση του Ηλία
Βουτιερίδη.

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Ο μέγιστος κωμικός και σατυριστής των ανθρωπίνων ελατωμάτων, ο
θαυμαστός ηθογράφος και δαιμόνιος επινοητής σκηνικής πλοκής. Με
λιτή και γυμνή φράση, προσιτή σε ανθρώπους με ώριμη σκέψη, ο
Αριστοφάνης είναι και παραμένει κυρίως ένας κατ’ εξοχήν
ηθικολόγος, που δεν προδίδει ποτέ τον υψηλό ποιητή. Οι κωμωδίες
του έχουν τόση γενικότητα και τόση ζωντάνια, που παραμένουν
πάντοτε επίκαιρες.

Οι Όρνιθες: Η κωμωδία αυτή αποτελεί σάτυρα της πολιτικής και
κοινωνικής διαφθοράς και σκώμμα εναντίον των θεωριών για
καινούργια πολιτεύματα. Ο μύθος πλέκεται γύρω από δύο αθηναίους
πολίτες που πάνε στα πουλιά για να ιδρύσουν εκεί μια νέα
πολιτεία. Μετάφραση ο Πολ. Δημητρακόπουλος.

Οι Βάτραχοι: Κωμωδία φιλολογικού θέματος, όπου γελοιοποιούνται
πολλοί από τους ποιητές και σατυρίζεται η κατάπτωση, που βλέπει
ο Αριστοφάνης στην τέχνη της εποχής του. Ο Ευριπίδης και ο
Αισχύλος παρουσιάζονται από σκηνής, κι ο δεύτερος ανακηρύσσεται
ως ύπατος τραγικός. 0ι υπαινιγμοί για καταχρήσεις και διαφθορά
δίδουν στην κωμωδία τεράστιο κοινωνικό ενδιαφέρον. Η μετάφραση
έγινε από τον Πολ. Δημητρακόπουλο.

Εκκλησιάζουσαι: Το έργο γελοιοποιεί την ιδεολογία για τις
γυναικείες ελευθερίες και τη χειραφέτηση της γυναίκας, και
σατυρίζει κυρίως τις τότε καινοφανείς θεωρίες περί κοινογαμίας
και κοινοκτημοσύνης. Η μετάφραση οφείλεται στον Πολ.
Δημητρακόπουλο.

Νεφέλες: Στο έργο του αυτό ο Αριστοφάνης διακωμωδεί τους
σοφιστές. Σαν σοφιστής παίρνεται κι ο Σωκράτης, γύρω από τον
οποίο δρουν και κινούνται θαυμάσιοι κωμικοί τύποι. Η
υπεραπολογία των αρχαίων ηθών και η επίθεση εναντίον της
ανηθικότητας της εποχής αποτελούν τον κύριο χαρακτήρα της
κωμωδίας. Μετέφρασεν ο Πολ. Δημητρακόπουλος.

Λυσιστράτη: Εδώ ο Αριστοφάνης επικρίνει, σατυρίζοντας με τον
τρόπο του, την πολεμομανία των Αθηναίων. Για να σταματήση ο
καταστρεπτικός Πελοποννησιακός Πόλεμος, οι γυναίκες απέχουν
όλων των συζυγικών καθηκόντων των, κι’ έτσι πλέκεται ένας
κωμικώτατος και σατυρικώτατος μύθος. Η μετάφραση έγινε από τον
Πολ. Δημητρακόπουλο.

Θεσμοφοριάζουσες: Μια σάτυρα μ’ εξαιρετικά ευφυή πλοκή, που
στρέφεται εναντίον του Ευριπίδου, τον οποίο παρουσιάζει, για να
σωθή από τις γυναίκες ο πεθερός του, να καταφεύγη στη βοήθεια
δύο γύναιων. Μεταφραστής Μ. Αυγέρης.

Ειρήνη: Σατυρίζει την πολυπραγμοσύνη και τη φιλοπόλεμην τάση
των Αθηναίων όσο και των άλλων Ελλήνων. Με κωμικώτατη και,
κυρίως, συμβολική πλοκή, βγαίνει στο φως η θαμμένη από τους
θεούς Ειρήνη, για να εξυμνηθούν αμέσως τα αγαθά της. Η
μετάφραση έγινε από τον Μ. Αυγέρη.

Σφήκες: Στην κωμωδία του αυτή ο Αριστοφάνης σατυρίζει τη μανία
που είχαν οι Αθηναίοι για δικαστήρια και δίκες κ’ επί πλέον
παρουσιάζουν τα ηθικά και κοινωνικά άτοπα της τότε δικαστικής
καταστάσεως. Οι ίδιοι οι δικαστές, που παρουσιάζονται ως χορός
Σφηκών, ενώ δήθεν υπερασπίζουν διακωμωδούν τους δικαστικούς
θεσμούς. Η ζωντανή έμμετρος μετάφραση έγινε από τον Μ. Αυγέρη.

Αχαρνής: Χορός, που τον αποτελούν Αχαρνείς χωριάτες, επικρίνει
τους ρήτορες και τους πολιτικούς σαν αίτιους του
Πελοποννησιακού πολέμου και την καταστρεπτική για την Αθήνα
φιλόδοξη πολιτική. Τα επεισόδια του έργου είναι από τα
ευφυέστερα της αρχαίας κωμωδίας και δίδουν μια ζωντανή εικόνα
του τότε αστικού βίου. Μεταφραστής ο Μ. Αυγέρης.

Ιππής: Στην κωμωδία τούτη καυτηριάζει δηκτικώτατα ο δημοκόπος
Κλέων, πρώην βυρσοδέψης, και η στρατηγία του στην Πύλο. Ο χορός
του έργου αποτελείται από μέλη της τάξεως των Ιππέων, γιατί η
τάξη αύτη ακριβώς είχε καταδικάσει άλλοτε τον Κλέωνα για
δωροδοκία. Αλλά το έργο σατυρίζει και πολλά άλλα από τότε
πολιτικά και κοινωνικά ήθη των Αθηναίων. Η μετάφραση, έμμετρη,
οφείλεται στον Μ. Αυγέρη.

Πλούτος: Η, χωρίς αμφιβολία, παραστικώτερη κωμωδία τούτη του
Αριστοφάνη, περιστρέφεται γύρω από ένα γενικώτερο θέμα. Ένας
γέρος ενάρετος και φτωχός, συμμορφούμενος με χρησμό, συναντά
τον Πλούτο, τυφλό. Θεραπεύοντας τον γίνεται πλούσιος, όπως και
άλλοι ενάρετοι, γιατί είχε αποκατασταθή η πρέπουσα τάξη κι’
είχε σταματήσει η ανηθικότητα που κυριαρχούσε πριν, όταν ο
Πλούτος ήταν τυφλός. Ολόκληρη η πλοκή διαπνέεται από
καυστικώτατη σάτυρα. Μεταφραστής ο Μ. Αυγέρης.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Κομψός στο ύφος, πυρρωνιστής στην σκέψη, σκώπτης και
χαριτολόγος, ο Λουκιανός συμπερίλαβε στις διηγήσεις του, στους
διάλογους του, θεών, ανθρώπων και νεκρών, και στις ποικίλες
άλλες μελέτες του ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Την αδρά και
φιλολογικώς άρτια μετάφραση του Λουκιανού, εφάμιλλο στο ύφος
και στην κομψότητα με το πρωτότυπο, την οφείλουμε στον Ιωάννη
Κονδυλάκη. Έργο αυτόχρημα κλασικό, που δεν πρέπει να λείπη από
καμιά βιβλιοθήκη, η μετάφραση τούτη του Κονδυλάκη αποτελεί,
χωρίς αμφιβολία, μιαν από τις ωραιότερες προσφορές στην
νεοελληνική λογοτεχνία και γλώσσα.

***

Άπαντα

ΤΟΜΟΣ Α’. Όνειρο ή Λουκιανού βίος. Προς εκείνον που είπε: είσαι
Προμηθέας στα έργα σου.  Πλοίον ή ευχές,  Περί πένθους. Τίμων ο
μισάνθρωπος.  Εγκώμια μυίγας.  Θεών διάλογοι.  Κρίσεις Θεών.
Προς Νιγρίνον επιστολή.  Νιγρίνος ή περί φιλοσοφικού
χαρακτήρας.  Δίκη φωνηέντων.

Τόμος Β’ Διάλογοι θαλασσίων Θεών.  Αλκυών ή περί μεταμορφώσεως.
Προμηθεύς ή Καύκασος.  Νεκρικοί διάλογοι.  Μένιππος ή
νεκρομαντεία.  Φιλοψευδής ή απιστών.  Πώς πρέπει να γράφεται η
Ιστορία.

Τόμος Γ’ Αληθινή Ιστορία.  Τυραννοκτόνος.  Αποκηρυττόμενος.
Φάλαρις λόγος.  Αλέξανδρος ή ψευδομάντις.  Ο Ηρακλής.  Ο
Διόνυσος.  Ψευδολογιστής.

Τόμος Δ’ Δις κατηγορούμενος ή Δικαστήρια.  Περί παρασίτου.
Ανάχαρσις.  Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία αγοράζοντα. –
Ότι δεν πρέπει να πιστεύωμεν εύκολα την διαβολήν.  Ζευς
ελεγχόμενος.  Ρητόρων διδάσκαλοι.  Ικαρομένιππος ή Υπερνέφελος.

Τόμος Ε’ Ιππίας ή περί του λουτρού.  Μακρόβιοι.  Ο θάνατος του
Περεγρίνου.  Οι δραπέται.  Περί του ήλεκτρου ή των κύκνων. –
Περί του οίκου.  Πατρίδος εγκώμιον.  Περί των διψάδων.  Περί
ορχήσεως.  Ευνούχος.  Βίος Δημώνακτος.  Διάλεξις με τον
Ησίοδον.  Χάρων ή επισκοπούντες.

Τόμος ΣΤ’ Εικόνες.  Υπέρ των εικόνων.  Εταιρικοί διάλογοι.
Όνειρος ή αλεκτρυών.  Συμπόσιον ή Λαπίθαι.  Θεών Εκκλησία,
Βίων πράσις.  Αλιεύς.  Ψευδοσοφιστής.  Περί Συρίης Θεού.  Ζευς
τραγωδός.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ

Οι αντιλήψεις για τον κόσμο, για τον άνθρωπο, για την ηθική του
περίφημου στωικού φιλοσόφου συγκεντρωμένες στο «Εγχειρίδιο»
του, σε αριστοτεχνική μετάφραση του Άριστου Καμπάνη.

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ

Χαρακτήρες: Το κατ’ εξοχήν ηθικογραφικό και ψυχολογικό τούτο
έργο του συγγραφέα και φιλοσόφου, που παράμεινε πρότυπο στο
είδος του, αποτελεί μια περιγραφή και, ταυτόχρονα, μια σάτυρα
κοινωνικών και ατομικών κακιών και ελαττωμάτων. Η μετάφραση,
πιστή στο πρωτότυπο και ζωντανή, του Μαρίνου Σιγούρου.

ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ

Ειδύλλια: Ο κοντινώτερος και συγγενικώτερος μας από τους
αρχαίους ποιητές, υμνητής του έρωτα και της φύσης, που το έργο
του, στο σύνολο του, έχει πολλές ομοιότητες και αναλογίες με τη
δημοτική μας ποίηση. Τα σωζόμενα ποιήματα του, βουκολικά,
ερωτικά, μίμοι, επιγράμματα, διαπνέονται από ζωή κι ομορφιά,
που μας προσφέρουν μια ζωντανή εικόνα του αρχαίου βίου με
εκπληκτική νεωτεριστικότητα. Η μετάφραση έμμετρη, του Ιωάν.
Πολέμη.

ΗΡΟΔΟΤΟΣ

Πατέρας της Ιστορίας ωνομάστηκε ο Ηρόδοτος, που η πιστοποιημένη
κι από άλλες πηγές ακρίβεια των όσων εκθέτει αμιλλάται προς τη
γοητεία του ύφους του.

Μούσες: Στο θαυμάσιο έργο του, τις «Μούσες», μας ιστορεί τη ζωή
των αρχαίων Ασιατικών εθνών, διαφόρων βαρβάρων λαών, της
Αιγύπτου και της Ελλάδος μέχρι των Μηδικών Πολέμων. Οι εθνικοί
και θρησκευτικοί μύθοι, που αναφέρει, οι περιγραφές των τόπων
και των ηθών και εθίμων, καθώς και τα διάφορα επεισόδια που
περεμβάλλει στις ιστορίες των λαών προσθέτουν άφθαστη ομορφιά
στο βιβλίο, για αυτό οι αρχαίοι έδωσαν τα ονόματα των εννέα
Μουσών στα εννέα κεφάλαια του. Η μετάφραση έγινε από τον
Σκαλίδη και μ’ έλεγχο του Ι. Ζερβού, Τόμοι τέσσερις.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Πελοποννησιακός Πόλεμος: Η αμερόληπτη ακρίβεια, η βαθυστόχαστη
κριτική, η συντομία και λιτότητα του λόγου και τ’ αδρά του
νοήματα, ανάδειξαν τον Θουκυδίδη ως τον κορυφαίο ιστορικό του
κόσμου όλων των εποχών. Στο μοναδικό έργο του μας εξιστορεί με
θαυμάσιο τρόπο τον μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο των Ελλήνων, που
αποτέλεσμα του υπήρξε η ανεπανόρθωτη εξασθένιση της Ελλάδος.
Ανατρέχοντας στα απώτατα αίτια, ο Θουκυδίδης εξηγεί τα σχετικά
με την ανάπτυξη του Ελληνισμού από τους αρχαιότατους χρόνους,
περιγράφει τη σύσταση και την ζωή των Πολιτειών  Κρατών,
δίδοντας μας έτσι μιαν άρτια εικόνα της ζωής των Ελλήνων. Η
μετάφραση έγινε από τον Ι. Ζερβά. Τόμοι τέσσερις.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Παράλληλοι Βίοι : Ο τελειότερος και σημαντικώτερος από τους
τελευταίους Έλληνες κλασικούς, για το ύφος, το απέραντο της
σοφίας του και των γνώσεων του και την αδρότητα της σκέψης του.
Ιστορικός, ηθικολόγος και φιλόσοφος, στα έργο του συμπεριέλαβε
αμύθητο πλούτο γνώσεων, δοξασιών και γεγονότων όλου του αρχαίου
ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου μέχρι των χριστιανικών χρόνων.
Στους «Παραλλήλους Βίους» του δεν βιογραφεί απλά, παρά κρίνει
και συγκρίνει την ιστορία μεγάλων Ελλήνων και Ρωμαίων ανδρών,
περιλαμβάνοντας ταυτόχρονα κι όλα τα σχετιζόμενα μ’ αυτούς και
την εποχή τους γεγονότα, ολόκληρη σχεδόν την πολιτική και
κοινωνική και, εν μέρει, την πνευματική ζωή της Ελλάδος και της
Ρώμης. Έτσι, οι Παράλληλοι Βίοι» του αποτελούν μιαν αισθητικά
δοσμένη φιλοσοφική εγκυκλοπαίδεια της ελληνικής και ρωμαϊκής
ιστορίας. Η μετάφραση έγινε από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή. Ολόκληρο
το έργο θα κυκλοφορήση σε 10 τόμους.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

Ο Δημοσθένης θεωρείται ως ο μεγαλύτερος ρήτορας του κόσμου κ’
οι λόγοι του είναι το τελειότερο υπόδειγμα ρητορικής τέχνης. Οι
λόγοι τούτοι, δυνατοί και κυριολεκτούντες, ακαταμάχητοι στην
επιχειρηματολογία τους, είναι αληθινά καλλιτεχνήματα στοχασμού
κ’ έκφρασης.

Ο περί του στεφάνου λόγος : «Ο περί του στεφάνου λόγος» είναι
απολογία του πολιτικού του βίου. Περιέχει τόσον μεγάλο πλούτο
σ’ έξαρση και ρητορικά σχήματα, που μπορεί ν’ αποτελέση πρότυπο
για την διδασκαλία της ρητορικής τέχνης.

Οι τρεις Ολυνθιακοί: Στους «Τρεις Ολυνθιακούς» του εκθέτει,
αποκαλύπτοντας την έτσι στους Αθηναίους, την πολιτική και τους
σκοπούς του Φιλίππου, του Βασιλιά της Μακεδονίας, επικρίνοντας
τους ταυτόχρονα για την αδράνεια τους. 01 «Τρεις Ολυνθιακοί»
κρίνονται σαν οι κατ εξοχήν πολιτικοί λόγοι του μεγάλου
αθηναίου ρήτορα.

Οι Τέσσαρες Φιλιππικοί: Αντίθετα, οι «Τέσσαρες Φιλιππικοί» του
αποτελούν δριμύτατην επίθεση εναντίον του Φιλίππου και
ταυτόχρονα πρόκληση σε άμεση εναντίον του ενέργεια των Αθηνών
και των άλλων ελληνικώνΠολιτειώνΚρατών. Οι μεταφράσεις των
λόγων του Δημοσθένους, ακριβείς, διατηρούν όλη τη δύναμη και τη
ζωντάνια του πρωτοτύπου κι οφείλονται στον Ν, Γκινόπουλο. Τόμοι
τρεις.

ΟΜΗΡΟΣ

Τα μέγιστα κι ανυπέρβλητα ποιητικά μνημεία της παγκοσμίου
σκέψεως αποτελούν τα δύο αριστουργηματικά έπη, η «Ιλιάδα» και η
«Οδύσσεια», του Όμηρου. Ό,τι δημιούργησαν οι αρχαίοι πολιτισμοί
της Ανατολής σε γνώσεις, θρησκευτικές δοξασίες, μύθους και
σύμβολα, σε ηθικές αντιλήψεις και σε τέχνη, πολλαπλασιασμένα
από την πλούσια ελληνική διανόηση και διυλισμένα από την καθαρή
και λεπτή ελληνικήν αισθητική, κατάληξαν στον Όμηρο, σαν
απόσταγμα ποίησης, πλαστικότητας και κάλλους. Έτσι τα δύο
ομηρικά έπη αποτελέσανε και παραμείναν έκτοτε δυο αστείρευτες
πηγές κάθε τέχνης, ιδανικά κι άφθαστα πρότυπα για κάθε ποίηση.

Ιλιάς: Το κυρίως ηρωικό έπος. Βασίζεται στη φιλονεικία μεταξύ
Αγαμέμνονος και Αχιλλέως, περιγράφει όλα τ’ αποτελέσματα και
τις επιπτώσεις που είχε στην τρωικήν εκστρατεία κι ανατρέχει,
επεισοδιακά, σ’ όσα προηγήθηκαν της εκστρατείας και στην εν
γένει ελληνική μυθολογία. Θεοί, ήρωες, παραδόσεις, περιπέτειες,
περιγραφές, αποτελούν στην «Ιλιάδα» έναν κόσμο που κινείται και
ζη μ’ όλη την ενάργεια της αλήθειας και μέσα στο άπλετο φως της
πιο υψηλής ποίησης. Η μετάφραση ρυθμική, και πιστή, του Ι.
Ζερβού. Τόμοι τέσσερις.

Οδύσσεια: Το πολυσύνθετο και πολυμερές έπος αυτό του Όμηρου
διηγείται την δεκάχρονη περιπλάνηση του Οδυσσέα, ύστερα από τον
τρωικό πόλεμο, επιστρέφοντας στην Ιθάκη. Οι πολιτισμοί, οι
θρησκείες, η Ιστορία, τα ήθη των τότε λαών, καθώς και των
μυθολογουμένων, περιλαμβάνονται και συμπλέκονται στην
αριστουργηματική, περιπετειώδη αφήγηση. Η έμμετρη μετάφραση,
από τις κλασικές πια της νεοελληνικής γραμματολογίας, έγινε από
τον Ιάκωβο Πολυλά. Το έργο θα κυκλοφορήση σε τέσσερις τόμους.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ο πολυσχιδέστερος κι έγκυκλοπαιδικώτερος από τους φιλοσόφους
όλων των εποχών, που το έργο του υπήρξεν η βάση ολόκληρης της
νεώτερης επιστήμης και φιλοσοφίας.

***

Ηθικά Νικομάχεια: Πρόκειται για το πιο νεωτεριστικό έργο του
μεγάλου φιλοσόφου. Στα «Ηθικά Νικομάχεια» εξετάζονται,
αναλύονται και διατυπώνονται από θεωρητικής και, ταυτόχρονα,
πρακτικής απόψεως, οι αρχές της κοινωνικής και της ατομικής
ηθικής. Η μετάφραση φιλολογική και σαφής, έγινε από τον Κ.
Ζάμπα. Τόμοι δύο.

Περί ψυχής: Στο πολυφημισμένο τούτο έργο του ο Αριστοτέλης
διατύπωσε τις μεταφυσικές θεωρίες του για την ψυχή, βασίζοντας
τις στα δεδομένα του φυσικού κόσμου και του ορθού λόγου. Οι
αντιλήψεις του υπήρξαν η αφετηρία των περισσοτέρων από τα
νεώτερα μεταφυσικά συστήματα. Η μετάφραση οφείλεται στον Π.
Γρατσιάτο.

Μικρά φυσικά: τα πορίσματα των πριν απ’ αυτόν φυσικών και
φιλοσόφων και κυρίως τα συμπεράσματα της κολοσσιαίας προσωπικής
εργασίας του διατύπωσεν ο Αριστοτέλης στο έργο του αυτό. Έργο
βαθύτατο και διαφωτιστικό των τότε φυσικών και βιολογικών
γνώσεων. Η μετάφραση, με φιλολογική ακρίβεια και σαφήνεια,
οφείλεται στον Π. Γρατσιάτο.

Αθηναίων Πολιτεία : Ιστορία πολιτική και πολιτειακή των Αθηνών,
το κυριώτερο από το μεγάλο περί πολιτευμάτων έργο του
Αριστοτέλους. Στην Ιστορία τούτη θαυμάζεται ιδιαίτερα η
λιτότητα και η οικονομία του έργου. Η μετάφραση έγινε από τον
Ι. Ζερβό.

ΞΕΝΟΦΩΝ

Λαξευτής του λόγου, χαρακτηριζόμενος κυρίως για την σαφήνεια
του, την λιτότητα και την περιγραφικότητα του, ο Ξενοφών
αποτελεί υπόδειγμα της Αττικής καλλιέπειας κ’ είναι ένας από
τους μεγαλύτερους ιστορικούς και ηθικολόγους της παγκοσμίου
γραμματολογίας.

***

Απομνημονεύματα : τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντος είναι η
περίληψη της διδασκαλίας του Σωκράτους, του οποίου επίσης
υπήρξεν μαθητής, κι αναφέρονται κυρίως στις ηθικές αντιλήψεις
του μεγάλου φιλοσόφου. Η μετάφραση έγινε από τον Κ. Βάρναλη.

Κύρου Ανάβασις: Ιστορία της εκστρατείας του Κύρου του νεωτέρου
και κυρίως η αφήγηση της επιστροφής των δέκα χιλιάδων Ελλήνων
υπό την στρατηγία του Ξενοφώντος. Η περιγραφή των χωρών και των
λαών της Ασίας επιτείνει την ζωηρότητα του ύφους και το
ενδιαφέρον τής Ιστορικής αφήγησης. Μετάφραση Δ. Αναστασοπούλου
του Αθηναίου. Τόμοι τρεις.

ΠΛΑΤΩΝ

Στους θαυμάσιους διάλογους του ο Πλάτων απέδωσε την διδασκαλία
του Σωκράτους και διατύπωσε εξαιρετικής γενικότητας δικές του
θεωρίες για τον κόσμο και για τον άνθρωπο, για την ψυχή και για
τον νου, για την πολιτεία και για την ηθική, επηρεάζοντας
βαθύτατα τον Χριστιανισμό και τις ηθικές και κοινωνικές
αντιλήψεις των νεωτέρων χρόνων ως τις μέρες μας. Οι διάλογοι
του αποτελούν άρτια εγκυκλοπαιδική διδασκαλία της αρχαίας
σοφίας, κ’ έχουν τόση φυσικότητα, περιγραφή και χάρη, που
μπορούν να χαρακτηρισθούν κι ως φιλοσοφικά δράματα.

***

Φαίδων: Πρόκειται για υψηλή και βαθιά μελέτη περί ψυχής. Ο
Σωκράτης, ανάμεσα στους μαθητές του, στις τελευταίες ώρες της
ζωής του, διδάσκει με ηρεμία και γαλήνη τον θείο προορισμό του
άνθρωπου και φέρνει δυνατά επιχειρήματα για την ύπαρξη ζωής.
Ύστερ’ από τον θάνατο. Η λιτή δραματική αφήγηση του θανάτου του
Σωκράτους, με κώνειο, είναι από τις ωραιότερες σελίδες της
παγκοσμίου λογοτεχνίας. Η μετάφραση έγινε από τον Αρ. Χαροκόπο.

Κρίτων : Ο μεγάλος φιλόσοφος, παρακινούμενος από τον Κρίτωνα να
φύγη, για να μην υποστή την άδικη τιμωρία, αρνείται και
εξηγώντας τους λόγους διδάσκει γιατί και πώς πρέπει ν’ αγαπούμε
και να σεβώμαστε την πατρίδα και τους νόμους της. Μετάφραση Ν.
Γκινοπούλου.

Θεαίτητος: Από τα τελευταία έργα του Πλάτωνος. Σ’ αυτό
ερευνώνται τα σχετικά με την ανθρώπινη γνώση και καθορίζεται το
τι είναι επιστήμη. Η ενάργεια της σκέψης, η βαθύτητα του
νοήματος και η ακρίβεια της φιλοσοφικής διατύπωσης κάνουν τον
«θεαίτητον» έναν από τους εξοχώτερους πλατωνικούς διάλογους.
Μετάφραση Κ. Ζάμπα.

Κρατύλος: Με βαθύτατη παρατηριτικότητα κ’ εύληπτη ανάλυση στον
διάλογο τούτο εξετάζεται το πώς δημιουργήθηκε η γλώσσα, για το
πώς πρέπει ν’ αποβλέπομε στη μουσική ετυμολογία των λέξεων και
ίσαμε ποιο σημείο είναι δυνατόν να χειραφετηθή η σκέψη από τις
ατέλειες της γλώσσας. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.

Σοφιστής: Πρόκειται για εξαιρετικά τολμηρή φιλοσοφική έξαρση
προς εξακρίβωση των ορίων της ανθρωπίνης νοήσεως, γι’ αυτό και
θεωρείται ως η μεταφυσική του Πλάτωνος. Σ’ ό,τι αφορά στην
λογική του, είναι ο πιο πολύτροπος και οξύς από τους
πλατωνικούς διάλογους. Η μετάφραση έγινε από τον Κ. Ζάμπα.

Πολιτικός : Στον διάλογο τούτο αναλύεται φιλοσοφικά η ανθρώπινη
ενέργεια στην πράξη και τη θεωρία, κι ο συγγραφέας,
χρησιμοποιώντας έναν μύθο, παρουσιάζει άλλο είδος, πολιτεύματος
για να υποδείξη τις ατέλειες των υπαρχόντων πολιτευμάτων. Έτσι,
ο διάλογος αυτός αποτελεί την κατ’ εξοχήν κοινωνιολογική μελέτη
του Πλάτωνος. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.

Χαρμίδης: 0 «Χαρμίδης» αποτελεί επισκόπηση της ηθικής, κ’
εξετάζει κυρίως το τι είναι σωφροσύνη, για να συμπεράνη ότι και
αυτή, όπως τόσες άλλες ηθικές αξίες, είναι σχετική και επομένως
απροσδιόριστος από πολλές απόψεις. Μετάφραση Άριστου Καμπάνη.

Ιππίας μείζων και ελάσσων: Στον «Ιππία μείζονα», ο Σωκράτης
φέρνει σε αντιφάσεις τον σοφιστή Ιππία, προκαλώντας τον να
ορίση το Ωραίον. Ερευνάται αν Ωραίον είναι το πρέπον η το
χρήσιμο η το ικανό ή, γενικώτερα ακόμη, αν το Ωραίον είναι το
αίτιο του αγαθού ή, πιο θετικά, αυτό που ευχαριστεί την δράση
και την ακοή. Όλους τους ορισμούς αυτούς, ο Σωκράτης τους
ελέγχει ως αυτοτελείς, υποδεικνύοντας εντούτοις ως κάτι
ευχάριστο κ’ επαρκή για τον νου μια τέτοια πολλαπλή και
διαφορότροπη επισκόπηση των γενικών ζητημάτων. Σε παρόμοιο
συμπέρασμα καταλήγει κι ο «Ιππίας ελάσσων», ερευνώντας όμως
κάτι άλλο: αν και κατά πόσον η αλήθεια διαφέρει από το ψέμμα.
Μετάφραση Κ. Ζάμπα.

Φαίδρος: Περιμάχητος διάλογος, που από την αρχαιότητα κιόλας
πότε προκαλούσε τον έπαινο και πότε την επίκριση για τις
παράτολμες περί ηθικής ιδέες του, οι οποίες αναπτύσσονται
τεχνικώτατα και με παραστατικό λυρισμό. Πραγματεύεται τον
έρωτα, το κάλλος και όλα τ’ ανάλογα ψυχικά συναισθήματα,
αντικρούοντας και συμπληρώνοντας έναν σχετικό λόγο του Λυσίου
κι αποδείχνοντας, ταυτόχρονα, πώς η ρητορική μόνο με τη
φιλοσοφία μπορεί ν’ αναχθή σε τέχνη. Μετάφρ. Κ. Γούναρη.

Αλκιβιάδης Α’ Αλκιβιάδης Β’ : η αυτοεπίγνωση, το «γνώθι
σαυτόν», κι ακόμη βαθύτερα η θεώρηση του εσωτερικού κόσμου μας
τίθεται στον Αλκιβιάδη σαν αφετηρία και βάση της εξύψωσης του
άνθρωπου. Αφού διευκρινισθή πρακτικά, ότι χωρίς την αυτεπίγνωση
δεν έχουμε ορθή αντίληψη του δικαίου και του οφελίμου, μετά
γενικεύεται η ιδέα της αυτοεπίγνωσης και η ωφέλεια που έχουμε
απ’ αυτήν παρουσιάζεται σαν εκείνο που κατ’ εξοχήν τελειοποιεί
τον άνθρωπο και που τον εξυψώνει προς το θείο. Έτσι, οι
αντιλήψεις του διαλόγου τούτου είναι ο πυρήνας, μπορεί να πη
κανείς, της Νεοπλατωνικής Φιλοσοφίας. Ο συναπτόμενος διάλογος
«Αλκιβιάδης Β’» ξεκινώντας από τ’ ότι οι άνθρωποι προσεύχονται
για να ζητήσουν πολλές φορές επιβλαβή πράγματα, καταλήγει στ’
ότι αγνοούμε το τι είναι το ωφέλιμο και τι το αγαθό. Η
μετάφραση του Ν. Καζαντζάκη.

Ίππαρχος, Οι αντεραστές: στον πρώτο από τους δυο αυτούς
διαλόγους, τον «Ίππαρχο», ερευνάται τι είναι η αγάπη του
κέρδους και, πιο γενικά, η τάση του άνθρωπου να ωφεληθεί από
τον διπλανό του και να επικρατήση, και κατά πόσο μια τέτοια
τάση είναι βλαβερή και άδικη. Αφού αποδειχθή η σχετικότητα των
παρόμοιων αντιλήψεων, συμπεραίνεται ότι η φιλοκέρδεια είναι μια
φυσική ανθρώπινη ροπή. Στους «αντεραστές» εξετάζεται τι είναι
φιλοσοφία και κατά πόσον και πώς ωφελεί, κατακρίνονται δε αυτοί
που την απλή πολυμάθεια την παρουσιάζουνε σαν σοφία.

Ερυξίας, Αξίοχος, Αλκυών : Στον πρώτο από τους τρεις αυτούς
διαλόγους ερευνάται τι είναι πλούτος και κατά πόσον μπορεί να
είναι ωφέλιμος στον άνθρωπο. Στον δεύτερο, τον «Αξίοχο»,
γίνεται επισκόπηση της εσώτερης πίστης που έχει ο άνθρωπος για
την ψυχή και η πίστη τούτη προβάλλεται έμμεσα σαν εκμηδένιση
του φόβου του θανάτου. Στην «Αλυόνα», ποιητικά και με κάποιον
μυστικισμό, ερμηνεύεται η μεταμορφωτική δύναμη της ύλης της
φύσεως. Η μετάφραση έγινε από τον Γ. Μάνεση.

Παρμενίδης: Ο Παρμενίδης και ο Ζήνων ο Ελεάτης υποστηρίζουν
δογματικά το ενιαίο του σύμπαντος, αποδείχνοντας με πλήθος
μεταφυσικούς ισχυρισμούς το αδύνατο της πολλαπλότητας των
όντων. Μα ο Σωκράτης, με αλλεπάλληλες ερωτήσεις τους φέρνει σε
αντιφάσεις, για να προκύψη τελικά ως βαθύτερο συμπέρασμα του
διαλόγου, η σχετικότητα των ανθρωπίνων γνώσεων και το σφαλερό
κάθε δογματικής θεωρίας.

Συμπόσιον: Σε συμπόσιο, όπου γιορτάζεται η νίκη του πλουσίου
δραματικού ποιητού Αγάθωνος, οι συνδαιτυμόνες αποφασίζουν να
εγκωμιάσουν, κάθε ένας χωριστά, τον έρωτα. Τελευταίος μιλεί ο
Σωκράτης για να ορίση ότι ο έρωτας, όπως τον εννοούν όλοι,
είναι η επιθυμία του άνθρωπου για την ομορφιά. Στην διήγηση του
περιλαμβάνει τον μύθο της γένεσης του Έρωτα, γεμάτον βαθύ και
υψηλόν μυστικισμό, και παρουσιάζει ιδεολογικά τον ερωτικό πόθο
σαν φιλοσοφική έφεση, ως τάση προς ευδαιμονία και, μαζί,
αθανασία. Ο ξαφνικός ερχομός του Αλκιβιάδη, μεθυσμένου, που
πειράζει φιλικά τον Σωκράτη, επιβεβαιώνει παραστατικά τη
σωκρατική ιδεολογία. Μεταφραστής ο Ν. Κουντουριώτης.

Ευθύδημος : Ο διάλογος αυτός αποτελεί σφοδρήν επίθεση και
επίκριση των αμφιγνωμιών, των σφαλερών συλλογισμών και της
κενότητας της σκέψης και των γνώσεων των σοφιστών, όχι τόσο των
επιφανών και φιλοσοφούντων, όσο των κοινών και ρητορευόντων.
Ορισμένοι υπαινιγμοί αφορούν στον Αντισθένη και στον Ισοκράτη.
Μεταφραστής ο Α. Χαροκόπος.

Μένων : Από τους πιο λιτούς πλατωνικούς διάλογους, που δείχνει,
εντούτοις, την ευρύτητα και την πολυμέρεια του μεγάλου
φιλοσόφου. Εξετάζει και αναλύει την αρετή, αν και κατά πόσον
είναι έμφυτη στον άνθρωπο. η μαθηματικά διατυπωμένη σκέψη, η
αλληλουχία και η ακρίβεια των συλλογιστικών επιχειρημάτων καθώς
και η οικονομία του, που περιορίζει αυστηρά το θέμα του,
πλησιάζουν τον διάλογο αυτόν στην λεγομένη, κιόλας, θετική
φιλοσοφία. Η μετάφραση έγινε από τον Χαρίλαο Παπαντωνίου.

Θεάγης. Περί δικαίου. Περί αρετής : στον πρώτον από τους τρεις
αυτούς διαλόγους, ο Πλάτων εξετάζει το τι είναι σοφία και αν
μπορή να διδαχτή, και θέτει σαν βάση της μόρφωσης και της
επίδοσης του ανθρώπου την εσωτερική φυσική κλίση του. Στον
διάλογο τούτο γίνεται πολύς λόγος από τον Σωκράτη για το γνωστό
δαιμόνιο του. Στον δεύτερο ερευνάται αν η αντίληψη του δικαίου
είναι έμφυτη η επίκτητη, και στον τρίτο αν μπορή να διδαχτή ή
όχι η αρετή, για να κατάληξη στο συμπέρασμα, ότι η αρετή είναι
θείο δώρο. Μετάφραση του Σ. Λιμπεροπούλου.

Φίληβος : Στην ερώτηση, που βασίζεται το αγαθό, ο Φίληβος
άπαντα προβάλλοντας την ηδονή κι ο Σωκράτη αντιπαραβάλλει τη
φρόνηση. Κι αφού δειχτή, ότι για τον άνθρωπο είναι
σημαντικώτερη η φρόνηση, ως κάτι πεπερασμένο και αντιληπτό
συμπεραίνεται ότι ο συνδυασμός φρονήσεως και αρετής οδηγεί στο
αγαθό. Μετάφραση Κ. Ζάμπα.

Πρωταγόρας : Ύστερα από ωραία και ειρωνική περιγραφή των
επιδειχτικών και φαντασμένων τρόπων των σοφιστών, γίνεται
συζήτηση, ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Πρωταγόρα, περί αρετής.
Επιδέξια φέρνοντας σε αδιέξοδο τον σοφιστή, ο Σωκράτης
αποδείχνει πως η αρετή είναι αυτοδίδαχτη κ’ ύστερα,
μεταστρέφοντας τους συλλογισμούς του την παρουσιάζει σαν
αποτέλεσμα γνώσης. Μετάφραση Α. Χαροκόπου.

Κριτίας : Αναφερόμενος στη μυθολογούμενη χώρα της Ατλαντίδος,
της οποίας μας δίδεται ποιητική και εξαιρετικά παραστατική
περιγραφή, ο Ελάτων διατυπώνει εδώ το ιδανικό, κατά την
αντίληψη του πολιτικό και κοινωνικό σύστημα: έναν συνδυασμό
μοναρχίας και ομοσπονδιακής οργάνωσης. Μετάφραση Α. Χαροκόπου.

Λάχης: Ο διάλογος αυτός θέτει σαν βάση ανατροφής την ανδρεία,
κι από ηθική κι από υλική άποψη. Εξετάζοντας το τι είναι η
ανδρεία και μην καταλήγοντας σε κανέναν ορισμό, καταλήγει στο
συμπέρασμα ότι οι αρετές δεν μπορούν να καθοριστούν θεωρητικά
και απόλυτα. Μεταφραστής ο Άριστος Καμπάνης

Λύσις : Διάλογος μεταξύ Σωκράτους και ωραίων εφήβων στην
παλαίστρα, που ερευνά τα σχετικά με την φιλία που αρμόζει στους
νέους απέναντι των μεγαλυτέρων τους και, πιο γενικά, την φιλία
σαν ατομική και κοινωνικήν αρετή. Μεταφραστής ο Άριστος
Καμπάνης.

Απολογία Σωκράτους: Το δράμα της δίκης και της καταδίκης του
Σωκράτους, και κυρίως η απλή και σοφή εξιστόριση της ζωής και
της διδασκαλίας του, όπως μας δίδεται από τον ίδιο το Σωκράτη,
ενώ απολογείται, σαν υπεράσπιση του εαυτού του κατά των
κατηγόρων του. Η μετάφραση έγινε από τον Αλ. Μωραϊτίδη.

Ευθύφρων: Στον διάλογο τούτο εξετάζεται και αναλύεται με
βαθύτητα φιλοσοφική και φιλελευθερισμό το τι είναι οσιότης,
δηλαδή ευσέβεια, αρετή και νομιμοφροσύνη. Επικρίνοντας την
πρόληψη και την κατά τύπους μόνον και παράδοσιν ευσέβεια, θέτει
σαν αφετηρία και γνώμονα της αληθινής ηθικής την έμφυτη και
κατά συνείδησιν ηθικότητα. Μετάφραση Αλ. Μωραϊτίδη.

Γοργίας: Συζήτηση του Σωκράτους με τον διάσημο σοφιστή της
αρχαιότητος Γοργία, που δίδασκε πως η τυπική μόρφωση  η
επιστημονική πολυμάθεια, όπως λέγεται σήμερα  αρκεί για ν’
αναδειχτή ένας άνθρωπος. θέμα της συζητήσεως είναι, αν η
ρητορική πετυχαίνει να δώση την υπεροχή, πράγμα που αποκρούει ο
Σωκράτης, αποδείχνοντας πώς η αληθινή μόρφωση είναι αυτή που
θεμελιώνεται πάνω στην φιλοσοφία. Μετάφραση Αλ. Φιλαδελφέως.

Μενέξενος : Μοναδικός στο είδος του διάλογος, γιατί αποτελώντας
τάχα εγκώμιο για Αθηναίους που έπεσαν στον πόλεμο, γραμμένο από
την Ασπασία, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά λεπτή κ’
ειρωνική σάτυρα της φλύαρης ρητορείας και των ρητόρων της
εποχής εκείνης, των οποίων μιμείται με θαυμαστή τέχνη το ύφος
και την παραλογιζόμενη σοφιστεία. Η μετάφραση έγινε από τον Ι.
Ζερβό.

Τίμαιος : Αποτελεί σύστημα μεταφυσικής φιλοσοφίας περί γενέσεως
του κόσμου και περί φύσεως του άνθρωπου, που παρουσιάζει πολλή
συγγένεια με τις θεωρίες των Πυθαγορείων. Ο Τίμαιος αναπτύσσει
βαθύτατες ιδέες για τον χαρακτήρα του κόσμου και ο Σωκράτης
διευκρινίζει, συντελώντας στην ενάργεια και την παραστικότητα
του πλατωνικού ύφους. Η μετάφραση έγινε από τον Π. Γρατσιάτο.

Ίων. Μίνως. Δημόδοκος. Σίσυφος. Κλειτοφών: Ο πρώτος από τους
διάλογους αυτούς ελέγχει την επιπόλαιη γνώση. Ο δεύτερος
αναφέρεται στις περί του δικαίου και της αρετής γενικές και
σχετικές αντιλήψεις. Ο «Δημόδοκος», ξεκινώντας από το ερώτημα,
αν και από ποιους πρέπει να ζητούμε συμβουλές, ανάγεται, πιο
γενικά, στην εξέταση του τρόπου και του ποιού της επίκτητης
μόρφωσης. Ο «Σίσυφος» αναλύει τι είναι πρακτική και τι
θεωρητική σκέψη και πόσον είναι ωφέλιμη. Ο «Κλειτοφών», τέλος
επισκοπώντας τις περί ηθικής αντιλήψεις, αποδείχνει τη
σχετικότητα τους. Μεταφραστής ο Ν. Καζαντζάκης.

Πολιτεία: Το πρωτοτυπώτερο και πλαστικώτερο από τα πλατωνικά
έργα, αποτελούμενο από δέκα βιβλία. Το πρώτο βιβλίο, που
αναφέρεται στην δικαιοσύνη, γίνεται η αφετηρία για να διατυπωθή
μετά η ιδέα του ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζόμενη ισότητα
δικαιωμάτων των πολιτών, ο διακανονισμός ίσης εργασίας, η
κατανομή των πολιτών σε τρεις τάξεις, η εξίσωση ανδρών και
γυναικών, η κοινογαμία κ’ η κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των
ποιητών, ο περιορισμός της αύξηση του πληθυσμού, οι
πρωτόρρυθμες γενικές αρχές του κοινωνικού και αστικού δικαίου,
συνδυαζόμενες σε οργανικό σύστημα στο έργο αυτό, αποτέλεσανε
την αφετηρία πολλών φιλοσοφικών, κοινονιωλογικών και πολιτικών
θεωριών. Έτσι, που και από την άποψη αυτή αποτελή ένα από τα
σημαντικώτερα δημιουργήματα της ανθρώπινης σκέψης. Η μετάφραση
οφείλεται στον Ιωάννη Γρυπάρη. Τόμοι τρεις.

Νόμοι και Επινομίς : Το πιο ώριμο από τα έργα του Πλάτωνος, σε
δώδεκα βιβλία. Ο διάλογος, στον οποίο δεν παρουσιάζεται πια,
διδάσκοντας ή ελέγχοντας, ο Σωκράτης, μα κάποιος ανώνυμος
Αθηναίος, δηλαδή ο Πλάτων, διεξάγεται κατά το διάστημα μιας
πορείας από την Κνωσσό ως το άντρο του Διός: μιας ημέρας. Στον
διάλογο παίρνουνε μέρος ο Λακεδαιμόνιος Μέγιλος, και ο Κρητικός
Κλεινίας, που εκπροσωπούν τα δύο περιφημότερα αρχαία
πολιτεύματα, το μινωικό και το σπαρτιατικό. Εδώ δε θα
συναντήσουμε περιγραφές χαρακτήρων και επεισόδια. Κάθε
συζητητής παρουσιάζεται απλά σαν εκπρόσωπος μιας ωρισμένης
θεωρίας, για να διατυπωθή τελικά η ώριμη φιλοσοφική αντίληψη
του Πλάτωνος σε πολιτικό σύστημα, επιδεχτικό εφαρμογής. Η
«Έπινομίς», αποτελώντας συνέχεια των «Νόμων» είναι ταυτόχρονα
και μια επεξήγηση τους συχνά. Μεταφραστής ο Κ. Ζάμπας. Τόμοι
τέσσερις.

Επιστολές και Όροι: Οι αποδιδόμενες, από την αρχαιότητα κιόλας,
επιστολές στον Πλάτωνα, αναφέρονται στις φιλοσοφικές αντιλήψεις
του και δίδουν πλείστες όσες λεπτομέρειες για την ζωή του
μεγάλου φιλοσόφου. Με τις «Επιστολές» συνεκδίδονται και οι
«‘Όροι»,  ερμηνεία, δηλαδή, ειδικών λέξεων και φιλοσοφικών όρων
που συναντούνται στα διάφορα έργα του Πλάτωνος.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36

(ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ Ο.Τ.Ε.)



Αίθουσα 1.000 τετραγωνικών μέτρων. Χιλιάδες είδη βιβλίων στις
μισές τιμές και με μεγάλες ΕΥΚΟΛΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ



Γ. ΛΑΔΙΑΣ & ΣΙΑ Ε.Π.Ε

* * *

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη,
υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά
προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η
αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα,
δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της,
από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη
μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος,
οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο
Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο
Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και
σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή,
Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη,
Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού,
Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια
σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης
γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ Η τραγωδία που ολοκληρώνει την «Ορέστεια».
Εκτυλίσσεται στους Δελφούς, όπου ο Απόλλων, αποκοιμίζοντας τις
Ερινύες, φυγαδεύει τον Ορέστη, και κατόπιν στην Αθήνα, όπου
ύστερα από απόφαση της Αθηνάς, ο μητροκτόνος Ορέστης δικάζεται
από τον Άρειο Πάγο και απαλλάσσεται από την τιμωρία του φόνου.


Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ
ΤΟ
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.


ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ





*** End of this LibraryBlog Digital Book "Ευμενιδες" ***

Copyright 2023 LibraryBlog. All rights reserved.



Home